του Άκη Γαβριηλίδη
Αδημονεί ο Φερνάζης. Ατυχία!
Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο»
ν’ αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
τους φθονερούς, τελειωτικά ν’ αποστομώσει.
Τί αναβολή, τί αναβολή στα σχέδιά του.
Κ.Π.Κ.
Τι ακριβώς συνεισφέρει η ανακάλυψη των φωτογραφικών ντοκουμέντων της εκτέλεσης των 200 της Καισαριανής;
Η απάντηση είναι απλή: τουλάχιστον στον Στάθη Καλύβα συνεισφέρει μία μεγαλοπρεπή τάπα, και τον αφήνει με την ματαίωση εκείνου που βλέπει ένα συμβολικό σύστημα το οποίο προσπαθούσε επί χρόνια να χτίσει να καταρρέει και να βουλιάζει μετά από πρόσκρουση στο παγόβουνο του Πραγματικού. Εξ ου η απροκάλυπτη λύσσα και μνησικακία που εκφράζει στο τελευταίο του σημείωμα, την ίδια στιγμή που προσπαθεί –τι ειρωνεία- να παραστήσει τον «ψύχραιμο επιστήμονα» που δίνει σε άλλους συμβουλές εναντίον της «συγκινησιακής φόρτισης» και υπέρ της «βαθύτερης ιστορικής γνώσης», οι οποίες όμως ταιριάζουν γάντι πρώτα απ’ όλα στον ίδιο.
Ο Καλύβας σκηνοθετεί ένα τοπίο έξαλλης έκρηξης παθών, όπου κυριαρχούν η αλλοφροσύνη, ο μανιχαϊσμός, η «ερμηνευτική ισοπέδωση» και η «τοξικότητα» (χωρίς να δίνει ούτε ένα παράδειγμα), απέναντι στο οποίο έρχεται εκείνος, ως ο Maître, ο (άνδρας φυσικά) κυρίαρχος του εαυτού του και της Γνώσης, να διορθώσει γαλήνια την αποχαλίνωση των ιθαγενών και να τους δείξει όσα «δεν φαίνονται με γυμνό μάτι».
Τα κλαψουρίσματα αυτά για τον «ορυμαγδό που καλλιεργούν οι αλγόριθμοι», στα οποία συνίσταται το μισό σχεδόν σημείωμα, είναι φυσικά τελείως περιττά. Τα ίδια ακριβώς θα μπορούσαν να ειπωθούν για απολύτως οποιοδήποτε θέμα· καθημερινά ξεσπούν ορυμαγδοί στα ΜΚΔ για θέματα με πολύ μικρότερη σημασία απ’ ό,τι οι εκτελέσεις της 1ης Μαΐου 1944. Αν κάποιος έχει κάτι ουσιαστικό να πει, καλά θα κάνει να το πει χωρίς να χάνει το χρόνο του επαναλαμβάνοντας (το αυτονόητο) ότι στα ΜΚΔ συχνά κυριαρχούν απλουστευτικές και εμπαθείς θεωρήσεις.
Τι έχει λοιπόν να πει ο Καλύβας; Ποια είναι τέλος πάντων αυτή η υποτιθέμενη «βαθύτερη ιστορική γνώση» που βλέπει το μη γυμνό μάτι του;
Είναι ένας χονδροειδής αντιεπιστημονικός ιδεαλισμός, όπως άλλωστε υποβάλλει ήδη ο τίτλος του σημειώματός του που επαναλαμβάνει για πολλοστή φορά τον αφελή δυισμό ανάμεσα στο επιφανειακό Φαίνεσθαι και το γνησίως Είναι, την «εικόνα» και την «ουσία».
Όπου αυτή η «ουσία» είναι ότι
οι κομμουνιστές δεν έκαναν (και το λένε ανοιχτά) απλά αντίσταση, έκαναν επανάσταση και μάλιστα με διεθνιστικό πρόσημο. Σκοπός τους δεν ήταν μόνο η απελευθέρωση, αλλά και η συγκρότηση ενός σοβιετικού κράτους, δηλαδή μιας ολοκληρωτικής δικτατορίας.
Σώπα!
Τι μου λες!
Ώστε οι κομμουνιστές επιδίωκαν τον κομμουνισμό;
Φοβερό! Ποτέ κανείς δεν είχε σκεφτεί ότι η πορτοκαλάδα γίνεται από πορτοκάλια.
Άνθρακες λοιπόν ο θησαυρός από άποψη επιστημονικής γνώσης. Η απόφανση «σκοπός των εκτελεσμένων κομμουνιστών ήταν η ολοκληρωτική δικτατορία» είναι αντιεπιστημονική. Για πολλούς και ανεξάρτητους μεταξύ τους λόγους.
Πρώτα απ’ όλα: η έκφραση «ολοκληρωτική δικτατορία» είναι του Καλύβα, όχι των εκτελεσμένων, και είναι μια έκφραση επικαθορισμένη από ιδεολογικές επεξεργασίες και προτεραιότητες μεταγενέστερες των γεγονότων, τις οποίες προβάλλει αναδρομικά στο παρελθόν. Κανείς εκ των εκτελεσμένων, όσο ζούσε, δεν βγήκε και είπε «σκοπός μου είναι η ολοκληρωτική δικτατορία».
Ο Καλύβας φαίνεται να ισχυρίζεται ότι, όταν κανείς επιδιώκει την εγκαθίδρυση σοβιετικού καθεστώτος, τότε αυτό που κάνει δεν είναι –ή είναι λιγότερο- «εθνική αντίσταση». Ωστόσο, για τα δεδομένα της εποχής, αυτός ο ισχυρισμός ήταν παράλογος. Το 1944, η ΕΣΣΔ, δηλαδή η Ένωση –ακριβώς- Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, ανήκε στο στρατόπεδο των συμμάχων. Των συμμάχων της Ελλάδας. Όχι βέβαια της Ελλάδας του Τσολάκογλου, του Ράλλη και του Έβερτ –και του Καλύβα, μπαίνω στον πειρασμό να προσθέσω· αλλά πάντως της εξόριστης κυβέρνησης του Καΐρου. Ο στρατός της ήταν αυτός που λίγο αργότερα απάλλαξε από τους Ναζί μεγάλο μέρος της Ευρώπης, περιλαμβανομένης και της Γερμανίας, όπου απελευθέρωσε και το Άουσβιτς και άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης/ εξόντωσης.
Ο Καλύβας θέτει εδώ ένα αφελές ερώτημα.
Προκύπτει αμέσως ένα ερώτημα: ηρωισμός και αυτοθυσία για ποιον ακριβώς σκοπό; Για την πατρίδα, θα πουν κάποιοι. Για το κόμμα, θα πουν άλλοι. Και για τα δύο ταυτόχρονα, θα υπονοήσουν οι υπόλοιποι, υπονοώντας την εξίσωση έθνους και κόμματος.
Αυτοί οι «υπόλοιποι», ή τουλάχιστον εγώ ο υπόλοιπος, δεν θα «υπονοήσω», αλλά θα πω ανοιχτά, όσο κι αν (ή: επειδή ακριβώς) φαίνεται ότι το να λες κάτι ανοιχτά στεναχωρεί τον Στάθη: μα φυσικά και για τα δύο ταυτόχρονα· αλλά αυτό καθόλου δεν υπονοεί καμία … «εξίσωση έθνους και κόμματος»! Από πού άραγε συνάγεται μια τέτοια εξίσωση; Οι κομμουνιστές αγωνίστηκαν αφενός, καταρχάς, για να εκδιώξουν τον στρατό κατοχής από την Ελλάδα, και αφετέρου, στη συνέχεια, εάν αυτό επιτευχθεί, να μετασχηματίσουν την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της απελευθερωμένης Ελλάδας σύμφωνα με τις πολιτικές τους αντιλήψεις. Πού το περίεργο και το σκανδαλώδες, και πού η «εξίσωση»; Ο πρώτος σκοπός συνδέεται με το έθνος, ο δεύτερος με το κόμμα, που είναι δύο διαφορετικά και όχι «εξισωμένα» πράγματα.
Δεύτερον: από μεθοδολογική άποψη, η ιστορία δεν ασχολείται με σκοπούς, ιδίως εάν αυτοί δεν πραγματοποιήθηκαν. Το τι ενδομύχως επιθυμούσαν για το (τότε) μέλλον κάποιοι άνθρωποι, δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής γνώσης, παρά μόνο εικασίας. Το να μάθουμε κάτι τέτοιο ούτε είναι δυνατό (παρεκτός ίσως εάν κάνουμε εξατομικευμένη έρευνα για τον καθένα εξ αυτών, πράγμα που προφανώς ο Καλύβας δεν έκανε –και ούτως ή άλλως είναι αμφίβολο πώς θα μπορούσε να διεξαχθεί αξιόπιστα μια τέτοια έρευνα), ούτε και θα μας απέφερε κάτι χρήσιμο από άποψη ιστορικής γνώσης αν το μαθαίναμε.
Ίσως βέβαια πει κάποιος: ναι μεν οι –όποιοι- σκοποί των εκτελεσμένων κομμουνιστών δεν πραγματοποιήθηκαν, αλλά ξέρουμε ότι στη Σοβιετική Ένωση, καθώς και στις χώρες οι οποίες πέρασαν υπό τον έλεγχό της μετά τον Β΄ Π.Π., τα καθεστώτα ήταν ανελεύθερα και αντιδημοκρατικά, οπότε αυτό μας δίνει μια ένδειξη.
Εάν αυτά πει αυτός ο κάποιος, εγώ θα απαντήσω ότι:
α) Στην Ελλάδα, ακόμη και αν βάλουμε σε αγκύλες τις «κυβερνήσεις» συνεργασίας με τις αρχές κατοχής, προηγουμένως δεν ανθούσε καμία αστική δημοκρατία· επικρατούσε ήδη ολοκληρωτική δικτατορία πριν τον πόλεμο (και γενικώς καθεστώτα ανελεύθερα και αντιδημοκρατικά πολλές άλλες περιόδους τόσο πριν όσο και μετά απ’ τον πόλεμο). Άρα λοιπόν, τι είχαμε τι χάσαμε. Εκτός εάν οι ολοκληρωτικές δικτατορίες ενοχλούν τον Καλύβα –και δικαιολογούν τις εκτελέσεις των οπαδών τους- μόνο όταν είναι κομμουνιστικές, όχι όταν είναι καπιταλιστικές.
β) Κομμουνιστικά κόμματα με πρωταγωνιστικό ή πάντως ενεργό ρόλο στην αντίσταση κατά των Ναζί υπήρξαν σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στη Γιουγκοσλαβία, την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ολλανδία, το Βέλγιο και τις σκανδιναβικές χώρες. Σε καμία απ’ αυτές τις χώρες οι κομμουνιστές δεν εκτελέστηκαν –ή δεν θεώρησε κανείς εύλογο να εκτελεστούν- για τον λόγο και μόνο ότι ήταν κομμουνιστές και είχαν αυτούς τους σκοπούς. Αν αυτό συνέβη στην Ελλάδα, δεν οφειλόταν στο ότι εκεί, σε αντίθεση ή σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι στις άλλες χώρες, οι κομμουνιστές επιθυμούσαν «ολοκληρωτική δικτατορία»· οφειλόταν στο ότι η ελληνική δεξιά θεωρούσε τον εαυτό της «νόμιμο ιδιοκτήτη της χώρας» και δεν δεχόταν κατά κανέναν τρόπο να μοιραστεί αυτή την «ιδιοκτησία» της με κανέναν. Όπως κάνει και μέχρι τώρα, με αρκετές και αρκετούς cheerleaders και fanboys, μεταξύ των οποίων και τον Καλύβα. Αντιθέτως, στις παραπάνω χώρες δόθηκε στους κομμουνιστές η θέση που τους αναλογούσε στο μεταπολεμικό πολιτικό τοπίο και η παρουσία τους ενίσχυσε και εμπλούτισε τις αντίστοιχες πλουραλιστικές δημοκρατίες.
Αυτό δείχνει ότι δεν είναι δυνατό να συγκροτηθούν αυτοτελώς ιστορικές ερμηνείες και συλλογισμοί πάνω στο τι θα γινόταν εάν ευοδώνονταν κάποιοι σκοποί που δεν ευοδώθηκαν. Για να προκύψει μια απάντηση στο ερώτημα αυτό απαιτείται η προσθήκη ενός εξωτερικού συμπληρώματος· εάν δεν συντριβόταν με στρατιωτικά και εν συνεχεία με αστυνομικά μέσα το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα, θα μπορούσε να συμβεί κάτι ανάλογο με την πρώτη ομάδα χωρών, όπως και με την δεύτερη, ή και κάτι τρίτο, άγνωστο. Το αν θα διαλέξουμε το Α ή το Β συνιστά μια επιλογή η οποία δεν είναι επιστημονική, αλλά είναι ιδεολογικά καθορισμένη. Άρα, κίβδηλη και ψευδεπίγραφη η «επιστημονική ψυχραιμία» του Στάθη.
