πόλεμος,Έθνος κράτος,Διεθνείς σχέσεις,Ιστορία,Φιλοσοφία

ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΤΤΗ ΟΨΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

του Δημήτρη Παντελακάκη

 

Οι απλουστευτικές και κατά κανόνα μονομερείς αναγνώσεις με τις οποίες βολευεται το κοινό, σε σχέση με την εξήγηση των γεγονότων – ακόμα και εκείνων των κοσμοϊστορικών γεγονότων που μεταβολίζουν τους ίδιους τους όρους της εξήγησης του γίγνεσθαι – αντανακλούν μεν τροπές της ενεργεία πραγματικής ιστορικής κίνησης, με τρόπο όμως ο οποίος τις καθιστά όργανα των αντίστοιχων τροπών, πρόκειται δηλαδή για ιδεολογικές παραστάσεις. Σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα την μελέτη του πολεμικού μέσου, η άρση αυτών των παραστάσεων συμβαδίζει με μία θεώρηση ιδιαιτέρως δημοφιλή στον κλάδο των Διεθνών Σχέσεων, ο οποίος είναι και ο κατεξοχήν αρμόδιος επί του θέματος. Βεβαίως, η διαλεκτική θεωρία του πολέμου δεν δεσμεύεται, εντέλει, ούτε από τον “ρεαλισμό”, όπως ορθώς έχει επικρατήσει να αναφέρεται η εν λόγω σχολή, διότι, η διαλεκτική, ως η θεωρία της πραγματικής κίνησης (ιστορίας) της έννοιας είναι κατά τοσούτον, εξίσου ιδανικιστική (ιδεαλιστική) όσο είναι και ρεαλιστική.

Οι πόλεμοι, ακόμα και οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι, δεν γίνονται, όπως λέγεται, για το κέρδος των πολυεθνικών ή “για τα πετρέλαια”. Από την άλλη, αυτό δεν σημαίνει ότι οι πόλεμοι γίνονται για την υπεράσπιση υψηλών ιδανικών, όπως ελευθερία, δημοκρατία, αλληλεγγύη κ.λπ.

Η ουσιώδης αιτία των πολέμων είναι η αγωνία του κράτους για αναγνώριση, η οποία, συνάγεται στο πολεμικό μέσο ως επιδίωξη για κατοχύρωση της ασφάλειας του έθνους και η συν αυτή απαίτηση των ικανών όρων για την απόκτηση σχετικού πλεονεκτήματος ισχύος έναντι των ανταγωνιστών του. Επίσης, η βελτίωση των υλικών όρων ύπαρξης των πολιτών και η προώθηση της υλικο-τεχνικής και της πνευματικής ανάπτυξης του ιδιαίτερου πολιτισμικού προτσές στο οποίο εντάσσεται, αποτελούν την υποκειμενική όψη της εσωτερικής τροπής εκείνων των εντάσεων που, σε έναν κόσμο πεπερασμένων πόρων, εξωτερικεύονται ως ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί. Έτσι, ενώ ισχύει ότι τίποτα από τα δύο (ούτε η απόκτηση/ απαλλοτρίωση των φυσικών πόρων του αντιπάλου, ούτε η διάδοση του οικείου συστήματος πολιτισμικών και πολιτικών αξιών) δεν εξηγεί ικανοποιητικά το ερώτημα «γιατί πόλεμος;», ισχύει επίσης ότι κανένα τους δεν είναι άσχετο με την απάντησή του.

Αν θέλουμε να γειώσουμε το ζήτημα στην συγκεκριμένη πραγματικότητα που έχουμε εμπρός μας (πράγμα το οποίο σημαίνει ωστόσο, επίσης, να το καταστήσουμε επιστημονικώς αδιάγνωστο, καθώς «τόδε άπειρον»), εάν αύριο οι ΗΠΑ πραγματοποιήσουν μία στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν αμφότεροι λόγοι θα έχουν παίξει κάποιο ρόλο και ουδείς προκύπτει τόσο αφελής όσο ισχυρίζεται η πλευρά που αποφεύγει την επίκλησή του.

 

 

Οι ΗΠΑ είναι ένα πανίσχυρο έθνος-κράτος, το οποίο, μέσα από την εξωτερική πολιτική του, εκφράζει την αντιφατική πραγματικότητα που το συνέχει σε ενότητα, ως την αιχμή του βέλους της κοσμοϊστορικής κίνησης. Καμία από τις πράξεις που πραγματοποιεί η αμερικανική ηγεσία δεν επιτρέπεται να διαβάζεται μονοσήμαντα από ένα βλέμμα το οποίο επιμένει να παραμένει καρφωμένο στην θεωρία της πραγματικότητας. Το ίδιο ισχύει βεβαίως για όλα τα μεγάλα, «κοσμοϊστορικά» έθνη και τέτοια είναι η Ρωσία και η Κίνα, αλλά επίσης το Ιράν, η Ινδία, η Ιαπωνία, και μερικά ακόμη. Τα ευρωπαϊκά έθνη, με μόλις δύο εξαιρέσεις έχουν απολέσει αυτόν τον χαρακτήρα και μπορούν να ανακτήσουν κοσμοϊστορική παρουσία μόνο αυτο-αναιρούμενα στο σχήμα μιας πραγματικά Ενωμένης Ευρώπης.

Είναι βεβαίως γεγονός ότι όλοι οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι της εποχής μας και, επιπλέον, οι περισσότερες από τις περιορισμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις (όπως αυτή που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στη Βενεζουέλα) εκδηλώνονται εναντίον χωρών οι οποίες είναι ιδιαίτερα πλούσιες σε αποθέματα φυσικών πόρων. Η εξήγηση αυτού του φαινομένου, στο έδαφος της θεωρίας μας, δεν είναι δύσκολη. Τα κράτη επιδιώκουν μία σειρά από ετερόκλητα ενδιαφέροντα: γεωπολιτικά, στρατηγικά, πολιτισμικά, ιδεολογικο-πολιτικά, εμπορικά και άλλα [Υπάρχουν συγκεκριμένοι τρόποι με τους οποίους μπορούμε να τα ιεραρχήσουμε συστηματικά αλλά αυτό δεν είναι το ζητούμενο εδώ].

Στην προσπάθειά τους να εξυπηρετήσουν αυτά τα ενδιαφέροντα, οι ηγεμόνες των κρατών οδηγούνται σε ανταγωνισμούς, οι οποίοι, στον βαθμό που δεν έχει καλλιεργηθεί ένα έδαφος καλής συνεννόησης στο πεδίο ευρύτερων αμοιβαίων συμφερόντων (μερικών ή οικουμενικών), καταλήγουν σε συγκρούσεις. Οι συγκρούσεις εξωτερικεύονται ποικιλοτρόπως, όμως, σε κάθε περίπτωση, έκαστος «παίκτης» επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τους πόρους του όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα, οδηγώντας, παράλληλα, τους αντιπάλους του σε όσο το δυνατόν αναποτελεσματικότερη σπατάλη των δικών τους πόρων… Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα οι πόλεμοι αποτελούν μία εξαιρετικά δαπανηρή επιλογή και για τον λόγο αυτό τα κράτη, ακόμα και τα ιμπεριαλιστικά κράτη, δεν την προτιμούν. Τουναντίον, είναι περισσότερο σύνηθες ένας παίκτης να προκαλέσει έναν άλλον σε πρόωρη επίθεση, χωρίς διαμορφωμένο εκστρατευτικό σχέδιο.

Εναλλακτικοί τρόποι προώθησης των ειδικών εθνικών ενδιαφερόντων είναι οι προνομιακές εμπορικές συμφωνίες, η πολιτιστική διπλωματία, η δωροδοκία αξιωματούχων, η διάδοση προπαγάνδας, κ.α. Ο λόγος που τέτοια μέσα είναι προτιμητέα δεν αφορά μόνο το μεγάλο οικονομικό κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων αλλά επίσης το υψηλό τους ρίσκο. Διότι, εάν χαθεί ένας πόλεμος, έπεται, τυπικά, κόστος πολλαπλάσιο από κάθε επιδιωκόμενο όφελος. Μία χώρα η οποία ξεκινά ένα τέτοιο εγχείρημα αλλά διαπιστώνει στην πορεία ότι είναι αδύνατον να ικανοποιήσει τους στρατηγικούς της στόχους, ακόμη και εάν καταφέρει μία ειρηνευτική συμφωνία επιστροφής στο «status quo ante bellum», χωρίς καν να δεσμευτεί σε αποζημιώσεις υπέρ του αντιπάλου, θα έχει δαπανήσει στο μεταξύ αναντικατάστατους υλικούς και ανθρώπινους πόρους και θα έχει δεχτεί ένα βαρύ πλήγμα στο γόητρό της. Επιπλέον, θα εμφανίζεται στο εξής ως αναξιόπιστη απέναντι στους συμμάχους της, οι ουδέτερες χώρες θα διστάζουν να πραγματοποιήσουν μαζί της εμπορικές συμφωνίες, κλπ. Σε όλα αυτά δεν υπολογίζουμε καν το προφανές εσωτερικό πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση και για τον ηγεμόνα.

Η δυσχέρεια του πολεμικού μέσου δεν σταματά εδώ, καθώς υπάρχουν και πόλεμοι οι οποίοι είναι ασύμφορο ακόμα και να κερδηθούν! Τέτοιος ήταν, λ.χ, για το Ισραήλ, ο πρόσφατος πόλεμος της Γάζας. Δεδομένων των τακτικών του αντιπάλου, ο μόνος βέβαιος τρόπος για μία αποφασιστική νίκη, επί του πεδίου, θα περνούσε μέσα από νέες εκατόμβες αμάχων, σε μία περίοδο όπου η διεθνής κοινότητα ήταν ήδη αγανακτισμένη από τις εικόνες της τεράστιας ανθρωπιστικής καταστροφής που είχε προκληθεί στην Γάζα και η πίεση εναντίον του Ισραήλ μεγαλύτερη από ποτέ.

Και ωστόσο ο πόλεμος, ως μέσο πίεσης, διατηρεί ορισμένα μοναδικά πλεονεκτήματα. Πρώτον, στον βαθμό που πετυχαίνει τον σκοπό του, αποτελεί στην πραγματικότητα μέσο εξαναγκασμού. Ο ηττημένος αντίπαλος σπάνια υπογράφει λευκή επιταγή, όμως οι υποχωρήσεις στις οποίες διατίθεται να προχωρήσει είναι, κατά κανόνα, πολύ μεγαλύτερες από όσες θα αποδεχόταν υπό οιαδήποτε άλλη μορφή πίεσης. Δεύτερον, πρόκειται για μέσο ιδιαιτέρως ταχύ και αποφασιστικό στις εφαρμογές του. Σε πολλές περιπτώσεις, άλλες μέθοδοι ενδέχεται να οδηγήσουν την κυβέρνηση του αντιπάλου σε αποδοχή ολόκληρου του ουσιαστικού μέρους των αιτημάτων, όμως η διαδικασία αυτή απαιτεί την διατήρηση και την εκμετάλλευση ορισμένων ειδικών συμμαχιών και την αφοσίωση πολλών και έμπειρων διπλωματών και πρακτόρων επί σειράς ετών για κάτι το οποίο μία καλώς οργανωμένη στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να επιτύχει μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Μιλώντας με χρηματοπιστωτικούς όρους, εκεί όπου τα άλλα μέσα της εξωτερικής πολιτικής πίεσεις βρίσκουν αντιστοίχιση στα Ομόλογα του Δημοσίου, ή της αγοράς χρυσού, οι πολεμικές επιχειρήσεις κινούνται στο όριο μεταξύ venture shorting και καθαρού τζόγου…

Προκειμένου λοιπόν να κερδηθεί ένας πόλεμος, και μάλιστα γρήγορα, προκειμένου δηλαδή να έχει νόημα η προτίμησή του ως μέσο πίεσης/ εξαναγκασμού, οι πόροι που οφείλεται να συγκεντρωθούν είναι τεράστιοι. Για παράδειγμα, ο δεύτερος πόλεμος του Ιράκ, ο οποίος θεωρείται σχετικά επιτυχημένος, κόστισε στις ΗΠΑ, κατά την πρώτη του φάση, δηλαδή το 2003, 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια, και πάνω από 2,5 τρις συνολικά, εάν υπολογίσουμε το μακροπρόθεσμο κόστος για την ανασυγκρότηση των υποδομών της χώρας (αν και ένα μέρος αυτών των κεφαλαίων επέστρεψε σε αμερικανικούς ομίλους), την πληρωμή συντάξεων στους βετεράνους, κλπ. Είναι γεγονός ότι αμέσως μετά τις επιχειρήσεις υπογράφηκαν ορισμένες από τις μεγαλύτερες συμβάσεις ανοικοδόμησης στα παγκόσμια χρονικά. Αν και η πλήρης ιδιωτικοποίηση των πετρελαιοπηγών αποφεύχθηκε, εταιρείες όπως η ExxonMobil η Chevron και Shell επωφελήθηκαν τα μάλιστα από την απελευθέρωση του πετρελαϊκού τομέα. Ο αμερικανικών συμφερόντων ασφαλιστικός κολοσσός Blackrock και άλλες εταιρείες του κλάδου απέσπασαν αστρονομικά κέρδη ενώ, εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες ασφάλειας και φύλαξης όπως η Xe Services (Blackwater) έκαναν τους μεγαλύτερους τζίρους στην ιστορία τους. Η KBR (θυγατρική της Halliburton) έλαβε τη μερίδα του λέοντος με συμβόλαια ύψους 39,5 δις δολαρίων. Και ωστόσο, και αυτό είναι το κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης, παρόλο που δεν υπάρχει κάποια ακριβής εκτίμηση του συνόλου των απολαβών του αμερικανικού κεφαλαίου, από την υπόθεση του β’ πολέμου στο Ιράκ, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτές, είκοσι χρόνια μετά, δεν έχουν ακόμα καλύψει το κόστος των αρχικών επιχειρήσεων.

Παρόμοια στοιχεία μπορούμε αντλήσουμε σε σχέση με τους περισσότερους από τους σύγχρονους πολέμους. Διαπιστώνεται δηλαδή ότι, σε αντίθεση με ό,τι συνέτρεχε κατά την κυρίως αποικιοκρατική περίοδο, όταν το συγκριτικό πλεονέκτημα των ευρωπαϊκών Δυνάμεων έναντι των στόχων τους ήταν μάλλον… ασύγκριτο, στην εποχή μας, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, δεδομένου του κόστους αλλά και του ρίσκου τους, δεν είναι περισσότερο κερδοφόρες από άλλες μορφές πίεσης, ακόμα και όταν συντρέχει ύπαρξη μεγάλων αποθεμάτων φυσικού πλούτου (π.χ πετρελαίων) στην στοχοποιημένη χώρα. Άρα, η παράμετρος αυτή δεν εξηγεί γιατί μία χώρα δέχεται στρατιωτικό πλήγμα. Εκείνο που υπογραμμίζει είναι ότι η πιθανότητα της σύμπτωσης αυτού του παράγοντα προσφέρει στον επιτιθέμενο τη δυνατότητα «απόσβεσης» ενός μέρους του τεράστιου κόστους των στρατιωτικών δαπανών, αν τελικά επιλέξει αυτόν τον δρόμο, πράγμα που συντρέχει όταν υφίσταται κάποιου είδους χρονική πίεση για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, το οποίο όμως είναι, κατά τον κανόνα, γεωστρατηγικής υφής και μακροπρόθεσμης αναφοράς.

Σχετικά με τον δεύτερο παράγοντα, δηλαδή τον ιδεολογικό, ο οποίος αντιμετωπίζεται συνήθως σαν ανέκδοτο, η αλήθεια είναι ότι διαθέτουμε μία πληθώρα από στοιχεία που συνηγορούν στο ότι οι φιλελεύθερες Δημοκρατίες είναι, στις μεταξύ τους συμφωνίες και συμβάσεις, πολύ πιο αξιόπιστοι εταίροι από οποιαδήποτε δικτατορία. Διότι ακόμα και ο πιο «φιλο-δυτικός» δικτάτορας είναι υπερβολικά απρόβλεπτος, ενώ το κόστος της διατήρησής του στην εξουσία είναι ιδιαίτερα υψηλό, καθώς τα πολιτικά συστήματα αυτού του είδους διακρίνονται από υπερβολικά μεγάλη διαφθορά, νεποτισμό και ανύπαρκτους μηχανισμούς ελέγχου. Όσο για την αιτία που η ύπαρξη «αντι-δυτικών» δικτατόρων στην ίδια περιφέρεια δεν συμπλέει με τα συμφέροντα των φιλελεύθερων Δημοκρατιών αυτή είναι μάλλον αυτονόητη: Διότι οι αντι-δυτικές δικτατορίες θέλουν να καταστρέψουν τις φιλελεύθερες Δημοκρατίες, ακόμα περισσότερο από ό,τι συμβαίνει αντίστροφο –και αυτό είναι κάτι το οποίο δεν αρνούνται οι ίδιοι οι «αντι-ιμπεριαλιστές» δικτάτορες, αλλά μόνον οι καθ’ ημάς απολογητές τους.

Οι δυτικές Δημοκρατίες έχουν, λοιπόν, άμεσο συμφέρον (διπλωματικό, γεωπολιτικό, πολιτισμικό και οικονομικό) από την διάδοση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των βασικών ελευθεριών. Δεν πρόκειται δηλαδή (μόνο) για υπεράσπιση ενός ιδεώδους. Το γεγονός αυτό, ότι οι δημοκρατικές Πολιτείες, ακόμα και όταν οι ηγεμόνες τους εμφορούνται από ιδιοτελή και ρηχά κίνητρα, τείνουν να προωθούν τον εκδημοκρατισμό των υπόλοιπων κρατών, εμπίπτει σε εκείνο που ο Χέγκελ και άλλοι αποκαλούσαν «Πανουργία του Λόγου» — δηλαδή στη διάγνωση ότι η Ιστορία κινείται, αν και όχι χωρίς επικύκλους σε μία κατεύθυνση που οδηγεί από «το βασίλειο της ανάγκης» σε εκείνο της Ελευθερίας, ως αν ο Λόγος της Ιστορίας είναι μία προσωπικότητα, η οποία το επιδιώκει και η οποία μεταχειρίζεται για τον σκοπό αυτό τις ενέργειες των ανθρώπων, ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις που οι ίδιοι (νομίζουν ότι) θέτουν.

Κλασσικό

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.