Γλώσσα

H Γαλλική Ακαδημία είναι μούφα

των Αρνώ Ούντ και Ζερόμ Πιρόν

Σε προηγούμενο χρονογράφημα, κράξαμε κάπως τους καθαρολόγους που λένε ότι, στα γαλλικά, τα πάντα καταρρέουν, η γλώσσα εξαφανίζεται κ.λπ. Για να το ισορροπήσουμε κάπως, ας διερευνήσουμε τι είναι αυτό που θέτει πραγματικά σε κίνδυνο σήμερα τη γαλλική γλώσσα. Το ερώτημα αυτό το θέσαμε στον Ζαν-Μαρί Κλινκενμπέργκ, μέγα σημειολόγο και πρόεδρο του συμβουλίου γαλλικής γλώσσας και γλωσσικής πολιτικής στο Βέλγιο.

Μας απάντησε: «η Γαλλική Ακαδημία».

Σοβαροί καθώς είμαστε, το ψάξαμε λίγο και ανακαλύψαμε κάτι αρκετά κουφό: η Γαλλική Ακαδημία είναι μούφα.

Η Ακαδημία είναι ένας θεσμός στον οποίο η Γαλλική Επανάσταση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Στην αρχή, το 1635, ήταν ένας τρόπος που βρήκε ο Ρισελιέ για να βολέψει τους συγγραφείς της αυλής και να τους έχει του χεριού του. Η Ακαδημία είναι ένα κατάλοιπο του Παλαιού Καθεστώτος το οποίο επέζησε πέντε δημοκρατιών. Η Επανάσταση την κατήργησε με διάταγμα το 1793, αλλά την επανίδρυσε ο Λουδοβίκος ο 18ος κατά την Παλινόρθωση. Ακόμα σήμερα, η Γαλλική Ακαδημία λειτουργεί με κοοπτάτσια για να εγγυάται μία κατάσταση «εμείς κι εμείς». Αυτό μάλιστα είναι και η βασική της δραστηριότητα: να αποφασίζει ποιος θα εκλεγεί μέλος της. Μετά, αφού μπεις εκεί, δεν ξαναβγαίνεις: είσαι «αθάνατος».

Κατά τη δημιουργία της, η Ακαδημία είχε ως αποστολή να «εφοδιάσει τη γλώσσα μας με συγκεκριμένους κανόνες και να την καταστήσει καθαρή, εκφραστική και ικανή να πραγματεύεται τις τέχνες και τις επιστήμες». Για να το κάνει αυτό, καταπιάστηκε να συντάξει μία ποιητική, μία ρητορική, μία γραμματική και ένα λεξικό.

Καμία ποιητική και καμία ρητορική δεν είδαν ποτέ το φως της ημέρας. Το 1920 η Ακαδημία επιχείρησε να δημοσιεύσει μια γραμματική, αλλά η έκδοση κατέληξε σε φιάσκο.

Όσο για το λεξικό της, η πρώτη έκδοση είδε το φως της ημέρας το 1694, εξήντα χρόνια μετά την ίδρυση του θεσμού. Έκτοτε, γίνονται νέες εκδόσεις κάθε μισό αιώνα περίπου. Η τελευταία πλήρης έκδοση ανάγεται στο 1935 και οι εργασίες για την παρούσα έκδοση (την ένατη) ξεκίνησαν το 1960. Αυτή τη στιγμή βρίσκονται στο γράμμα S. Αν θέλετε να αναζητήσετε μία λέξη που αρχίζει από το γράμμα V, θα είναι διαθέσιμη σε έναν αιώνα περίπου.

Αν μη τι άλλο, πάντως, το 18ο αιώνα, στις τάξεις της Ακαδημίας συγκαταλέγονταν συγγραφείς φωτισμένοι όπως ο Βολταίρος και ο αββάς ντ’Ολιβέ, οι οποίοι απλούστευσαν αισθητά την ορθογραφία μας και μάλιστα δημιούργησαν, εκ παραλλήλου προς τη σύνταξη του λεξικού, ένα «γραφείο αμφιβολιών»: έναν χώρο ανταλλαγών όπου γραμματικοί και λογοτέχνες διαλέγονταν ανοιχτά, παθιασμένα και χωρίς δογματισμό. Αλλά από τον 19ο αιώνα, δεν εκδήλωσε κανένα πραγματικό ενδιαφέρον για τις επιστήμες της γλώσσας και την εξέλιξή τους. Ο τελευταίος γλωσσολόγος που υπήρξε μέλος της ήταν ο Γκαστόν Παρί, ο οποίος πέθανε το 1905. Η Ακαδημία περιλαμβάνει συγγραφείς, ιστορικούς ή συνταξιούχους υπουργούς, αλλά κανέναν πραγματικό εμπειρογνώμονα στα πεδία στα οποία αξιώνει να νομοθετήσει.

Η Ακαδημία δεν θεωρεί απαραίτητη τη γλωσσολογία[1]. Στην ιστοσελίδα της βρίσκουμε μία μικρή αγγελία για την πρόσληψη των μελλοντικών συνεργατ(ρι)ών της η οποία διευκρινίζει: «προηγούμενες γνώσεις γλωσσολογίας ή λεξικολογίας δεν απαιτούνται».

Όταν δέχεται επικρίσεις που το λεξικό της είναι τόσο αργό και απαρχαιωμένο, η Ακαδημία δικαιολογείται λέγοντας ότι σκοπός της δεν είναι να καταχωρίσει σε αυτό τις λέξεις της τρέχουσας γλώσσας όπως κάνουν τα άλλα λεξικά, αλλά ότι έχει ως αποστολή να επικυρώνει τη «χρήση» τους.

Τι είναι όμως η «χρήση» κατά την Ακαδημία;

Ο πρόλογος της ένατης έκδοσης την ορίζει ως εξής: «Το Λεξικό της Ακαδημίας είναι ένα λεξικό καλής χρήσης. Επ’ αυτού, δεν έχουμε παρά να επαφεθούμε στους Λατίνους συγγραφείς: ‘Αποκαλώ χρήση ό,τι έχει καθιερωθεί μεταξύ των πλέον φωτισμένων ανδρών’ (Κουιντιλιανός)». Δεν είμαστε πολύ μακριά από τον ορισμό που έδινε ο Βωζελάς το 17ο αιώνα στις περίφημες Παρατηρήσεις[2] του: «Ο τρόπος ομιλίας της πλέον υγιούς μερίδος της Αυλής, σύμφωνος με τον τρόπο γραφής της πλέον υγιούς μερίδος των Συγγραφέων του καιρού μας».

Για την Ακαδημία, η «χρήση» είναι η γλώσσα που άντεξε στο χρόνο επειδή επικυρώθηκε από τους μεγάλους συγγραφείς. Ποιους συγγραφείς όμως; Αν βάλουμε τον Σελίν ή τον Φρεντερίκ Νταρ να ορίσουν τη χρήση, το λεξικό της Ακαδημίας θα είχε τελείως άλλο πρόσωπο. Εκείνοι προτιμούν τον Μωρίς Ντρυόν[3].

Επιπλέον, αν λάβουμε υπόψη ότι η Ακαδημία αποτελείται κυρίως από λογοτέχνες, μήπως ο ορισμός αυτός είναι ένας κομψός τρόπος για να πούμε: «Η γλώσσα που αξίζει να μπει στο λεξικό, είναι η δική μας»;

Η Ακαδημία λοιπόν βασίζει τον ορισμό της περί της χρήσης στη γραπτή γλώσσα. Κι ωστόσο, το βασικό μέρος της ιστοσελίδας της στο Ίντερνετ τιτλοφορείται: «Τι να λέμε, τι να μη λέμε». Εκεί υποδεικνύει τους «ορθούς» τύπους και καταπολεμά τις «ατυχείς εκφράσεις». Μολονότι δηλαδή αυτοπαρουσιάζεται ως «καταγραφέας της χρήσης», η Ακαδημία αξιώνει να προσανατολίσει τις πρακτικές των ανθρώπων, ακόμα και τις προφορικές. Από πότε ο διαιτητής τροποποιεί τους κανόνες κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού;

Σήμερα, ο πραγματικός «καταγραφέας της χρήσης», αυτό που μαρτυρεί τις πραγματικές πρακτικές των γαλλόφωνων, είναι το Γκουγκλ και το Τουίττερ. Άλλωστε, πολλά ερευνητικά κόρπους στη γλωσσολογία πράγματι χρησιμοποιούν αυτά τα δεδομένα. Η χρήση για έναν γλωσσολόγο υπαγορεύεται από την πραγματικότητα, όχι από τα λογοτεχνικά του γούστα.

Στο τέλος τέλος, το να είσαι «Ακαδημαϊκός» ή «Ακαδημαϊκή» είναι τίτλος τιμητικός, όχι επιστημονικός, πράγμα που εξηγεί γιατί οι άνθρωποι αυτοί μεταμφιέζονται σε ιππότες και φέρουν ξίφος. Ε, εντάξει, ένα μικρό ξίφος, που αντανακλά το πώς βλέπουν τη γλώσσα: σαν ένα αντικείμενο γοήτρου, διακοσμημένο με διαμάντια και άλλες φιοριτούρες, αλλά χωρίς πρακτική χρησιμότητα.

Γενικότερα, η Ακαδημία δημιουργεί για τη γλώσσα μία εικόνα άμωμης καθαρότητας, λες και υπάρχει έξω από όσες και όσους την ασκούν. Και αυτή η ιδέα καθαρότητας κουβαλά μαζί της συγκεκριμένες συνδηλώσεις. Σπανίως αναφέρουμε ότι ο Σαρλ Μωρράς[4] και ο στρατηγός Πεταίν ήταν Ακαδημαϊκοί. Κι αν πει κανείς ότι η αντίληψη αυτή ανάγεται στις αρχές του 20ού αιώνα, ας θυμίσουμε ότι ο Πιερ Γκαξότ, στις αρχές της δεκαετίας του 80, έλεγε ακόμα ανερυθρίαστα: «αν δεχόμασταν μία γυναίκα, θα καταλήγαμε στο σημείο να δεχθούμε και νέγρους».

Πέρα από αυτές τις μισογυνικές, αντιδραστικές, μέχρι και ξεκάθαρα ρατσιστικές ακρότητες, η Ακαδημία θέτει σε κίνδυνο τη γαλλική γλώσσα κυρίως επειδή τη συρρικνώνει. Φρενάρει τη λεξικογραφική δημιουργία διατεινόμενη ότι επικυρώνει τις λέξεις όπως άλλοι αποδίδουν ονομασίες γεωγραφικής προέλευσης στα τυριά.

Αλλά το κύριο πρόβλημα της Γαλλικής Ακαδημίας, είναι ότι είναι γαλλική.

Έτσι, προσδένει αξεδιάλυτα τη γλώσσα μας στο άρμα της République και της εθνικής ταυτότητας. Μετατρέπει τη Γαλλία, αν όχι το Παρίσι, αν όχι «την πλέον υγιή μερίδα της Αυλής», σε πρώτη αναφορά για τα τριακόσια εκατομμύρια γαλλόφωνων ομιλητών. Ως εκ τούτου, δεν έχει καμία νομιμοποίηση για να κυβερνά την γαλλική γλώσσα, η οποία είναι παγκόσμια.

Κάθε γλώσσα υπόκειται σε φυγόκεντρες και σε κεντρομόλες δυνάμεις. Οι πρώτες είναι δυνάμεις διασποράς, οι δεύτερες ομοιογένειας. Κάθε γλώσσα πρέπει να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στις δύο. Οι παραλλαγές που προκύπτουν από διαφορετικά συγκείμενα επικοινωνίας ή επαφής με άλλες γλώσσες γεννούν νέες λέξεις, την εμπλουτίζουν με νέες εκφράσεις, ακόμα και με νέους ήχους. Αντίστροφα, οι κεντρομόλες δυνάμεις διατηρούν έναν βαθμό ομοιογένειας, ενίοτε μάλιστα μία συνοχή στο γλωσσικό σύστημα. Αυτές οι κεντρομόλες δυνάμεις επιτρέπουν στη γλώσσα να εγγράφεται στον μακρό χρόνο και ευνοούν την αλληλοκατανόηση όσων την μιλούν ή την γράφουν.

Μία γλωσσική αρχή που θα μπορούσε να συγκεντροποιεί τη γλώσσα μας, να επιλύει κάποιες ορθογραφικές ή γλωσσικές διαμάχες, να ενεργεί με κάποιο κύρος επί της γλώσσας και να μεριμνά για τη διατήρησή της, γιατί όχι; Αλλά η αρχή αυτή θα έπρεπε να πληροί δύο κριτήρια: να έχει τα προσόντα και να είναι αντιπροσωπευτική.

Μήπως ήρθε ο καιρός για μία Γαλλόφωνη Ακαδημία;

academie-francaise-vincent-isoreip3-pressmaxppp

[1] Πρέπει πάντως να αναγνωρίσουμε ότι πρόσφατα έκανε δεκτή την Μπαρμπαρά Κασσέν, φιλόλογο και μεγάλη ειδικό στις αρχαίες γλώσσες, της οποίας οι γλωσσολογικές γνώσεις είναι αδιαμφισβήτητες και η οποία, σε ένδειξη ειρωνείας ή νεωτερικότητας, αντικατέστησε το ξίφος το οποίο προέβλεπε το πρωτόκολλο με ένα σπαθί λέιζερ διακοσμημένο με μία οθόνη ηλεκτρονικής ανάγνωσης.

[2] Claude Favre de Vaugelas, Remarques sur la langue française (1647) [Σ.τ.μ.].

[3] Κάτι σαν τον Γάλλο Παπανούτσο ή Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο [Σ.τ.μ.].

[4] Charles Maurras: αντιδραστικός ποιητής και συγγραφέας, ιδεολόγος της ακροδεξιάς οργάνωσης Action Française [Σ.τ.μ.].

Μετάφραση: Α.Γ.

Ο Arnaud Hoedt είναι γλωσσολόγος και πρώην καθηγητής γαλλικών. Ο Jérôme Piron είναι γλωσσολόγος και πρώην καθηγητής φιλοσοφίας και καθολικής θρησκείας. Δίδαξαν μαζί επί 15 χρόνια στο Ινστιτούτο Don Bosco των Βρυξελλών και συνεργάστηκαν σε πολλά πρότζεκτ, μεταξύ των οποίων το πιο πρόσφατο είναι το βιβλίο με τον προκλητικό τίτλο Η γαλλική γλώσσα δεν υπάρχει, συλλογή των κειμένων από μια ραδιοφωνική σειρά που παρουσίασαν από κοινού στο σταθμό France Inter. Το παραπάνω κείμενο αποτελεί ακριβώς μετάφραση ενός κεφαλαίου (εκπομπής) από αυτό το βιβλίο (τίτλος πρωτοτύπου: «L’Académie française, c’est du flan»), στο οποίο πιθανότατα θα επανέλθουμε.

Κλασσικό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.