Πολιτική,ιατρική

Ζαν-Λυκ Νανσύ: «Ένας υπερβολικά ανθρώπινος ιός»

Μετάφραση: Απόστολος Λαμπρόπουλος – Βίκυ Ιακώβου

 

Όπως έχει πολλές φορές ειπωθεί, από το 1945 και μετά η Ευρώπη εξήγαγε τους πολέμους της. Ξεχαρβαλωμένη καθώς ήταν δεν ήξερε πλέον τι άλλο να κάνει παρά να διαχύσει την αποσύνθεσή της και προς τις παλιές αποικίες της, ανάλογα με τις συμμαχίες και τις αντιπαλότητές της με τους καινούργιους πόλους του κόσμου. Μεταξύ αυτών των πόλων η Ευρώπη δεν ήταν πλέον παρά μόνο μια ανάμνηση, έστω κι αν προσποιούνταν ότι έχει ένα κάποιο μέλλον.

Κι όμως η Ευρώπη εισάγει. Όχι μόνο εμπορεύματα, όπως κάνει από πολύ παλιά, αλλά πρώτα απ’ όλα πληθυσμούς, που ούτε κι αυτό είναι καινούργιο αλλά γίνεται πλέον πιεστικό ή ενδεχομένως και ασφυκτικό, δεδομένου του ρυθμού με τον οποίο εξάγονται οι διενέξεις και οι κλιματικές διαταραχές (οι οποίες γεννήθηκαν στην ίδια την Ευρώπη). Και να που σήμερα εισάγει την επιδημία ενός ιού.

Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Δεν πρόκειται μόνο για το αποτέλεσμα μιας εξάπλωσης: αυτή έχει τους άξονες και τις διαδρομές της. Η Ευρώπη δεν είναι το κέντρο του κόσμου, πόρρω απέχει, αλλά πασχίζει να διαδραματίσει τον παλιό της ρόλο του προτύπου ή του παραδείγματος. Μπορεί να υπάρχουν αλλού πολύ σημαντικά αξιοθέατα και εντυπωσιακές ευκαιρίες. Αυτό συμβαίνει παραδοσιακά στη Βόρεια Αμερική, μολονότι και αυτό ακούγεται κάπως ξεπερασμένο πια, και πιο πρόσφατα στην Ασία και την Αφρική (η Νότια Αμερική είναι μια ξεχωριστή περίπτωση, καθώς έχει πολλά ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά αναμεμειγμένα με άλλα). Αλλά η Ευρώπη λίγο πολύ έμοιαζε ή πίστευε ότι παραμένει επιθυμητή, τουλάχιστον ως καταφύγιο.

Το παλιό θέατρο των παραδειγματικών στοιχείων –δίκαιο, επιστήμη, δημοκρατία, ευυποληψία, ευημερία– έλκει τις επιθυμίες έστω κι αν τα αντικείμενά τους είναι φθαρμένα ή και εκτός χρήσης. Το θέατρο μένει λοιπόν ανοιχτό στους θεατές ακόμη κι αν δεν καλοδέχεται όσους δεν διαθέτουν τα μέσα για να ικανοποιήσουν αυτές τις επιθυμίες. Δεν αποτελεί έκπληξη που ένας ιός μπήκε στην αίθουσα.

Ούτε αποτελεί έκπληξη που ο ιός πυροδοτεί μεγαλύτερη σύγχυση εκεί παρά στο μέρος όπου γεννήθηκε. Γιατί η Κίνα ήταν ήδη συντεταγμένη, με το όπλο παρά πόδα, τόσο για τις αγορές όσο και για τις ασθένειες. Η Ευρώπη ήταν μάλλον ασύντακτη, με αποκλίσεις τόσο μεταξύ εθνών όσο και μεταξύ προσδοκιών. Προέκυψε έτσι μια κάποια αναποφασιστικότητα, νευρικότητα και μια δύσκολη προσαρμογή. Απέναντι, οι Ηνωμένες Πολιτείες ξαναβρίσκουν αμέσως τον αλαζονικό απομονωτισμό τους και την ικανότητά τους να λαμβάνουν κοφτερές αποφάσεις. Η Ευρώπη ανέκαθεν αναζητούσε τον εαυτό της – και μαζί αναζητούσε τον κόσμο, τον ανακάλυπτε, τον εξερευνούσε και τον εκμεταλλευόταν, προτού φτάσει, για άλλη μια φορά, στο σημείο να μην ξέρει πλέον πού βρίσκεται.

Την ώρα που η πρώτη εστία της επιδημίας μοιάζει σταδιακά να ελέγχεται και πολλές χώρες που έχουν πληγεί λιγότερο κλείνουν τα σύνορά τους στους Ευρωπαίους και στους Κινέζους, η Ευρώπη γίνεται το κέντρο τις επιδημίας. Μοιάζει να έχει συσσωρεύσει τις επιπτώσεις των ταξιδιών στην Κίνα (για δουλειές, για τουρισμό, για σπουδές), εκείνες των επισκεπτών που ήρθαν από την Κίνα και από αλλού (για δουλειές, για τουρισμό, για σπουδές), τις επιπτώσεις της γενικότερης αβεβαιότητάς της και, τέλος, των εσωτερικών της διχονοιών.

Θα μπαίναμε στον πειρασμό να περιγράψουμε σχηματικά την κατάσταση ως εξής: στην Ευρώπη ισχύει το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω!» ενώ αλλού ισχύει το «οι δυό μας, ιέ!». Με άλλα λόγια: στην Ευρώπη, οι αναβολές, οι σκεπτικισμοί, τα δύσπιστα πνεύματα καταλαμβάνουν περισσότερο χώρο από ό,τι σε πολλά άλλα μέρη. Είναι η κληρονομιά του Λόγου που συλλογίζεται, του ελευθεριάζοντος και ελευθεριακού Λόγου, αυτού δηλαδή που για εμάς, τους παλιούς Ευρωπαίους, αντιπροσώπευε την ίδια τη ζωή του πνεύματος.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, η αναπόφευκτη επανάληψη της έκφρασης «έκτακτα μέτρα» ανασύρει το φάντασμα του Καρλ Σμιτ μέσα από ένα είδος βιαστικού αμαλγάματος. Ο ιός διαδίδει έτσι τους λόγους της επιδεικτικής παλικαριάς. Το να μην μας πιάσουν κορόιδα είναι πιο σημαντικό από το να αποφύγουμε τη μόλυνση κι έτσι καταλήγουμε δυο φορές κορόιδα· ίσως μάλιστα και να πέφτουμε θύματα ενός μισοαπωθημένου άγχους. Ή, ενδεχομένως, μιας παιδικής αίσθησης ατιμωρησίας ή παλικαριάς…

Καθένας (κι εγώ επίσης) προβαίνει στις δικές του κριτικές, διστακτικές ή ερμηνευτικές παρατηρήσεις. Η φιλοσοφία, η ψυχανάλυση, η πολιτειολογία του ιού προχωρούν ακάθεκτες.

(Ας κάνουμε μια εξαίρεση για το απολαυστικό ποίημα Coronation του Μισέλ Ντεγκύ, στην ιστοσελίδα του περιοδικού Po&sie).

Καθένας λέγει και αντιλέγει, γιατί έχουμε προ πολλού συνηθίσει τις δυσκολίες, την άγνοια και την αναποφασιστικότητα. Σε παγκόσμια κλίμακα, φαίνεται ότι επικρατούν μάλλον οι διαβεβαιώσεις, οι έλεγχοι και οι αποφάσεις. Τουλάχιστον αυτή είναι η εικόνα που μπορούμε να διαμορφώσουμε ή που τείνει να σχηματιστεί στο παγκόσμιο φαντασιακό.

Ο κορονοϊός ως πανδημία είναι πράγματι, από όλες τις απόψεις, προϊόν της παγκοσμιοποίησης. Καθιστά ευκρινέστερα τα χαρακτηριστικά και τις τάσεις της, είναι ένας ενεργός, μαχητικός και αποτελεσματικός υπέρμαχος των ελεύθερων συναλλαγών. Είναι μέρος της ευρύτερης διαδικασίας μέσω της οποίας μια κουλτούρα αποσυναρμολογείται ενόσω εδραιώνεται κάτι που δεν αποτελεί τόσο μια κουλτούρα όσο ένα μηχανισμό δυνάμεων ταυτόχρονα τεχνικών, οικονομικών, εξουσιαστικών, καθώς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δυνάμεων που άπτονται της φυσιολογίας ή της φυσικής επιστήμης (ας σκεφτούμε το πετρέλαιο ή την ατομική ενέργεια). Είναι αλήθεια ότι, την ίδια στιγμή, το αναπτυξιακό μοντέλο αμφισβητείται τόσο πολύ ώστε ακόμη και ο αρχηγός του γαλλικού κράτους αισθάνεται υποχρεωμένος να το επισημάνει. Είναι πολύ πιθανό να αναγκαστούμε όντως να αναπροσαρμόσουμε τους αλγορίθμους μας – αλλά τίποτε δεν δείχνει πως αυτό θα αρκέσει για να επικρατήσει ένα άλλο πνεύμα.

Διότι δεν αρκεί να εξαλείψουμε έναν ιό. Εάν ο τεχνικός και πολιτικός έλεγχος αποδειχτεί αυτοσκοπός, τότε δεν θα μετατρέψει τον κόσμο σε τίποτε άλλο παρά μόνο σε ένα πεδίο δυνάμεων που θα βρίσκονται σε ολοένα και μεγαλύτερη αντιπαλότητα μεταξύ τους, αποστερημένες πλέον από κάθε άλλοθι περί εκπολιτισμού σαν εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν σε άλλους καιρούς. Η μολυσματική σκληρότητα του ιού εξαπλώνεται ως διαχειριστική σκληρότητα. Βρισκόμαστε ήδη μπροστά στην ανάγκη να επιλέξουμε σε ποιους θα παρασχεθεί φροντίδα. (Κι ας μην μιλήσουμε για τις αναπόφευκτες οικονομικές και κοινωνικές αδικίες). Δεν υπάρχει σε όλα αυτά κανένας ύπουλος υπολογισμός κάποιων άγνωστων μακιαβελικών συνωμοτών, ούτε κάποια ιδιαίτερη κατάχρηση από πλευράς των κρατών. Υπάρχει μόνο ο γενικός νόμος των διασυνδέσεων, ο έλεγχος των οποίων είναι και το διακύβευμα των τεχνο-οικονομικών εξουσιών.

Σε άλλες εποχές, οι πανδημίες μπορούσαν να εκληφθούν ως θείες τιμωρίες, με τον ίδιο τρόπο που η ασθένεια γενικότερα υπήρξε για πάρα πολύ καιρό εξωγενής ως προς το κοινωνικό σώμα. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος των ασθενειών είναι ενδογενές, παράγεται από τις συνθήκες στις οποίες ζούμε, διατρεφόμαστε και μολυνόμαστε. Αυτό που ήταν θεϊκό έχει γίνει ανθρώπινο – πολύ, υπερβολικά ανθρώπινο όπως λέει ο Νίτσε. Η νεωτερικότητα έμεινε για μεγάλο διάστημα στον αστερισμό της φράσης του Πασκάλ «ο άνθρωπος ξεπερνά απείρως τον άνθρωπο». Αλλά αν τον ξεπερνά «υπερβολικά» – χωρίς δηλαδή να ανέρχεται πλέον στο κατά Πασκάλ θείο – τότε δεν τον ξεπερνά καθόλου. Μάλλον καθηλώνεται σε μια ανθρωπινότητα που την έχουν ξεπεράσει τα γεγονότα και οι καταστάσεις τις οποίες η ίδια παρήγαγε.

Κι όμως, ο ιός μαρτυρεί την απουσία του θείου, εφόσον γνωρίζουμε τη βιολογική του κράση. Ανακαλύπτουμε μάλιστα πόσο πιο περίπλοκο και λιγότερο κατανοητό από ό,τι νομίζαμε είναι το έμβιο ον. Ανακαλύπτουμε επίσης τον βαθμό στον οποίο η άσκηση της πολιτικής εξουσίας –της εξουσίας ενός λαού, μιας υποτιθέμενης «κοινότητας» π.χ. «ευρωπαϊκής», ή των αυταρχικών καθεστώτων– είναι μια άλλη μορφή περιπλοκότητας, επίσης λιγότερο κατανοητής απ’ ό,τι φαίνεται. Καταλαβαίνουμε καλύτερα τον βαθμό στον οποίο ο όρος «βιοπολιτική» είναι γελοίος σε αυτές τις συνθήκες: η ζωή και η πολιτική μάς αψηφούν κι οι δυο μαζί. Η επιστημονική μας γνώση μάς εκθέτει στο να είμαστε υποτελείς μόνο στη δική μας τεχνική εξουσία· όμως δεν υπάρχει καθαρή τεχνικότητα γιατί η ίδια μας η γνώση ενέχει τις αβεβαιότητές της (αρκεί να διαβάσει κανείς τις μελέτες που δημοσιεύονται). Η τεχνική εξουσία δεν είναι μονοσήμαντη, και ακόμη λιγότερο μονοσήμαντη μπορεί να είναι η πολιτική εξουσία που καλείται να ανταποκριθεί τόσο σε αντικειμενικά δεδομένα όσο και σε νόμιμες προσδοκίες.

Αναμφίβολα, τις αποφάσεις πρέπει να τις καθοδηγεί μια πιθανολογούμενη αντικειμενικότητα. Αν αυτή είναι η αντικειμενικότητα της «απομόνωσης» ή της «αποστασιοποίησης» τότε μέχρι ποιο βαθμό εξαναγκασμού πρέπει να φτάσουμε για να την κάνουμε σεβαστή; Και, από την άλλη, πού αρχίζει η ιδιοτελής αυθαιρεσία μιας κυβέρνησης (δίνω ένα μόνο παράδειγμα μεταξύ πολλών άλλων) που θέλει να διατηρήσει τους ολυμπιακούς αγώνες από τους οποίους προσδοκά ποικίλα οφέλη, μια προσδοκία την οποία συμμερίζονται πολλές επιχειρήσεις και πολλοί μάνατζερ, όργανο των οποίων είναι εν μέρει η κυβέρνηση; Ή πού αρχίζει η ιδιοτελής αυθαιρεσία μιας κυβέρνησης που αρπάζει την ευκαιρία για να υποδαυλίσει έναν εθνικισμό;

Ο φακός του ιού μεγεθύνει τα γνωρίσματα των αντιφάσεων και των ορίων μας. Είναι μια αρχή του πραγματικού που χτυπάει την πόρτα των αρχών της ηδονής. Τη συνοδεύει ο θάνατος. Αυτός ο θάνατος που είχαμε εξαγάγει με τους πολέμους, τους λιμούς και τις καταστροφές, αυτός ο θάνατος που νομίζαμε ότι τον κουβαλάνε μόνο κάποιοι άλλοι ιοί και οι καρκίνοι (που και αυτοί με τη σειρά τους διασπείρονται σαν ιοί), να τος που μας παραμονεύει στη γωνία. Για δες! Είμαστε μεν ανθρώπινοι, δίποδα χωρίς φτερά προικισμένα με γλώσσα, αλλά στα σίγουρα δεν είμαστε ούτε υπερανθρώπινοι ούτε δια-ανθρώπινοι [transhumains]. Είμαστε υπερβολικά ανθρώπινοι; Ή μήπως πρέπει να καταλάβουμε ότι ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε υπερβολικά ανθρώπινοι; Και ότι αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που απείρως μας ξεπερνά;

Το παραπάνω κείμενο αναρτήθηκε στο διαδίκτυο από τον Ζαν-Λυκ Νανσύ στις 17 Μαρτίου 2020, υπό τη μορφή μαγνητοσκοπημένης ομιλίας, της πρώτης στη σειρά Φιλοσοφώντας σε καιρούς επιδημίας (βλ. αμέσως παραπάνω). Ο Ζαν-Λυκ Νανσύ δέχτηκε να στείλει το γραπτό κείμενο της ομιλίας στον Απόστολο Λαμπρόπουλο, ο οποίος και το μετέφρασε από κοινού με την Βίκυ Ιακώβου. Η μετάφραση αναρτάται για πρώτη φορά στον ιστότοπο NomadicUniversality. Η αναπαραγωγή της εν μέρει ή εν όλω επιτρέπεται υπό τον όρο ότι θα γίνεται ρητή αναφορά στον συγγραφέα, στους δύο μεταφραστές και στον ιστότοπο στον οποίο αναρτήθηκε για πρώτη φορά.

 

 

Κλασσικό

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ζαν-Λυκ Νανσύ: «Ένας υπερβολικά ανθρώπινος ιός»

  1. Ο/Η Ιάκωβος λέει:

    Ο Agamben στα άρθρα του «Lo stato d’eccezione provocato da un’emergenza immotivata» και «Clarifications” (που είναι δημοσιευμένα στα τέλη Φεβρουαρίου) ισχυρίζεται πως τα έκτατα μέτρα για αυτήν την υποτιθέμενη επιδημία του κορονοϊού είναι έξαλλα, παράλογα και απολύτως μη εγγυημένα. Ο κορονοϊός, λέει, είναι μια συνηθισμένη γρίπη, χωρίς καμμία διαφορά από αυτές που μας χτυπούν κάθε χρόνο. Ο Jean-Luc Nancy σχολιάζει (στο Eccezione virale) τα άρθρα του Agamben και τελειώνοντας λέει: «Πριν από σχεδόν τριάντα χρόνια οι γιατροί αποφάσισαν πως πρέπει να κάνω μεταμόσχευση καρδιάς. Ο Giorgio ήταν ένας από τους ελάχιστους που με συμβούλευσε να μην τους ακούσω. Αν τον είχα ακούσει πιθανότατα να είχα πεθάνει πολύ σύντομα. Είναι πιθανόν να κάνει λάθος.»

    Eccezione virale
    27/02/2020 – Jean-Luc Nancy
    Giorgio Agamben, un vecchio amico, sostiene che il coronavirus differisce appena da una semplice influenza. Dimentica che per la «normale » influenza disponiamo di un vaccino di provata efficacia. E anche questo va ogni anno riadattato alle mutazioni virali. Nonostante ciò la «normale» influenza uccide sempre diverse persone e il coronavirus per il quale non esiste alcun vaccino è capace di una mortalità evidentemente ben superiore. La differenza (secondo fonti dello stesso genere di quelle di Agamben) è di circa 1 a 30: non mi pare una differenza da poco.
    Giorgio afferma che i governi si appropriano di ogni sorta di pretesto per instaurare continui stati di eccezione. Ma non nota che l’eccezione diviene, in realtà, la regola in un mondo in cui le interconnessioni tecniche di ogni specie (spostamenti, trasferimenti di ogni sorta, esposizioni o diffusioni di sostanze, ecc.) raggiungono un’intensità fin qui sconosciuta e che cresce di pari passo alla popolazione. Il moltiplicarsi di quest’ultima comporta anche nei paesi ricchi l’allungarsi della vita e l’aumento del numero di persone anziane e in generale di persone a rischio.
    Non bisogna sbagliare il bersaglio: una civiltà intera è messa in questione, su questo non ci sono dubbi. Esiste una sorta di eccezione virale – biologica, informatica, culturale – che ci pandemizza. I governi non ne sono che dei tristi esecutori e prendersela con loro assomiglia più a una manovra diversiva che a una riflessione politica.
    Ho ricordato che Giorgio è un vecchio amico. Mi spiace tirare in ballo un ricordo personale, ma non mi allontano, in fondo, da un registro di riflessione generale. Quasi trent’anni fa, i medici hanno giudicato che dovessi sottopormi a un trapianto di cuore. Giorgio fu una delle poche persone che mi consigliò di non ascoltarli. Se avessi seguito il suo consiglio probabilmente sarei morto ben presto. Ci si può sbagliare. Giorgio resta uno spirito di una finezza e una gentilezza che si possono definire – senza alcuna ironia – eccezionali.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.