Πρόσφυγες, μετανάστες: ποια η διαφορά;

των Κλαιρ Ροντιέ – Κατρίν Πορτβέν

 

«Μετανάστης» δεν αποτελεί νομική κατηγορία· ο όρος προσδιορίζει απλώς τα πρόσωπα τα οποία, από επιλογή, από ανάγκη ή από καταναγκασμό, φεύγουν από τη χώρα τους για να εγκατασταθούν σε μία άλλη. «Πρόσφυγας», αντιθέτως, είναι νομικό καθεστώς πλαισιωμένο από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, η οποία επιπλέον ορίζει τις νομικές υποχρεώσεις των κρατών που την έχουν κυρώσει (όπως συμβαίνει με όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Τα συστήματα ασύλου των χωρών που την έχουν υπογράψει οργανώνονται σε αναφορά προς αυτή τη σύμβαση. Κατά το γράμμα της, κάθε πρόσωπο που προσκομίζει την απόδειξη ότι υπέστη ή φοβάται πως θα υποστεί διώξεις στη χώρα του μπορεί να τύχει προστασίας από το κράτος στο οποίο κάνει τη σχετική αίτηση. Η Σύμβαση της Γενεύης δεν μιλά μόνο για «πολιτικό» άσυλο, το πεδίο της είναι ευρύτερο: αποσκοπεί να προστατεύσει τα πρόσωπα που απειλούνται με διώξεις λόγω των πολιτικών τους πεποιθήσεων, αλλά επίσης της φυλής τους, της θρησκείας τους, της εθνικότητάς τους ή της ένταξής τους σε κάποια κοινωνική ομάδα. Σημαδεμένη από τις περιστάσεις της υιοθέτησής της, εκείνες της μεταπολεμικής περιόδου, την ανάμνηση του Ολοκαυτώματος, των εκατομμυρίων απατρίδων και των μαζικότερων μετακινήσεων πληθυσμών που είχε ποτέ γνωρίσει η Ευρώπη, είχε αρχικά σχεδιαστεί για να προστατεύσει τα θύματα των όσων συνέβησαν προ του 1951. Αλλά, στην καρδιά του ψυχρού πολέμου, η Σύμβαση της Γενεύης υπήρξε επίσης ιδεολογικό εργαλείο, εκείνο του ελεύθερου κόσμου που είχε αποστολή να υποδέχεται τους καταδιωκόμενους της άλλης πλευράς.

Το 1967, ένα πρόσθετο πρωτόκολλο διεύρυνε τη δυνατότητα αναγνώρισης της προσφυγικής ιδιότητας στο σύνολο του κόσμου, όχι πλέον μόνο στην Ευρώπη. Το πρωτόκολλο αυτό το κύρωσαν όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όχι όμως η Τουρκία). Από τη δεκαετία του 70, λοιπόν, αρχίσαμε να βλέπουμε κύματα ανθρώπων που έφευγαν από τη νότιο Αμερική και, κυρίως, από τη νοτιοανατολική Ασία. Αν και δεν είμαστε πλέον στο στενό πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, η σύλληψη του πρόσφυγα βασίζεται ακόμα σε μία διπολική θέαση του κόσμου, στη βάση της οποίας τα δυτικά κράτη ομονοούν για να ορίσουν ποιοι είναι οι «καλοί» και ποιοι οι «κακοί». Τη δεκαετία του 80, το τυπικό προφίλ του αιτητή ασύλου άρχισε να αλλάζει: λιγότερο διανοούμενος, λιγότερο «λευκός», ριγμένος στο δρόμο της εξορίας από αιτίες πιο πολύπλοκες απ’ ό,τι οι προκάτοχοί του· και κυρίως, όσοι ζητούσαν προστασία ήταν ολοένα και περισσότεροι. Καθώς την εποχή εκείνη άρχισε να τίθεται επίσης ένα φρένο στην εργατική μετανάστευση από αρκετά ευρωπαϊκά κράτη (για τη Γαλλία το 1974), άρχισε μία απαξίωση πολλών από αυτούς τους πρόσφυγες, που κατηγορούνταν ότι είναι «ψευδοπρόσφυγες» και καταχρώνται τις διαδικασίες ασύλου για οικονομικούς σκοπούς. Η χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα άρχισε να γίνεται όλο και πιο περιοριστική, με ένα πολύ υψηλό ποσοστό απορρίψεων, βάσει διαδικασιών που ήταν προσανατολισμένες προς τον εντοπισμό όσων κάνουν απάτες, παρά προς ένα στόχο προστασίας και υποδοχής.

Η σημερινή χρήση των όρων «μετανάστες» και «πρόσφυγες» προεκτείνει αυτή τη λογική καχυποψίας, στην οποία προστίθεται μία αρνητική συνδήλωση έναντι του «μετανάστη», (του «οικονομικού», όπως υπονοείται), λες και είναι καταδικαστέο να ψάχνεις σε μια χώρα άλλη από τη δική σου τις ευκαιρίες μιας καλύτερης ζωής –για να μην πούμε τη μόνη δυνατότητα επιβίωσης. Κατά έναν τρόπο, η άφιξη των Σύρων, από το 2011 και μετά, είχε ως αποτέλεσμα να αναβιώσει, στην Ευρώπη, η διάκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών: εξαιτίας της εγγύτητας και της ορατότητας της συριακής κρίσης στα ΜΜΕ, είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι «φοβούνται ευλόγως» διώξεις, όπως απαιτεί η Σύμβαση της Γενεύης. Πρόκειται, κατά κάποιο τρόπο, για την επιστροφή της φιγούρας τού, αν όχι ηρωικού, πάντως έντιμου πρόσφυγα. Αλλά, την ίδια στιγμή, έχουμε την τάση, εξ αντιδιαστολής, να θεωρούμε πως όλοι οι άλλοι (οι «μετανάστες») δεν έχουν ανάγκη προστασίας, άρα δεν δικαιούνται να ζητάν να εγκατασταθούν. Τα πράγματα όμως είναι εξαιρετικά πολυπλοκότερα.

 

 

Πώς ξέρουμε αν φεύγουν για λόγους οικονομικούς ή πολιτικούς;

 

Όσο δεν έχουν έρθει ακόμα, δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε τον ακριβή λόγο της μετακίνησής τους: προς τούτο, θα πρέπει να εξετάσουμε την κατάστασή τους, να τους ακούσουμε· θα ήταν λοιπόν δικαιότερο να τους αποκαλούμε όλους «μετανάστες», ή όλους «πρόσφυγες», εν πάση περιπτώσει με την ίδια ονομασία. Εξ ορισμού, ένας πρόσφυγας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιος παρά μόνο αφού έχει μπορέσει να καταθέσει αίτηση ασύλου, και αφού αυτή έχει γίνει δεκτή, σε μια χώρα όπου, κατ’ ανάγκην, έχει εισέλθει παράτυπα (η Σύμβαση της Γενεύης προβλέπει ότι αυτή η παρατυπία δεν μπορεί να του αντιταχθεί). Αλλά, για να μπορέσει να υποβάλει την αίτησή του, θα πρέπει και πάλι να έχει φτάσει στο έδαφος αυτής της χώρας. Οι μηχανισμοί επιτήρησης –όπως οι περιπολίες της ευρωπαϊκής υπηρεσίας Frontex, οι οποίες αποτρέπουν τις βάρκες με μετανάστες να προσεγγίσουν τις ακτές, ή όπως τα τείχη που εγείρονται σε κάποια σύνορα- εμποδίζουν αυτή την πρόσβαση στο όνομα της καταπολέμησης της παράτυπης μετανάστευσης και, άρα, αντιβαίνουν στα δικαιώματα των προσφύγων. Οι ευρωπαϊκοί νόμοι υποχρεώνουν τις χώρες να θεσπίσουν διαδικασίες που να εξασφαλίζουν σε όλους όσους καταφέρνουν να διασχίσουν τα σύνορά τους τη δυνατότητα να εξεταστεί η αίτησή τους. Οι διαδικασίες αυτές συχνά, και ιδίως στην περίπτωση πολλών ταυτόχρονων αφίξεων, προσομοιάζουν με ένα σύντομο ξεδιάλεγμα ανάμεσα σε όσους κρίνονται άξιοι ασύλου και τους άλλους, που προσδιορίζονται ως «οικονομικοί μετανάστες» και άρα ξαποστέλνονται. Για το ξεδιάλεγμα ακριβώς αυτό προορίζονται τα λεγόμενα hotspot που έχουν φτιαχτεί από το 2015 στην Ελλάδα και την Ιταλία.

Το θέμα είναι ότι αυτό το ξεδιάλεγμα είναι προβληματικό, όχι μόνο για λόγους υλικοτεχνικούς ή υπερφόρτωσης των εξειδικευμένων υπηρεσιών, αλλά επειδή η διάκριση των μεταναστών ανάλογα με τα κίνητρα που τους ώθησαν να φύγουν είναι κάθε άλλο παρά απλή. Οι ανθρώπινες κινητικότητες αυξάνονται (και θα συνεχίσουν να αυξάνονται) επειδή οι λόγοι για τους οποίους κάποιος παίρνει το δρόμο της μετανάστευσης ολοένα και περισσότερο διαπλέκονται, οι πολιτικές, οικονομικές, κλιματικές αστάθειες κάνουν τις μετακινήσεις πιο συχνές και αναγκαίες, επίσης πιο προσιτές εφόσον η πληροφορία κυκλοφορεί, ο κόσμος είναι γνωστός, τα κοινωνικά δίκτυα λειτουργούν, οι άνθρωποι ξέρουν όλο και περισσότερο πού θέλουν να πάνε. Η κινητικότητα, σε πλανητική κλίμακα, είναι ένας τρόπος ζωής και συχνά επιβίωσης.

Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες χρησιμοποιεί από καιρό την έννοια των «μικτών ροών» για να χαρακτηρίζει τις αφίξεις εξορίστων στις πύλες της Ευρώπης. Πράγματι, στο ίδιο πλοίο μπορεί να βρεθούν μετανάστες που φεύγουν για να γλιτώσουν έναν πόλεμο, ένα δικτατορικό καθεστώς, ή που αναχωρούν για οικονομικούς λόγους, ενώ ο καθένας απ’ αυτούς τους λόγους δεν αποκλείει πάντα το άλλο. Η ΥΑ η ίδια αναγνωρίζει ότι είναι όλο και πιο δύσκολο να διακρίνεις κατηγορηματικά κάποια κριτήρια μέσα σε αυτή τη μικτή κατάσταση. Δεν μπορεί κανείς να αρκεστεί σε προϋποθέσεις βασισμένες στην εθνικότητα ή την εθνοτική ομάδα στην οποία ανήκει ο καθένας. Οι μετανάστες που διασχίζουν τη Μεσόγειο έρχονται ταυτόχρονα από την ανατολική Αφρική, τη δυτική Αφρική και τη Μέση Ανατολή, και απευθύνονται στα ίδια δίκτυα διακινητών. Αν απωθήσουμε ένα σκάφος, θέλοντας να φράξουμε την είσοδο στους οικονομικούς μετανάστες, αυτό θα είχε τον κίνδυνο να απελάσουμε πρόσφυγες που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για να τους δοθεί άσυλο. Χωρίς να υπολογίζουμε ότι, όλο και περισσότερο, οι οικονομικοί, πολιτικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες που ωθούν τους ανθρώπους να ξενιτευτούν διαπλέκονται στενά: όταν μια συνθήκη μεγάλης ξηρασίας προκαλεί αγώνες για την εξουσία με σκοπό την οικειοποίηση των λίγων καλλιεργήσιμων γαιών, ο φόβος διώξεων μπορεί να συνδέεται με οικονομικούς λόγους: η δίωξη ίσως να μην προέρχεται άμεσα από κάποιο κράτος αλλά, για παράδειγμα, από αντίπαλες ομάδες που αξιοποιούν την υπεροχή τους για να αποσπάσουν από τους αγρότες τη γη τους, χωρίς το κράτος να είναι ικανό να τους προστατεύσει. Οι αγρότες, διωγμένοι από αυτές τις συγκρούσεις, καταφεύγουν στην πιο κοντινή πόλη, όπου δεν βρίσκουν τα προς το ζην, πράγμα που τους οδηγεί να δοκιμάσουν την τύχη τους εκτός της χώρας. Εκ πρώτης όψεως, ξενιτεύονται για οικονομικούς λόγους εφόσον δεν μπορούν πια να βγάλουν το ψωμί τους, αλλά, αν ανατρέξουμε στην πρωταρχική αιτία, εξαναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν επειδή υπέστησαν διώξεις στο χωριό τους από τον τάδε αρχινονό που κατέλαβε την εξουσία. Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να καταδιώξεις τον άλλο στις πολιτικές, εθνοτικές ή θρησκευτικές συγκρούσεις: η οικονομική δίωξη είναι ένας απ’ αυτούς. Για καιρό, πιστεύαμε ότι ένας πρόσφυγας μπορεί να προέρχεται μόνο από ένα κράτος διωκτικό. Χρειάστηκε να προσαρμοστούμε στην πραγματικότητα των πολύπλοκων συγκρούσεων της εποχής μας.

Και τι να πούμε για τους κλιματικούς πρόσφυγες, που δεν καταδιώκονται από κανέναν αλλά που, στην πράξη, πετιούνται έξω από τα σπίτια τους από μη αντιστρέψιμες καταστροφές; Το ζήτημα των περιβαλλοντικών εξορίστων θα είναι το ζήτημα του 21ου αιώνα και η ΥΑ προβληματίζεται σχετικά ώστε να αναδιατυπώσει τους λόγους ασύλου, λαμβάνοντας υπόψη και άλλες αιτίες αναχώρησης πέραν της δίωξης.

Όλα αυτά δείχνουν πώς η έννοια του πρόσφυγα εξελίσσεται και πώς η Σύμβαση της Γενεύης, μολονότι προέκυψε κάποια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, υπήρξε ικανή να προσαρμοστεί προοδευτικά σε νέα διεθνή πλαίσια, που δεν ήταν προβλέψιμα όταν καταρτιζόταν. Στο κάτω κάτω, αυτή η ικανότητα προσαρμογής είναι κάτι που δικαιούμαστε να αναμένουμε από τους νόμους και τα δικαιικά κείμενα. Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά νομοθετικά συστήματα διαχείρισης της μετανάστευσης και ελέγχου των συνόρων, από τη μεριά τους, ουδόλως προσαρμόστηκαν στις εξελίξεις που συνέβησαν στον κόσμο. Αν από το 2015 και μετά αρχίσαμε να μιλάμε για «προσφυγική κρίση», πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτή η κρίση είναι επίσης η κρίση μιας λογικής ελέγχου που αποχαλινώνεται όσο αποδεικνύεται ότι είναι αναποτελεσματική απέναντι στη μεταναστευτική πραγματικότητα της εποχής μας. Ίσως γι’ αυτό θα έπρεπε επιτέλους να προβληματιστούμε.

 

To παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο που έγραψε η Claire Rodier, με τη συνεργασία της Catherine Portevin, Migrants & réfugiés : réponse aux indécis, aux inquiets et aux réticents [Πρόσφυγες και μετανάστες: απάντηση στους αναποφάσιστους, τους ανησυχούντες και τους διστακτικούς], La Découverte, Παρίσι 2018, σελίδες 13 έως 19. Μετάφραση: Α.Γ.

 

1 comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: