Πώς πενθείς σε μια ξένη γλώσσα;

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Η λατινική λέξη CREMATORIUM, για όποιον έχει ως πρώτη γλώσσα τα ελληνικά, δημιουργεί πάντα ένα μικρό σοκ, έτσι όπως θυμίζει πρωτίστως έναν χώρο θανάτωσης ζωντανών ακόμα ανθρώπων, και μάλιστα μαζικής και ατιμωτικής, και όχι έναν χώρο τέλεσης ταφικών εθίμων, απόδοσης τιμών και αποχαιρετισμού σε έναν άνθρωπο που έχει ήδη πεθάνει από άλλα αίτια, φυσικά ή και όχι.

Βλέποντας τη λέξη αυτή γραμμένη πάνω από την εικόνα ενός βέλους σε μια πινακίδα μέσα σε ένα νεκροταφείο του Παρισιού, εκατό μέτρα από τον τοίχο όπου εκτελέστηκαν μαζικά –και από τους τάφους όπου θάφτηκαν- οι Κομμουνάροι τού 1871, αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι είχαμε φτάσει στο χώρο του τελευταίου χαιρετισμού στη φίλη μας, την Ντάνια, ή την Adrianì Dimakopouloù όπως μας ανακοίνωσε με σεβασμό, επισημότητα, και με την ανεξίτηλη γαλλική του προφορά ένας καλοχτενισμένος κύριος με κουστούμι, γραβάτα και γυαλιά από το γραφείο κηδειών· αλλά και ταυτόχρονα η συνειδητοποίηση ήταν ακόμα ατελής, ανολοκλήρωτη, σαν όσα συνέβαιναν να χώλαιναν, να είχαν μια απόσταση και μια διαφορά από τον εαυτό τους. Είναι ένας άνθρωπος ο ίδιος όταν τον αποκαλείς –ή όταν ακούς να τον αποκαλούν άλλοι- με ένα άλλο όνομα, ένα όνομα που ποτέ δεν χρησιμοποίησες εσύ για να τον φωνάξεις όσο ζούσε; Αναμφίβολα είναι, ιδίως όταν το όνομα αυτό είναι επίσης δικό του, και όταν ο ίδιος έχει συστηθεί σε άλλους με αυτό το όνομα και έτσι είχε μάθει να τον αποκαλούν.

Η Ντάνια που ήξερα εγώ, ήταν καταρχάς συνάδελφός μου –μεταφράστρια. Ακριβέστερα, ήταν ορολόγος. Ακόμη μία αμήχανη, αδέξια λέξη, ούτε ελληνική ούτε ξένη, ή και τα δύο, που ο αυτόματος διορθωτής του υπολογιστή μου την κοκκινίζει μόλις τη γράψω. Ήταν για χρόνια υπεύθυνη της ορολογίας: δουλειά της ήταν να ψάχνει τις λέξεις, να ακολουθεί τη γενεαλογία τους, να χαράζει το σημασιολογικό τους πεδίο και τις αποχρώσεις τους, και να επιλέγει την πλέον κατάλληλη –εάν υπάρχει μία που να είναι η πλέον κατάλληλη.

Περίεργο, αλλά τα ίδια ακριβώς λόγια θα μπορούσαν κατά μία έννοια να περιγράψουν τη δραστηριότητα που επίσης επί δεκαετίες άσκησε με ανεξάντλητη υπομονή και ευσυνειδησία υπό την άλλη της ιδιότητα, μια ιδιότητα που επίσης ηχεί παράξενα στα ελληνικά: την ιδιότητα της μυθολόγου.

Στην διάρκειας μίας ώρας τελετή αποχαιρετισμού, κανείς δεν ανέφερε αυτούς τους δύο όρους. Διαβάστηκε όμως ένα ποίημα. Στα γαλλικά. Το ποίημα ήταν του Ουίλλιαμ Μπλέικ.

Φυσικά κάποιος το είχε μεταφράσει. Ο ευγενικός κύριος δεν μπήκε στον κόπο να μας πει ποιος. Ασφαλώς. Κηδεία ήταν, όχι φιλολογικό πρωινό. Μπορεί να ήταν κάποιος διαπρεπής Γάλλος ποιητής· δεν αποκλείεται να ήταν και θαμμένος σε κάποιον τάφο παραδίπλα στο ίδιο αυτό τεράστιο ιστορικό νεκροταφείο όπου ποτέ δεν ξεθάβουν και δεν ανακομίζουν κανέναν.

Την ώρα των σύντομων αυτοσχέδιων ή κάπως προετοιμασμένων επικηδείων, μου ήρθε στο μυαλό ένα της άρθρο –ένα από τα λίγα- που είχε δημοσιεύσει περί τα τέλη του προηγούμενου αιώνα στον Πολίτη, βιωματικό αλλά με θεωρητική εμβάθυνση όπως πάντα, με βάση την εμπειρία της από την ανακομιδή των οστών της μητέρας της. Πολύ νεότερος βέβαια εγώ τότε, όπως όλοι μας φυσικά, χωρίς ακόμα άμεση εμπειρία από απώλειες πολύ στενών και οικείων προσώπων, (ίσως να μην ήξερα ακόμα, ή να μην είχα πολυενδιαφερθεί να μάθω, τι ακριβώς είναι και πώς γίνεται η ανακομιδή), είχα βρει δυσβάστακτο το κείμενο και το είχα αφήσει στη μέση. Της το είχα πει, και η Ντάνια προς έκπληξή μου μου ζήτησε συγνώμη! Ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενα, και με κάθε ειλικρίνεια –και με κάποια αμηχανία- της είπα ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να ζητά συγνώμη.

Ναι, το ξέρουμε βέβαια, και όλο τον 20ό αιώνα ιδρύματα όπως αυτά με τα οποία συνεργαζόταν η Adrianì στο Παρίσι, και πολλά άλλα ιδρύματα και οι άνθρωποι που δούλευαν εκεί, αφιέρωσαν ατέλειωτες ανθρωποώρες και έγραψαν τόμους επί τόμων για να μας δείξουν ότι διάφορες κοινωνίες και διάφοροι πολιτισμοί αντιμετωπίζουν διαφορετικά το θάνατο, και ότι οι μεν ενδέχεται να θεωρούν ανίερο, εξοργιστικό ή απλώς ακατανόητο τον τρόπο των δε· ότι ενίοτε και στο εσωτερικό της ίδιας κοινωνίας ακολουθούνται ποικίλες τελετουργίες ενταφιασμού. Τι κάνεις με αυτή τη διαφορετικότητα όταν την δέχεσαι κατάμουτρα στον αποχαιρετισμό ενός ανθρώπου που ήξερες και εκτιμούσες;

Οι περισσότεροι Έλληνες με τους οποίους μίλησα, μου είπαν, (χωρίς κάποια διάθεση μακάβριου χιούμορ), ότι βρήκαν ψυχρή την τελετή αποτέφρωσης, ότι θα προτιμούσαν τη χριστιανική κηδεία και την ψαλμωδία του παπά, όχι τόσο γι’ αυτά που λέει, εν μέρει και γι’ αυτά, αλλά κυρίως γιατί αφήνει κάποιο χώρο, δεν έχει αυτό το άγχος της πληρότητας, δεν βασίζεται σε αυτήν την εμμονή κορεσμού του χώρου και του χρόνου. Εγώ πραγματικά δεν ξέρω, αυτή η νεκρώσιμη τελετή στα γαλλικά και στη Γαλλία ήταν μια ανοίκεια εμπειρία, αλλά ίσως γι’ αυτό όχι αταίριαστη σε έναν άνθρωπο που έζησε αταίριαστα, και που έζησε μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε γαλλόφωνες χώρες παρά στην Ελλάδα. Μια Ελληνίδα ορολόγος/ μυθολόγος κατευοδώνεται με ένα ποίημα Άγγλου ποιητή στα γαλλικά και με ένα μπαρόκ ορατόριο Ιταλού συνθέτη στα λατινικά. Γιατί όχι;

Θυμάμαι πόσο περίεργο και αστείο μου φαινόταν, τότε στα μέσα προς τέλη της δεκαετίας του 1990, που οι καινούριοι μου συνάδελφοι –ήδη αρκετά παλιοί στη δουλειά, και στην καινούρια για μένα χώρα- είχαν αρχίσει να μιλούν περίεργα ελληνικά, κάνοντας ασυναίσθητα γαλλισμούς. «Πολλαπλασιάζω τα ρούχα», είχε πει μια φορά η Ντάνια σε μια τελείως πεζή και καθημερινή συζήτηση, όταν ρωτήθηκε «τι κάνει με το κρύο». Η αντίστοιχη έκφραση στα γαλλικά είναι πολύ κοινή και βγάζει νόημα (= χρησιμοποιώ όλο και περισσότερα ρούχα)· στα ελληνικά ηχεί απλώς γελοία. Αυτή όμως η γελοιότητα συγκράτησε στο μυαλό μου αυτή την κουβέντα την οποία κανείς δεν θα είχε κάποιον άλλο λόγο να θυμάται μετά από είκοσι χρόνια.

Μήπως αυτή δεν είναι κατά μία έννοια η αναπόδραστη συνθήκη των ανθρώπινων συναντήσεων και ανταλλαγών, αυτού που καμιά φορά αποκαλούμε «επικοινωνία»; Ο καθένας έχει μόνο μία γλώσσα, αλλά αυτή η γλώσσα δεν είναι (η) δική του, όπως έλεγε και ένας φιλόσοφος θαμμένος μάλλον κι αυτός λίγο πιο πέρα στο Περ Λασαίζ. Οι άνθρωποι πάντοτε σπάζουν τα μούτρα τους μιλώντας αυτή τη γλώσσα –όσο και οποιαδήποτε άλλη-, γιατί κι αυτή τους είναι εξίσου ξένη. Και οι φιλόσοφοι περισσότερο απ’ όλους: οι φιλόσοφοι «πάντοτε πέφτουν στα πηγάδια», όπως έλεγε και κάποιος που μετά έπεσε ο ίδιος στο μεγαλύτερο πηγάδι που υπάρχει.

Αλλά αυτός ίσως δεν είναι ο πλέον κατάλληλος προς παράθεση εδώ διότι η Ντάνια δεν τον συμπαθούσε καθόλου. Παρά τους ατέλειωτους καυγάδες μας σχετικά, ομολογώ ότι δεν μου βρίσκεται πρόχειρο αυτή τη στιγμή κανένα παράθεμα από την Χάννα Άρεντ ή τον Καστοριάδη, που ίσως θα προτιμούσε. Tant pis. Το νόημα πάντοτε χωλαίνει, διαρρηγνύεται, δεν κλείνει. Έτσι γίνεται πάντα κάποια στιγμή στη ζωή. Στο θάνατο λίγο περισσότερο. Το γράμμα όμως λένε ότι φτάνει πάντα στον προορισμό του, έστω κι έτσι.

Ο Λουδοβίκος των Ανωγείων δεν είναι βέβαια Περγκολέζι, και δεν ξέρω καθόλου αν θα άρεσε στην Ντάνια το δικό του δίγλωσσο Stabat mater. (Πιθανόν να διαφωνούσε ως προς το «δίγλωσσο», διότι δεν δεχόταν ότι τα αρχαία και τα νέα ελληνικά είναι δύο διαφορετικές γλώσσες). Περίεργο, δεν είχαμε συζητήσει ποτέ για ελληνικά τραγούδια. Μια φορά μόνο θυμάμαι ότι είχε αναφερθεί στον Άκη Πάνου, όχι όμως στα τραγούδια του αλλά στο τραγικό περιστατικό στο οποίο υπήρξε αρνητικός πρωταγωνιστής, για να μου πει ότι μόλις το πληροφορήθηκε σκέφτηκε εμένα και το ότι θα μου ήταν πλήγμα να δω ακόμη έναν άνθρωπο που εκτιμούσα και θαύμαζα να γίνεται δολοφόνος (ο πρώτος ήταν ο προαναφερθείς Αλτουσέρ). Ενώ μου είχε μιλήσει μέχρι και για τη συμπάθειά της για τους αδελφούς Λουκανίδη και για τη χρυσή εποχή της Δόξας Δράμας, την οποία πήγαινε και παρακολουθούσε ως κοριτσάκι και έφηβη. (Το γήπεδο μιας επαρχιακής πόλης δεν είναι το πιο κατάλληλο μέρος για την επιτέλεση της νεανικής θηλυκότητας με τα συμβατικά κοινωνικά κριτήρια, η Ντάνια όμως ούτως ή άλλως δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τα συμβατικά κοινωνικά κριτήρια). Μου είχε βέβαια μιλήσει κάποια στιγμή επιδοκιμαστικά για την προτίμησή μου στην προκλασική μουσική σε σχέση με τον κλασικισμό και το ρομαντισμό, την οποία απ’ ό,τι κατάλαβα συμμεριζόταν. Για πιο σύγχρονα πράματα όχι. Αλλά ίσως ένα τραγούδι βασισμένο σε έναν αρχαιοελληνικό θρήνο που μιλάει για μια αποτέφρωση, βοηθήσει το γράμμα να φτάσει στον προορισμό του, και το νόημα να κυκλοφορήσει κάπως. Όσο κι αν η στάχτη είναι άφωνη.

 

5 comments
  1. Θανάσης ΡΕΝΤΖΗΣ said:

    Πολύ αισθαντικό κείμενο, αλλά που είναι ο »προαναφερθής Αλτουσέρ»;

    • Α.Γ. said:

      Συμπυκνωμένη και κάπως υπαινικτική διατύπωση
      Είναι αυτός που είπε ότι «οι φιλόσοφοι πέφτουν σε πηγάδια»

  2. Θανάσης ΡΕΝΤΖΗΣ said:

    Αυτό είναι το σωστό.

  3. Κι εγώ έχω παρευρεθεί σε τελετή αποτέφρωσης (στο Βέλγιο), όπου μόνο μουσική έπαιζε — ούτε επικήδειος, ούτε τίποτα. Κρύο πράμα. Επίσης παρευρέθηκα στην πολιτική κηδεία της Ελλης Παπά — κι εκεί υπήρχε κάποια αμηχανία, ελλείψει τελετάρχη και σαφούς τυπικού (άσε που όταν κάποιος, με το σκεπτικό ότι το ζεύγος Μπελογιάννη-Παπά ήθελε «ελεύθερη την πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά», είπε να ψάλουμε τον Εθνικό Ύμνο και τη Διεθνή στον τάφο, σχεδόν κανείς δεν ήξερε τη δεύτερη…) Εχουν ένα δίκιο οι οργανωμένοι laïques του Βελγίου, που έχουν φτιάξει κοσμικά υποκατάστατα των θρησκευτικών τελετών!
    Πάει ο Βασίλης, πάει η Αλεξάνδρα, πάει η Ντάνια — ποιος έχει άραγε σειρά τώρα;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: