Πολιτισμική ταυτότητα δεν υπάρχει

 

του Φρανσουά Ζυλλιέν

 

Η προσεχής προεκλογική εκστρατεία στη Γαλλία, όπως λέγεται, θα στρέφεται γύρω από την «πολιτισμική ταυτότητα».

Γύρω δηλαδή από τα παρακάτω ερωτήματα: δεν πρέπει άραγε να προστατεύσουμε την «πολιτισμική ταυτότητα» της Γαλλίας απέναντι στην απειλή των κοινοτισμών; Ή μήπως πρέπει να βρούμε μια ισορροπία μεταξύ ανοχής και αφομοίωσης, αποδοχής των διαφορών και ταυτοτικής διεκδίκησης;

Η συζήτηση αυτή διαπερνά ολόκληρη την Ευρώπη· αφορά, γενικότερα, τη σχέση των πολιτισμών μεταξύ τους σε καθεστώς παγκοσμιοποίησης.

Νομίζω όμως ότι χρησιμοποιούμε τις λάθος έννοιες: δεν μπορεί να γίνει λόγος για «διαφορές» που απομονώνουν τις κουλτούρες, αλλά για αποκλίσεις οι οποίες διατηρούν στο βλέμμα, άρα σε ένταση, και προωθούν, το κοινό μεταξύ τους. Ούτε για «ταυτότητα» μπορεί να γίνει λόγος, εφόσον ίδϊον της κουλτούρας είναι να μεταλλάσσεται και να μετασχηματίζεται· αλλά μόνο για γονιμότητες, ή για κάτι που εγώ θα αποκαλέσω πόρους.

Δεν θα υπερασπιστώ λοιπόν μία –μη ταυτοποιήσιμη- γαλλική πολιτισμική ταυτότητα, αλλά ένα σύνολο γαλλικών (ευρωπαϊκών) πολιτισμικών πόρων –όπου «υπερασπίζομαι» δεν σημαίνει τόσο προστατεύω όσο αξιοποιώ. Διότι, αν είναι ευνόητο ότι τέτοιοι πόροι γεννιούνται μέσα σε μια γλώσσα ή σε μια παράδοση, κατόπιν γίνονται διαθέσιμοι σε όλους και δεν ανήκουν πλέον. Δεν είναι αποκλειστικοί, όπως είναι οι «αξίες»· δεν έχει νόημα να τους υποστηρίξουμε, ούτε να τους «κηρύξουμε». Απλώς τους αναπτύσσουμε, ή και δεν τους αναπτύσσουμε, τους ενεργοποιούμε ή τους αφήνουμε να πέσουν σε αχρησία, και γι’ αυτό είναι ο καθένας υπεύθυνος.

(…)

 

Με βάση λοιπόν αυτή τη διάκριση εννοιών μεταξύ απόκλισης και διαφοράς, αντιλαμβάνεται κανείς γιατί δεν μπορεί να υπάρξει πολιτισμική ταυτότητα. Και, πρώτα απ’ όλα, γιατί το να υιοθετήσουμε την οπτική της διαφοράς προκειμένου να κατανοήσουμε την πολυμορφία των πολιτισμών καταλήγει μοιραία σε αδιέξοδο. Αδιέξοδο τόσο πέραν όσο και εντεύθεν της διαφοράς, εφόσον και στη μια και στην άλλη πλευρά ξαναβρίσκουμε την ταυτότητα. (…)

Θα προκύψει αβίαστα ότι το ίδϊον του πολιτισμικού, σε όποια κλίμακα και αν το εξετάσουμε, είναι το να είναι πληθυντικό και την ίδια στιγμή ενικό. Ή, για να το πούμε αντίστροφα, ότι πρέπει να απαλλαγούμε από αυτή τη βολική, αλλά επίσης ανεξίτηλα μυθολογική παράσταση, κατά την οποία υπήρχε στην αρχή μία πολιτισμική ενότητα-ταυτότητα η οποία εν συνεχεία κατέληξε να διαφοροποιηθεί από κάποια κατάρα (Βαβέλ) ή λόγω επιπλοκών εκ της εξάπλωσής της. Αυτό αποδεικνύεται από την ποικιλομορφία των γλωσσών, η οποία ουδόλως αποτελεί μεταγενέστερο φαινόμενο. Θα έλεγα μάλλον ότι το ίδϊον του πολιτισμικού είναι να αναπτύσσεται μέσα από αυτή την ένταση –ή την απόκλιση- του πληθυντικού και του μοναδιαίου: είναι πιασμένο μέσα σε αυτή τη διπλή και αντίθετη κίνηση ετερο- και ομογενοποίησης, και οδηγείται ταυτόχρονα να συγχέεται και να διαφοροποιείται, να αποταυτίζεται και να ταυτίζεται, να συμμορφώνεται και να ανθίσταται· με δυο λόγια, ότι δεν υφίσταται κυρίαρχη κουλτούρα χωρίς να σχηματίζεται επίσης –την ίδια στιγμή- μια ετερόδοξη (underground, «off» κ.λπ.). Από πού αλλού θα μπορούσε να προκύπτει το «πολιτισμικό» αν όχι από αυτήν ακριβώς την ένταση του διάφορου που παράγεται από την απόκλιση που το κάνει διαρκώς να λειτουργεί, και άρα να μεταλλάσσεται;

Ομοίως, προς την άλλη κατεύθυνση, το να πραγματευόμαστε την πολυμορφία των πολιτισμών με όρους διαφοράς μάς οδηγεί να θέλουμε να τις απομονώσουμε και να ακινητοποιήσουμε την καθεμιά μέσα στην ταυτότητά της. Αυτό όμως είναι αδύνατο, αφού το ίδϊον του πολιτισμικού είναι να μετασχηματίζεται. Μια κουλτούρα που δεν μετασχηματίζεται πλέον είναι μια νεκρή κουλτούρα (όπως λέμε ότι μία γλώσσα είναι νεκρή: αφού δεν μιλιέται πλέον, δεν εξελίσσεται). Ο μετασχηματισμός είναι η αρχή του πολιτισμικού, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε πολιτισμικά χαρακτηριστικά ή να μιλήσουμε για την ταυτότητα μιας κουλτούρας. Διότι πώς θα χαρακτηρίζαμε τη γαλλική κουλτούρα, πώς θα σταθεροποιούσαμε την ταυτότητά της; Με βάση τον Λαφονταίν ή τον Ρεμπώ; Τον Ρενέ Ντεκάρτ ή τον Αντρέ Μπρετόν; Η γαλλική κουλτούρα δεν είναι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος, αλλά έγκειται, προφανώς, στην απόκλιση μεταξύ τους· στην ένταση μεταξύ των δύο ή, ας πούμε, στο ενδιάμεσο που ανοίγεται μεταξύ τους. Αυτό το άμετρο, ιλιγγιώδες ανάμεσα είναι που συνιστά τον πλούτο ή τους πόρους της γαλλικής κουλτούρας. (…) Διότι αλλιώς, εάν αποδώσουμε κάποιο προνόμιο στον έναν έναντι του άλλου, υποβιβάζουμε αυτόν τον άλλο σε κατάσταση εξαίρεσης, κάτι για το οποίο δεν μπορούμε φυσικά να δώσουμε κάποια δικαιολόγηση. Ή μάλλον διαπιστώνουμε, τότε, ότι ακριβώς αυτό που χαρακτηρίσαμε εξαίρεση είναι που, καθώς αποκλίνει από τη νόρμα, από το αναμενόμενο και το συμβατικό, έχει το περισσότερο ενδιαφέρον στο πλαίσιο μιας κουλτούρας, καθόσον πιο σημαντικό ή δημιουργικό.

Θα πρέπει όμως να δούμε κατάματα το κόστος μιας τέτοιας εσφαλμένης χρήσης των εννοιών. Θα πρέπει να μετρήσουμε ποιους –πολιτικούς- κινδύνους επιφέρει η αντιμετώπιση των πολιτισμών με όρους διαφορών και ταυτότητας. Ένα βιβλίο όπως η Σύγκρουση των Πολιτισμών του Σάμιουελ Χάντινγκτον είναι αξιομνημόνευτο από αυτή την άποψη. Ασφαλώς, το γεγονός ότι περιέγραψε τι υποτίθεται ότι είναι οι κυριότερες κουλτούρες στον κόσμο (η «κινεζική», η «ισλαμική», η «δυτική») με όρους διαφορών και άρα ταυτότητας, διατύπωσε τα χαρακτηριστικά τους στοιχεία, εν συνεχεία τις τοποθέτησε σε έναν πίνακα και τις κατέταξε σε τυπολογίες, έκανε το έργο του πολύ προσιτό και του εξασφάλισε επιτυχία. Αυτό προφανώς δεν ενοχλούσε κανέναν, δεν άνοιγε καμία απόκλιση από το συμβατικό: δεν ανασκεύαζε κανένα από τα στερεότυπα –τις προκαταλήψεις- στις οποίες αρεσκόμαστε να περιορίζουμε τις κουλτούρες για να μην μας ενοχλούν πλέον. Με το να μην αναγνωρίζουμε το ετερογενές που προσιδιάζει σε κάθε κουλτούρα (την εσωτερική της «ετεροτοπία», με άλλα λόγια), αλλά που ακριβώς την αναπτύσσει και την εντείνει εκ των έσω, ακολουθούμε την ευκολία που προσιδιάζει στην κατάταξη και ταυτόχρονα εφησυχάζουμε. Υπάρχει όμως άραγε ένας «σκληρός –και καθαρός- πυρήνας» μιας κουλτούρας; Λέγοντας αυτό, ο Χάντινγκτον όχι μόνο δεν συλλαμβάνει τίποτε το ενδιαφέρον για τους πολιτισμούς, λέγοντας μόνο κοινοτοπίες, αλλά επιπλέον, απομονώνοντας τον καθένα από όλους τους άλλους, οχυρώνοντάς τους μέσα στις υποτιθέμενες ιδιαιτερότητες του καθενός, τις πιο χτυπητές διαφορές τους, συμπτύσσοντάς τους στις αντίστοιχες ταυτότητές τους, δεν μπορεί πλέον παρά να καταλήξει, κατά λογική συνέπεια, σε μία «πρόσκρουση» μεταξύ τους, όπως λέει και ο τίτλος: ένα clash.

Ότι αυτό προκαλεί κόστος, και ζημία, το διαπιστώνουμε και σε κάτι πιο κοντινό σε μας: σε αυτό που οδηγεί σε αποτυχία την Ευρώπη. Όταν θελήσαμε να συντάξουμε ένα προοίμιο στο ευρωπαϊκό σύνταγμα, σκεφτήκαμε να ορίσουμε τι «είναι» η Ευρώπη, να συμφωνήσουμε ως προς την ταυτότητά της. Αυτός όμως ο ορισμός μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας ήταν αδύνατος, αδιέξοδος. Η Ευρώπη είναι άραγε χριστιανική, όπως έλεγαν οι μεν; Ή μήπως αντίθετα είναι κοσμική; Μη καταφέρνοντας να ορίσουμε μια ευρωπαϊκή ταυτότητα, τελικά δεν συντάξαμε κανένα «προοίμιο». Αυτό οδήγησε σε διάλυση των πεποιθήσεων, σε ιδιώτευση και σε αποστράτευση. Δεν ψηφίσαμε κανένα σύνταγμα· η Ευρώπη οδηγήθηκε σε αποσύνθεση.

Αυτό όμως που κάνει την Ευρώπη, είναι ότι έχει ταυτόχρονα τον χριστιανικό και τον κοσμικό χαρακτήρα (όπως και άλλους). Ότι αναπτύχθηκε στην απόκλιση μεταξύ των δύο: στη μεγάλη απόκλιση του λόγου και της θρησκείας, της πίστης και του διαφωτισμού. Στο ενδιάμεσο, το οποίο ενδιάμεσο δεν είναι ένας συμβιβασμός, ένας απλός μέσος όρος, αλλά μία πρόκληση έντασης μεταξύ των δύο, που ζωογονεί και τον ένα και τον άλλο. Εξ ού και η απαίτηση για πίστη οξύνθηκε σε απόκλιση προς την απαίτηση για ορθό λόγο, και το αντίστροφο (μέχρι του σημείου να συμπέσουν στο ίδιο πρόσωπο –τον Πασκάλ): εξ ού και ο πλούτος και οι πόροι που κάνουν την Ευρώπη, ή καλύτερα που «παράγουν ευρωπαϊκότητα».

Από αυτή την άποψη, κάθε ορισμός της ευρωπαϊκής ταυτότητας, κάθε ταυτοτική προσέγγιση της Ευρώπης, δεν είναι μόνο ένδειξη τρομερού αναγωγισμού και οκνηρίας. Επιπλέον φέρνει φθορά, απογοήτευση και παραίτηση.

Αποτέλεσμα εικόνας για identité culturelle

Αποσπάσματα από το βιβλίο François Jullien, Il n’y a pas d’identité culturelle, Herne, Παρίσι 2016, σ. 5-6 και 43-50. Μετάφραση: Α.Γ.

2 comments
  1. Ιάκωβος said:

    Καλημέρα. Νομίζω πως έχει ενδιαφέρον να σας παραθέσω ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο «Η εξέγερση των μαζών» του Ortega y Gasset:
    «Είναι γεγονός πως σήμερα επηρεαζόμαστε περισσότερο από αυτό που σε εμάς είναι ευρωπαϊκό παρά από αυτό που ειδικώς έχουμε ως γάλλοι ισπανοί κλπ. Αν κάναμε στην φαντασία μας το -καθαρά φανταστικό- πείραμα να περιορίσουμε τους εαυτούς μας να ζήσουν με ό,τι είναι “εθνικό»” εντός μας, και αν με την φαντασία μας στερούσαμε τον μέσο γάλλο από όλα όσα χρησιμοποιεί, σκέφτεται, αισθάνεται, επειδη αποτελούν επιρροές άλλων τμημάτων της ηπείρου, θα είχε σαν αποτέλεσμα να αποσβολωθεί από τρόμο. Θα έβλεπε πως είναι αδύνατο να ζήσει απλώς με ό,τι είναι δικό του• πως τα τέσσερα πέμπτα του πνευματικού του πλούτου αποτελούν κοινή περιουσία της Ευρώπης».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: