Η επανάσταση των νέγρων

 

των Ερίκ Αλλιέζ – Μαουρίτσιο Λατζαράτο[i]

Η οξυδέρκεια του Κλάουζεβιτς θα τεθεί σε δοκιμασία χάρη σε ένα από τα μείζονα πολιτικά και στρατιωτικά συμβάντα της γαλλικής επανάστασης: την επανάσταση των νέγρων, που αποσπά το κόσμημα της γαλλικής αποικιακής αυτοκρατορίας, τη νήσο του Αγίου Δομίνικου. Η οποία ήταν επίσης, ούτε λίγο ούτε πολύ, η πιο πλούσια αποικία στον κόσμο[1]. Έτσι, είναι πιθανό να πρόκειται εδώ για το πλέον θεμελιώδες συμβάν της επανάστασης εξαιτίας της δύναμης κατεδάφισης (για να μιλήσουμε ντελεζιανά) που κομίζει: με αυτό, το αδιανόητο εισβάλλει αιφνιδιαστικά στην Ιστορία και την κάνει παγκόσμια σε μια επαναστατική προοπτική.

Η πρώτη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση είναι μία επανάσταση σκλάβων. Αφού η γαλλική δημοκρατία αναγκάστηκε να αναγνωρίσει αυτό το τετελεσμένο γεγονός, η επανάσταση όχι μόνο αντιστάθηκε στα στρατεύματα που απέστειλε στο νησί το 1801 ο Ναπολέων για να αποκαταστήσουν την τάξη και τη δουλεία του Μαύρου Κώδικα[2], αλλά και τα κατανίκησε (προκαλώντας 50.000 νεκρούς –δηλαδή πολύ περισσότερους από τις γαλλικές απώλειες στη μάχη του Βατερλώ), όπως είχε νικήσει τον ισπανικό και τον αγγλικό στρατό. Από την πρώτη εξέγερση του 1791 μέχρι την ανακήρυξη ανεξαρτησίας την 1η Ιανουαρίου 1804, σε μια περίοδο δώδεκα χρόνων, η νέγρικη επανάσταση των 500.000 σκλάβων του Αγίου Δομίνικου που έγινε Αϊτή, βγαίνει πολιτικά και στρατιωτικά νικήτρια από τη σύγκρουσή της με τις τρεις κυρίαρχες αποικιακές δυνάμεις της κοσμο-οικονομίας. Πολύ πριν τον σοβιετικό και τον κινεζικό κόκκινο στρατό, ο «μαύρος στρατός» είναι η πρώτη προλεταριακή δύναμη που επαναστατικοποίησε τόσο βαθιά την τέχνη του πολέμου. «Είχανε την οργάνωση και την πειθαρχία ενός στρατεύματος εξασκημένου, αλλά ταυτόχρονα αξιοποιούσαν όλες τις πονηριές και τις επιδεξιότητες που προσιδιάζουν στον ανταρτοπόλεμο. […] Όταν οι πολυάριθμες γαλλικές δυνάμεις έφταναν για να τους συντρίψουν, εξαφανίζονταν στα βουνά, αφήνοντας πίσω τους τα πάντα στις φλόγες· μόλις οι Γάλλοι, καταβεβλημένοι από την κούραση, αποσύρονταν, εκείνοι ξανάρχονταν να καταστρέψουν άλλες φυτείες και να επιτεθούν στις γαλλικές γραμμές»[3]. Το ύφος που υιοθετεί ο Τζέιμς είναι πολύ κοντά στον Κλάουζεβιτς, αλλά δεν θα έπρεπε να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι εδώ αγγίζουμε κάτι αδιανόητο για τον Πρώσσο αξιωματικό, ο οποίος είχε συνυπολογίσει πολύ σοβαρά την ισπανική αντίσταση στην ευρωπαϊκή γεωπολιτική. Πραγματικά, υπερβαίνει τη νόηση ότι αγράμματοι σκλάβοι, «εκ φύσεως ανίκανοι για πειθαρχία και ελευθερία», μπόρεσαν να μάθουν τόσο γρήγορα τις πιο εκλεπτυσμένες τεχνικές πολέμου για να τις θέσουν καλύτερα στην υπηρεσία ενός ανελέητου ανταρτοπολέμου, αφού προηγουμένως επιδοθούν σε τελετές βουντού[4]!

Οι «σκλάβοι» επινοούν τον επαναστατικό πόλεμο ως πόλεμο του λαού ιδιοποιούμενοι τις προϋποθέσεις και τις τροπικότητες των ναπολεόντειων πολέμων που περιγράφει ο Κλάουζεβιτς, για να αποκρούσουν την προσπάθεια εφαρμογής αυτών των τεχνικών εις βάρος τους και να καταπολεμήσουν τον Μαύρο τους Κώδικα (τον οποίο επανέφερε σε ισχύ ο Ναπολέων στις γαλλικές αποικίες, χωρίς ιδιαίτερη αντίθεση στη μητρόπολη και προς μεγάλη ανακούφιση της Αγγλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών). Οι «στρατηγοί», οι «αξιωματικοί» και οι «στρατιώτες» αποτελούν όλοι μέρος της ίδιας νέας κοινωνικής τάξης,του «λαού» των σκλάβων μαχητών που συγκροτείται από ισάριθμους «αρχηγούς». (Αφού ο Ναπολέων κατάφερε να συλλάβει τον Τουσσαίν Λουβερτύρ, φέρεται να είπε: «Δεν είναι το παν να πιάσεις τον Τουσσαίν, εδώ έχει 2000 αρχηγούς που πρέπει να πιάσουμε»). Ανατρέπουν την ουσία του αποικιακού πολέμου, του γενοκτονικού/ ολοκληρωτικού πολέμου κατά του πληθυσμού, επιβεβαιώνοντας (και συνθέτοντας) την αρχή ύπαρξης αυτού του τελευταίου ως επαναστατικής δύναμης εκπαιδευμένης ενάντια στον «λαϊκό στρατό» του νέου ιμπεριαλισμού. «Δεν ήταν τόσο πόλεμος μεταξύ στρατών, αλλά μεταξύ πληθυσμών»[5].

(…)

Αν η νέγρικη εξέγερση του Αγίου Δομίνικου βρίσκει τις ρίζες της στη γαλλική επανάσταση, και αν, χωρίς αυτήν, η επιτυχία της θα ήταν αδύνατη, η επανάσταση των σκλάβων δεν παύει να συνιστά μία έμπρακτη κριτική των ιδεωδών του Διαφωτισμού. Οι αγώνες των σκλάβων κατάφεραν να αποσπάσουν τις αρχές της «ελευθερίας και της ισότητας» από όλες τις χίμαιρες περί οικουμενικότητας της αστικής ελευθερίας και ισότητας. Στο πρώτο σύνταγμα της Αϊτής (1805), όλοι οι Αϊτινοί, ανεξάρτητα από το χρώμα του δέρματος ή την καταγωγή τους, ανακηρύσσονται Μαύροι (πράγμα που περιλαμβάνει τους Γερμανούς και τους Πολωνούς που είχαν πολεμήσει τα ναπολεόντεια στρατεύματα στο πλάι των εξεγερμένων). Σημειωτέον εδώ ότι μια τέτοια επανάσταση του υποκειμένου σχετικοποιεί ανεπανόρθωτα το πολυσυζητημένο ερώτημα «της» διαφοράς μεταξύ αμερικανικής και αγγλικής επανάστασης, αφενός, και γαλλικής αφετέρου. Η Χάννα Άρεντ διακρίνει το πρωτείο της «πολιτικής» στην αμερικανική επανάσταση, σε αντιδιαστολή με την «κοινωνική» φύση της γαλλικής· ο Φουκώ διορθώνει περνώντας μέσα από τον Φυρέ: η ελευθερία των «κυβερνωμένων» απέναντι στους κυβερνήτες κατ’ αυτόν είναι ίδϊον της αμερικανικής επανάστασης, ενώ η γαλλική χαρακτηριζόταν από την κεντρομόλο αξιωματική των «δικαιωμάτων του ανθρώπου». Στην ουσία, το ζήτημα της δουλείας, στην οποία στηριζόταν στο σύνολό της η οικονομία-κόσμος, αναδεικνύει τη ζώνη όπου και η μία και η άλλη περνάν μόνο ως ιδέες (της ελευθερίας).

Όπως παρατηρεί η Σούζαν Μπακ-Μορς στο αξιοπρόσεκτο βιβλίο της Ο Χέγκελ και η Αϊτή, η κριτική του Διαφωτισμού αφορά τη δουλεία ως θεσμό, όχι την πραγματικότητα της εκμετάλλευσης και της υποδούλωσης εκατομμυρίων ανδρών, γυναικών και παιδιών. «Το παράδοξο ανάμεσα στους λόγους περί ελευθεριών και την πρακτική της δουλείας υπήρξε χαρακτηριστικό των δυτικών χωρών που διαδέχονται η μία την άλλη στην κορυφή της παγκόσμιας οικονομίας»[6]. Από την Ολλανδία του 16ου μέχρι τον γαλλο-βρετανικό 18ο αιώνα, η δουλεία είχε γίνει μία τόσο στρατηγική μεταφορά για κάθε μορφή καθυπόταξης στην Ευρώπη, ώστε μπορούσε να συνυπάρχει χωρίς καμία δυσκολία με την εξάσκησή της στις αποικίες (πρβλ. Λοκ) των «ευκατάστατων και πολιτισμένων» εθνών. Η «φυσικότητα» της δουλείας ήταν εξίσου «φυσική» με την ελευθερία του «ανθρώπου» για τη σκέψη του Διαφωτισμού (μαζί και του Ρουσσώ), επισημαίνει η Μπακ-Μορς. Η κατάργηση της δουλείας δεν υπήρξε εφαρμογή αρχών, ή έστω μίας «δυναμικής» που προσιδίαζε στη γαλλική επανάσταση: «Οι πιο ένθερμοι αντίπαλοι της δουλείας δεν δείχνουν ιδιαίτερη βιασύνη να ζητήσουν την κατάργησή της· έτσι, μισό εκατομμύριο σκλάβοι του Αγίου Δομίνικου κατέκτησαν την ελευθερία τους με δική τους πρωτοβουλία» (ό.π. σ. 27).

Η γοητευτική (και λεπτομερώς τεκμηριωμένη) θέση τού Ο Χέγκελ και η Αϊτή, κατά την οποία ο Χέγκελ σκέφτηκε τη διαλεκτική του αφέντη και του δούλου με βάση την επανάσταση των νέγρων της Αϊτής, αξίζει να συζητηθεί. Το ουσιώδες είναι αλλού: το γεγονός ότι, στον Μαρξ, η «πάλη μεταξύ αφέντη και δούλου» δεν χρησιμοποιήθηκε κυριολεκτικά, αλλά μόνο ως μεταφορά της ταξικής πάλης, αδιαμφισβήτητα υπήρξε μία χαμένη ευκαιρία για να αποσπάσουμε το μαρξισμό από τον ευρωκεντρισμό που χαρακτηρίζει τον «μαντσεστερικό» ορισμό του Κεφαλαίου (η Σούζαν Μπακ-Μορς πηγαίνει πολύ πιο μακριά: «στον επίσημο μαρξισμό υπάρχει μία άρρητη συνιστώσα που ανάγεται στο ρατσισμό» –ό.π. σ. 61).

Aν ο Μαρξ είχε αναλύσει και προβληματοποιήσει αυτή την επανάσταση, τα πολυάριθμα αδιέξοδα τα οποία οδήγησαν στην αποτυχία του εργατικού κινήματος θα μπορούσαμε, αν όχι να τα αποφύγουμε, τουλάχιστον να τα θέσουμε ενώπιον μίας τελείως διαφορετικής συνάρθρωσης της πραγματικότητας των δυνατοτήτων. Θα είχαμε μπορέσει κατ’ αρχάς να αντλήσουμε το δίδαγμα ότι η πρώτη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση προέκυψε από έναν «πόλεμο των φυλών» τον οποίο διεξήγαγαν «μη μισθωτοί» εργαζόμενοι. Στη συνέχεια, το να περιλάβουμε τους «μη μισθωτούς» χωρίς να αποκλείσουμε την εργασία των γυναικών θα μας είχε επιτρέψει να κάνουμε κάθε «δωρεάν» και μη μισθωτή εργασία πηγή συλλογικών επινοήσεων, πράγμα που θα συνέβαλλε στο να αποσπάσουμε τη θεωρία της «αξίας» του Κεφαλαίου από το οφθαλμοφανές σημάδι που εντύπωσε πάνω της η αστική πολιτική οικονομία. Αυτή η στενή οπτική, επικεντρωμένη στη μισθωτή σχέση και την καπιταλιστική επιχείρηση, εξακολουθεί να βαραίνει έντονα πάνω στην εκτύλιξη των αγώνων και την ανάπτυξη των πολιτικών στρατηγικών χειραφέτησης.

Η νέγρικη επανάσταση, όπως και όλες όσες επέτυχαν, δεν έλαβε χώρα στην πλέον προωθημένη τεχνολογικά αιχμή της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά εκεί όπου αυτή «υστερούσε»: στις «αποικίες» (διότι η Κίνα και η Ρωσία της επαναστατικής εποχής μπορούσαν να θεωρηθούν «ημι-αποικίες»). Αν το βλέπαμε αυτό, θα μπορούσαμε να κλονίσουμε σοβαρά την αντίληψη περί «προοδευτικού» και «επαναστατικού» χαρακτήρα του καπιταλισμού και της αστικής τάξης – αντίληψη που η ίδια η ύπαρξη των δουλοκτητικών αποικιών κάνει αόρατη (ή υπερβολικά ορατή).

Αν υιοθετήσουμε την οπτική του «κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας» και όχι απλώς εκείνη της οργάνωσης της εργασίας, η «μεγάλη εμπειρία» της Αϊτής αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Στον «πόλεμο των φυλών», που βρίσκεται στο θεμέλιο της κοσμο-οικονομίας του κεφαλαίου ήδη από την πρωταρχική συσσώρευση, νίκησαν οι σκλάβοι ανοίγοντας ένα χώρο παγκόσμιας πολιτικής δράσης με το σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!». Μόνο υπ’ αυτή την προϋπόθεση μπορεί η έκφραση «όλων των χωρών» να βγει από τα όρια της Ευρώπης και να αναπτύξει το «διεθνισμό» της. Διότι η κατάργηση της δουλείας δεν κατήργησε τον πόλεμο των φυλών, ο οποίος αντιθέτως συνεχίστηκε μέχρι σήμερα «με άλλα μέσα» (όπως και η ίδια η δουλεία). Η «ρατσιστική» διχαστική ισχύς της εκδηλώνεται με την ευκαιρία κάθε «κρίσης» του καπιταλισμού (όπως είπαμε στην εισαγωγή, ο ρατσισμός δεν είναι ένα «βιοπολιτικό» δημιούργημα της «νεωτερικότητας» αλλά της πιο παλαιάς πρωταρχικής συσσώρευσης, μέσα στην επ’ άπειρον συνέχισή της).

Διηγούνται ότι ο Λένιν πανηγύρισε τη μέρα κατά την οποία η ρωσική επανάσταση ξεπέρασε κατά μερικές εβδομάδες τη ζωή της Κομμούνας του Παρισιού. Τι να πούμε όμως τότε για μια διαδικασία επαναστατικής ανυποταξίας δώδεκα ετών; Σήμερα ακόμα, ο Αλαίν Μπαντιού αναφέρεται στον Σπάρτακο για να θεματοποιήσει την εξέγερση των σκλάβων-μαχητών και να χαιρετήσει στον Τουσσαίν –τον «μαύρο Σπάρτακο»- την αναγέννηση μιας «αιώνιας αλήθειας». Μόνο που η σύγκριση αυτή ιστορικώς αποβαίνει εις βάρος του προηγουμένου των Θρακών δούλων που ήθελαν να γυρίσουν σπίτι τους, σε αντίθεση προς τους Αϊτινούς επαναστάτες που, εκείνοι, θέλουν να καταστρέψουν ολόκληρο τον κόσμο της δουλοκτητικής φυτείας.

«Ξεχασμένη» από τους Ευρωπαίους επαναστάτες της εργατικής τάξης, η νέγρικη επανάσταση επαναφέρθηκε στο προσκήνιο από αντι-αποικιακούς αγωνιστές όπως το momentum της χειραφέτησης των Μαύρων, της αφρικανικής αναγέννησης και των επαναστατικών πολιτικών απο-αποικιοποίησης. «Κάνοντας έναν ηθελημένο αναχρονισμό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Τρίτος Κόσμος άρχισε να βλασταίνει από τον Άγιο Δομίνικο και μετά. Εδώ εμπνεόμαστε από την ιδέα του Σωβύ –ο οποίος συνέκρινε τον Τρίτο Κόσμο με την «Τρίτη Τάξη» [της περιόδου της γαλλικής μοναρχίας], καθότι και αυτός υφίστατο «αγνόηση, εκμετάλλευση, περιφρόνηση» όπως εκείνη. Καθότι ο πλανήτης ήταν διαιρεμένος σε πρώτο, δεύτερο και τρίτο κόσμο και αυτός ο τρίτος κόσμος ήθελε να «γίνει και αυτός κάτι»»[7]. Επειδή εκεί τα πράγματα φτάνουν πάντοτε αργότερα και νωρίτερα (ας σκεφτούμε εδώ αυτό το «μοντέρνο προλεταριάτο» των γιγαντιαίων «εργοστασίων» ζαχαροκάλαμου, πιο προλεταριάτο και πιο μοντέρνο από «οποιαδήποτε άλλη ομάδα εργαζομένων που υπήρχε εκείνη την εποχή», αν πιστέψουμε τον Τζέιμς), τίποτε δεν αναπτύσσεται εκεί με την έννοια ενός μαρξισμού του οποίου η έννοια καθορίζεται σε συνάρτηση με την (τελεο)λογική της καπιταλιστικής εξέλιξης. Black Marxism. Ο Τουσσαίν –ή το σημείο όπου το άνοιγμα[8] και το χάσμα μέσα στην πολλαπλότητα των πολέμων εκμετάλλευσης, κυριαρχίας και καθυπόταξης που θεσμίζουν το βιοπολιτικό καθεστώς συνεχούς συσσώρευσης του Κεφαλαίου.

Μετάφραση: Α.Γ.

[1] Ο Άγιος Δομίνικος είναι την εποχή αυτή ο μεγαλύτερος παραγωγός καφέ και ζάχαρης, για τα οποία η ζήτηση είναι εκθετική. Επίσης, η θνησιμότητα στο νησί είναι τέτοια που χρειάζεται να «εισάγονται» 40.000 δούλοι κάθε χρόνο. Ο Γκόρντον Κ. Λιούις χαρακτηρίζει τον Άγιο Δομίνικο «Βαβυλωνία των Αντιλλών» διότι η διαφθορά, οι δωροδοκίες και η βαναυσότητα ήταν γενικός κανόνας (Gordon K. Lewis, The Main Currents of Caribbean Thought, Baltimore: Johns Hopkins University Press, 1983, σ. 124).

[2] [Ο Code Noir ήταν διάταγμα του Λουδοβίκου του 16ου από το 1685, το οποίο καθόριζε νομικά τις συνθήκες κατοχής δούλων στις γαλλικές αποικίες].

[3] C.L.R. James, Les Jacobins noirs. Toussaint Louverture et la révolution de Saint-Domingue, Paris, éditions Amsterdam 2008, σ. 332 (1η αγγλική έκδοση 1938).

[4] Σύμφωνα με την εξιστόρηση του C.L.R. James: «χρησιμοποιώντας πυρσούς για να ανοίξουν δρόμο, οι ηγέτες της εξέγερσης συγκεντρώθηκαν σε ένα ξέφωτο του πυκνού δάσους της Μorne Rouge, ενός βουνού που σκεπάζει την Cap François, τη μεγαλύτερη πόλη. Τότε ο Μπουκμάν, ο αρχηγός, αφού έκαναν βουντού και αφού ήπιε το αίμα ενός γουρουνιού, έδωσε τις τελευταίες οδηγίες» (C.L.R. James, A History of Pan-African Revolt, Οakland, PM Press, 2012 [1938/1969], σ. 40).

[5] James, Les Jacobins noirs, σ. 342.

[6] Susan Buck-Morss, Hegel et Haïti (2000), Paris, éditions Lignes 2006, σ. 9.

[7] Selim NADI, «C.L.R. James et les luttes panafricaines».

[8] [Εδώ οι συγγραφείς κάνουν ένα λογοπαίγνιο με τη γαλλική λέξη l’ouverture, η οποία με κεφαλαίο L είναι το όνομα του Αϊτινού επαναστάτη αλλά με μικρό είναι, ακριβώς, το ουσιαστικό που σημαίνει άνοιγμα].

image texte selim James

[i] Το παραπάνω απόσπασμα αποτελεί την ενότητα 4.2 (με τίτλο La révolution nègre) από το βιβλίο Éric Alliez – Maurizio Lazzarato, Guerres et Capital [Πόλεμοι και κεφάλαιο]. Οι σημειώσεις μέσα σε αγκύλες είναι του μεταφραστή.

3 comments
  1. Σωκράτης said:

    «Aν ο Μαρξ είχε αναλύσει και προβληματοποιήσει αυτή την επανάσταση, τα πολυάριθμα αδιέξοδα τα οποία οδήγησαν στην αποτυχία του εργατικού κινήματος θα μπορούσαμε, αν όχι να τα αποφύγουμε, τουλάχιστον να τα θέσουμε ενώπιον μίας τελείως διαφορετικής συνάρθρωσης της πραγματικότητας των δυνατοτήτων.» Μια παρατήρηση με μια απορία μαζί και μια ερώτηση. Ο μαρξ δεν το ανέλυσε, άραγε, επειδή το αγνόησε συνειδητά ή του ξέφυγε ο πόλεμος των φυλών από την ογκώδη λογική ανάλυση του όλο και διογκούμενου πολέμου των τάξεων στην ευρώπη; Δηλαδή, ο συγγραφέας, επειδή δεν μου γίνεται καθαρό, αφήνει αιχμές για ανεπάρκεια ή εσκεμένης παράλειψης, του γεγονότος της Αϊτής, από τον Μαρξ; Και η ερώτηση, αφορά την παραπάνω υπόθεση για το αν είχε αναλύσει αυτή την επανάσταση κλπ. Το εξηγεί παρακάτω όμως, τι σημαίνει πιο απλά; Ότι, η επιλογή, του μαρξ, να μιλήσει για τάξεις και όχι για φυλές, συντήρησε τον ρατσισμό και μέσα στις τάξεις της εργατικής τάξης και, αν δεν ακύρωσε, φρενάρισε τον προσδοκόμενο διεθνισμό; Αν ναι, δεν επαρκούσε ο διεθνισμός του προλεταριάτου που δεν έκανε αναφορές σε εθνικές εργατικές τάξεις. Ή έκανε και δεν το είχα υπόψη μου; Ευχαριστώ, για τον χώρο και τον χρόνο.

    • Α.Γ. said:

      Οι συγγραφείς δεν αφήνουν «αιχμές», απερίφραστα αναφέρονται στον ευρωκεντρικό χαρακτήρα της ανάλυσης του Μαρξ. Και επίσης παραθέτουν -χωρίς να προσυπογράφουν ως δική τους- την άποψη της Μπακ-Μορς ότι «στον επίσημο μαρξισμό υπάρχει μία ρατσιστική συνιστώσα».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: