Είμαστε όλοι κανίβαλοι

του Κλωντ Λεβί-Στρως[1]

Μέχρι το 1932, τα όρη στο εσωτερικό της Νέας Γουινέας παρέμεναν η τελευταία τελείως άγνωστη περιοχή του πλανήτη. Περιβάλλονταν από απροσπέλαστα φυσικά εμπόδια. Πρώτοι διείσδυσαν σε αυτά χρυσοθήρες και από κοντά ακολούθησαν ιεραπόστολοι, αλλά ο παγκόσμιος πόλεμος διέκοψε αυτές τις απόπειρες. Μόλις από το 1950 άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι αυτή η τεράστια έκταση κατοικούνταν από περίπου ένα εκατομμύριο ανθρώπους που μιλούσαν γλώσσες διαφορετικές και της ίδιας οικογένειας. Οι λαοί αυτοί αγνοούσαν την ύπαρξη των λευκών, τους οποίους πέρασαν για θεότητες ή φαντάσματα. Τα έθιμά τους, οι πεποιθήσεις τους, η κοινωνική τους οργάνωση επρόκειτο να ανοίξουν ένα απρόσμενο πεδίο μελετών στους εθνολόγους.

Όχι μόνο στους εθνολόγους. Το 1956 ένας Αμερικανός βιολόγος, ο δρ Κάρλτον Γκάιντουσεκ, ανακάλυψε εκεί μία άγνωστη ασθένεια. Σε έναν πληθυσμό τριανταπέντε χιλιάδων μοιρασμένο σε εκατόν εξήντα χωριά μέσα σε μια έκταση διακοσίων πενήντα τετραγωνικών μιλίων, ένα άτομο στα εκατό πέθαινε κάθε χρόνο από έναν εκφυλισμό του κεντρικού νευρικού συστήματος που εκδηλωνόταν με ανεξέλεγκτους σπασμούς (εξ ου και το όνομα της ασθένειας: kuru, που σημαίνει «τρέμω» ή «τουρτουρίζω» στη γλώσσα της αντίστοιχης πληθυσμιακής ομάδας) και έναν προοδευτικό αποσυντονισμό των εκούσιων κινήσεων, που ακολουθούνταν από πολλαπλές μολύνσεις. Αρχικά ο Γκάιντουσεκ θεώρησε την ασθένεια γενετικής προέλευσης, αλλά στη συνέχεια απέδειξε ότι προκαλούνταν από έναν αργό ιό, ιδιαίτερα ανθεκτικό, τον οποίο ακόμη δεν έχουμε καταφέρει να απομονώσουμε. Ήταν η πρώτη φορά που παρατηρούνταν στον άνθρωπο μία εκφυλιστική ασθένεια που προκαλείται από αργό ιό· υπάρχουν όμως ζωικές ασθένειες, όπως η «τρομώδης νόσος» των προβάτων (στα αγγλικά scrapie) και η ασθένεια των τρελών αγελάδων που κάνει θραύση προσφάτως στη Μεγάλη Βρετανία, οι οποίες είναι πολύ παραπλήσιες. Στον ίδιο τον άνθρωπο, μια άλλη εκφυλιστική ασθένεια του νευρικού συστήματος, η νόσος Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ, υπάρχει σε σποραδική μορφή σε όλο τον κόσμο. Δείχνοντας ότι η νόσος αυτή, όπως και το kuru, μπορεί να μεταδοθεί σε πιθήκους μέσω εμβολιασμού, ο Γκάιντουσεκ απέδειξε ότι είναι πανομοιότυπη με το kuru (μία γενετική προδιάθεση πάντως δεν αποκλείεται). Για την ανακάλυψη αυτή του απονεμήθηκε το Νόμπελ ιατρικής το 1976.

Στην περίπτωση του kuru, η γενετική υπόθεση δεν ταίριαζε πολύ με τη στατιστική. Η ασθένεια χτυπούσε τις γυναίκες και τα νεαρά παιδιά πολύ συχνότερα απ’ ό,τι τους ενήλικους άνδρες, σε σημείο που, στα χωριά που θίγονταν περισσότερο, αντιστοιχούσε μόλις μία γυναίκα σε δύο ή τρεις άνδρες, ενίοτε τέσσερις. Έτσι, το kuru, που εμφανίστηκε απ’ ό,τι φαίνεται στις αρχές του αιώνα, είχε και κοινωνιολογικές συνέπειες: πτώση της πολυγαμίας, αυξημένη αναλογία αρσενικών αγάμων ή χήρων επικεφαλής οικογενείας, μεγαλύτερη ελευθερία για τις γυναίκες προς επιλογή συζύγου.

Αλλά, εάν το kuru ήταν μολυσματικής προέλευσης, έμενε ακόμα να βρούμε τον ή τους φορείς του ιού, και το λόγο της μη ομαλής κατανομής του ανά ηλικία και φύλο. Αρχικά διερευνήθηκαν οι παράγοντες της διατροφής και της ανθυγιεινής κατάστασης των καλυβιών όπου ζούσαν οι γυναίκες και τα παιδιά (χωριστά από τους συζύγους ή πατεράδες τους, οι οποίοι διαμένουν μαζί σε ένα κοινό σπίτι· οι ερωτικές συναντήσεις λαμβάνουν χώρα στο δάσος ή στους κήπους), χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Όταν οι εθνολόγοι διείσδυσαν με τη σειρά τους στην περιοχή, διατύπωσαν μία άλλη υπόθεση. Πριν περάσουν υπό τον έλεγχο της αυστραλιανής διοίκησης, οι ομάδες που ήταν θύματα του kuru επιδίδονταν στον κανιβαλισμό. Το να τρώνε το πτώμα ορισμένων στενών συγγενών ήταν ένας τρόπος για να τους δείξουν αγάπη και σεβασμό. Οι άνθρωποι αυτοί έψηναν τη σάρκα, τα εντόσθια, τον εγκέφαλο· διευθετούσαν τα οστά στοιβαγμένα μαζί με λαχανικά. Οι γυναίκες, που αναλάμβαναν τον τεμαχισμό των πτωμάτων και τις λοιπές μαγειρικές δραστηριότητες, γεύονταν ιδιαίτερα αυτά τα μακάβρια γεύματα. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι κολλούσαν την ασθένεια καθώς καταπιάνονταν με μολυσμένους εγκεφάλους και, μέσω σωματικής επαφής, την μετέδιδαν και στα νεαρά παιδιά τους.

Φαίνεται ότι οι κανιβαλικές αυτές πρακτικές ξεκίνησαν στην περιοχή την ίδια εποχή που εμφανίστηκε και το kuru· και ότι, αφότου η παρουσία λευκών έθεσε τέρμα στον κανιβαλισμό, το kuru άρχισε να φθίνει τακτικά, μέχρι που σήμερα έχει σχεδόν εκλείψει. Θα μπορούσε λοιπόν να υπάρχει ένας δεσμός αιτίας και αποτελέσματος. Επιβάλλεται ωστόσο επιφυλακτικότητα, διότι οι κανιβαλικές πρακτικές είχαν ήδη εξαφανιστεί όταν άρχιζαν οι έρευνες. Δεν διαθέτουμε καμία άμεση παρατήρηση, καμία επιτόπια εμπειρία, που να επιτρέπει να ισχυρισθούμε ότι το πρόβλημα έχει οριστικά λυθεί.

*

*     *

Από την άλλη, εδώ και μερικούς μήνες[2], στη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία, την Αυστραλία, διαβάζουμε στον τύπο παθιασμένες αναφορές για περιπτώσεις της νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ (που όπως είπα είναι πανομοιότυπη με το kuru) συνεπεία ενέσεων ορμόνης η οποία προέρχεται από ανθρώπινες υποφύσεις, ή εμφυτευμάτων από μεμβράνες τα οποία λήφθηκαν από ανθρώπινους εγκεφάλους (η υπόφυση είναι ένας μικρός αδένας που βρίσκεται στη βάση του εγκεφάλου). Οι αγωγές αυτές προορίζονται να καταπολεμήσουν, η μεν πρώτη προβλήματα ανάπτυξης σε νεαρά παιδιά, η δε δεύτερη τη γυναικεία στειρότητα. Πολλοί θάνατοι αναφέρθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία, τη Νέα Ζηλανδία, τις Ηνωμένες Πολιτείες όσον αφορά τη στειρότητα· άλλοι, πιο πρόσφατα, στη Γαλλία σε παιδιά που δέχθηκαν αγωγή με αυξητική ορμόνη παρμένη από ανθρώπινους εγκεφάλους πιθανόν πλημμελώς αποστειρωμένους. Γίνεται λόγος για ένα σκάνδαλο συγκρίσιμο με εκείνο το οποίο, σε μεγαλύτερη κλίμακα, είχε συνταράξει προ ετών τη γαλλική κοινή γνώμη: την υπόθεση του αίματος που είχε μολυνθεί με τον ιό του AIDS, και, όπως τότε, υπήρξαν προσφυγές στη δικαιοσύνη.

Έτσι λοιπόν, η υπόθεση που πρότειναν οι εθνολόγοι και δέχθηκαν οι γιατροί και οι βιολόγοι, ότι το kuru, ασθένεια προσίδϊα σε κάποιους μικρούς εξωτικούς πληθυσμούς, έχει τη ρίζα του στον κανιβαλισμό, βρίσκει μία θεαματική τεκμηρίωση πολύ κοντά μας: εδώ όσο κι εκεί, αδελφές ασθένειες μεταδίδονται σε παιδιά και γυναίκες στις οποίες, μέσα από διαφορετικές οδούς ίσως, ενσωματώνονται ανθρώπινες εγκεφαλικές ουσίες. Μία περίπτωση δεν αποδεικνύει μία άλλη, αλλά υπάρχει μεταξύ τους εντυπωσιακή αναλογία.

Μπορεί να υπάρξουν διαμαρτυρίες εναντίον μίας τέτοιας συσχέτισης. Ωστόσο, ποια ουσιώδης διαφορά υπάρχει ανάμεσα στη στοματική και την αιματική οδό, ανάμεσα στην κατάποση και την ένεση, προκειμένου να εισαχθεί σε έναν οργανισμό λίγη από την ουσία ενός άλλου; Κάποιοι θα πουν ότι η ζωώδης όρεξη για ανθρώπινη σάρκα είναι αυτή που κάνει τρομερό τον κανιβαλισμό. Αυτοί όμως θα πρέπει να περιορίσουν αυτή την καταδίκη σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις, και να εξαιρέσουν από τον ορισμό του κανιβαλισμού άλλες διαπιστωμένες περιπτώσεις όπου αυτός επιβάλλεται ως θρησκευτικό καθήκον, το οποίο συχνά επιτελείται με αποστροφή, ακόμα και με αηδία, που μεταφράζεται σε δυσφορία και εμετούς.

Η διαφοροποίηση που θα είχαμε τον πειρασμό να κάνουμε ανάμεσα σε ένα έθιμο βαρβαρότητας και δεισιδαιμονίας, αφενός, και μια πρακτική θεμελιωμένη στην επιστημονική γνώση αφετέρου, δεν θα ήταν ούτε αυτή απολύτως πειστική. Πολυάριθμες χρήσεις ουσιών αντλημένων από το ανθρώπινο σώμα, επιστημονικές στα μάτια παλαιών φαρμακοποιών, σήμερα μας φαίνονται δεισιδαιμονίες. Και η ίδια η σύγχρονη ιατρική απαγορεύει μετά από λίγα χρόνια αγωγές που θεωρήθηκαν άλλοτε δραστικές, αλλά τώρα αποδεικνύονται αναποτελεσματικές αν όχι επιβλαβείς. Το όριο εμφανίζεται έτσι λιγότερο σαφές απ’ ό,τι μας αρέσει να φανταζόμαστε.

Ωστόσο, η κοινή δόξα συνεχίζει να βλέπει στην πρακτική του κανιβαλισμού ένα τερατούργημα, μία τόσο αδιανόητη παρέκκλιση από την ανθρώπινη φύση που ορισμένοι συγγραφείς, θύματα της ίδιας προκατάληψης, έφτασαν στο σημείο να αρνηθούν ότι υπήρξε ποτέ κανιβαλισμός. Επινόηση των περιηγητών και των εθνολόγων, λένε. Προς απόδειξη: κατά τη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα, όλοι οι παραπάνω προσκόμισαν αμέτρητες μαρτυρίες από όλο τον κόσμο, αλλά πουθενά δεν παρατήρησαν άμεσα οι ίδιοι κάποια σκηνή κανιβαλισμού. (Αφήνω κατά μέρος τις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου άνθρωποι, στα όρια της λιμοκτονίας, οδηγήθηκαν να φάνε τους ήδη νεκρούς συντρόφους τους, διότι αυτό που αμφισβητείται εδώ είναι η ύπαρξη του κανιβαλισμού ως εθίμου ή ως θεσμού).

Σε ένα βιβλίο λαμπρό αλλά επιφανειακό, που είχε μεγάλη επιτυχία σε ένα απληροφόρητο κοινό (The Man-Eating Myth, Oxford University Press 1979), ο William Arens στράφηκε εναντίον των γενικώς παραδεκτών ιδεών ιδιαίτερα όσον αφορά το kuru. Αν οι ιστορίες περί κανιβαλισμού είναι μύθοι που προέκυψαν, όπως μας διαβεβαιώνει (σ. 111-112), από μία συμπαιγνία μεταξύ των ερευνητών και των ιθαγενών πληροφορητών τους, τότε δεν υπάρχουν λόγοι να πιστεύουμε ότι στη Νέα Γουινέα ο κανιβαλισμός βρίσκεται στη ρίζα τού kuru περισσότερο απ’ όσο ότι στην Ευρώπη η νόσος Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ μεταδίδεται και αυτή μέσω του κανιβαλισμού: υπόθεση παράλογη που κανείς δεν υποστήριξε ποτέ, λέει ο Άρενς.

Όμως, μόλις είδαμε ότι η αναμφισβήτητη αλήθεια του δεύτερου ισχυρισμού είναι ακριβώς αυτή που, χωρίς να κομίζει πλήρη απόδειξη, προσδίδει αυξημένη αληθοφάνεια στον δεύτερο.

*

*     *

Κανείς σοβαρός εθνολόγος δεν αμφισβητεί την πραγματικότητα του κανιβαλισμού, αλλά όλοι γνωρίζουν επίσης ότι δεν μπορούν να τον περιορίσουν στην πιο βίαιη μορφή του που συνίσταται στο να σκοτώνουμε εχθρούς για να τους φάμε. Το έθιμο αυτό ασφαλώς υπήρξε, ας πούμε στη Βραζιλία όπου –για να περιοριστώ σε αυτό μόνο το παράδειγμα- κάποιοι παλιοί περιηγητές, και οι Πορτογάλοι Ιησουίτες που το 16ο αιώνα έζησαν για χρόνια ανάμεσα στους Ινδιάνους και μιλούσαν τη γλώσσα τους, υπήρξαν πολύ εύγλωττοι μάρτυρές του.

Δίπλα σε αυτόν τον εξω-κανιβαλισμό, πρέπει να κάνουμε χώρο για έναν ενδο-κανιβαλισμό που συνίσταται στο να καταναλώνουμε, είτε σε μεγάλη είτε και σε πολύ μικρή ποσότητα, άλλοτε φρέσκια και άλλοτε σαπισμένη ή μουμιοποιημένη, ωμή, ψημένη ή απανθρακωμένη, τη σάρκα συγγενών που αποβίωσαν. Στα όρια Βραζιλίας και Βενεζουέλας, οι Ινδιάνοι Γιανομάμι, δυστυχή θύματα βιαιοτήτων από τους χρυσοθήρες που όπως ξέρουμε κατέκλυσαν την περιοχή τους, ακόμα σήμερα στοιβάζουν και εν συνεχεία καταναλώνουν τα οστά των νεκρών τους.

Ο κανιβαλισμός μπορεί να είναι διατροφικός (σε περίοδο λιμού ή από προτίμηση για την ανθρώπινη σάρκα)· πολιτικός (ως τιμωρία εγκληματιών ή από αντεκδίκηση εναντίον εχθρών)· μαγικός (για να αφομοιώσουμε τις ικανότητες των νεκρών ή, αντιθέτως, για να απομακρύνουμε τις ψυχές τους)· τελετουργικός (εάν ανάγεται σε θρησκευτική λατρεία, σε κάποια γιορτή για τους νεκρούς, την ενηλικίωση ή τη γονιμότητα της γης). Μπορεί τέλος να είναι θεραπευτικός, όπως μαρτυρούν πολυάριθμες συνταγές αρχαίας ιατρικής, και στην ίδια την Ευρώπη σε ένα παρελθόν που δεν είναι τόσο μακρινό. Οι ενέσεις από υπόφυση και τα εμφυτεύματα εγκεφαλικών ουσιών, που ανέφερα, οι μεταμοσχεύσεις οργάνων που σήμερα έχουν γίνει τρέχουσα πρακτική, ανήκουν αναμφίβολα σε αυτή την τελευταία κατηγορία.

Τόσο ποικίλες είναι λοιπόν οι τροπικότητες του κανιβαλισμού, τόσο διαφορετικές οι πραγματικές ή υποτιθέμενες λειτουργίες του, που καταλήγουμε να αμφιβάλλουμε αν η έννοια του κανιβαλισμού, σύμφωνα με την τρέχουσα χρήση της, μπορεί να οριστεί κατά τρόπο στοιχειωδώς ακριβή. Μόλις προσπαθήσουμε να την αδράξουμε, διαλύεται ή διασκορπίζεται. Ο κανιβαλισμός καθαυτός δεν έχει κάποια αντικειμενική πραγματικότητα. Είναι μία κατηγορία εθνοκεντρική: υπάρχει μόνο στα μάτια των κοινωνιών που τον αποκηρύσσουν. Κάθε σάρκα, όποια κι αν είναι η προέλευσή της, είναι κανιβαλική τροφή για το βουδισμό που πιστεύει στην ενότητα όλων των μορφών ζωής. Αντιστρόφως, στην Αφρική, στη Μελανησία, υπήρχαν λαοί που θεωρούσαν την ανθρώπινη σάρκα μια τροφή σαν όλες τις άλλες, αν όχι ενίοτε και την καλύτερη, την πιο αξιοσέβαστη, τη μόνη που «είχε όνομα», καθώς έλεγαν.

Οι συγγραφείς που αρνούνται την παρούσα και παρελθούσα ύπαρξη του κανιβαλισμού διατείνονται ότι αποτελεί μια έννοια που επινοήθηκε για να κάνει ακόμα βαθύτερο το χάσμα μεταξύ των αγρίων και των πολιτισμένων. Αποδίδουμε, λένε, στους πρώτους αποκρουστικά έθιμα και πεποιθήσεις προκειμένου να καθησυχάσουμε τη συνείδησή μας και να αυτοεπιβεβαιωθούμε στην πεποίθηση ότι είμαστε ανώτεροι.

Ας αντιστρέψουμε αυτή την τάση και ας επιχειρήσουμε να αντιληφθούμε τα φαινόμενα κανιβαλισμού σε όλη τους την έκταση. Υπό τροπικότητες και προς σκοπούς τεράστιας ποικιλομορφίας ανά τόπο και χρόνο, πρόκειται πάντοτε για την πράξη με την οποία στο σώμα ανθρώπινων όντων εισάγονται εκουσίως μέρη ή ουσίες που προέρχονται από το σώμα άλλων ανθρώπινων όντων. Αν την εξορκίσουμε έτσι, η έννοια του κανιβαλισμού εμφανίζεται πλέον αρκετά κοινότοπη. Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ έβλεπε την προέλευση της κοινωνικής ζωής στο αίσθημα που μας ωθεί να ταυτισθούμε με τον άλλον. Στο κάτω κάτω, το πιο απλό μέσο για να ταυτίσουμε τον άλλον με τον εαυτό μας, είναι και πάλι να τον φάμε.

Σε τελευταία ανάλυση, εάν οι περιηγητές σε μακρινές χώρες υποκλίθηκαν με ευκολία, και με κάποια αυταρέσκεια, μπροστά στην προφάνεια του κανιβαλισμού, αυτό συνέβη διότι, υπό αυτή τη γενικευμένη μορφή που μόνη αυτή επιτρέπει να εγκολπωθούμε την ολότητα του φαινομένου, η έννοια του κανιβαλισμού και οι άμεσες ή έμμεσες εφαρμογές της απαντούν σε όλες τις κοινωνίες. Όπως δείχνει ο παραλληλισμός που έκανα ανάμεσα στα έθιμα της Μελανησίας και τις δικές μας συνήθειες, μπορούμε να πούμε μέχρι και ότι υπάρχει ανάμεσά μας.

cannibals

[1] Το παρακάτω κείμενο αποτελεί τη δέκατη ενότητα –και αυτή που έδωσε το συνολικό τίτλο- στην έκδοση Claude Lévi-Strauss, Nous sommes tous des cannibales, Librairie du XXIe siècle, Seuil, Paris 2013 (σ. 163-173). Η έκδοση περιλαμβάνει άρθρα του Γάλλου ανθρωπολόγου που δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στα ιταλικά στην εφημερίδα Repubblica μεταξύ 1989 και 2000. Μετάφραση: Α.Γ.

[2] Το άρθρο δημοσιεύθηκε στη Ρεπούμπλικα στις 10 Οκτωβρίου 1993 (σ.τ.μ.).

6 comments
  1. Σωκράτης said:

    Ωραίο. Καλή μετάφραση. Επειδή, δεν μιλάω αυτή την άγνωστη και ρυθμική, τελετουργική γλώσσα του Sacha Distel, πάντα μου ήταν μυστήριο, τι να επικαλούνταν άραγε όταν τραγουδούσε το «Monsieur Cannibal».

  2. dimitris said:

    Ανεξάρτητα από το βιολογικό ζήτημα υπάρχει πάντως και το ηθικό-φιλοσοφικό που ο συγγαφέας δεν θίγει. Το να φας ένα κομμάτι κρέας σε αποσύνθεση σημαίνει ότι τρως εναν άνθρωπο; Οριακά: Εάν στο εστιατόριο ζητήσω βοδινό και μου δώσουν ανθρώπινο κρέας, είμαι καννίβαλος;

    • Α.Γ. said:

      Ναι, ο συγγραφέας προσεγγίζει το ζήτημα από τη σκοπιά της ανθρωπολογίας, στην οποία συνειδητά δεν περιλαμβάνει ηθικούς ή φιλοσοφικούς προβληματισμούς.
      Στο ίδιο πνεύμα, το αν ο Α ή ο Β «είναι κανίβαλος» τίθεται ως ερώτημα όχι σε ατομική βάση αλλά σε βάση κοινωνιών ή πολιτισμών, η δε απάντησή του εξαρτάται από τον ορισμό και δεν συνιστά ηθικό ψόγο αλλά μάλλον τεχνικό ζήτημα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: