Το City Plaza και η αυτονομία της μετακίνησης

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Εδώ και δύο τουλάχιστον χρόνια, από τη στιγμή που άρχισαν να έρχονται οι Σύροι πρόσφυγες, η ελληνική κοινωνία επέδειξε ένα μεγάλο εύρος συγκινητικών (και συγκινημένων) πρακτικών αντιδράσεων υποδοχής, φιλοξενίας και συμπαράστασης. Φυσικά όχι σύσσωμη: υπήρξαν και αντιδράσεις ζωώδεις (με όλο το σεβασμό προς τα ζώα).

Μία από τις πολλές αυτές εκφράσεις φιλοξενίας, ήταν και η πρόσφατη κατάληψη του ξενοδοχείου City Plaza στην οδό Αχαρνών της Αθήνας από αλληλέγγυους Έλληνες και πρόσφυγες.

Καταλήψεις κτιρίων έχουν γίνει και άλλες στο κέντρο της Αθήνας, όχι πάρα πολλές, οι οποίες πάντως μέχρι στιγμής έχουν στεριώσει και συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς να προκαλούν ιδιαίτερη συζήτηση. Η συγκεκριμένη είχε την ιδιαιτερότητα ότι τόσο οι αλληλέγγυοι, όσο και η ιδιοκτήτρια του κτιρίου φαίνεται ότι ανήκουν/ πρόσκεινται/ προέρχονται σε/ από το χώρο της ριζοσπαστικής/ ελευθεριακής αριστεράς (χρησιμοποιώ ευρείες διατυπώσεις διότι δεν γνωρίζω λεπτομερώς την πορεία του καθενός, ούτε παρακολούθησα πώς/ εάν αυτή μεταβλήθηκε κατά τις πυκνές ανακατατάξεις του τελευταίου χρόνου). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχει παραχθεί μία αρκετά μεγάλη ήδη ποσότητα λόγου περί αυτής.

Το ενδιαφέρον γύρω από αυτή την ανταλλαγή είναι ότι, σε αυτήν, άνθρωποι που δηλώνουν ότι συμμερίζονται την πίστη στις ίδιες ιδέες, αναλυτικές/μεθοδολογικές αλλά και πολιτικές, καταλήγουν σε αντίθετα πρακτικά συμπεράσματα γύρω από ένα συγκεκριμένο ζήτημα.

Και δεν αναφέρομαι βέβαια σε όσους επικαλούνται αριστεροφανή επιχειρήματα για να ζητήσουν το σεβασμό των «δικαιωμάτων των άλλων» –δηλαδή του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Ούτε, πολύ λιγότερο, σε όσους διαδίδουν υπονοούμενα για «ύποπτα κίνητρα των αλληλέγγυων» και «υποκινήσεις από τη Νέα Τάξη». Οι λόγοι αυτοί αποτελούν πολύ ευδιάκριτες απολογητικές μεταμφιέσεις ατομικών συμφερόντων, και ήδη άρχισαν να υποχωρούν τελευταία.

Πέρα απ’ αυτούς, υπάρχουν άνθρωποι που εκφράζουν με καλή πίστη ενδοιασμούς για την τακτική σκοπιμότητα της κίνησης τη συγκεκριμένη στιγμή, ή και οποιαδήποτε άλλη στιγμή. Δεν θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα κείμενα ή ονόματα· αυτό που έχει σημασία είναι η σχετική επιχειρηματολογία. Αυτή θα μπορούσε να συνοψισθεί ως εξής:

– η κίνηση είναι επιθετική/ προκλητική, θα φοβίσει και θα αποξενώσει τους Έλληνες νοικοκυραίους – θα προκαλέσει αντισυσπείρωση των φασιστών – θα θέσει σε κίνδυνο τους πρόσφυγες.

– Η κίνηση είναι «επιμέρους» και δεν μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αντιμετώπιση του προβλήματος.

– Στο κάτω κάτω, οι πρόσφυγες δεν είναι επαναστατικό υποκείμενο. Δεν ανήκουν στην εργατική τάξη, είναι κοινωνικά και ιδεολογικά συντηρητικοί, δέρνουν τις γυναίκες τους.

Στις αντιρρήσεις αυτές, επιχείρησαν ήδη να απαντήσουν κάποιοι σχολιαστές, υπερασπιζόμενοι την κατάληψη. Εξ όσων μπορώ να δω, μέχρι στιγμής τουλάχιστον τρεις: ο Ηλίας Ιωακείμογλου, ο Παναγιώτης Σωτήρης και ο Νίκος Χαραλαμπόπουλος.

Ασχέτως εάν στο επί του πρακτέου συμπέρασμα συμφωνώ με τους δεύτερους, προσωπικά θεωρώ ότι οι απαντήσεις τους δεν είναι ικανοποιητικές: μοιάζουν η λάθος αιτιολόγηση μίας ορθής επιλογής, στην οποία δεν αντιστοιχούν πραγματικά· μοιάζουν να έχουν επιστρατευθεί εκ των υστέρων για να εκλογικεύσουν την επιλογή αυτή και να την συμφιλιώσουν με μία υπερεγωτική επιταγή ξένη προς αυτήν.

Η επιταγή αυτή είναι ακριβώς αυτή η κοινή βάση που μοιράζονται με τους αντιπάλους/ συνομιλητές τους: η λογική «τάξη εναντίον τάξης», η εστίαση στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο, εθνικό αν όχι και διεθνές, και ο στόχος του σοσιαλισμού. Όποιος ξεκινά από αυτήν, είναι αναμενόμενο ότι θα συναντήσει δυσκολίες να πείσει τους συνομιλητές του για την αναγκαιότητα της κατάληψης. Δυσκολίες που είναι εγγενείς σε αυτή τη βάση, οφείλονται στις ίδιες της τις προϋποθέσεις και όχι σε εσφαλμένη εφαρμογή τους.

Oι απαντήσεις αυτές αρνούνται να αναγνωρίσουν την παραμικρή αυτονομία στο φαινόμενο της προσφυγιάς και της μετακίνησης. Δεν προβλέπουν γι’ αυτό κανέναν αυτοτελή χώρο στο εσωτερικό τους· στο βαθμό που ασχολούνται καν με αυτό, το βλέπουν είτε ως γραμμικό –και ολέθριο- αποτέλεσμα του «ιμπεριαλισμού», είτε ως ένα εξωτερικό συμβεβηκός θεμελιακά άσχετο με τον «καπιταλισμό», ένα ατύχημα το οποίο απλώς «συναντήθηκε» με την κρίση. Και στις δύο περιπτώσεις, οι σχολιαστές δείχνουν ότι το φαινόμενο καθαυτό θα προτιμούσαν να μην υπάρχει, ώστε να έχουμε μπροστά μας την «καθαρή» σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας.

Στα πλαίσια αυτά, η ενασχόληση με τα προβλήματα των προσφύγων εμφανίζεται αποκλειστικά ως ένα μέσο προς κάποιο σκοπό. Πουθενά δεν θεματοποιείται η ιδιαίτερη κατάσταση και η υποκειμενικότητα των ίδιων των προσφύγων ως κάτι που αξίζει να μας προβληματίσει και να το συζητήσουμε έστω μεταξύ μας ή, πολύ λιγότερο, με τις ίδιες. Οι πρόσφυγες έχουν το πολύ πολύ ανάγκες, αλλά όχι αυτοτελείς –δηλαδή, μεταξύ άλλων, πολλαπλές- πολιτικές επιθυμίες.

Αυτό είναι φανερό σε διατυπώσεις όπως οι εξής:

 

Γιατί χρειαζόμαστε τέτοιες καταλήψεις; Γιατί πολύ απλά (η υπογράμμιση δική μου) είναι μία από τις βασικές απαντήσεις στη συμμόρφωση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με την Ευρώπη-φρούριο και το μνημείο κυνισμού που είναι η συμφωνία Ε.Ε. και Τουρκίας.

 

Η αιτιολόγηση όμως αυτή δείχνει να απευθύνεται σε ένα μικρόκοσμο: μόνο σε αυτούς που είναι ήδη πεισμένοι ότι απαιτείται μία «απάντηση» στη «συμμόρφωση με την Ευρώπη-φρούριο» (και φυσικά που συμμερίζονται τη θεωρία περί «Ευρώπης-φρουρίου»). Και, το κυριότερο, υποτάσσει την αλληλεγγύη σε τρέχοντες πολιτικούς σκοπούς, οι οποίοι ως τέτοιοι αφορούν μόνο το εθνικό πολιτικό παιχνίδι και την (υποτιθέμενη) «κεντρική» πολιτική σκηνή.

Ωστόσο, με όλο το σεβασμό προς τους καταληψίες του ξενοδοχείου, καλό είναι να θυμηθούμε ότι η τάση της φιλοξενίας και της αλληλεγγύης δεν ξεκίνησε με αυτή την κατάληψη. Δεκάδες χιλιάδες Έλληνες, και μη Έλληνες εξάλλου, είχαν ήδη κινητοποιηθεί, και συνεχίζουν να κινητοποιούνται, να μαγειρεύουν, να παρέχουν ιατρική, νομική, γλωσσική, και κάθε είδους στήριξη στους πρόσφυγες, επειδή «πολύ απλά» αυτό ένιωσαν ότι έπρεπε να κάνουν. Ή διότι σε αυτούς αναγνώρισαν τους γονείς ή τους παππούδες τους πριν από κάποιες δεκαετίες. Πάντως όχι επειδή έτσι πίστευαν ότι συντελούν στη συγκρότηση του εργατικού κινήματος και φέρνουν πιο κοντά το σοσιαλισμό, ούτε για να απαντήσουν σε κάτι που είπε κάποιος άλλος.

Προπαντός δεν πρέπει να συμπεράνουμε εξ αυτού ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν «απολίτικοι» και ότι άρα χρειάζεται να έρθει κάποιος απ’ έξω να τους «πολιτικοποιήσει». Το κρίσιμο εδώ είναι η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ των ιδεών και της πρακτικής τους, ή μάλλον εν προκειμένω η έλλειψή της. Εάν ρωτούσαμε τους ανθρώπους αυτούς τι πιστεύουν για τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, πιθανότατα πολλοί απ’ αυτούς μια ανάλογη εκτίμηση θα είχαν. Αλλά η κινητοποίησή τους δεν ήταν αποτέλεσμα της εκτίμησης αυτής, ούτε έγινε με στόχο την αντίσταση στη συμφωνία (δηλαδή στην πρωτοβουλία του κράτους). Εάν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε θα είχαμε δυσκολία να εξηγήσουμε γιατί κινητοποιήθηκαν άνθρωποι και πριν την υπογραφή της συμφωνίας, ή γιατί θα πρέπει να συνεχίσουν να κινητοποιούνται στην υποθετική περίπτωση που η συμφωνία πάψει να ισχύει.

 

Αυτός λοιπόν ο απόλυτος ετεροκαθορισμός της αλληλεγγύης την εκθέτει σε αντιρρήσεις και σε δυσκολίες: εάν εμφανίζουμε τη φιλοξενία όχι ως κάτι απροϋπόθετο, αλλά απλώς ως ένα μέσο για έναν υψηλότερο από αυτήν σκοπό, τότε αυτό μας οδηγεί κάθε φορά να εξετάζουμε αν το μέσο αυτό είναι πρόσφορο προς το σκοπό αυτό ή μήπως υπάρχουν άλλα καταλληλότερα, και αν το δεύτερο να μην δείχνουμε αλληλεγγύη.

Για να αποφύγουμε αυτές τις εμπλοκές και τις δυσκολίες, έναν μόνο τρόπο βλέπω: να εκκινήσουμε από την προσέγγιση της αυτονομίας της μετακίνησης.

Η αλληλεγγύη προς τους μετανάστες/ πρόσφυγες, όπως εξάλλου και η ίδια η μετανάστευση, έχει αυτοτελή αξία. Οι πρόσφυγες δεν είναι παθητικά αθύρματα στα χέρια δυνάμεων κακόβουλων και υπέρτερων απ’ αυτούς. Ασφαλώς βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση, αλλά η ίδια η ύπαρξη και η παρουσία τους στην Ελλάδα (την Τουρκία, τη Μακεδονία, όποια άλλη χώρα) είναι απόδειξη και αποτέλεσμα της αυτενέργειας και της ενεργητικότητάς τους. Εάν ήταν απολύτως παθητικοί, τότε δεν θα ήταν πρόσφυγες· θα είχαν μείνει στη Συρία και πιθανότατα δεν θα ζούσαν σήμερα.

Η αυτοτελής αυτή αξία όμως δεν συνιστά κάτι «κατώτερο», «απλώς πολιτιστικό» που μας παρεκκλίνει από τον κεντρικό στόχο και μας στερεί δυνάμεις που θα μπορούσαμε αλλιώς να αφιερώσουμε στην επίλυση κάποιας «κύριας αντίφασης». Ακριβώς το αντίθετο: η συνάντηση και η διάδραση με τους πρόσφυγες μας φέρνει δυνάμεις, καινούριες, πρωτόγνωρες, που μόνο η ανορεξία της αριστερής μελαγχολίας μπορεί να μας κάνει να μην τις δούμε. Όποιος μίλησε έστω λίγο με τους πρόσφυγες θα είδε ότι η μετακίνησή τους επιφέρει επίσης και μία χαρά, όχι μόνο λύπη.

Η διάδραση και η συνάντηση των «γηγενών» με τους πρόσφυγες είναι μία βαθιά διαθετική [affective] εμπειρία μετασχηματισμού, η οποία έχει θεμελιώδη σημασία και δεν ανήκει σε κανένα «εποικοδόμημα». Ακόμη και αν, ή ιδίως εάν, αυτοί οι «γηγενείς» είναι και αυτοί πρώην μετανάστες, ή απόγονοι μεταναστών/ προσφύγων. Διότι τους απεδαφικοποιεί και αποσταθεροποιεί την «αυθόρμητη» προσχώρησή τους στην ιδεολογία της αυτοχθονίας, με βάση την οποία οργανώνεται φαντασιακά ο πολιτικός χώρος στο έθνος κράτος –ιδίως το ελληνικό.

Αλλά και για έναν άλλο λόγο: διότι αυτή η διάδραση τους (μας) φέρνει αντιμέτωπους με μία νέα σχέση προς τη λογική του δώρου, της γενναιοδωρίας, και άρα προς το ζήτημα του χρέους. Πηγαίνοντας κανείς να δουλέψει για τους πρόσφυγες, σύντομα συνειδητοποιεί –εάν δεν είναι παχύδερμο- ότι θα πρέπει να δουλέψει με τους πρόσφυγες, και ότι αυτοί, όσο και αν μοιάζουν πένητες και αδαείς, ωστόσο έχουν να μας διδάξουν και να μας δώσουν πράγματα που στερούμαστε, ή ίσως που είχαμε χωρίς να γνωρίζουμε ότι τα έχουμε. Και άρα ότι οι ανθρώπινες ανταλλαγές, ή τουλάχιστον οι πιο ενδιαφέρουσες και οι πιο σημαντικές απ’ αυτές, δεν διεξάγονται κάτω από τη λογική της εμπορεύματος και του κέρδους, αλλά γίνονται δωρεάν. Διότι υπάρχει κάποιο δωρεάν που δεν είναι τζάμπα, και με τις δύο έννοιες του όρου (δεν γίνεται χωρίς καμία ανταπόδοση, αλλά και δεν γίνεται μάταια).

Σε μια κοινωνία που υφίσταται επί έξι χρόνια τώρα υστερικές σωφρονιστικές υπομνήσεις ότι pacta sunt servanda, ότι όλα (απο)πληρώνονται και ότι «δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα», ποιος δεν βλέπει την τεράστια σημασία που έχουν τα χιλιάδες υπαρκτά, κυριολεκτικά δωρεάν γεύματα που ετοίμασαν και, ενίοτε, κατανάλωσαν οι αλληλέγγυοι για/ μαζί με τους πρόσφυγες τους τελευταίους μήνες; Και ποιος είναι αυτός που μπορεί να περιορίσει αυτή τη σημασία στο ότι έτσι «προετοιμάζουμε το σοσιαλισμό»; Τα γεύματα αυτά είναι σημαντικά καθαυτά διότι μετασχηματίζουν τους ανθρώπους, και τις μεταξύ τους σχέσεις, και άρα είναι εξ ορισμού πολιτικά: παράγουν μία καινούρια θέση που προηγουμένως δεν υπήρχε, τη θέση εκείνων που ως τώρα δεν είχαν καμία θέση. Και ανοίγουν το δρόμο για έναν νέο μερισμό του αισθητού -έναν καινούριο τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο και τη θέση μας μέσα σ’ αυτόν, το τι είμαστε και τι μπορούμε να γίνουμε.

Ίδϊον κάθε τέτοιου μετασχηματισμού είναι ότι δεν ξέρουμε πού μπορεί να μας οδηγήσει. Και πρέπει να αφεθούμε σε αυτή την απροσδιοριστία και να την αναλάβουμε ως δική μας. Εάν προδιαγράψουμε έναν ήδη γνωστό στόχο γι’ αυτήν, έστω το «σοσιαλισμό», την «(ανα)συγκρότηση του εργατικού κινήματος» κ.ο.κ., τότε ουσιαστικά σκεφτόμαστε μέσα στη λογική της αστυνόμευσης, όχι της πολιτικής· έτσι κλείνουμε το θέμα πριν καν ανοίξει και ακυρώνουμε εκ των προτέρων κάθε μετασχηματισμό.

PlazaLolosI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: