Γιατί βλέπω τον Σουλεϊμάν

του Άκη Γαβριηλίδη

 Πρόσφατα, βρέθηκα στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, όπου παρακολούθησα το συνέδριο με τίτλο «Θεσσαλονίκη, πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα», στο οποίο ήμουν και εισηγητής.

Η εμπειρία της συμμετοχής σε αυτό το συνέδριο ήταν για μένα ένα είδος απρογραμμάτιστης «συμμετοχικής ανθρωπολογικής παρατήρησης­» από μόνη της. Ίσως με κάποια άλλη ευκαιρία αναφερθώ σε διάφορες άλλες πτυχές αυτών των παρατηρήσεων που μου δόθηκε η ευκαιρία να κάνω. Από την άποψη που με ενδιαφέρει εδώ, θα αναφερθώ στη συμβολή μίας συγκεκριμένης κυρίας, αυτή τη στιγμή δεν θυμάμαι το επίθετό της (ή μάλλον τα επίθετά της, διότι είχε δύο), αλλά είναι εύκολο να το βρει κανείς στο πρόγραμμα –αυτή τη στιγμή βαριέμαι να ψάχνω. Η κυρία αυτή δήλωσε δημοσιογράφος, (φαντάζομαι θα είναι, δεν έχω λόγο να το αμφισβητήσω, αλλά ήταν η μόνη εισηγήτρια για την οποία ο προεδρεύων στη συγκεκριμένη συνεδρία μάς ανακοίνωσε την επαγγελματική ιδιότητα και ορισμένα άλλα στοιχεία του βιογραφικού της, μάλλον όχι από δική του απόφαση), και στην εισήγησή της αναφέρθηκε στο ρόλο των προσφυγικών ενώσεων, και των εντύπων τους, για τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και της μνήμης των χαμένων πατρίδων. Αυτό βέβαια αφού κόπασε το χειροκρότημα, το οποίο ξέσπασε μόλις ο πρόεδρος ανήγγειλε την ομιλήτρια και πριν αυτή πει οτιδήποτε. Προφανώς το χειροκρότημα αυτό οφειλόταν σε εκπροσώπους των εν λόγω προσφυγικών ενώσεων, ή πάντως σε ένα προσωπικό κοινό της ομιλήτριας το οποίο την συνόδευσε –σαν ροκ συγκρότημα- και ήρθε ειδικά γι’ αυτή, διότι αν είχε έρθει έστω σε μία από τις προηγούμενες συνεδρίες αυτού ή οποιουδήποτε άλλου επιστημονικού συνεδρίου, θα είχε προσέξει ότι δεν είθισται να χειροκροτάμε τον περφόρμερ όταν ανεβαίνει στη σκηνή αλλά μόνο αφού τελειώσει. Και αυτό όχι απαραίτητα.

Η ομιλήτρια λοιπόν εξέθεσε πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος του Α, του Β και του Γ εντύπου, και των κυρίων Χ, Ψ και Ω που διετέλεσαν κατά καιρούς εκδότες/ συντάκτες τους, στο να κρατήσουν ζωντανή την πολιτιστική κληρονομιά και τη μνήμη των αλησμόνητων πατρίδων, η οποία κληρονομιά και μνήμη ήταν αυτονόητα ο ελληνισμός και ο ελληνικός πολιτισμός. Τόσο αυτή, όσο και άλλοι παρεμβαίνοντες ελεεινολόγησαν το σημερινό τοπίο των ΜΜΕ στα οποία αυτή η μνήμη και αυτή η κληρονομιά δεν έχουν το χώρο που τους αξίζει, διότι δεν «πουλάνε» και σήμερα πρωταρχική σημασία έχει η ακροματικότητα κ.ο.κ.

Επειδή το χάσμα ανάμεσα στον ένα και τον άλλο ισχυρισμό μού φάνηκε προκλητικά μεγάλο, ζήτησα το λόγο κατά τη διάρκεια της συζήτησης και έκανα την εξής απλή ερώτηση:

Αν κοιτάξουμε το σημερινό τοπίο των ΜΜΕ, θα δούμε ότι αυτό που πουλάει εξαιρετικά καλά είναι τα τουρκικά σήριαλ, εποχής ή σύγχρονα, που προβάλλει η ελληνική τηλεόραση. Ας αναρωτηθούμε: ποιοι βλέπουν τις σειρές αυτές; Αν θέλουμε να είμαστε στοιχειωδώς ειλικρινείς, πρέπει να παραδεχτούμε ότι, σε μεγάλο βαθμό, είναι ακριβώς οι απόγονοι των κυρίων Χ, Ψ και Ω που διαφύλαξαν τις αξίες του ελληνισμού, των αναγνωστών τους, και γενικά των Ελλήνων ανταλλάξιμων της Λωζάνης.

Αν είναι έτσι, μήπως θα ήταν καλό να παραδεχτούμε το προφανές, ότι η πολιτιστική κληρονομιά των ανθρώπων αυτών δεν είναι μόνο ο ελληνισμός, αλλά και ο τουρκισμός; Και να αναλάβουμε την ευθύνη και τον πλούτο αυτής της κληρονομιάς, αντί να ντρεπόμαστε γι’ αυτή;

Η ερώτησή μου φυσικά προκάλεσε το σκάνδαλο και την αγανάκτηση –για να μην πω την ενοχή– που μπορεί να υποθέσει κανείς ότι θα προκαλούσε. Πριν καν απαντήσει η ομιλήτρια, πετάχθηκε ένας άλλος σύνεδρος, ο κ. Κωνσταντίνος Φωτιάδης, ο οποίος στη συγκεκριμένη συνεδρία δεν ήταν ομιλητής αλλά απλώς ακροατής –αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε καθόλου να αισθάνεται ότι μπορεί να παρεμβαίνει όποια στιγμή θέλει και να μιλάει για όση ώρα θέλει για όποιο θέμα θέλει, χωρίς να χρειάζεται την άδεια του προεδρείου, όπως διαπίστωσα ότι έκανε σε κάθε άλλη συνεδρία χωρίς κανείς να του θέτει κάποιο όριο. Αφού λοιπόν αυτογνωμόνως πήρε το λόγο, ο κ. Φωτιάδης μάς γνωστοποίησε ότι «το τουρκικό κράτος διαθέτει τεράστια ποσά για την παραγωγή και την προώθηση αυτών των σειρών». Στη συνέχεια, η εισηγήτρια πήρε και αυτή το λόγο και απάντησε ότι:

–         Τις σειρές αυτές ουσιαστικά τις βλέπουν άτομα που είναι άνω των 60 χρονών,

–         Αυτό συμβαίνει επειδή τα άτομα αυτά «γνωρίζουν την τουρκική διάλεκτο», όπως είπε επί λέξει (μετά από δική μου παρατήρηση, ευαρεστήθηκε να επανορθώσει σε «τουρκική γλώσσα»),

–         Οι σειρές αυτές είναι «σκουπίδια» (άρα, υποθέτω, ως σκουπίδια δεν αξίζει να τις συμπεριλάβουμε στην πολιτιστική μας κληρονομιά).

Μετά τις επισημάνσεις αυτές, ουδείς άλλος έκρινε σκόπιμο να αναφερθεί στο θέμα το οποίο θεωρήθηκε λήξαν.

Όπως όμως αντιλαμβάνεται κανείς διαβάζοντας τα ανωτέρω επιχειρήματα, πρόκειται για απαντήσεις που δεν αντιμετωπίζουν την ερώτηση και είναι εκτός θέματος.

Ο ισχυρισμός ότι οι σειρές αυτές τυγχάνουν χρηματοδοτικής ή άλλης στήριξης από το Α ή το Β κράτος, ακόμη και αν υποτεθεί αληθής, δεν μας βοηθά καθόλου να καταλάβουμε γιατί οι Έλληνες/-ίδες τηλεθεάτριες τις παρακολουθούν. Δεν νομίζω ότι το τουρκικό κράτος δωροδοκεί τους ανθρώπους αυτούς, ή ότι μπορεί κατά οποιονδήποτε άλλον τρόπο να επηρεάσει την απόφαση εκατοντάδων χιλιάδων διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων να πατήσουν ένα κουμπί και να σταθούν επί μία ώρα μπροστά στην τηλεόρασή τους.

Επίσης, η ηλικία των τηλεθεατών αυτών ουδόλως μας εμποδίζει να θεωρήσουμε τα ενδιαφέροντά τους ως ένδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς της οποίας είναι φορείς. Ακριβώς το αντίθετο θα έλεγα. Η δε αναφορά σε αυτήν συνιστούσε μία μάλλον κωμική επιτελεστική αντίφαση, διότι η ομιλήτρια πρέπει να ήταν η ίδια κοντά στα 60, και αν δεν ήταν, κάποτε θα γίνει –όπως και όλοι μας, με βάση το νόμο των πιθανοτήτων. Οι δε πρωταγωνιστές της ομιλίας της και εκδότες των συγκεκριμένων εντύπων, οι περισσότεροι θα πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτεροι στην ηλικία, εάν δεν έχουν πεθάνει ήδη, χωρίς αυτό να τους καθιστά λιγότερο άξιους να εκφράσουν την πολιτιστική κληρονομιά.

Όσο για το καλλιτεχνικό επίπεδο των αντίστοιχων προϊόντων, αυτό αφενός είναι ζήτημα υποκειμενικής κρίσης, αλλά αφετέρου δεν νομίζω ότι και τα «Θρακιώτικα Νέα» ή ο «Κήρυκας των απανταχού Μαδυτιωτών» (οι τίτλοι είναι υποθετικοί, χάριν του παραδείγματος) ήταν τόσο υψηλού επιπέδου και αποτέλεσαν σταθμούς στην ιστορία του παγκόσμιου πνεύματος.

Είναι βέβαια μια βαθιά ριζωμένη πολιτιστική σταθερά τού μοντερνισμού να καταδικάζει και να σνομπάρει τη «Φλυαρία και περιέργεια» που, όπως έλεγε και ο Πάολο Βίρνο, χαρακτηρίζουν την τηλεόραση και τα ΜΜΕ γενικώς, όπως επίσης και την «παθητικότητα» στην οποία καταδικάζονται οι θεατές τους. Επίσης, μία άλλη κλασική πηγή άντλησης απαξιωτικών χαρακτηρισμών είναι ο (αυτο/αντι)οριενταλισμός της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας, η οποία επαγρυπνεί πάντοτε για να μπλοκάρει οποιοδήποτε «κατάλοιπο της Τουρκοκρατίας» και οποιαδήποτε ένδειξη «ανατολίτικης χαύνωσης» που απειλεί να μολύνει τη λευκότητα του έθνους και να το απομακρύνει από τα ευρωπαϊκά του πεπρωμένα. Οι ομοβροντίες που εξαπολύονται εναντίον των ευτελών –αλλά και ύποπτων- τουρκικών σήριαλ που θέλουν να μας στερήσουν την (εθνική) απόλαυση, αποτελεί εμφανώς προϊόν ενός συνδυασμού των δύο αυτών δεξαμενών. Ωστόσο, ταυτόχρονα, εάν αποδεικνύει κάτι, είναι ότι οι εκφραστές αυτού του λόγου περί «χαμένων πατρίδων» δεν μπορούν πλέον να ισχυρίζονται ότι «διασώζουν την παράδοση» –με την έννοια ότι διατηρούν αυτούσιο και άθικτο ένα σύνολο πολιτιστικών αξιών το οποίο υπήρξε κάποτε και κινδυνεύει να εκλείψει· διότι δεν διασώζουν μόνο ό,τι υπάρχει, αλλά ιεραρχούν, επιλέγουν, και επίσης καταστρέφουν ή απορρίπτουν ό,τι δεν τους βολεύει σε αυτό το υλικό.

Ισχυρίζομαι ότι η παρακολούθηση του «Σουλεϊμάν τού Μεγαλοπρεπούς» και των άλλων τουρκικών σειρών, στην Ελλάδα και σε όλα τα Βαλκάνια, δεν είναι ένδειξη καμίας παθητικότητας, αλλά αποτελεί δραστηριότητα, έκφραση μιας επιθυμίας –της επιθυμίας των ανθρώπων να συνδεθούν με ένα τμήμα του εαυτού τους το οποίο λογοκρίθηκε και αναγκάστηκε να παραμείνει στη σκιά για τις ανάγκες της κατασκευής ομοιογενών και καθαρών εθνών κρατών. Το κρυμμένο αυτό κοίτασμα έχει σχέση με μία γνώση –με πολλές γνώσεις, εκ των οποίων η γνώση της γλώσσας δεν είναι η λιγότερο σημαντική. Το πλήθος είναι εκ φύσεως πολύγλωσσο. Αυτός που είναι μονογλωσσικός είναι ο λαός, γι’ αυτό και έχει πάντοτε εθνικά επίθετα (ο ελληνικός, ο τουρκικός, ο εσθονικός κ.λπ. λαός· ενώ ποτέ δεν χαρακτηρίζουμε με εθνικούς όρους ένα πλήθος).

Η πολεμική και η οργίλη απόρριψη των σειρών αυτών εκ μέρους των εκπροσώπων του «οργανωμένου προσφυγικού χώρου» συνιστά έκφραση μιας κρατικής λογικής, και δείχνει πόσο οι άνθρωποι αυτοί έχουν ενσωματώσει την καθολική επιταγή της ελληνοκανονιστικότητας και πόσο πιστά προεκτείνουν τη σχετική κυβερνοοτροπία [gouvernementalité], λογοκρίνοντας τους εαυτούς τους και τους άλλους, διαιωνίζοντας την (αυτο)εθνοκάθαρση και νιώθοντας ντροπή και ενοχή μπροστά σε οποιοδήποτε στοιχείο κινδυνεύει να χαρακτηριστεί –και να τους χαρακτηρίσει- ως μειωμένης ελληνικότητας/ ευρωπαϊκότητας.

19 comments
  1. Και να σκεφτεί κανείς ότι τα τουρκικά έργα είχαν πολύ μεγάλη πέραση και στη δεκαετία του ’30 αλλά και του 50 όπως μας λέει ο Βρασίδας Καραλής στην Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου!

  2. Fotini Tsibiridou said:

    συμφωνώ απολύτως με την ανάλυση. Το ζήτημα το ψάχνω ερευνητικά με μια εθνογραφική έρευνα με τίτλο: «γιατί όσες/όσοι βλέπουν τούρκια σήριαλ δεν είναι μόνο οι κατίνες». Αυτό που βλέπω από την ανάλυση εμπειριών και λόγων είναι ότι όχι μόνο τα υποκείμενα δεν είναι ‘παθητικά’, αλλά μέσω της ‘επιθυμίας’ τους να καλύψουν τις αποσιωπήσεις και τα κενά του μεγάλου εθνικού αφηγήματος, στη συγκυρία της κρίσης (βλ. μεταιχμιακή κατάσταση) κάνουν ‘επιδιόρθωση’ (αρχίζουν να βλέπουν τα καλά των Άλλων-εχθρών) και επίσης ‘χειραφετούνται’ ως έμφυλα υποκείμενα αφού απελευθερώνονται από την εικόνα του φύλου, αλλά και του ιδεατού και καθημερινού εθνικού εαυτού μέσα στην οποία έχουν εγκλωβιστεί, εσωτερικεύοντας την οριενταλιστική ματιά των ευρωπαίων.

  3. Dimitris Stamatopoulos said:

    Βέβαια τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν εάν οι δικοί μας εθνοπατριώτες μάθουν για την άγρια επίθεση που εξαπέλυσε ο Ερντογάν εναντίον του σήριαλ: ότι δηλαδή αυτό παρουσιάζει έναν Σουλεϊμάν του χαρεμιού, αντί για αυτό που υπήρξε πραγματικά, έναν Σουλεϊμάν κατακτητή…Από την άλλη βγήκε ο Γκιουλ και είπε ότι αρκεί να ασχολούνται με την Οθωμανική ιστορία τα σήριαλ: αυτό μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να έχει (θετικά εννοείται με βάση την φιλοθωμανική ιδεολογία των ισλαμιστών). Το κακό με τα εθνικιστικά στερεότυπα είναι ότι εκτός από το να διαμορφώνουν ταυτότητες στο παιγνίδι «εμείς και οι άλλοι», σε κάνουν να αγνοείς ή να ξεχνάς τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις των άλλων, στην περίπτωσή μας τη νομιμοποίηση του οθωμανικού παρελθόντος μέσα στην ίδια Τουρκία, κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Εάν ο έλληνας εθνοπατριώτης γνώριζε πόσο κοντά με τον κεμαλιστή τούρκο βρίσκεται στον αντι-οθωμανισμό του, θα άρχιζε σίγουρα να αμφιβάλλει για τον εαυτό του…

  4. Andreas Ilias said:

    Έχω την αίσθηση ότι αυτή η ιστορία της ενοχής απέναντι σε μέρος της εξ ανατολών ταυτότητάς μας φούντωσε την περίοδο της νεο-ευρωπαϊκής μας πορείας, εποχή Σημίτη και δώθε. Ένα μικρό (ίσως και όχι τόσο) παράδειγμα, ο τούρκικος καφές, που έτσι τον λέγαν χωρίς καμία ενοχή οι παππούδες μας και οι πατεράδες μας, αλλά και όσοι από εμάς γεννήθηκαν κάπου εκεί ανάμεσα ’60 και ’70. Σήμερα όταν ζητάς Τούρκικο και όχι Ελληνικό, σε κοιτάν με μισό μάτι. Είναι εντυπωσιακό πώς κάτι που 5 εκατομμύρια άνθρωποι (χωρίς μωρά και ομοιοπαθητικούς) λέγαν με τη λέξη Α, χωρίς να το καταλάβουμε και χωρίς κάποια οργανωμένη προσπάθεια, σχεδόν και τα 5 εκ. το λένε πλέον με τη λέξη Β. Βρέθηκα τις προάλλες σε ένα Τούρκικο φαγάδικο στην Κομοτηνή. Μετά το φαγητό, που ήταν εξαιρετικό, ζήτησα «Τούρκικο» καφέ. Ο γιος του μαγαζάτορα με κοίταξε στην αρχή περίεργα, μετά χαμογέλασε. Ήμουν με μεγάλη, «ελληνική» παρέα, διαφορετικά θα με πέρναγε για πράκτορα του ιμάμη…

  5. Herr K. said:

    Οι τουρκοφαγοι ασφαλώς δεν είναι οι πλεον καταλληλοι να μιλησουν για τα πολιτιστικά προϊόντα του τουρκικου ιμπεριαλισμου. Βέβαια νομίζω ότι οι αγενείς συνομιλητές του Α.Γ. δεν θα ήθελαν να καταπνίξουν την επιθυμία επιστροφής στην πολυπολιτισμικότητα ως τέτοια, αλλά επειδή την συνοδεύουν μνήμες σκληρών διώξεων. Θα κατηγορούσε κανείς τους Ισραηλινούς ότι στρέφονται κατά της επιθυμίας πολυπολιτισμικότητας στη ναζιστική Γερμανία επειδή δεν επιθυμουν να ακουν Βαγκνερ;

  6. Δεν πρόκειται για καμία «επιθυμία επιστροφής στην πολυπολιτισμικότητα».
    Η έκφραση αυτή είναι κραυγαλέα αναντίστοιχη με την κατάσταση που έχουμε εδώ. Η «πολυπολιτισμικότητα» είναι μία αφηρημένη ορθολογική αρχή οργάνωσης των κοινωνιών. Η επιθυμία που κινεί όσους και όσες βλέπουν τα σήριαλ δεν αφορά το πώς πρέπει να είναι οργανωμένη μια κοινωνία και ένα κράτος. Αφορά το μέσα τους, τα σπλάγχνα τους, ένα υλικό που υπάρχει στο ασυνείδητό τους.
    Ίσως δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι το υλικό αυτό «το συνοδεύουν μνήμες σκληρών διώξεων». Αρκεί να προσθέσουμε ότι οι διώξεις αυτές έλαβαν χώρα ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, από το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία, η οποία δε γούσταρε και δε γουστάρει τους «τουρκόσπορους».
    Η «τουρκοφαγία», και η αυτοεθνοκάθαρση της οποίας είναι εκφραστές ο Φωτιάδης και η δημοσιογράφος της παραπάνω αφήγησης, δεν έχει τίποτε το «φυσικό» και το «αυθόρμητο». Δεν είναι «αντίδραση σε όσα υπέφεραν στην Τουρκία». Είναι μία πολύ συγκεκριμένη -εκ πολλών δυνατών- συνειδητή επιλογή οργάνωσης της υποκειμενικότητας. Και η οργάνωση αυτή επιλέχθηκε ση δεύτερη γενιά. Οι άνθρωποι που γεννήθηκαν στην οθωμανική αυτοκρατορία και ήρθαν στη διάρκεια της ζωής τους στην Ελλάδα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν εξέφραζαν κανένα μίσος για τους «Τούρκους». Τουλάχιστον όχι γενικευμένο και συνολικό. Εξάλλου, μόνο ορισμένοι από αυτούς είχαν βιώσει διωγμούς, και αυτοί τα λίγα τελευταία χρόνια ή και μήνες πριν «ανταλλαγούν». ΟΛΟΙ όμως βίωσαν δυστυχία και μιζέρια αφού ήρθαν στην Ελλάδα.

  7. Δημητρα Φωτιαδου said:

    σαχλαμαρες!Με κανενα λογοκριμενο τμημα του εαυτου μου δεν θελω να συνδεθω.Το σηριαλ αυτο εχει ολα τα χαρακτηριστικα που κανουν μια σαπουνοπερα επιτυχημενη.Ιντριγκες,μιση,παθη,ερωτες ανεκπληρωτους και μη,και φυσικα γυρισματα χαρακτηριστικά μιας υπερπαραγωγης.Εαν καποτε τολμουσε κανεις να γυρισει σε σηριαλ τη ζωη του Ιουστινιανου και της Θεοδωρας,με ολα τα ιστορικα επιτευγματα αλλα και ολο το ιντριγκαδορικο παρασκηνιο,τα παντα θα ωχριουσαν μπροστα του…Μη ξεχνατε την εκφραση Βυζαντιο γιναμε,που επιβιωνει ως τις μερες μας για να δηλωσει ιντριγκες και παθη…

  8. Herr K. said:

    «Οι άνθρωποι που γεννήθηκαν στην οθωμανική αυτοκρατορία και ήρθαν στη διάρκεια της ζωής τους στην Ελλάδα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν εξέφραζαν κανένα μίσος για τους “Τούρκους”. Τουλάχιστον όχι γενικευμένο και συνολικό.» Θα με εξέπληττε πράγματι πολύ αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τουλάχιστον για την πρώτη γενιά προσφύγων.

    • Τελείως διευκρινιστικά: όταν λέτε «αν ίσχυε κάτι τέτοιο», αναφέρεστε στην κατάφαση ή στην άρνηση; Δηλαδή θα σας εξέπληττε αν οι ανταλλαγμένοι εξέφραζαν ή αν δεν εξέφραζαν μίσος για τους “Τούρκους”;

      • Herr K. said:

        Εντελώς διευκρινιστικά θα με εξέπληττε αν δεν εξέφραζαν μίσος εναντίον του τότε εχθρού. Δεν καταλαβαίνω πώς ο ρατσισμός της ελλαδίτικης κοινωνίας εναντίον τους, μπορεί να είναι το πρωτεύον σε αυτήν την υπόθεση.

      • Φίλε μου, κοίτα. Αν «δεν καταλαβαίνεις», εγώ τι θέλεις να κάνω; Στίψε λίγο περισσότερο το μυαλό σου, ή διάβασε πράγματα για το τι συνέβαινε τότε, για να καταλάβεις.
        Δεν μου αρέσει να γίνομαι ειρωνικός, αλλά πιστεύω να καταλαβαίνεις ότι η απλή δήλωση «θα με εξέπληττε» δεν μπορεί να αποτελεί επιχείρημα που να αποδεικνύει ότι κάτι δεν συνέβη. Μπορεί εσένα να σε εξέπληττε, αλλά έτσι έγινε, τι να κάνουμε;
        Εκτός και αν έχεις να μου αναφέρεις κάποιο παράδειγμα έκφρασης τέτοιου μίσους μεταξύ των προσφύγων τού 22. Αυτό θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό.

      • Herr K. said:

        Δεν υπάρχει πρόβλημα με την ειρωνεία, αρκεί να χρησιμοποιείται επιτυχώς.
        Πράγματι, η δηλωση εκπληξης δεν είναι επιχείρημα. Είναι δήλωση έκπληξης.

  9. Γιωργος Χαριτωνιδης said:

    Το Σωματείο Αδούλωτη Κερύνεια καταγγέλλει τον ΑΝΤ1 Ελλάδος για την προβολή της Τουρκικής δημιουργίας σαπουνόπερα ΕΖΕΛ, η οποία γυρίστηκε στα κατεχόμενα μέρη της Κύπρου μας.
    Είμαστε βέβαιοι ότι κάθε Τουρκική ενέργεια η οποία συνδέεται με τα κατεχόμενα, επιδιώκει την αποδοχή και αναβάθμιση του παράνομου Καθεστώτος, με τελική επιδίωξή της την αναγνώριση του ως νόμιμης ξεχωριστής οντότητας και αυτό ισχύει ακόμη και τηλεοπτικές παραγωγές. Η ενέργεια αυτή του ΑΝΤ1 Ελλάδος συνιστά πισώπλατη μαχαιριά στον αντικατοχικό μας αγώνα τη στιγμή που κλιμακώνονται πάνω μας οι πιέσεις να υποταχθούμε στην κατοχή και να νομιμοποιήσουμε τα κατοχικά δεδομένα.
    Προβάλλεται για ψυχαγωγία μια παραγωγή η οποία εξελίσσεται πάνω στην κατεχόμενη και αιματοβαμμένη γη μας, η οποία σκεπάζει νεκρούς και αγνοούμενους μας Κύπριους και Ελλαδίτες, πεταμένους σε μαζικούς τάφους…

    και πάνω στην οποία διαπράχθηκαν σωρεία άλλων αποτρόπαιων εγκλημάτων σε βάρος του άμαχου Κυπριακού Λαού με επιστέγασμα το Εθνικό ξεκαθάρισμα όλων των Ελλήνων από τα κατεχόμενα.
    Μέσα από την παραγωγή προβάλλονται και διαφημίζονται οι κλεμμένες περιουσίες μας. Προβάλλονται παράνομες αναπτύξεις που έγιναν πάνω στις περιουσίες μας όπως το ξενοδοχειακό συγκρότημα το οποίο κτίσθηκε πάνω στα ερείπια της κατεχόμενης Βουκολίδας.
    Μέσα από τη σειρά διαφημίζονται παράνομα Καζίνα και άλλες επιχειρήσεις οι οποίες χρηματοδοτούν την παραγωγή.
    Καλλιεργείται στους Έλληνες θεατές η ανοχή, η αποδοχή και ο εθισμός στην κατοχή της Κύπρου μας και υπονομεύεται το αντικατοχικό φρόνημα του Ελληνικού Λαού, και εν κατακλείδι εξουδετερώνεται η υποστήριξη του Ελληνικού Λαού προς την Κύπρο. Πρόκειται για δηλητήριο στις φλέβες και η παράλυση που θα προκληθεί θα έχει συνέπειες όχι μόνο για την Κύπρο αλλά και για τον Ελληνισμό γενικότερα.
    Ευνοείται και υποβοηθείται η Τουρκική πολιτική της συνεχούς φθοράς και εκφυλισμού του Κυπριακού και της υποστήριξης που πρέπει να τυγχάνει ως Διεθνές θέμα εισβολής και κατοχής που είναι.
    Βέβαια, συνυπεύθυνη με τον ΑΝΤ1 Ελλάδος πρέπει να είναι και η Ελληνική Κυβέρνηση της οποίας η ασπόνδυλη πολιτική έναντι της Τουρκίας και της Τουρκικής επεκτατικής πολιτικής η οποία ανοικτά και απροκάλυπτα επιβουλεύεται την Ελληνική κυριαρχία , όχι μόνο επιτρέπει,αλλά ευνοεί τέτοιες εξελίξεις.
    Καλούμε τον ΑΝΤ1 να αναλογισθεί τις ευθύνες του και να αποσύρει τη συγκεκριμένη παραγωγή και τον Ελληνικό Λαό να την αγνοήσει , να την μποϋκοτάρει και να οδηγήσει το δηλητηριώδες φίδι έξω από τα Ελληνικά σαλόνια.
    ΣΩΜΑΤΕΙΟ «ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΚΕΡΥΝΕΙΑ »
    Αγίου Ιωάννη 7, Στρόβολος

  10. Γιωργος Χαριτωνιδης said:

    Συμφωνώ απόλυτα με το πιο πάνω κείμενο.Να γιατί δεν δω ποτέ τον Σουλειμάν…Γιατί με αφορά . Γιατί είδα το συγκεκριμένο απόσπασμα τότε όταν πέχτηκε.( Είμαι μακρυα απο εθνικισμούς κτλ ) Πολύ απλά: η σκηνή πέχτηκε σε κλεμμένη περιουσία, τη δική μου.

    • Ευχαριστώ θερμά τον Γιώργο Χαριτωνίδη για τη συνεισφορά αυτού του κειμένου, και αυτής της διάστασης, η οποία αποτελεί το καλύτερο επιχείρημα υπέρ της ερμηνείας που υποστηρίζω: πράγματι, ένα από αυτά τα σήριαλ περιείχε σκηνές που γυρίστηκαν στη βόρεια Κύπρο, και πράγματι έγιναν αυτά τα διαβήματα στα κανάλια που το προβάλανε. Αποτέλεσμα; Τόσο το κανάλι, όσο και -κυρίως- οι Έλληνες τηλεθεατές και τηλεθεάτριες, έγραψαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους αυτή τη διαμαρτυρία και συνέχισαν άπληστα την προβολή και αντίστοιχα την παρακολούθηση του σήριαλ.
      Αυτό επιβεβαιώνει περίτρανα ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν «παρασύρθηκαν», ότι η παρακολούθηση αυτή δεν είναι καθόλου αποτέλεσμα «αποχαύνωσης» και «παθητικότητας», αλλά είναι μία συνειδητή απόφαση και αντιστοιχεί σε μία πολύ έντονη επιθυμία, τόσο έντονη που να υπερκαλύπτει το μίσος και την nationally correct υποχρέωση να αγνοούμε και να μποϊκοτάρουμε οτιδήποτε έχει σχέση με το «ψευδοκράτος».

  11. tamistas said:

    Όταν πρωτοείδα βιαστικά το άρθρο περί Σουλεϊμάν μου φάνηκε ενδιαφέρουσα η εξήγηση που έδινε, δεν είχα χρόνο να την καλοσκεφτώ, έπειτα ξεχάστηκα. Σήμερα βλέπω ότι αναπτύχθηκε διάλογος. Ας πω λοιπόν καθυστερημένα ότι απ’ την ελάχιστη εμπειρία που έχω απ’ τη μάνα μου και λίγες ακόμη κυρίες, η ανάλυση επιβεβαιώνεται. Ντρέπεται λίγο η μάνα μου, λέει «τι να κάνω, δεν έχει τίποτε άλλο το χαζοκούτι», αλλά κρύβει, χωρίς επιμέλεια, ένα θαυμασμό για τα διαδραματιζόμενα στη μικρή της οθόνη. Πετάει κανένα «κοίτα, οι Τουρκαλάδες», αλλά αναπολεί καλύτερα με τους έρωτες της ανατολής, απ’ ό,τι έκανε με τη «Βέρα στο δεξί».
    Μου άρεσε ο όρος κυβερνοοτροπία. Για το λινκ στον Βίρνο δεν μπορώ να πω το ίδιο, αφού δεν παίζει.

    • Α.Γ. said:

      Θενκς για το σχόλιο και για το feedback! Ναι, καμιά φορά με τα λινκ γίνεται ένα μπέρδεμα που δεν έχουμε ακόμα βρει πού οφείλεται. Για δες τώρα; Σε μένα φαίνεται να λειτουργεί.

      • tamistas said:

        Μια χαρά. Γνωστό το άρθρο, θα το ξαναδιαβάσω.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: