Αντι- αντι- παρασιτισμός

της Jeanette Samyn

«Κάθε σφαίρα έχει και ένα τρίτο»

Peter Sloterdijk

Δε χρειάζεται να πάει κανείς μακριά για να βρει το παράσιτο στη σύγχρονη αμερικάνικη πολιτική σκηνή. Κάθε φορά που μία γυναίκα αποκαλείται welfare queen[i], κάθε φορά που ένας πολιτικός λέει ότι είναι αντίθετος στις κυβερνητικές παροχές και κάθε φορά που ένας καπιταλιστής συγκρίνεται με βαμπίρ, επικαλούμαστε την έννοια του παρασιτικού. Είναι εύκολο να το συναντήσει κανείς ακόμα και στα νέα σχετικά με τις προεδρικές εκλογές: Ο Romney, που είχε άλλοτε αποκαλεστεί και «άρπαγας καπιταλιστής» από τον Rick Perry, πρόσφατα πήρε τον τίτλο του «παρασιτικού καπιταλιστή» από τον Pete Kotz του Village Voice, και επίσης πλέον είναι κοινή γνώση ότι η καμπάνια του Ομπάμα θα αποστραγγίσει την περίοδο του πρώην δήμαρχου της Μασαχουσέτης στην επενδυτική εταιρία Bain Capital για ό, τι έχει να προσφέρει, ακόμη και ενάντια στην επιθυμία κάποιου σαν του Cory Booker, του δημάρχου του Newark. Στο μεταξύ ο πρόεδρος Ομπάμα έχει χαρακτηριστεί παράσιτο από τους πάντες, από τον Βλαντιμίρ Πούτιν μέχρι τον Rush Limbaugh.

Αλλά το να χαρακτηρίσεις κάποιον παράσιτο σημαίνει να εκτοξεύεις μία αμφιλεγόμενη προσβολή. Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει οποιονδήποτε, από μετανάστες εργάτες μέχρι μέλη του Κονγκρέσου: τον επικαλούμαστε όταν μιλάμε για αυτούς που θέλουν αυτό που έχουν οι άλλοι, συμπεριλαμβανομένων των συγγενών που εμφανίζονται «από το πουθενά» όταν κάποιος γίνεται διάσημος ή πεθαίνει∙ όταν μιλάμε για αυτούς που αφαιμάσσουν άλλους από χρόνο και χρήμα, συμπεριλαμβανομένων των αιώνιων άφραγκων και των εραστών∙ και για αυτούς που θεωρούνται αντιπαραγωγικοί, ειδικά τους τραπεζίτες, τους άνεργους, τους άστεγους, τους δάσκαλους και οποιονδήποτε άλλον θεωρείται ότι ρουφά από τη ρώγα του καπιταλισμού ή του φιλελεύθερου κράτους- τα οποία και τα δύο, ούτως ή άλλως, περιγράφονται ως παρασιτικά από μόνα τους. Το παράσιτο μπορεί να είναι αριστερό ή δεξιό,  πλούσιο ή φτωχό, αδύναμο ή δυνατό, υγειές ή άρρωστο -απλά εξαρτάται από το ποιος το περιγράφει.

Δεν ήταν πάντα έτσι. Τα παράσιτα κάποτε ήτανε θετικές μορφές∙ στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία το να είσαι παράσιτο σήμαινε να είσαι διασκεδαστής∙ ένας χορηγός συμβουλών, ένας προσκεκλημένος σε δείπνο. Συχνά σήμαινε το να είσαι ιερέας, κάποιος που άξιζε τη φιλοξενία στα τραπέζια των πλουσίων. Με το πέρασμα του χρόνου αυτός ο αρχαίος τόπος εξελίχθηκε στο να περιγράφει κάτι το αρνητικό, έναν τρακαδόρο που ζητιανεύει γεύματα και αποστραγγίζει πόρους χωρίς να δίνει τίποτα για αντάλλαγμα. Αργότερα, άρχισε να χρησιμοποιείται από βοτανολόγους και βιολόγους ώστε να περιγράψει φυτά και ζώα που ζουν παραπλεύρως, εντός ή μαζί και γενικά εις βάρος οργανισμών διαφορετικών είδών, και από τότε οι βιολογικές και κοινωνικές συνδηλώσεις του όρου ενημερώνουν η μία την άλλη, ακόμα κι αν έχουν πάρει άλλους δρόμους. Δεν είναι σπάνιο, εν τέλει, να χαρακτηρίζουν παρασιτοειδές έναν «αργόσχολο» ή να θεωρούν έναν «τρακαδόρο» κάτι λιγότερο από άνθρωπο.

Δοθέντος του περίπλοκου νοήματος του παρασιτισμού, δεν θα  πρέπει να μας εκπλήσσει ότι οι Αμερικάνοι δύσκολα μπορούν να συμφωνήσουν στο τι μετράει ως παράσιτο. Αλλά, όταν έχουμε φτάσει στο σημείο όπου σχεδόν ο καθένας μπορεί να χαρακτηριστεί (και όντως να χαρακτηρίζεται) παράσιτο είναι ώρα να δεχθούμε πως ο όρος έχει εξωθηθεί στα εννοιολογικά του όρια. Ο ίδιος ο όρος παράσιτο αφαιμάσσεται∙ γίνεται ένα άδειο σημαίνον.

Ακόμα και σε ένα βιολογικό πλαίσιο ο όρος έχει εξαντληθεί: οι  επιστήμονες το βρίσκουν όλο και περισσότερο δύσκολο στο να αποφασίσουν ποιες σχέσεις είναι παρασιτικές. Έχει γενικά συμφωνηθεί ότι η ταινία είναι παρασιτικός οργανισμός αντί για συμβιωτικός: η ταινία καταστρέφει τον οικοδεσπότη του αντί να μοιράζεται ισότιμα με αυτόν τα οφέλη που αποκομίζει. Άλλα αδιαμφισβήτητα παράσιτα περιλαμβάνουν το Gnathia marleyi, ένα παρασιτικό οστρακόδερμο που πρόσφατα πήρε το όνομα του από τον Bob Marley, που συναντάται σε κοραλλιογενείς υφάλους στην Καραϊβική, καθώς και το πολυαγαπημένο στο YouTube, Cotesia glomerata, μία σφήκα που τοποθετεί τα αυγά της στην προνύμφη της κάμπιας μέχρι τα παρασιτοειδή αυγά της να εκραγούν από το σώμα των καμπιών αφήνοντάς τες να πεθάνουν. Αλλά τι να πει κανείς και για τη σχέση μεταξύ των δίθυρων μαλακίων που ζουν βαθιά στον ωκεανό και των θειούχων-οξειδωτικών βακτηρίων από τα οποία παίρνουν την ενέργειά τους; Το βακτήριο χαρακτηρίζεται παράσιτο διότι προμηθεύεται τροφή και στέγη από το μαλάκιο, αλλά παρόλα αυτά, εάν το βακτήριο δε μπορεί να ζήσει χωρίς τον οικοδεσπότη του τότε ομοίως και το μαλάκιο δε μπορεί να ζήσει χωρίς τα παράσιτά του. Πράγματι, όπως γράφει ο Claude Combes στο The Art of Being a Parasite, η διάκριση μεταξύ παρασίτων και συμβιωτικών οργανισμών «είναι αρκετά αυθαίρετη».

Κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, οι επιστήμονες άρχισαν να θεωρούν τα παράσιτα και άλλους παθογενείς οργανισμούς, όχι απλά ως προβλήματα, αλλά ως δομικά στοιχεία οικοσυστημάτων. Το ρεπορτάζ της Jennifer Ackerman για το τεύχος του Ιουνίου του περιοδικού Scientific American πρότεινε στους αναγνώστες του να δουν το σώμα ως ένα «κοινωνικό δίκτυο» ανθρώπινων  κυττάρων και μικροβίων αντί ως αποκομμένες φυσιολογικές νησίδες. Πολλά από τα μικρόβια τα οποία προηγουμένως θεωρούταν παθογενή, εξηγεί η Ackerman, βρέθηκε ότι ήταν συμβιωτικά- όχι απλοί ‘τζαμπατζήδες’. Παρ ότι η Ackerman επικεντρώνεται στους παθογενείς οργανισμούς  και όχι συγκεκριμένα στα παράσιτα, υπονομεύει το μύθο του παράσιτου σε δύο διαφορετικά μέτωπα: καταρχήν, ισχυριζόμενη πως οι οργανισμοί που θεωρούμε καταστροφικούς είναι σημαντικοί για ένα δεδομένο περιβάλλον ∙ και δεύτερον προτείνοντας πως οι άνθρωποι δεν είναι, όπως πίστευαν προηγουμένως οι επιστήμονες, «φυσιολογικές νησίδες, πλήρως ικανές στο να ρυθμίζουν τις εσωτερικές τους διαδικασίες». Συμπτωματικά, το τεύχος του Ιουλίου του Scientific American είναι πάνω στην «Εξέλιξη της Συνεργασίας». Με τέτοιου είδους ισχυρισμούς το περιοδικό τείνει να γίνει άθελά του το πιο αριστερό περιοδικό στις Η.ΠΑ.

Η σχέση μεταξύ παρασίτων και ανοσίας φιγουράρει συχνά σε θεωρίες που έχουν να κάνουν με τη συντήρηση παρασίτων, οι οποίες επίσης αναγνωρίζουν τη σημασία των παρασίτων σε οικοσυστήματα, γενικότερα σε μεγαλύτερη κλίμακα από το ανθρώπινο σώμα. Φυσικά ο οποιοσδήποτε  έχει ταινία θα πει πως τα βιολογικά παράσιτα μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες καταστροφές στο σώμα κάποιου. Τα παράσιτα είναι από μόνα τους επικίνδυνα, μπορούν να προκαλέσουν θάνατο και νοσηρότητα σε μεμονωμένους οργανισμούς και ολόκληρους πληθυσμούς. Έχοντας πει όμως αυτό, τα παράσιτα είναι επίσης διαμεσολαβητές, και υπ’ αυτήν την έννοια είναι σημαντικά όχι μόνο για την ανοσία, αλλά και για τη συνύπαρξη μεταξύ των ειδών, τη σύνθεση της κοινότητας (ή την αναλογία του πληθυσμού σε σχέση με  μια δεδομένη περιοχή) και τη βιοποικιλότητα. Αν χάνονταν αυτοί οι διαμεσολαβητές, οι συντηρητές υποστηρίζουν, θα προκαλούνταν σημαντικά προβλήματα για κάθε δεδομένο οικοσύστημα.

                                                                         ***

Αυτή η στροφή υπέρ του παράσιτου στην επιστήμη  -ή αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε αντι-αντι-παρασιτική στροφή-  τις δύο τελευταίες δεκαετίες θέτει σε αμφισβήτηση την καθομιλουμένη σημασία του όρου. Το παράσιτο δεν είναι κάτι που απλά παίρνει μη δίνοντας τίποτα πίσω. Τα παράσιτα τώρα θεωρούνται ως ένα εγγενές αγαθό: ένα αλλόκοτο αλλά απαραίτητο κακό για τη διατήρηση των οικοσυστημάτων και της βιοποικιλότητας και ένας κρίσιμος καταλύτης για την εξέλιξη. Υπ’ αυτήν την έννοια, ο όρος μπορεί μερικώς να επιστρέψει πίσω στην κατεύθυνση του αρχικού του νοήματος – τουλάχιστον σε ένα επιστημονικό πλαίσιο.

Αυτό δε σημαίνει πως τα παράσιτα είτε δεν υπάρχουν ή ότι πρέπει να δούμε κάθε έμβιο οργανισμό ως παράσιτο- ένα κοινό, αν και ακατέργαστο, συμπέρασμα, από το έξοχο βιβλίο του Michael Serres The Parasite. Αντί αυτού καλά θα κάνουμε να αναγνωρίσουμε ότι τα παράσιτα – ανθρώπινα και μη- τρέφονται όχι από μεμονωμένα άτομα, αλλά από σχέσεις. Διακόπτουν τις διασυνδέσεις ενός μεμονωμένου ατόμου και της πηγής τροφής του, τις διασυνδέσεις μεταξύ κοινοτήτων, μεταξύ ενός οργανισμού και του νεογνού του.

Τα παράσιτα ανακατευθύνουν αγαθά, ενέργεια, ζωή, χρήματα και χρόνο με το να αναδιαπραγματεύονται αυτές  τις σχέσεις. Με αυτόν τον τρόπο ο κούκος παίρνει τροφή και προστασία για τον απόγονό του: όταν ένα άλλο πουλί εναποθέτει τα αυγά του, ο κούκος έρχεται, πετάει τα αυγά του άλλου πουλιού εκτός της φωλιάς και εναποθέτει τα δικά του στη θέση τους. Ο κούκος προσαρμόζει τη σχέση μητέρας-παιδιού ενός άλλου είδους σε ένα διαφορετικό σκοπό: το άλλο πουλί ξεγελιέται και περνάει τα αυγά του κούκου ως δικά του. Ο χρηματιστής και η φανταστική welfare queen κάνουν το ίδιο πράγμα- διοχετεύουν «νόμιμες» ή «φυσικές» σχέσεις στους δικούς τους σκοπούς. Δεν αναδιανέμουν γιατί δεν τους ενδιαφέρει τι είναι δίκαιο. Αντί γι’ αυτό, ο παρασιτισμός  συνδυάζει την κατάληψη και την παρεκτροπή ∙ μας θυμίζει ότι υπάρχει μία τρίτη μορφή σχέσης που δεν αναφέρεται ούτε στη συμμετοχή και ούτε στην αποστασιοποίηση, ούτε στην εξάλειψη και ούτε στην αναδιανομή, αλλά στη χρήση για άλλο σκοπό.

Θα ήταν κρίμα να αφήσουμε τις πολιτικές και κοινωνικές δυνατότητες του όρου «παράσιτο» να ξεπεράσουν τα εννοιολογικά τους όρια και να περάσουν στη λήθη. Με το να αναδιευθύνει ήδη ασύμμετρες σχέσεις, το παράσιτο -κοινωνικό ή βιολογικό- μπορεί να μας βοηθήσει να ξαναφανταστούμε όχι απλά πολιτικές και κοινωνικές δομές, αλλά σχέσεις: αν αποδεχτούμε και είμαστε διατεθειμένοι να γίνουμε παράσιτα,  είμαστε πάντα διατεθειμένοι να δεχτούμε να γίνουμε αφενός κάτι εκτός κοινωνικής συνοχής και οργάνωσης, αλλά αφετέρου κάτι που είναι πάντα εξαρτημένο απ’ αυτές.  Γιατί το παράσιτο παίρνει από τον οικοδεσπότη του, χωρίς ποτέ να παίρνει τη θέση του∙ δημιουργεί καινούργιο χώρο, τρεφόμενο από περισσεύματα, κάποιες φορές σκοτώνοντας, αλλά συχνά ενδυναμώνοντας το περιβάλλον του.

                                                                                       ***

Όταν αποκαλούμε τους άλλους παράσιτα, προδίδουμε την πολιτική μας και συχνά τα εκάστοτε προνόμιά μας. Κάθε πολιτική έχει κάτι να πει για το παράσιτο -δεν υπάρχει, δε θα έπρεπε να υπάρχει, θα υπάρχει για πάντα και θα πρέπει να καταπολεμείται, να αγνοείται ή να φροντίζεται. Σχεδόν όλες όμως οι πολιτικές θέτουν σε λειτουργία τη σύγχρονη, αρνητική έννοια αυτής της μορφής -ακόμη κι αν είναι αυτές που του  δίνουν αξία. Γιατί όταν δίνουμε αξία στο παράσιτο σήμερα, τείνουμε να το κάνουμε εφόσον το ορίζουμε ως μία καταστρεπτική δύναμη, κάτι που τρέφεται από περισσεύματα και απορρίμματα.

Αλλά τι θα γινόταν αν αφήναμε τις πρόσφατες εξελίξεις στον τρόπο με τον οποίο οι βιολόγοι αντιλαμβάνονται τα μη-ανθρώπινα παράσιτα να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για τα κοινωνικά παράσιτα, όπως ακριβώς η ιδέα του κοινωνικού παράσιτου έχει στο παρελθόν επηρεάσει τη βιολογική έννοια του όρου; Τι θα γινόταν αν θεωρούσαμε πως αυτή η μορφή που φημίζεται για τον ατομισμό και τον εγωισμό της, είναι στην πραγματικότητα σημαντική ακόμα και για πιο κοινοτιστικές πολιτικές; Τι θα γινόταν αν το παράσιτο, που ακμάζει στην ασυμμετρία η οποία όλοι ξέρουμε ότι υπάρχει, θέσει σε αμφισβήτηση τη σχέση μας με ιδέες όπως η παραγωγικότητα, η κοινότητα και  η αξία; Τι θα γίνει αν, με άλλα λόγια, σκεφτούμε το παράσιτο ως θετικό πολιτικό αγαθό;

Σίγουρα δεν είναι δύσκολο να σκεφτούμε λόγους ώστε να μην το κάνουμε: το κοινωνικό παράσιτο έχει από καιρό γίνει ένα βασικό σήτριγμα αριστερών και δεξιών πολιτικών, από τις πρώιμες κριτικές κατά του χρηματιστή-κομπιναδόρου μέχρι τις σύγχρονες κριτικές του Obamacare, και δικαίως. Θεωρούμε τα παράσιτα αντίθετα από πράγματα όπως η προσπάθεια, η εργασία και πάνω απ’ όλα τα λειτουργικά συστήματα- η γαλλική λέξη για το ‘θόρυβο’ και το ‘παράσιτο’ σε ένα σύστημα (“bruits parasites”) είναι άλλωστε η ίδια. Και από την άλλη, το παράσιτο πάντα σχετιζόταν με τους πλουσιότερους και τους φτωχότερους, τους πιο ευπαθείς και τους πιο εκμεταλλευτές: είναι δύσκολο να λάβουμε υπόψη μας μια μορφή η οποία σχετίζεται και με τις δύο αυτές θέσεις, για να μην πούμε γενικότερα με το θάνατο και την καταστροφή. Αλλά αν αποδεχτούμε την παρασιτική σχέση για αυτό που είναι –μια ασύμμετρη μεσολάβηση στην ανθρώπινη, φυτική και ζωική ζωή– ίσως αρχίσουμε να βλέπουμε αξία στους τρόπους με τους οποίους τα παράσιτα μεταφράζουνε το εντός και το εκτός, τη δουλειά και την αργία, τη φροντίδα και την παραμέληση. Αυτό θα μας οδηγήσει, αν όχι σε μια εξ ολοκλήρου πριμοδότηση του παράσιτου,  τουλάχιστον σε μια πολιτική που μπορεί  να ονομαστεί ως αντι-αντι-παρασιτική.

Τείνουμε να ορίζουμε τη ζωή με όρους παραγωγικότητας και εργασίας. Τα παράσιτα σχετίζονται με αδρανή, παθητική καταστροφή, αλλά καλά θα κάνουμε να δούμε τη αξία τους ως εκτεθείσα κάπου ανάμεσα στη μεσολάβηση και την κατάλυση της ετερογένειας και της αλλαγής. Υπ’ αυτήν την έννοια η μορφή του παράσιτου μπορεί να γεφυρώσει το κενό μεταξύ ποικίλων ρευμάτων πολιτικών αντίστασης που επικεντρώνονται υπερβολικά στην παραγωγικότητα (ή την μη-παραγωγικότητα ή την αντιπαραγωγικότητα)- ειδικά τώρα που ένα τόσο μεγάλο μέρος της αντικαπιταλιστικής σκέψης μετέθεσε την εστίασή του από την παραγωγή, στην κυκλοφορία και στη διανομή, από τον τύπο της παλαιάς [μεγάλης διάρκειας]  οργάνωσης της αριστεράς, σε αυτές που επικεντρώνονται σε ριζοσπαστικές δράσεις (που κάνουν  αξιώσεις για αυθορμητισμό). Τα παράσιτο δρα, αλλά χαρακτηρίζεται από παρατεταμένη δράση σε σχέση με άλλους. Υπ’ αυτή την έννοια το παράσιτο είναι πολύ περισσότερο κατάλληλη μορφή για οικολογικές και δυναμικές οπτικές της ζωής από οργανισμούς ή κοινωνικούς τύπους που κατανοούνται ως απομονωμένοι στις ταυτότητές τους.

Η πολιτική αξία του παράσιτου ενυπάρχει λιγότερο στο απόφθεγμα «δύναμη στο παράσιτο και επομένως στη μη-δουλειά», αλλά σε κάτι σαν «δύναμη στο παράσιτο και επομένως στην ετεραρχία». Το ρητό του Μάρξ, που το έχει προσαρμόσει από τον Louis Blanc, «από τον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» μπορεί να αντέχει μια πολιτική του παρασίτου ∙ το «ο καθένας να προσφέρει το δίκαιο μερίδιό του» ή το Σοβιετικό «από τον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του, στον καθένα ανάλογα με τη δουλειά του» δε μπορούν. Όπως το λούμπεν προλεταριάτο του Frantz Fanon- ένας απαραίτητος καταλύτης για αντίσταση αλλά επίσης και μια βαθιά απρόβλεπτη, αποσταθεροποιητική δύναμη- το παράσιτο μας κάνει να διερωτηθούμε και ίσως να ενδυναμώσουμε τη δέσμευσή μας ενάντια στους αποκλεισμούς. Επίσης, υπονομεύει απλοϊκές απόψεις περί οριζοντιότητας, γιατί η μορφή του παράσιτου γίνεται ολοένα και περισσότερο προβληματική όσο πιο κοντά φτάνει κανείς στην Ουτοπία. Το παράσιτο είναι μια μορφή ασυμμετρίας: ασυμμετριών εργασίας, φροντίδας, συναισθήματος, δέσμευσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ιστορικές συνθήκες είναι στη ρίζα πολλών από αυτών των ασυμμετριών, αλλά ακόμη και αν ένας καλύτερος κόσμος μπορούσε να εξαλείψει (για να μην πούμε εκκαθαρίσει) όλη την ασυμμετρία, θα έπρεπε να το κάνει; Είναι μία ερώτηση για το πόσο περιεκτικοί είμαστε διατεθειμένοι να είμαστε. Διότι εφόσον διαμεσολαβεί μεταξύ της κοινότητας και του εκτός της, το παράσιτο δε γνωρίζει όρια. Διαρρηγνύει κλειστές κοινότητες. Υπονομεύει την αντιληπτή διαφορά μεταξύ οργανισμών που θεωρούνται ιδεολογικές ή κοινωνικές νησίδες ∙ για αυτό το λόγο ίσως και να είναι η καλύτερη μορφή για να συνδυάσουμε τη διαλεκτική με τη δυστροπία. Το αποκλείουμε με δικό μας ρίσκο.

                                                                                                   
                                                                                                       Μετάφραση: Πάνος Κομπατσιάρης
Πρώτη δημοσίευση: 18 Σεπτεμβρίου 2012, The New Inquiry

[i] Το ‘welfare queen’ είναι μία υποτιμητική φράση που χρησιμοποιείται στις ΗΠΑ για να χαρακτηρίσει αυτούς  που κατηγορούνται ότι λαμβάνουν υπερβολικά επιδόματα πρόνοιας συνήθως μέσω απάτης ή παραποίησης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: