Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος,Μνήμη,Πολιτική

Νάξος: το ηθικό μειονέκτημα της δεξιάς

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Tη δεκαετία του 90, είχε γνωρίσει ιδιαίτερη διάδοση ένας τύπος λόγου βασισμένος στο ρητορικό ερώτημα «για σκεφτείτε τι θα είχε γίνει αν είχε επικρατήσει η αριστερά στον εμφύλιο», αυτή τη φορά ενισχυμένος και από την δημόσια αυτομαστίγωση μετανοημένων αριστερών («ευτυχώς που δεν νικήσαμε σύντροφοι» και δε συμμαζεύεται). Η αυτομαστίγωση αυτή παρατείνεται άλλωστε και στις μέρες μας από νέες γενιές μεταμεληθέντων (και μεταμεληθεισών, π.χ. Σώτη Τριανταφύλλου).

Την εβδομάδα που πέρασε, προέκυψε ένα περιστατικό το οποίο, αν ενταχθεί σε μια προοπτική, δίνει στο υποθετικό αυτό ερώτημα μία έμπρακτη απάντηση αρκετά διαφορετική από αυτήν που εκλαμβάνεται ως αυτονόητη (ότι δηλαδή θα είχε επικρατήσει ένα καθεστώς μονομέρειας και μισαλλοδοξίας). Όπως έγινε γνωστό, το δημοτικό συμβούλιο της Νάξου απέρριψε πρόταση να προστεθεί η προσωνυμία «Μανώλης Γλέζος» Συνέχεια

Κλασσικό
πόλεμος,Έθνος κράτος,Πάλη των τάξεων,έξοδος

1915: Ο διχασμός ως έξοδος και ως λιποταξία

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Τη χρονιά που πέρασε –την εκατοστή επέτειο από τα γεγονότα- κυκλοφόρησε το βιβλίο τού Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου 1915. Ο εθνικός διχασμός (Πατάκη, Αθήνα 2015). Πρόκειται για ένα βιβλίο που εξαρχής αυτοπαρουσιάζεται με αρκετά «υψηλό προφίλ» και με κάποια συγκινησιακή φόρτιση: ο συγγραφέας πιστώνει στον εαυτό του μία ερμηνεία (και όχι μια απλή εξιστόρηση) για το φαινόμενο του διχασμού, και μάλιστα κατ’ αυτόν τη μόνη άξια λόγου ερμηνεία, εφόσον από την πρώτη ήδη σελίδα απορρίπτει όλες τις άλλες που διάβασε τα τελευταία χρόνια ως «απογοητευτικές». Εκφράζει μάλιστα και σχετικό παράπονο για το ότι η ερμηνεία αυτή «δεν προκάλεσε συζήτηση».

Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Καλά κάνει. Το σημείωμα αυτό δεν το γράφω για να πω ότι πρέπει να είμαστε σεμνοί. Αντιθέτως, το γράφω ακριβώς ώστε από τη μεριά μου να «σηκώσω το γάντι» αυτής της πρόκλησης, να κάνω συζήτηση γύρω από αυτή την ερμηνεία και να αντιπροτείνω μία άλλη, δική μου.

Αυτή η άλλη ερμηνεία είναι η εξής: ότι τον εθνικό διχασμό (του 1915 και, ίσως, κάθε άλλον) δεν πρέπει να τον δούμε ως μία σύγκρουση ανάμεσα σε δύο εναλλακτικά «προτάγματα» για το τι είδους κράτος επιθυμούμε. Πρέπει να τον δούμε, ριζικότερα, ως τον διχασμό ανάμεσα στην επιθυμία του κράτους και την μη επιθυμία του κράτους (ή την επιθυμία του μη κράτους). Το διχασμό δεν τον προκαλεί μία διαφωνία γύρω από το πώς να οργανώσουμε το κράτος, αλλά τον Συνέχεια

Κλασσικό