Αυτονομία,Χώρος,Ψυχανάλυση,κομμουνισμός,ναζισμός

Πάολο Βίρνο: Η φρίκη των πατρίδων

Για να βρούμε μία άκρη μέσα στην απερίγραπτη σύγχυση των «ριζών», θα ήταν χρήσιμο να στραφούμε ένα σύντομο δοκίμιο του Φρόιντ, το Ανοίκειο. Στις σελίδες του λέγεται ό,τι είναι αναγκαίο να ειπωθεί σχετικά με τις επικλήσεις της «καταγωγής» (του έθνους, της εθνότητας, των πολιτιστικών παραδόσεων κ.λπ.) οι οποίες κατά καιρούς κατακλύζουν τη μεταμοντέρνα μητρόπολη.

Ο Φρόιντ παρατηρεί ότι ο γερμανικός όρος heimlich, με τον οποίο δηλώνεται ό,τι «παραπέμπει στην εστία» και μεταδίδει μια αίσθηση οικειότητας, «αναπτύσσει το νόημά του κατά τρόπο αμφίσημο, σε σημείο να συμπίπτει τελικά με το αντίθετό του: το unheimlich» [Freud 1919: 277]. Το οικείο μετατρέπεται σε ανησυχητικό, το προστατευτικό είναι ταυτόχρονα απειλητικό, η πολυπόθητη ρίζα αποκαλύπτεται δυσοίωνη παγίδα. Καθοδηγημένος από τη μητρική του γλώσσα (χρησιμοποίησε το λεξικό που συνέταξαν οι αδελφοί Γκριμμ, οι συγγραφείς παραμυθιών που τα ίδια αποτελούν αξιοθαύμαστα Συνέχεια

Κλασσικό
Εθνικισμός,Ελληνική κρίση,Πολιτική,Ψυχανάλυση

H «μάφια των εθνομηδενιστών» και ο … ευνουχισμένος θάνατος (μια απάντηση στον κ. Μίκη Θεοδωράκη)

του Άκη Γαβριηλίδη

Την 1η Νοεμβρίου 2011, στο MEGARON PLUS, έλαβε χώρα συμπόσιο με τίτλο «Ο Εικοστός αιώνας στην ποίηση του Ελύτη. Η ποίηση του Ελύτη στον εικοστό πρώτο αιώνα». Στο συμπόσιο αυτό μίλησε μεταξύ άλλων και ο μουσικοσυνθέτης και πολιτικός κ. Μίκης Θεοδωράκης, το δε κείμενο της ομιλίας του αναρτήθηκε στο ιστολόγιο «Ο Μίκης και οι φίλοι του στην Κρήτη», όπου το είδα κι εγώ.

Διαβάζοντάς το, με σχετική έκπληξη διαπίστωσα ότι κύριο αντικείμενο ενασχόλησης του κειμένου αυτού, ακόμη κυριότερο κι απ’ τον Οδυσσέα Ελύτη, αποτελεί … ο υποφαινόμενος, και ειδικότερα το βιβλίο που είχα βγάλει το 2006 από τις εκδόσεις futura με τίτλο Η αθεράπευτη νεκροφιλία του Ριζοσπαστικού Πατριωτισμού. Ρίτσος, Ελύτης, Θεοδωράκης, Σβορώνος. Μετά από μία σύντομη, λίγο-πολύ συμβατική και Συνέχεια

Κλασσικό
Βία,Κινήματα,Πολιτική,Ψυχανάλυση

Οι καθηγητές τού τίποτα. Η αντι-εξέγερση ως πολιτική επιστήμη

του Άκη Γαβριηλίδη

Ο αμερικανός μυθιστοριογράφος Ντάσιελ Χάμμεττ παρατηρούσε κάποτε:

«Απ’ όλες τις εθνικότητες που οδηγούνται στα δικαστήρια, αυ­τοί που είναι πιο δύσκολο να καταφέρεις να καταδικαστούν είναι οι Έλληνες. Ο Έλληνας αρνιέται αδίστακτα τα πάντα, ανεξάρτητα απ’ το πόσο ακλόνητες είναι οι αποδείξεις. Και τίποτα δεν εντυπωσιάζει περισσότερο τους ενόρκους από μια ξερή δήλωση ότι κάτι είναι έτσι, άσχετα απ’ την απιθανότητα της δήλωσης ή τον φανερό παρα­λογισμό της μπροστά στις συντριπτικές αποδείξεις για το αντίθετο»[1].

Φαίνεται ότι η παραδοσιακή αυτή τακτική εξακολουθεί να γνωρίζει μεγάλο σουξέ μεταξύ των Ελλήνων εν Αμερική, αν κρίνουμε από την αγωνιώδη προσπάθεια που είχε αναλάβει καθ’ όλη τη διάρκεια του 2009 ο κ. Στάθης Καλύβας, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο Γέιλ, να μας κοινοποιήσει (σε εμάς και σε πολλά διαφορετικά κοινά) την άποψή του για όσα συνέβησαν στην Ελλάδα τον Δεκέμβρη του 2008. Ο εν λόγω καθηγητής, από κοινού με τον εκ Θεσσαλονίκης ομόλογό του Νίκο Μαραντζίδη, πήραν σβάρνα εφημερίδες και Συνέχεια

Κλασσικό
υποκειμενικότητα,Έθνος κράτος,Βιοπολιτική,Εθνικισμός,Ιστορία,Μετακίνηση,Μνήμη,Τραύμα,Ψυχανάλυση

Εμείς οι έποικοι

του Άκη Γαβριηλίδη[1]

I.

O Μουσταφά[2] είναι ένας άντρας περίπου 40 χρονών, που γεννήθηκε στο Ντιγιάρμπακιρ και όταν ήταν 5 χρονών οι γονείς του μετανάστευσαν στην Καρπασία, στη βορειοανατολική Κύπρο.

Στην Καρπασία υπήρχαν, και υπάρχουν, αρκετοί Ελληνοκύπριοι (ή «Ρωμιοί» –Rum, όπως τους λένε στα τουρκικά), οι οποίοι στο politically correct λεξιλόγιο της Κυπριακής Δημοκρατίας αποκαλούνται ακόμη «εγκλωβισμένοι»· ένας όρος μάλλον αταίριαστος, καθόσον εδώ και καιρό κανείς δεν τους εμποδίζει να φύγουν από εκεί. Το 1974, στην Καρπασία δεν έγιναν συγκρούσεις –ο τουρκικός στρατός αποβιβάστηκε στην Κερύνεια και εν συνεχεία κατευθύνθηκε προς το νότο- και, όταν ηρέμησαν τα πράγματα, οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί προτίμησαν να παραμείνουν. Ο μικρός Μουσταφά, λοιπόν, μεγαλώνοντας, ερχόταν σε επαφή με τους ελληνόφωνους γείτονές του και έτσι έχει μάθει αρκετά καλά ελληνικά –για την ακρίβεια, έχει μάθει την ελληνοκυπριακή διάλεκτο, της οποίας διασώζει μια παλαιότερη μορφή που σε λίγα χρόνια ίσως να είναι δυσνόητη ακόμα και για τους ελληνοκύπριους του νότου, οι οποίοι όλο και περισσότερο προσαρμόζονται στην θεωρούμενη «υψηλή ποικιλία» της ελληνικής (αυτή που μιλιέται στην ΕΡΤ και γράφεται στις εφημερίδες, τα εκπαιδευτικά εγχειρίδια κ.λπ.).

Συνέχεια

Κλασσικό