Εθνικισμός,ΜΜΕ,Μνήμη

Γιατί βλέπω τον Σουλεϊμάν

του Άκη Γαβριηλίδη

 Πρόσφατα, βρέθηκα στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, όπου παρακολούθησα το συνέδριο με τίτλο «Θεσσαλονίκη, πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα», στο οποίο ήμουν και εισηγητής.

Η εμπειρία της συμμετοχής σε αυτό το συνέδριο ήταν για μένα ένα είδος απρογραμμάτιστης «συμμετοχικής ανθρωπολογικής παρατήρησης­» από μόνη της. Ίσως με κάποια άλλη ευκαιρία αναφερθώ σε διάφορες άλλες πτυχές αυτών των παρατηρήσεων που μου δόθηκε η ευκαιρία να κάνω. Από την άποψη που με ενδιαφέρει εδώ, θα αναφερθώ στη συμβολή μίας συγκεκριμένης κυρίας, αυτή τη στιγμή δεν θυμάμαι το επίθετό της (ή μάλλον τα επίθετά της, διότι είχε δύο), αλλά είναι εύκολο να το βρει κανείς στο πρόγραμμα –αυτή τη στιγμή βαριέμαι να ψάχνω. Η κυρία αυτή δήλωσε δημοσιογράφος, (φαντάζομαι θα είναι, δεν έχω λόγο να το αμφισβητήσω, αλλά ήταν η μόνη εισηγήτρια για την οποία ο προεδρεύων στη συγκεκριμένη συνεδρία μάς ανακοίνωσε την επαγγελματική ιδιότητα και ορισμένα Συνέχεια

Κλασσικό
Έθνος κράτος,Εθνικισμός,Ιστορία,Μνήμη,Πολιτική,Φύλο,Χώρος

Ποιος απελευθερώθηκε το 1912;

του Άκη Γαβριηλίδη

Τη χρονιά που έρχεται, η Θεσσαλονίκη ετοιμάζεται να γιορτάσει τα «εκατό χρόνια από την απελευθέρωσή της».

Για την ακρίβεια, αυτοί που προς το παρόν ετοιμάζονται να τα γιορτάσουν είναι οι επίσημοι και οι αρχές της πόλης, καθώς και οι επαγγελματίες του είδους (υπεύθυνοι πρακτορείων, διοργανωτές εκθέσεων/ συνεδρίων κ.ο.κ.). Ως προς το θέμα μάλιστα αυτό, προέκυψε ήδη μία διαφωνία: ποιες αρχές είναι οι αρμόδιες για τον εορτασμό; Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ή μήπως το σύνολο των τοπικών αρχών του ευρύτερου οικιστικού συγκροτήματος[1];

Πριν όμως τη διαφωνία αυτή, νομίζω ότι υπάρχει ένα βασικότερο ερώτημα που καλό θα ήταν να τεθεί και να συζητηθεί στο δημόσιο χώρο: με ποια ακριβώς έννοια χρησιμοποιείται εδώ ο όρος «απελευθέρωση»; Συνέχεια

Κλασσικό
υποκειμενικότητα,Έθνος κράτος,Βιοπολιτική,Εθνικισμός,Ιστορία,Μετακίνηση,Μνήμη,Τραύμα,Ψυχανάλυση

Εμείς οι έποικοι

του Άκη Γαβριηλίδη[1]

I.

O Μουσταφά[2] είναι ένας άντρας περίπου 40 χρονών, που γεννήθηκε στο Ντιγιάρμπακιρ και όταν ήταν 5 χρονών οι γονείς του μετανάστευσαν στην Καρπασία, στη βορειοανατολική Κύπρο.

Στην Καρπασία υπήρχαν, και υπάρχουν, αρκετοί Ελληνοκύπριοι (ή «Ρωμιοί» –Rum, όπως τους λένε στα τουρκικά), οι οποίοι στο politically correct λεξιλόγιο της Κυπριακής Δημοκρατίας αποκαλούνται ακόμη «εγκλωβισμένοι»· ένας όρος μάλλον αταίριαστος, καθόσον εδώ και καιρό κανείς δεν τους εμποδίζει να φύγουν από εκεί. Το 1974, στην Καρπασία δεν έγιναν συγκρούσεις –ο τουρκικός στρατός αποβιβάστηκε στην Κερύνεια και εν συνεχεία κατευθύνθηκε προς το νότο- και, όταν ηρέμησαν τα πράγματα, οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί προτίμησαν να παραμείνουν. Ο μικρός Μουσταφά, λοιπόν, μεγαλώνοντας, ερχόταν σε επαφή με τους ελληνόφωνους γείτονές του και έτσι έχει μάθει αρκετά καλά ελληνικά –για την ακρίβεια, έχει μάθει την ελληνοκυπριακή διάλεκτο, της οποίας διασώζει μια παλαιότερη μορφή που σε λίγα χρόνια ίσως να είναι δυσνόητη ακόμα και για τους ελληνοκύπριους του νότου, οι οποίοι όλο και περισσότερο προσαρμόζονται στην θεωρούμενη «υψηλή ποικιλία» της ελληνικής (αυτή που μιλιέται στην ΕΡΤ και γράφεται στις εφημερίδες, τα εκπαιδευτικά εγχειρίδια κ.λπ.).

Συνέχεια

Κλασσικό