πόλεμος,ρατσισμός,Βιοπολιτική,Ιστορία,Κριτική της πολιτικής οικονομίας,Στρατηγική,αποικιοκρατία

Η επανάσταση των νέγρων

των Ερίκ Αλλιέζ – Μαουρίτσιο Λατζαράτο[i]

Η οξυδέρκεια του Κλάουζεβιτς θα τεθεί σε δοκιμασία χάρη σε ένα από τα μείζονα πολιτικά και στρατιωτικά συμβάντα της γαλλικής επανάστασης: την επανάσταση των νέγρων, που αποσπά το κόσμημα της γαλλικής αποικιακής αυτοκρατορίας, τη νήσο του Αγίου Δομίνικου. Η οποία ήταν επίσης, ούτε λίγο ούτε πολύ, η πιο πλούσια αποικία στον κόσμο[1]. Έτσι, είναι πιθανό να πρόκειται εδώ για το πλέον θεμελιώδες συμβάν της επανάστασης εξαιτίας της δύναμης κατεδάφισης (για να μιλήσουμε ντελεζιανά) που κομίζει: με αυτό, το αδιανόητο εισβάλλει αιφνιδιαστικά στην Ιστορία και την κάνει παγκόσμια σε μια επαναστατική προοπτική.

Η πρώτη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση είναι μία επανάσταση σκλάβων. Αφού η γαλλική δημοκρατία αναγκάστηκε να αναγνωρίσει αυτό το τετελεσμένο γεγονός, η επανάσταση όχι μόνο αντιστάθηκε στα στρατεύματα που απέστειλε στο νησί το 1801 ο Ναπολέων για να αποκαταστήσουν την τάξη και τη δουλεία του Μαύρου Κώδικα[2], αλλά και τα κατανίκησε (προκαλώντας 50.000 νεκρούς –δηλαδή πολύ περισσότερους από τις γαλλικές απώλειες στη μάχη του Βατερλώ), όπως είχε Συνέχεια

Κλασσικό
Έθνος κράτος,Ιστορία,αποικιοκρατία

Ξενοκρατία: το Ιόνιο και άλλα ελληνικά κράτη

του Σάκη Γκέκα[i]

Κατά τα τελευταία λίγα χρόνια, οι λέξεις αποικία και προτεκτοράτο κυριαρχούν στις συζητήσεις και τα γραφόμενα σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση στην Ελλάδα, καθώς η διάσημη χώρα παραμένει μπλοκαρισμένη σε μια κρίση χωρίς προηγούμενο (σε καιρό ειρήνης). Από το 2010, η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας είχε ως αποτέλεσμα ανεργία ρεκόρ και οικονομική εξάρτηση, ίσως για πολλά ακόμη χρόνια· η καταστροφή αυτή οδήγησε σε μια ρητορική που μιλά για την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, αφού η χώρα έχει γίνει «αποικία χρέους» και «προτεκτοράτο».

Τον δέκατο ένατο αιώνα, οι Επτανήσιοι επινόησαν μια λέξη για την περίοδο της βρετανικής κυριαρχίας, την οποία ονόμασαν ξενοκρατία –κυριαρχία των ξένων. (…) Αυτή ήταν η πρώτη περίοδος στην ελληνική ιστορία κατά την οποία η αποικιοκρατία, η προστασία, η εξάρτηση και η ξένη κατοχή ήταν έννοιες που υπερέβαιναν τους μεταφορικούς και πολεμικούς τρόπους με τους οποίους χρησιμοποιούνται σήμερα οι λέξεις αυτές, και σε αυτήν εντοπίζονται οι απαρχές της ελληνικής εξάρτησης και αποικιακής (ή «αποικιακής») κατάστασης. Το ημι-αποικιακό κράτος που Συνέχεια

Κλασσικό
Διεθνείς σχέσεις,Ιστορία,Πολιτισμικές σπουδές,ανθρωπολογία

Δυτικός πολιτισμός δεν υπάρχει

του Κουέιμ Άνθονυ Αππάια

Όπως πολλοί Άγγλοι που υπέφεραν από φυματίωση το 19ο αιώνα, ο σερ Έντουαρντ Μπερνέττ Τάιλορ έφυγε στο εξωτερικό κατόπιν ιατρικής συμβουλής, αναζητώντας τον ξηρό αέρα θερμότερων περιοχών. Ο Τάιλορ προερχόταν από ευκατάστατη οικογένεια Κουάκερων επιχειρηματιών, οπότε είχε τα μέσα για ένα μεγάλο ταξίδι. Το 1855, λίγο μετά τα είκοσί του χρόνια, έφυγε για το Νέο Κόσμο, και, αφού έπιασε φιλία με έναν Κουάκερο αρχαιολόγο που συνάντησε στις περιπλανήσεις του, κατέληξε να διασχίζει έφιππος τις εξοχές του Μεξικού, περνώντας μέσα από αζτεκικά ερείπια και σκονισμένα pueblos [χωριά]. Ο Τάιλορ εντυπωσιάστηκε από τις «αποδείξεις για έναν τεράστιο αρχαίο πληθυσμό» που βρήκε εκεί. Αυτό του δημιούργησε έναν ενθουσιασμό για τη μελέτη μακρινών κοινωνιών, αρχαίων και νεότερων, που κράτησε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Το 1871 εξέδωσε το αριστούργημά του, το Primitive Culture [Πρωτόγονη κουλτούρα], το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως το πρώτο έργο της σύγχρονης ανθρωπολογίας.

Το Primitive Culture, από κάποιες απόψεις, ήταν μια διαμάχη με ένα άλλο βιβλίο που είχε τη λέξη «κουλτούρα» στον τίτλο του: το Culture and Anarchy του Μάθιου Άρνολντ, που είχε βγει δύο χρόνια νωρίτερα. Για τον Άρνολντ, κουλτούρα ήταν «η επιδίωξη της ολικής μας τελειότητας μέσω της μάθησης των αρίστων πραγμάτων που έχουν ειπωθεί στον κόσμο για όλα τα ζητήματα που κατεξοχήν μας αφορούν». Ο Άρνολντ δεν ενδιαφερόταν για πράγματα στενά ταξικά καθορισμένα: είχε στο μυαλό του ένα ηθικό και αισθητικό ιδεώδες, που έβρισκε έκφραση στην τέχνη, τη Συνέχεια

Κλασσικό
Ιστορία,Φιλοσοφία

Ο Σπινόζα μυθιστοριογράφος

του Πιερ-Φρανσουά Μορώ

 

Ο Αλέξανδρος κατακτά την Ασία, αλλά πέφτει στη δεισιδαιμονία και αρχίζει να συμβουλεύεται μάντεις μόλις συναντήσει τις πρώτες αναποδιές στο πεδίο της μάχης· ένας Ισπανός ποιητής, μετά από μια βαριά αρρώστια, παθαίνει αμνησία και δεν αναγνωρίζει πλέον τις τραγωδίες που έχει γράψει· ένας νέος που δεν αντέχει πλέον την πατρική εξουσία φεύγει και κατατάσσεται στο στρατό, όπου θα υποστεί μια εξουσία ακόμη πιο τυραννική· ένας εραστής που τον αγνοεί η αγαπημένη του ξεσπαθώνει κατά των γυναικών και ορκίζεται ότι δεν θα ξαναασχοληθεί μαζί τους –αλλά μόλις η φίλη του του γνέψει και πάλι, τρέχει να ξανασμίξει μαζί της· ένας ενάρετος ηθικολόγος κατακεραυνώνει τα ελαττώματα των ανθρώπων αλλά στην πραγματικότητα το μόνο που θέλει είναι να κάνει τη ζωή τους εξίσου ανυπόφορη με τη δική του και το μόνο που καταφέρνει είναι να τον μισήσουν όσοι τον ακούνε. Τόσες και τόσες ιστορίες από τις οποίες ο Σπινόζα μάς αφηγείται την αρχή, ενίοτε μάλιστα και περισσότερα επεισόδια (ο Αλέξανδρος επανεμφανίζεται συχνά στα γραπτά του): οι δύο Πραγματείες (πολιτική και θεολογικο-πολιτική) είναι διάσπαρτες από εμβρυώδεις αφηγήσεις, υπαινιγμούς σε πολύ Συνέχεια

Κλασσικό
πόλεμος,Ιστορία,Πολιτειότητα,Πολιτική,Τραύμα,ναζισμός

Και οι γενοκτόνοι είχαν τους λόγους τους: δοσιλογισμός και αναθεωρητισμός στο Βέλγιο

συνέντευξη της Sophie de Schaepdrijver στη Soir

 images

Η Ελλάδα και το Βέλγιο έχουν ασφαλώς πολλές διαφορές· σε βαθμό που, συχνά, όταν κανείς υποστηρίζει κάποια εξομάλυνση των σχέσεων με γειτονικές χώρες, οι υποστηρικτές μιας πιο σκληρής γραμμής στα λεγόμενα «εθνικά θέματα» απαντούν «η Ελλάδα [ή και: η Κύπρος] δεν είναι Βέλγιο».

Τι ακριβώς συμβαίνει όμως εκεί που είναι Βέλγιο;

Μεταξύ άλλων, πρόσφατα δημιουργήθηκε αρκετός ντόρος με αφορμή τη δήλωση του Φλαμανδού δεξιού πολιτικού Γιαν Γιάμπον, λίγες μέρες αφού ανέλαβε ως υπουργός εσωτερικών στη νέα ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ότι «οι [Φλαμανδοί] συνεργάτες των Γερμανών στο 2ο Π.Π. είχαν τους λόγους τους». Με αφορμή τη δήλωση αυτή, στις 15-10 η γαλλόφωνη εφημερίδα Le Soir συζήτησε με την Σοφί ντε Σχάαπντρέιβερ (μια «βελγίδα ιστορικό γεννημένη σε μια φλαμανδική οικογένεια που μιλούσε γαλλικά στο σπίτι», όπως σημειώνει η Σουάρ στην εισαγωγή της) για τη σχέση μνήμης (μνησικακίας), δοσιλογισμού, εθνοτισμού και πολιτοφροσύνης, και τη μεταπολεμική διαχείριση αυτής της σχέσης στο βελγικό κράτος. Δημοσιεύουμε παρακάτω μεταφρασμένα εκτενή αποσπάσματα από τη συνέντευξη, τα οποία ίσως δείχνουν ότι δεν λείπουν και κάποιες ομοιότητες μεταξύ των δύο κρατών.

Οι προσθήκες μέσα σε αγκύλες είναι του μεταφραστή.

 

Κατανοείτε ότι οι γαλλόφωνοι συγκινούνται με το «παρελθόν» και με τις δηλώσεις τού Γιάμπον;

Εγώ είμαι Φλαμανδή και οι περισσότεροι φίλοι μου συγκινούνται επίσης. Αυτό που είναι ολέθριο είναι ότι οι Φλαμανδοί που συγκινούνται γίνονται κακοί Φλαμανδοί, «βελγιστές». Όμως Συνέχεια

Κλασσικό
Βία,Ιστορία,νομαδισμός

Ο μύθος του Αττίλα

του Μισέλ Ρους

(Aποσπάσματα από το βιβλίο: Michel Rouche, Attila. La violence nomade, Fayard, Paris 2009)

 

«Πωλείται: ο Αττίλας, εννέα μηνών, ροτβάιλερ ράτσας, τιμή διαπραγματεύσιμη». Η αγγελία αυτή που βρήκα στο Διαδίκτυο δεν είναι η μόνη που μπορεί κανείς να ανακαλύψει σχετικά με τον βασιλιά των Ούννων. Οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές «Αττίλας», οι χορτοκοπτικές μηχανές «Αττίλας» αφθονούν.

Το ότι ένας πολέμαρχος που ξεπήδησε από τα βάθη της κεντρικής Ασίας μπορεί να απολαμβάνει τέτοια διασημότητα δεκαπέντε αιώνες μετά το θάνατό του, διασημότητα σημαδεμένη από τη σφραγίδα της βίας και της καταστροφής, θέτει ένα ζήτημα. Η φήμη αυτή θα μπορούσε, στο κάτω κάτω, να είναι απλώς αντανάκλαση της γνώμης των αντιπάλων του, μία θεώρηση των ηττημένων, μια έσχατη εκδίκηση προορισμένη να αποκρύψει το πρόσωπο ενός από τους μεγαλύτερους κατακτητές στον κόσμο. Πραγματικά, τον Αττίλα δεν τον γνωρίζουμε παρά μόνο μέσα από Ρωμαίους συγγραφείς που παρακολουθούσαν ανήμποροι την κατάρρευση της δυτικής αυτοκρατορίας, την πτώση της Ρώμης που λεηλατήθηκε τρεις φορές το 410, το 455 και το 472. Σε οκτώ χρόνια προσωπικής του βασιλείας, κατάφερε να πέσουν στα πόδια του ταυτόχρονα οι απεσταλμένοι των δύο ρωμαϊκών αυτοκρατοριών της Συνέχεια

Κλασσικό
Βία,Δίκαιο,Ιστορία

O λόγος της αυτοκρατορίας: Αθηναίοι και Μήλιοι

του Σαβέριο Ανσάλντι

Κατά τον δέκατο έκτο χρόνο του πολέμου μεταξύ Λακεδαίμονος και Αθήνας (416-415), οι Αθηναίοι, υπό τους στρατηγούς Κλεομήδη και Τισία, οργανώνουν αποστολή στη νήσο Μήλο, αποικία της Λακεδαίμονος· αλλά, πριν επιτεθούν στην πόλη, οι Αθηναίοι αποφασίζουν να αποστείλουν στους Μηλίους μία αντιπροσωπεία επιφορτισμένη να κάνει προτάσεις και ενδεχομένως να συζητήσει τους όρους μίας παράδοσης· προς τούτο, οι Μήλιοι καλούν τους Αθηναίους αντιπροσώπους να εκθέσουν τις απόψεις τους ενώπιον των αξιωματούχων και των επιφανέστερων πολιτών της πόλης.

Η εξιστόρηση του διαλόγου μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων μας παραδίδεται, πιστή και πλήρης, από τον Θουκυδίδη στο πέμπτο βιβλίο της Ιστορίας του πελοποννησιακού πολέμου[1], με μια περιγραφή η οποία, διαμέσου των αιώνων, διατηρεί ανέπαφη όλη τη Συνέχεια

Κλασσικό
Έθνος κράτος,Ιστορία,Μνήμη,ανθρωπολογία

«Σκόπια 2014» και μακεδονική εθνική ταυτότητα

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μετάφραση εκτεταμένων αποσπασμάτων από την παρουσίαση ευρημάτων της έρευνας του Ινστιτούτου Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών των Σκοπίων με τίτλο «Το πρόγραμμα «Σκόπια 2014» και οι επιπτώσεις του στην αντίληψη περί μακεδονικής εθνικής ταυτότητας μεταξύ των πολιτών των Σκοπίων». Η πλήρης μορφή υπάρχει στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου στα αλβανικά, τα αγγλικά και τα μακεδονικά.

 μετάφραση (από τα αγγλικά): Άκης Γαβριηλίδης

  Συνέχεια

Κλασσικό
Ιστορία,Πολιτική,έξοδος,νεωτερικότητα,νομαδισμός,οικουμενικότητα

Ληστές, ή η αποκαρδιωτική γκαβομάρα τού Hobsbawm

του Άκη Γαβριηλίδη

Με καθυστέρηση αρκετών χρόνων, έπιασα να διαβάσω ένα βιβλίο που κυκλοφορεί και συζητείται εδώ και αρκετά χρόνια, και μάλιστα επανεκδίδεται αναθεωρημένο: τους Ληστές (Bandits) του Έρικ Χόμπσμπωμ, στη μετάφραση του «Θεμελίου» η οποία βασίζεται στην ξαναδουλεμένη από το συγγραφέα τέταρτη έκδοση του 2000.

Επρόκειτο για μια αντιφατική και από πολλές απόψεις απογοητευτική αναγνωστική εμπειρία.

Για την ακρίβεια, όχι από τόσο πολλές, από μία και μόνη, η οποία όμως ουσιαστικά κάνει για όλες.

Όλοι έχουν να λένε για την αφηγηματική δεινότητα, την ευρυμάθεια, την πολυγλωσσία του συγγραφέα, και την ικανότητά του να ανακαλεί, να ιεραρχεί και να συνδυάζει κάθε φορά τις κρίσιμες και γοητευτικές λεπτομέρειες από έναν μεγάλο όγκο υλικού, γενικώς και ειδικότερα σε αυτό εδώ το βιβλίο. Όλα αυτά ισχύουν. Το ερώτημα όμως είναι σε ποιο ερμηνευτικό σχήμα εντάσσει αυτό το υλικό.

Δεν νομίζω ότι αδικούμε κανέναν εάν ισχυριστούμε ότι πρόκειται για ένα βιβλίο γραμμένο κάτω από τη σαγήνη της ευρωκεντρικής φαντασμαγορίας του κράτους και του κεφαλαίου. Για τον συγγραφέα των Ληστών, το μόνο που έχει σημασία είναι το κράτος, η δε ιστορία χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο μέρη: πριν και μετά από την έλευση του καπιταλισμού. Όσα δε βρίσκονται στο «πριν», αποκτούν το νόημά τους μόνο σε σχέση με την επερχόμενη έλευση, και με το αν την διευκολύνουν ή την παρεμποδίζουν. Αλλά και εάν την παρεμποδίζουν, ούτε αυτό έχει κάποια σημασία, διότι αργά ή γρήγορα θα συντριβούν.

Αυτό το τελευταίο ισχύει για τους ληστές.

Με μία απερίφραστη ειλικρίνεια, η οποία φτάνει στα όρια της αφέλειας, ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει από την αρχή την μεθοδολογική του επιλογή:

Η ιστορία της ληστείας, χωρίς να εξαιρείται η κοινωνική ληστεία, δεν μπορεί λοιπόν να γίνει κατανοητή ή να μελετηθεί σωστά, παρά μόνο ενταγμένη στην ιστορία της πολιτικής εξουσίας που, στο υψηλότερο επίπεδο, είναι η εξουσία των αυτοκρατοριών και των κρατών (σ. 28).

Η επιλογή αυτή εγκαθιστά ένα τεράστιο κενό, μια καταστατική ανακολουθία στο κέντρο του όλου εγχειρήματος. Ο Χόμπσμπωμ είναι προφανές ότι ελκύεται από το φαινόμενο της ληστείας, βρίσκει κάτι άξιο μελέτης σε αυτό –εφόσον κάθεται να γράψει ολόκληρο βιβλίο και συνεχίζει να το δουλεύει και να το ξαναδουλεύει δεκαετίες αργότερα. Ωστόσο, στο ίδιο αυτό βιβλίο δηλώνει ρητά ότι αρνείται οποιαδήποτε αυτοτέλεια και αυτονομία στο φαινόμενο αυτό. Στις σελίδες του, οι ληστές δεν είναι παρά losers, ένα σύνολο από ίσως γενναία και ενίοτε (υπό προϋποθέσεις) συμπαθητικά απομεινάρια αγροτικών, προ-καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών, τα οποία όμως δεν έχουν καμία ελπίδα, ούτε και πρόθεση άλλωστε, να αμφισβητήσουν ή πολύ λιγότερο να νικήσουν το κεφάλαιο, το κράτος ή έστω την κοινωνική αδικία. Είναι καταδικασμένα αργά ή γρήγορα –συνήθως γρήγορα- να ισοπεδωθούν από την τελεολογική του επικράτηση. Εκτός αν … Εκτός αν συναντηθούν με «ευρύτερες κινήσεις της κοινωνίας» και ενταχθούν σε ένοπλα εθνικιστικά ή κομμουνιστικά (ή οποιονδήποτε συνδυασμό των δύο) κινήματα που έχουν συνειδητό σκοπό να καταλάβουν το κράτος, να το αναμορφώσουν και να καταργήσουν οριστικά την εκμετάλλευση. Και τότε όμως η σημασία αυτή δεν είναι αυτοτελής: εξακολουθεί να είναι ετερόφωτη από τη μόνη δυνατή πηγή φωτισμού όλων των εξελίξεων, που εξακολουθεί να είναι το κράτος και το κεντρικό πολιτικό επίπεδο.

Έτσι, μολονότι επίσης από την αρχή ο συγγραφέας προβαίνει απερίφραστα σε μια ομολογουμένως εντυπωσιακή διαπίστωση, ότι δηλαδή η κοινωνική ληστεία είναι «ένα από τα πιο οικουμενικά κοινωνικά φαινόμενα που συναντάμε στην ιστορία» (σ. 37), αμέσως μετά σπεύδει να υπονομεύσει αυτή την «οικουμενικότητα» περιορίζοντάς την σε μία θέση επαρχιωτισμού, πτωχού συγγενούς και παρακολουθήματος της μόνης γνήσιας οικουμενικότητας, που είναι η υπερβατικότητα της σταδιακής μετάβασης στον καπιταλισμό:

[η ληστεία] φαίνεται ότι συμβαίνει σε όλους τους τύπους ανθρώπινης κοινωνίας που βρίσκονται ανάμεσα στην εξελικτική φάση της φυλετικής και συγγενικής οργάνωσης και τη σύγχρονη καπιταλιστική και βιομηχανική κοινωνία.

Δεν νομίζω ότι έχω διαβάσει βιβλίο στο οποίο το εννοιολογικό σχήμα να είναι τόσο αταίριαστο με το προς εξέταση υλικό και ουσιαστικά να το εξουδετερώνει, να το καπελώνει και να το αστυνομεύει διανοητικά. Ούτε λεπτό δεν περνάει από το μυαλό του συγγραφέα να εξετάσει μήπως η ληστεία, ή μάλλον αυτό που κάνει αυτούς τους ανθρώπους να βγαίνουν στα βουνά και να γίνονται ληστές, αλλά και πολλούς άλλους ανθρώπους απλώς να βγαίνουν, να εξέρχονται, είτε με τη γεωγραφική είτε με άλλες έννοιες, μήπως λοιπόν αυτό αντιστοιχεί σε μία αυτόνομη επιθυμία εξόδου, και σε μία επιθυμία της αυτονομίας της μετακίνησης· μια επιθυμία που δεν γεννιέται ως αντίδραση προς το κεφάλαιο και το κράτος του και δεν ορίζεται σε (αρνητική) συνάρτηση με αυτό, αλλά είναι λογικά ή/ και χρονικά προηγούμενη και ευρύτερη.

Αφού λοιπόν έχει ακυρώσει αυτή την αυτοτέλεια και την «οικουμενικότητα» της εξόδου, στο υπόλοιπο έργο, και μάλιστα σε πολλά σκόρπια σημεία του, ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετή έκταση και κόπο για να πληροφορήσει τον αναγνώστη ότι οι ληστές, ακόμη και οι κοινωνικοί, «δεν έχουν πρόγραμμα» (!!! – θα έλεγε κανείς ότι ακούει τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να μιλάει για τον ΣΥΡΙΖΑ, ή αριστερούς διαφωτιστές να μιλάνε για το «Δεν πληρώνω» και τους «Αγανακτισμένους»). Π.χ. στη σελ. 46 μας διαβεβαιώνει ότι «η ληστεία δεν αποτελεί από μόνη της πρόγραμμα για την αγροτική κοινωνία, αλλά μια μορφή ατομικής προσπάθειας για να ξεπεραστούν κάποιες ιδιαίτερες περιστάσεις. Οι ληστές, πέρα από τη θέληση ή την ικανότητα ν’ αρνηθούν την ατομική υποταγή, δεν έχουν διαφορετικές ιδέες από την αγροτιά (ή από εκείνη τη μερίδα της αγροτιάς) στην οποία ανήκουν. Είναι άνθρωποι της δράσης κι όχι ιδεολόγοι ή προφήτες, από τους οποίους μπορείς να περιμένεις καινοτόμα οράματα ή σχέδια κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης». Ανάλογες διαβεβαιώσεις εμφανίζονται και σε άλλα σημεία με τα ίδια ή παραπλήσια λόγια[1].

Image result for αρματολοί

Τι δηλώνει άραγε αυτό το άγχος να διαψεύσουμε κάτι που κανείς δεν ισχυρίστηκε;

Κατά τη γνώμη μου, η επιμονή αυτή σκοπό έχει να ξορκίσει την ανάδυση της ιδέας της απεδαφικοποίησης και να την αποδιώξει. Την ιδέα αυτή σε ένα τουλάχιστον σημείο ο συγγραφέας φτάνει πολύ κοντά στο να τη διατυπώσει, ουσιαστικά παρέχει στον αναγνώστη όλα τα μέσα για να τη σκεφτεί μόνος του και να τη συνδέσει με το υπό μελέτη φαινόμενο, αλλά μετά, σαν να μη διάβασε ούτε καν ο ίδιος αυτό που έγραψε, το προσπερνάει μακάρια και επανέρχεται στη μονότονη εξύμνηση των «σχεδίων και προγραμμάτων για την κατάληψη του κράτους και την αναμόρφωση της κοινωνίας» και την ανάγνωση της ληστείας ως έλλειψης αυτών των σχεδίων.

Ποιο είναι αυτό το σημείο; Πρόκειται για ένα παράδειγμα παρμένο από τις συγκρούσεις στα Βαλκάνια κατά τη γερμανική κατοχή της δεκαετίας του 40, την ένοπλη αντίσταση σε αυτήν και την ανάμιξη των Άγγλων. Ένα θέμα δηλαδή για το οποίο γίνονται πολλές συζητήσεις και στην Ελλάδα, τα δε τελευταία χρόνια διάφοροι αυτοανακηρύσσονται ως «νέο ρεύμα» στη μελέτη του, άλλοι τους κατηγορούν για «αναθεώρηση της ιστορίας» κ.ο.κ. Το παράδειγμα όμως των «Ληστών» δεν έχει σχέση με την Ελλάδα, αλλά με την Αλβανία. Και αρχίζει ως εξής:

στα τελευταία πεντακόσια χρόνια της ιστορίας της ληστείας, σπάνια η εξουσία ήταν απούσα για τόσο μεγάλο διάστημα, ώστε οι ηγέτες αυτόνομων ένοπλων σωμάτων να θεωρήσουν τους εαυτούς τους σημαντικούς ανεξάρτητους παίχτες στην πολιτική και κοινωνική σκηνή. Ανεξάρτητα από τις ιδέες ή τους στόχους τους, έπρεπε να είναι πολιτικά ρεαλιστές.

(ΣΗΜ. ΔΙΚΗ ΜΟΥ: ΠΟΙΕΣ ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΥΣ;;; ΑΦΟΥ ΜΟΛΙΣ ΠΡΙΝ ΕΙΔΑΜΕ ΟΤΙ ΟΙ ΛΗΣΤΕΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΙΔΕΕΣ ΟΥΤΕ ΣΤΟΧΟΥΣ).

Συνεχίζει όμως ο Χόμπσμπωμ:

Η καλύτερη περίπτωση ήταν να διατηρήσουν έναν βαθμό αυτονομίας και, χωρίς να δεσμεύονται απόλυτα με καμία πλευρά, να παζαρέψουν την υποστήριξή τους με κείνους που ήταν πρόθυμοι να προσφέρουν το υψηλότερο αντίτιμο –δηλαδή με κείνους που δε θα μπορούσαν να πετύχουν τους στόχους τους χωρίς αυτήν. Όμως, σε τελική ανάλυση, ήταν υποχρεωμένοι, αν δεν ήθελαν να χαθούν, να συμβιβαστούν με οποιαδήποτε κέντρα ανώτερης εξουσίας είχαν τη διάθεση να τους ανεχτούν.

Αυτό εξηγεί τις διαρκείς διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε αυτοκρατορία και ανεξάρτητες ένοπλες ομάδες ή κοινότητες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τους ορεινούς μαχητές που μπορούσαν είτε να αντιστέκονται στο κράτος είτε να γίνονται όργανά του, είτε και τα δύο ταυτόχρονα. Εξηγεί επίσης, κατά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, την αποτυχία των βρετανών απεσταλμένων να οργανώσουν έναν ξεσηκωμό ενάντια στους γερμανούς και ιταλούς κατακτητές στις ελεύθερες, και εγγυημένα μη κομμουνιστικές, πολεμικές πατριές της ορεινής Αλβανίας. Ο γαμπρός του Ουίνστον Τσόρτσιλ τους εξήγησε ότι, στην αντίθετη περίπτωση, η Αλβανία θα έπεφτε μετά τον πόλεμο στα χέρια του κομμουνιστικού κινήματος αντίστασης –εκείνοι όμως, μολονότι δεν είχαν πρόβλημα να πολεμήσουν με οποιονδήποτε, δεν πείστηκαν (σ. 33-34).

Έτσι ακριβώς: φτάνοντας εδώ στο ακρότατό του σημείο, ο λόγος του συγγραφέα οδηγείται να αναγνωρίσει και να αναδείξει τη λογική της αυτονομίας της  εξόδου, την επιθυμία των ληστών –και όλων των υποκείμενων στην κωδικοποίηση του κράτους και του κεφαλαίου- να διατηρούν μία απόσταση από αυτά, να μην ταυτίζονται με κάποια συγκεκριμένη επιλογή (κράτος, κόμμα, αυτοκρατορία, στράτευμα …) αλλά να παραμένουν μία νομαδική πολεμική μηχανή η οποία βέβαια κατά καιρούς μπορεί να συναλλάσσεται με τις κρατικού τύπου συγκροτήσεις ή και να «αιχμαλωτίζεται» απ’ αυτές, αλλά όχι κατά τρόπο που να τη δεσμεύει τόσο ώστε να καθιστά αδύνατη κάθε μελλοντική λιποταξία. Οι Αλβανοί «πατριάρχες» για τον Ουίνστον Τσόρτσιλ και για το γαμπρό του, όπως ακριβώς και για τον Χόμπσμπωμ, ήταν απλώς κάτι καθυστερημένοι ξεροκέφαλοι ορεσίβιοι που για ακατανόητους λόγους δεν δέχθηκαν μία προσφορά που ωστόσο ήταν από κάθε άποψη ορθολογική και συμφέρουσα. Εμείς όμως οι Βαλκάνιοι, που μας χωρίζουν μόλις δυο γενιές από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα αρματολίκια της, (όσο κι αν μεσολαβεί η κωδικοποίηση της μνήμης τους από την επίσημη εκπαίδευση του ελληνικού έθνους κράτους), μπορούμε πολύ καλύτερα να καταλάβουμε την απολύτως εύλογη και ευανάγνωστη άρνηση των Αλβανών πολεμάρχων: ήταν μεν πολιτικά αντικομμουνιστές, αλλά πέρα από τις πολιτικές προτιμήσεις μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτούς είχε να κρατάν ανοιχτές περισσότερες από μία γραμμές φυγής. Και μπορούμε πολύ ευγενικά να πούμε στον μικρό μαθητή Έρικ ότι δυστυχώς κόβεται· πρέπει να κάτσει να διαβάσει λίγο το Mille Plateaux και να ξανάρθει το Σεπτέμβριο …


[1] Σε βαθμό που, αν πάρουμε κατά γράμμα αυτή τη διαβεβαίωση ότι η ληστεία είναι ένα περιθωριακό φαινόμενο «ατομικής εξέγερσης», τότε, με βάση την ακραία μοντερνιστική τάση που εκπροσωπεί ο Χόμπσμπωμ, αρχίζει να εμφανίζεται αμφίβολο εάν μπορούμε καν να μιλήσουμε για την «ιστορία» της.

Κλασσικό
agency,Ιστορία,Μετα-αποικιακές σπουδές,Οικονομία,Πολιτική,έξοδος,αποικιοκρατία,νεωτερικότητα,νομαδισμός

Οθωμανικές γενεαλογίες του κυπριακού «όχι»

του Άκη Γαβριηλίδη

H απόρριψη του πλάνου της Ευρωομάδας για κούρεμα των καταθέσεων σε κυπριακές τράπεζες από τη βουλή της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί ένα γεγονός με τεράστιες και ανυπολόγιστες ακόμη συνέπειες. Δεν αναφέρομαι σε οικονομικές, αλλά σε πολιτικές συνέπειες, ή μάλλον, ακριβώς, στη βασική εξόχως πολιτική συνέπεια ότι, με το συμβάν αυτό, η πολιτική ξαναδιεκδίκησε τα δικαιώματά της από την «οικονομία». Την οικο-νομία νοούμενη ως management, ως ένα σύνολο τεχνικών διαχείρισης ανθρώπων και πραγμάτων, επί του οποίου δεν τίθεται ζήτημα διαφωνίας (mésentente), αντιπαράθεσης και ανταγωνισμού· τίθεται μόνο ζήτημα επιστημονικής γνώσης και εφαρμογής της. Για την επιστημονική γνώση, ως γνωστόν, το πράγμα «είναι έτσι»· δεν ενδέχεται άλλως έχειν.

Η πολιτική, από την άλλη, είναι αυτό που διακόπτει, αυτό που έρχεται από κει που δεν το περιμένουμε[1].

Όταν σου έρχεται κάτι από κει που δεν το περιμένεις, είναι αναμενόμενο ότι προσπαθείς να το σκεφτείς με βάση αυτά που ήδη ξέρεις, να αναζητήσεις προηγούμενα. Στην περίπτωσή μας, οι συνειρμοί έμοιαζαν τόσο κραυγαλέοι και αυτονόητοι που όλοι έσπευσαν να τους κάνουν –με πρώτο και καλύτερο τον κ. Γιώργο Νταλάρα: πριν από ούτε δέκα χρόνια, στην Κύπρο υπήρξε ένα άλλο αρνητικό αποτέλεσμα σε ψηφοφορία, το οποίο είχε θεωρηθεί ως ηρωική αντίσταση στα απειλητικά σχέδια των ξένων –η απόρριψη του σχεδίου των Ηνωμένων Εθνών για λύση του πολιτικού προβλήματος του νησιού. Μια απόρριψη που έγινε στο όνομα της επιθυμίας όσων παρέλαβαν κράτος και δεν ήθελαν να παραδώσουν κοινότητα.

Στο παρόν κείμενο επιθυμώ να αμφισβητήσω αυτή την αυτονόητη σύνδεση και να Συνέχεια

Κλασσικό