του Άκη Γαβριηλίδη
Σύμφωνα με δημοσίευμα στον ιστότοπο EΡTnews, με τίτλο «Δένδιας από Μεσολόγγι: Οι εθνικοί [sic] επέτειοι είναι η προσπάθεια δημιουργίας εθνικού παραδείγματος», ο ΥΠΕΘΑ, σε ομιλία του στα εγκαίνια της έκθεσης «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» είπε μεταξύ άλλων:
Ιδίως στους καιρούς που ζούμε, που αποδεικνύουν απολύτως πάλι τη Θουκυδίδεια αντίληψη περί της ισχύος ως απαραίτητου κανόνα επιβίωσης. Η δημιουργία εθνικού παραδείγματος, το οποίο μας συνέχει όλους για την πορεία μας στο μέλλον, είναι απαραίτητη συνθήκη και προϋπόθεση.
Το «άρθρο» αυτό δημοσιεύθηκε αυτούσιο, ή περίπου, σε αρκετά άλλα μέσα, οπότε μάλλον προέρχεται από κάποιο αρμόδιο γραφείο τύπου, τυπικό ή άτυπο.
Καταρχάς: έτσι όπως έχει το κείμενο, μετά το «επιβίωσης» θα έπρεπε να ακολουθεί κόμμα, όχι τελεία.
Δεν είναι όμως αυτό το κύριο πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ουσιαστικό, και αφορά αυτήν την «Θουκυδίδεια αντίληψη» η οποία φέρεται ότι «αποδεικνύεται απολύτως πάλι».
Προ μηνών, τον Θουκυδίδη τον είχε επικαλεστεί και ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϋ στην ομιλία του στο Νταβός, η οποία –ίσως δικαίως- είχε χαρακτηριστεί «ιστορική», με το ίδιο ακριβώς πνεύμα. Ή μάλλον, με την ίδια έλλειψη πνεύματος, και φαντασίας, η οποία εμφανίζει τον Θουκυδίδη ως κάποιου είδους κοινωνικό δαρβινιστή κατά τον οποίον τα μεγάλα ψάρια τρώνε τα μικρά και γι’ αυτό είναι καλύτερο να είσαι μεγάλο ψάρι παρά μικρό.
Αυτό δείχνει ότι μάλλον σε κανένα εγχειρίδιο–τυφλοσούρτη για μέλλοντες πολιτικούς κάποιος έχει πιάσει τον Θουκυδίδη, και πιθανότατα διάφορους άλλους συγγραφείς, να τους κάνει πακέτο προς άντληση σπουδαιοφανών όσο και κενών αναφορών σε επετειακές ομιλίες.
Αν το υποτιθέμενο δίδαγμα είναι ότι πρέπει να είσαι ισχυρός για να επιβιώσεις, αυτό είναι μία μεγαλοπρεπής ταυτολογία καφενειακού επιπέδου. Δεν χρειάζεται να επικαλεστούμε ούτε τον Θουκυδίδη, ούτε κανέναν άλλο συγγραφέα για να την αποδείξουμε.
Η επίκληση όμως αυτή δεν είναι μόνο περιττή· είναι και ανακριβής.
Μολονότι φυσικά δεν δίνεται κάποια συγκεκριμένη παραπομπή, υποθέτω ότι αυτό το «δίδαγμα» φέρεται να συνάγεται από τη φράση «οι ισχυροί μπορούν να κάνουν ό,τι μπορούν και οι αδύναμοι να υπομένουν ό,τι πρέπει», όπως παρατίθεται συνήθως στο ελληνόφωνο διαδίκτυο, σε (μάλλον αυτόματη) νεοελληνική μετάφραση της αγγλικής εκδοχής που χρησιμοποίησε και ο Κάρνεϋ (the strong do what they can and the weak suffer what they must).
Μόνο που η φράση αυτή –περίπου αυτή: κατά λέξη, δυνατὰ δὲ οἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν, απαντά μεν στο κείμενο των «Ιστοριών» (βιβλίο Ε, 89.1), πλην όμως δεν είναι του ίδιου του Θουκυδίδη! Είναι των Αθηναίων πρέσβεων στον διάλογό τους –κατ’ ευφημισμό διάλογο- με τους Μηλίους, λίγο πριν από την εξόντωση των τελευταίων, τον οποίο απλώς καταγράφει ο Θουκυδίδης. Είναι ας πούμε φράση «εντός εισαγωγικών».
Ας πούμε όμως ότι, έστω, αφού ο Θουκυδίδης καταγράφει αυτή τη φράση, είναι θεμιτό να πει κάποιος ότι αυτή αποτελεί «δίδαγμά του», δηλαδή δίδαγμα που μπορούμε να συνάγουμε εμείς ως αναγνώστες του ακόμη και αν δεν προορίζεται να εκφράσει τη δική του σκέψη. Πώς ακριβώς συνδέεται αυτό το δίδαγμα με την έξοδο του Μεσολογγίου;
Στο μόνο σχετικό απόσπασμα της ομιλίας που παρατίθεται στο άρθρο, διαβάζουμε ότι η «αυτοθυσία της Φρουράς» του Μεσολογγίου
εν τη πράξει διέσωσε την Επανάσταση, διότι δημιούργησε το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για έναν περιφερειακό τότε πόλεμο, ο οποίος – ας είμαστε ειλικρινείς – βρισκόταν σε εξαιρετικές δυσκολίες. Οι στρατιές του Ιμπραήμ και του Κιουταχή είχαν σε μεγάλο βαθμό εξουδετερώσει τους επαναστάτες συμπατριώτες μας.
Εδώ όμως ενεργοποιείται μία άλλη δεξαμενή κλισέ, διαφορετική –έως αντίθετη- από την πρώτη: εκείνη της «ηρωικής θυσίας», δηλαδή της ήττας του αδύναμου η οποία όμως εν συνεχεία οδηγεί σε ενδυνάμωσή του και τον βοηθά να νικήσει τον πόλεμο παρότι έχασε τη μάχη.
Πώς προκύπτει αυτή η ενδυνάμωση;
Όπως λέει το ίδιο το παράθεμα, προκύπτει από το ότι η ήττα των ελεύθερων πολιορκημένων κινητοποίησε το μέχρι τότε περιορισμένο ευρωπαϊκό ενδιαφέρον.
Δηλαδή προκύπτει από την ενσυναίσθηση και την αλληλεγγύη.
Οι έννοιες αυτές δεν υπάρχουν καθόλου στο απόφθεγμα περί ισχυρών που ενεργούν και αδυνάμων που πάσχουν, ο καθείς κατά τη δύναμη ή, αντίστοιχα, αδυναμία του. Στο μανιχαϊστικό αυτό απόφθεγμα υπάρχουν μόνο δύο πόλοι, ουσιοκρατικά ορισμένοι· αυτός ο ντετερμινισμός δεν επιτρέπει κανέναν μετασχηματισμό, δεν προβλέπει καθόλου χώρο ώστε από το δύο να πάμε στο τρία, ενδεχομένως στο τέσσερα, το πέντε κ.ο.κ. Οι «επαναστάτες συμπατριώτες μας», απέναντι στις στρατιές του Ιμπραήμ και του Κιουταχή, ήταν αδύναμοι· ήταν το μικρό ψάρι. Ωστόσο, κατάφεραν να μην τους φάει το μεγάλο ψάρι –τουλάχιστον όχι όλους-, και να ιδρύσουν, έστω μετά κόπων και βασάνων, ένα ανεξάρτητο κράτος, όπως (περίπου) επεδίωκαν. Και αυτό επειδή, ανίσχυροι αυτοί, κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη τριών άλλων παραγόντων, οι οποίοι ήταν εξίσου μεγάλα ψάρια, και να την βάλουν να δουλέψει προς όφελός τους.
Μάλλον λοιπόν στα φροντιστήρια για φερέλπιδες υπουργούς άμυνας θα πρέπει να αφιερωθεί κάποιος χρόνος ώστε οι εκπαιδευόμενοι να προσπαθήσουν να εναρμονίζουν κάπως τα κλισέ που ενεργοποιούν, ώστε να μην είναι τόσο οφθαλμοφανώς αλληλοσυγκρουόμενα.
Μέχρι να γίνει αυτό, ας μου επιτραπεί να δοκιμάσω εγώ:
στην (ορίτζιναλ) φράση του Θουκυδίδη, να νοήσουμε την δύναμιν, δηλαδή το (ουσιαστικοποιημένο) επίθετο τα δυνατά, κατά τρόπο που να περιλαμβάνει την ικανότητα να επηρεάζουμε τους άλλους. Σε όποιον έχει περάσει από τον Σπινόζα και –εν μέρει- τον Νίτσε, η σύλληψη αυτή είναι πολύ γνωστή και οικεία. Όποια επιπλέον έχει περάσει και από τον Ντελέζ, έχει υπόψη της ότι η ικανότητα να επηρεαζόμαστε από τις άλλες είναι και αυτή μια δύναμη –puissance d’être affecté(e).
Ο Δένδιας όμως, που μάλλον δεν διάβασε για όλους αυτούς στους τυφλοσούρτες του, στο λόγο του διενεργεί μία διολίσθηση: συγχέει σκοπίμως, ή και αθέλητα, τη δύναμη με την (στρατιωτική) ισχύ. Όπως και όλοι οι τραμπιστές και οι έμποροι όπλων, την νοεί αποκλειστικά ως ικανότητα άσκησης βίας και καταναγκασμού –οριακά, ως δυνατότητα θανάτωσης. Οπότε, μάλλον δεν μπορεί να ξεφύγει από την αντιφατικότητά του. Τουλάχιστον όχι χωρίς να χάσει τη δύναμη/ ισχύ να διαφημίσει το προϊόν του, την «Ατζέντα 2030», τη «δημιουργία νέου εθνικού αμυντικού παραδείγματος» και τους νέους προσανατολισμούς των ενόπλων δυνάμεων που αμύνονται περί πάτρης και περί ελληνικών/ ευρωπαϊκών αξιών από τη Σαουδική Αραβία.
