Ιστορία,Φύλο

Οι εκούσιοι εξισλαμισμοί ως έκφραση γυναικείας αυτενέργειας

Οι εκούσιοι εξισλαμισμοί ως έκφραση γυναικείας αυτενέργειας

 

του Αϋτέκ Σονέρ Αλπάν και της Γκιουλέν Γκιοκτύρκ

 

 

Οι  μοντερνιστικές  προσεγγίσεις  του  εθνικισμού  που  βλέπουν  το  έθνος  ως «κατασκευή» ορισμένων κοινωνικών δρώντων υπογραμμίζουν τη σημασία των συμβόλων, των μύθων, των τελετουργιών, των θρύλων και των λόγων για τη γένεση μιας «φανταστικής κοινότητας». Η ρηξικέλευθη ανάλυση του Μπένεντικτ Άντερσον περί «φαντασιακών κοινοτήτων» υπήρξε ελκυστική για ορισμένες φεμινίστριες οι οποίες επεδίωκαν μία έμφυλη θεώρηση του εθνικισμού. Ποιος ακριβώς είναι αυτός που φαντάζεται; Ποιοι ρόλοι ανατίθενται στις γυναίκες σε ένα εθνικιστικό πρόταγμα; Πώς προβλέπει η φαντασίωση αυτή ότι οι γυναίκες και οι άνδρες ενσαρκώνουν το εθνικό; Ως προς το σημείο αυτό, η έμφυλη ανάλυση αμφισβήτησε τους συμβατικούς τρόπους κατανόησης του προτάγματος της δημιουργίας εθνικής ταυτότητας και τόνισε τη σημασία του φύλου για την κατασκευή και αναπαραγωγή εθνοτικών και εθνικών ταυτοτήτων, για την προώθηση του εθνικιστικού εθνοκεντρισμού, καθώς και για την επίτευξη, διατήρηση και άσκηση της κρατικής υπόστασης, ενός καθεστώτος που επιδιώκουν όλα τα εθνικιστικά προτάγματα. Το καθεστώς αυτό όμως επιτυγχάνεται μέσω ένοπλων αγώνων και, γενικώς, πολέμων. Ο πόλεμος είναι μια δραστηριότητα εμφυλοποίησης και ο εθνικισμός συνδέεται στενά με έμφυλες συμπαραδηλώσεις μάχης και μη μάχης. Με άλλα λόγια: ο επίσημος αποκλεισμός των γυναικών από τη μάχη και η δεδομένη κατάσταση της μάχης ως ανδρικής δραστηριότητας περιθωριοποίησαν τις γυναίκες στο πλαίσιο της ένοπλης πατριαρχίας. Ενώ η αρρενωπότητα εξιδανικεύεται ως το θεμέλιο του έθνους και της κοινωνίας, η γυναίκα, με τον θηλυκό της ρόλο κατά τη διάρκεια και μετά την αναταραχή, εξιδανικεύτηκε ως η φύλακας της ηθικής και της δημόσιας και ιδιωτικής τάξης. Οι ρόλοι που της ανατέθηκαν θεωρήθηκαν παθητικοί και όχι ενεργητικοί. Είναι η προστάτιδα και η μητέρα. Οπότε, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι στη διαδικασία της φαντασίας, οι γυναίκες και οι εμπειρίες τους από τον πόλεμο θεωρούνται συνήθως ως η συμβολική μορφή του έθνους, ενώ οι άνδρες εκπροσωπούνται ως τα κύρια συστατικά του: όταν επιτυγχάνεται η κρατική υπόσταση, εκείνοι γίνονται οι κύριοι δικαιούχοι της.

Η κατάσταση που συνοψίζεται παραπάνω ισχύει ιδιαίτερα όταν εξετάζουμε τις γυναίκες που βίωσαν την προσφυγιά ως αποτέλεσμα του ελληνοτουρκικού πολέμου και της ανταλλαγής πληθυσμών. Οι εμπειρίες τους σε αυτή τη διαδικασία, οι οποίες είναι έμφυλα καθορισμένες, ενσωματώθηκαν στις εθνικές βιογραφίες των δύο αυτών χωρών ως απόδειξη της εγκυρότητας των εθνικιστικών τους αξιώσεων, δηλαδή σε έναν κόσμο που παραμένει καθορισμένος και διαμορφωμένος από τις ανάγκες και τα συμφέροντα των ανδρών, ενώ εξακολουθούν να μην εξετάζονται και να μην αντιμετωπίζονται ως εμπειρίες γυναικών. Σε αυτή τη μελέτη, θα θέλαμε να μοιραστούμε μερικά από αυτά τα παραδείγματα.

(…)

Η Αριάδνη Μανδράνη, μια κοπέλα δεκαεπτά ετών τη στιγμή της Καταστροφής, λέει ότι ντυνόταν σαν γριά για να επιβιώσει από τις φρικαλεότητες στη Σμύρνη[1].

Η απαγωγή γυναικών ήταν ευρέως διαδεδομένη κατά τη διάρκεια αυτής της αναταραχής[2]. Στις 3 Απριλίου 1926, η «Ελένη, κόρη του Χατζησάββα», όπως αυτοσυστήνεται, έστειλε μια επιστολή (στα τουρκικά) στον θείο της Ηλία, ο οποίος κατοικούσε στην Ελλάδα. Η επιστολή της Ελένης δημοσιεύθηκε στην Προσφυγική Φωνή/Μουχατζήρ Σεδασί (Prosfygiki Foni/Muhacir Sedası), μια δίγλωσση εφημερίδα που εκδιδόταν στην Αθήνα από πρόσφυγες στα ελληνικά και στα «Καραμανλήδικα» (τουρκικά γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες) την 1η Μαΐου 1926. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχει η εφημερίδα, η Ελένη καταγόταν από το Οσμανλί, μια πόλη κοντά στην Ιζνίκ (Νίκαια), και είχε απαχθεί από τον Αρναούτ Νουρί Μπέη στις 15 Αυγούστου 1919. Ο Αρναούτ Νουρί την ανάγκασε να τον παντρευτεί. Αφού «την κακοποίησε για κάποιο διάστημα», την έστειλε στην περιοχή του Τοκάτ. Στην επιστολή, η Ελένη ζητούσε από τον θείο της –ουσιαστικά, ικέτευε- να απευθυνθεί στην ελληνική κυβέρνηση για να την σώσει από την Τουρκία. Πίστευε ότι η τουρκική κυβέρνηση δεν θα την άφηνε να φύγει, με το αιτιολογικό δεν είχε συγγενείς στην Ελλάδα. Δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε την υπόθεση στα τουρκικά αρχεία, αλλά η αιτιολογία αυτή δεν φαίνεται εύλογη. Η πιο λογική εξήγηση για το ότι δεν μπόρεσε να δραπετεύσει από την Τουρκία είναι ότι είχε συνάψει μεικτό γάμο με μουσουλμάνο άνδρα και ήταν ακόμα παντρεμένη όταν υπογράφηκε η Σύμβαση Ανταλλαγής μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στις 30 Ιανουαρίου 1923.

Αυτό μας φέρνει σε ένα άλλο ζήτημα, το γάμο και την «εθελοντική» αλλαγή θρησκείας ως στρατηγική που ανέπτυξαν οι γυναίκες για να ξεφύγουν από τη γραφειοκρατία της ανταλλαγής και να παραμείνουν στο μέρος όπου ζούσαν. Ειδικά στις περιοχές που δεν είχαν πληγεί τόσο σοβαρά από τον πόλεμο, πολλές γυναίκες προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν το υπάρχον νομικό πλαίσιο είτε μέσω γάμου είτε μέσω εθελοντικής μεταστροφής. Στη Μούγλα, για παράδειγμα, πολλές γυναίκες

«σε ηλικία γάμου» υπέβαλαν αίτηση στους τοπικούς γραφειοκράτες και ζήτησαν άδεια για θρησκευτική μεταστροφή και/ή γάμο, ενώ ορισμένες είχαν ήδη αλλαξοπιστήσει. Η Φατιμέ, που ήταν επιστάτρια λουτρών στο Ρέθυμνο (Κρήτη), είναι ένα άλλο παράδειγμα. Μετά την αναγγελία της ανταλλαγής πληθυσμών, αποκαλύφθηκε ότι η Φατιμέ ήταν Γαλλίδα και το πραγματικό της όνομα ήταν Ορτάνς (Hortense). Η κυρία Ορτάνς είχε γεννηθεί στην Προβηγκία της Γαλλίας. Το 1897 απήχθη από έναν πλανόδιο πωλητή από το χωριό της και πουλήθηκε στο λιμάνι της Μασσαλίας, για να καταλήξει τελικά στα Χανιά της Κρήτης. Παρίστανε ότι ήταν μουσουλμάνα για χρόνια και, όταν γινόταν η μεταφορά των προσφύγων, σκέφτηκε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να αποκαλύψει την αλήθεια[3].

Τα αρχεία στην Τουρκία μάς παρέχουν πληθώρα περιπτώσεων σχετικά με θέματα γάμου και θρησκευτικής μεταστροφής. Αντιμέτωπη με τις απαιτήσεις για γάμο και προσηλυτισμό, η τουρκική κυβέρνηση προσπάθησε να ρυθμίσει το ζήτημα έτσι ώστε να μεγιστοποιήσει τον αριθμό των Ελλήνων που θα έφευγαν από την Τουρκία. Στις 20 Ιανουαρίου 1924, η κυβέρνηση εξέδωσε διάταγμα που απαγόρευε τους γάμους μεταξύ μη μουσουλμάνων γυναικών και Τούρκων ανδρών. Ο φαινομενικός λόγος πίσω από αυτό το διάταγμα ήταν η δημογραφική ανισορροπία του εισερχόμενου πληθυσμού προσφύγων, δηλαδή το γεγονός ότι υπήρχαν πολλές χήρες και άπορες πρόσφυγες γυναίκες. Ωστόσο, αυτή η απόφαση δεν ελήφθη εύκολα. Αμέσως μετά την έγκριση της Συνθήκης Ανταλλαγής, υποβλήθηκαν στις αρχές αρκετές αιτήσεις εξαίρεσης. Η Καντριγιέ, κόρη του Παντελή Χατζηαναστάς, προσχώρησε στο Ισλάμ τον Αύγουστο του 1923 και παντρεύτηκε επίσημα τον Αμπντουλάχ Εφέντι, με τον οποίο απέκτησε ένα παιδί δύο ετών. Υπέβαλε αίτηση εξαίρεση. Ωστόσο, η μεταστροφή της δεν είχε καταγραφεί επίσημα, οπότε η αίτησή της απορρίφθηκε και δεν της χορηγήθηκε εξαίρεση. Η Κατίνα, που καταγόταν από την Άγκυρα και ήταν παντρεμένη με τον Αμπντουλάχ, γιο του Αμπντουλάχ του Μποζογλάν από το Ουργκούπ, ζήτησε επίσης να εξαιρεθεί από την ανταλλαγή πληθυσμών. Η αίτησή της προκάλεσε σύγχυση και η κυβέρνηση ζήτησε περισσότερες πληροφορίες από το Υπουργείο Εσωτερικών. Λόγω αυτού του είδους των αιτημάτων, η κυβέρνηση προσπάθησε να ρυθμίσει τα θέματα γάμου και μεταστροφής και ανακοίνωσε ότι εξαίρεση δικαιούνταν μόνο οι γυναίκες που είχαν προσηλυτιστεί στο Ισλάμ και είχαν παντρευτεί μουσουλμάνους πριν από τη Σύμβαση Ανταλλαγής. Ένα άλλο κριτήριο για τα αιτήματα εξαίρεσης ήταν επίσης η ηλικία, καθώς ήταν προϋπόθεση για τον προσχώρηση στο Ισλάμ. Η πρακτική της προσχώρησης δεν αναγνωριζόταν επίσημα πριν από την επίτευξη της νόμιμης ηλικίας. Για παράδειγμα, η Δέσποινα, που μετά την προσχώρησή της έγινε İkbal, ήταν θετή κόρη του Tevfik Bey. Επειδή δεν είχε φτάσει στη νόμιμη ηλικία, η προσχώρησή της δεν αναγνωρίστηκε επίσημα και δεν της χορηγήθηκε εξαίρεση από την ανταλλαγή πληθυσμών.

Υπήρχαν επίσης ορθόδοξες γυναίκες που ήταν παντρεμένες με χριστιανούς άνδρες. Δεδομένου ότι δεν υπόκειντο όλοι οι χριστιανοί στην ανταλλαγή, αυτές οι γυναίκες υπέβαλαν επίσης αιτήσεις απαλλαγής. Ενόψει αυτών των αιτήσεων, η κυβέρνηση επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής του προηγούμενου διατάγματος της 26ης Αυγούστου 1924 και όλες οι Ελληνίδες Ορθόδοξες γυναίκες που είχαν παντρευτεί μη ανταλλάξιμους άνδρες πριν από τις 30 Ιανουαρίου 1923 εξαιρέθηκαν. Σε ορισμένες από αυτές τις περιπτώσεις, μολονότι οι γυναίκες εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή, οι περιουσίες τους δημεύθηκαν.

Όλα αυτά τα παραδείγματα μπορούν να πολλαπλασιαστούν. Με δυο λόγια, μπορούμε να πούμε ότι οι γυναίκες επηρεάστηκαν βαθιά από τον πόλεμο και την ανταλλαγή πληθυσμών, αλλά όχι κατά ομοιόμορφο τρόπο, καθώς οι εμπειρίες τους ήταν έμφυλα καθορισμένες και βαθιά ριζωμένες στη θηλυκότητά τους. Αυτό μπορεί να παρατηρηθεί και μέσα από τις πρακτικές αλληλεγγύης και τις προσπάθειές τους να αποφύγουν ορισμένες επιθέσεις ειδικά κατά Ελλήνων, και την ανταλλαγή γενικότερα. Αυτές οι στρατηγικές που ανέπτυξαν οι γυναίκες, δηλαδή η εθελοντική μεταστροφή και ο γάμος, αγνοούνται σε μεγάλο βαθμό στις αντίστοιχες ιστοριογραφίες. Όσον αφορά την εθνικιστική ιστοριογραφία, αυτό οφείλεται πιθανώς στο γεγονός ότι μέσω αυτών των «μη ηρωικών» πρακτικών οι γυναίκες επέδειξαν αυτενέργεια για δικό τους λογαριασμό και όχι για λογαριασμό κάποιας φαντασιακής κοινότητας στην οποία υποτίθεται ότι ανήκαν. Προφανώς, η εκούσια μεταστροφή μιας Ελληνίδας Ορθόδοξης στο Ισλάμ ή ο διαθρησκευτικός γάμος της με ένα αρσενικό μέλος της εχθρικής κοινότητας αμφισβητεί την εθνικιστική εικονογραφία των γυναικών. Από την άλλη, μολονότι τα επεισόδια γενοκτονικής βίας και εθνοκάθαρσης που περιλαμβάνουν απαγωγές, αναγκαστικούς γάμους, προσχωρήσεις και ένα ευρύ φάσμα σεξουαλικών βιαιοπραγιών εναντίον γυναικών προβληματίζουν και εξετάζονται εκτενώς από φεμινίστριες ιστορικούς, οι εθελοντικοί γάμοι και οι προσηλυτισμοί ως στρατηγική για την απαλλαγή από την υποχρεωτική εκτόπιση δεν έχουν προσελκύσει την προσοχή, μάλλον επειδή δεν είναι αρκετά ριζοσπαστικοί και δυναμικοί ώστε να θεωρηθούν φεμινιστικός τρόπος δράσης. Αυτό είναι ένα κοινό έλλειμμα τόσο των εθνικιστικών όσο και των φεμινιστικών ιστοριογραφιών, καθώς και οι δύο επικεντρώνονται στη θυματοποίηση των γυναικών και όχι στην αυτενέργειά τους.

 

[1] Για τη μαρτυρία της, βλ. Αγώνας της Κρήτης, 30.8.2000.

[2] Εκτός από τις περιπτώσεις απαγωγών, υπήρχαν και αιχμάλωτες πολέμου. Αν και γνωρίζουμε πολύ λίγα για τις γυναίκες που κρατούσαν ως αιχμάλωτες πολέμου, υπάρχουν έγγραφα που αποδεικνύουν την ύπαρξή τους. Το 1922, η κυβέρνηση της Άγκυρας προσπάθησε να ανταλλάξει αιχμάλωτες ελληνικής καταγωγής με μουσουλμάνες γυναίκες που κρατούσε η Ελλάδα. Βλ. Αρχεία της Πρωθυπουργίας της Δημοκρατίας (εφεξής PRA), 30..18.1./6.34..12.

[3] Παντελή Περβελάκη, Το χρονικό μιας πολιτείας, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1999 [1938], σ. 90–91.

 

Απόσπασμα από το άρθρο: Aytek Soner Alpan, Gülen Göktürk, «Gendering the Displacement A Critical Perspective on the Greco-Turkish Experience of War and Displacement (1919–1923)», Ethnologia Balkanica 21 (2018). Μετάφραση: Α.Γ.

 

Κλασσικό

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.