Έθνος κράτος,Γλώσσα,Μετάφραση,Πολιτική

Ένας «Πολωνός» από τα αγγλικά στα ισπανικά: ζητήματα (πρωτοτύπου και) μετάφρασης

των Τζ.Μ. Κούτσι και Μαριάνα Ντιμόπουλος

 

 

Αλλά εκείνο που μας είναι εγγενές πρέπει να το εκμάθουμε εξίσου όσο και εκείνο που μας είναι ξένο.

– ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΧΑΙΛΝΤΕΡΛΙΝ

 

… ο πυρήνας αυτού του κεφαλαίου αφορά ερωτήματα ήρθαν στο προσκήνιο πρόσφατα όταν ένα διήγημα, με τον τίτλο The Pole [Ο Πολωνός], το οποίο συνέθεσε στα αγγλικά ο JMC και διαδραματίζεται κατά βάση στη σύγχρονη Ισπανία, μετατράπηκε από την ΜD σε ένα διήγημα στα ισπανικά με τον τίτλο El polaco.

Ο στόχος αυτού του εγχειρήματος ήταν ασυνήθιστος: το El polaco να γίνει το «πρωτότυπο» κείμενο, με την έννοια ότι όλες οι επόμενες μεταφράσεις θα βασίζονταν στο ισπανικό κείμενο, όχι στο αγγλικό. Ο στόχος αυτός σε μεγάλο βαθμό ματαιώθηκε λόγω πιέσεων από το εσωτερικό της εκδοτικής βιομηχανίας, αλλά η προσπάθεια μας επέτρεψε να εγείρουμε γενικά ερωτήματα σχετικά με το δευτερεύον καθεστώς της μετάφρασης σε σχέση με το «πρωτότυπο» κείμενο, και ακόμα σχετικά με το δευτερεύον καθεστώς του μεταφραστή σε σχέση με το πρωτεύον καθεστώς του «πρωτεργάτη», του συγγραφέα.

Σε ένα εγχείρημα στο οποίο οι ρόλοι του συγγραφέα και της μεταφράστριας συγχέονταν ηθελημένα, ανατέθηκε στην ΜD να δημιουργήσει ένα ισπανικό κείμενο με απόηχους της αγγλικής, ιδίως στη γραμματική –σε μια ισπανική γλώσσα η οποία να ηχεί ελαφρώς ως αγγλική, και την οποία οι αναγνώστες θα αναγνώριζαν ως ξένη αλλά πάντως υφολογικά αποδεκτή. Το να δημιουργήσεις ένα τέτοιο κείμενο γινόταν πιο πολύπλοκο από το γεγονός ότι, παρόλο που το κείμενο του The Pole, περιλαμβανομένων και όλων των διαλόγων που περιείχε, ήταν στα αγγλικά, κανένας από τους χαρακτήρες του διηγήματος, στον διηγηματικό κόσμο όπου δρούσαν, δεν μιλούσε τα αγγλικά ως μητρική του γλώσσα. Γι’ αυτό, οι διάλογοι τόσο στο The Pole όσο στο El polaco στοιχειώνονται από όσα οι ομιλητές δεν έχουν λέξεις να εκφράσουν, και ίσως ακόμα και από όσα οι μητρικές τους γλώσσες δεν τους επιτρέπουν να αντιληφθούν.

Το εγχείρημα αυτό είχε και μία πολιτική διάσταση, που προέκυπτε από την αύξουσα ανησυχία μας για την παγκόσμια διάδοση της αγγλικής γλώσσας, στην οποία περιλαμβάνεται και μια ανησυχία για την ανισορροπία στο παγκόσμιο ισοζύγιο μεταφράσεων: πολύ περισσότερα βιβλία μεταφράζονται κάθε χρόνο από τα αγγλικά απ’ όσα μεταφράζονται προς τα αγγλικά. Αν η στατιστική αυτή αντανακλά κάτι, αυτό είναι μια έλλειψη περιέργειας εντός των αγγλόφωνων χωρών για τον ευρύτερο κόσμο, σε αντιδιαστολή προς μια (αναγκαία; αναπότρεπτη;) προσοχή εκ μέρους του ευρύτερου κόσμου προς όσα σκέφτεται ο αγγλόφωνος κόσμος.

 

ΜD

 

… το να εξισώνουμε γλώσσα και ταυτότητα είναι μία παρακινδυνευμένη κίνηση. (…) Αγαπάμε και διεκδικούμε ό,τι μιλάμε και, μαζί με αυτό, ό,τι είναι οικείο και μας κάνει να αισθανόμαστε ωραία. Αλλά και η αντίθετη εμπειρία είναι δυνατή και όχι σπάνια. Στην περίπτωση αυτή υποψιαζόμαστε ότι μόνο σε μία άλλη γλώσσα, μια γλώσσα που δεν την μιλάμε καλά, ή και δεν την μιλάμε καθόλου, μια ξένη γλώσσα, θα μπορούσαμε τελικά να διατυπώσουμε μια αλήθεια που αφορά το εσώτερο είναι μας. Οι συγγραφείς γνωρίζουν καλά αυτήν την αίσθηση, αφού η γραφή, όπως έχει ειπωθεί, είναι η εμπειρία τού να μεταχειρίζεσαι τη γλώσσα μας σαν να ήταν ξένη.

 

JMC

 

Δεν έχω ακούσει ποτέ ως τώρα αυτήν την μεταφορά, αλλά μου αρέσει. Συνάδει με τη δική μου εμπειρία. (…)

 

ΜD

 

(…) Οι συγγραφείς γράφουν σε μία γλώσσα, αλλά κατά έναν τρόπο τόσο ιδιαίτερο που θα μπορούσε κανείς να πει ότι λειτουργούν μέσα σε μια δική τους γλώσσα. Υπάρχει, για παράδειγμα, μία διαμάχη γύρω από τον Κάφκα και τα γερμανικά του. Ξεκίνησε με το έργο ενός από τους πρώτους βιογράφους του, που υποστήριξε ότι ο Κάφκα δεν μιλούσε αρκετά καλά γερμανικά, και ότι –παραδόξως- το μεγαλείο της λογοτεχνικής του τέχνης ήταν το αποτέλεσμα αυτού του περιορισμού. Μερικά χρόνια αργότερα, δύο γάλλοι φιλόσοφοι τσίμπησαν αυτή την ιδέα και επινόησαν έναν μύθο, τον μύθο κατά τον οποίο ο Κάφκα υπήρξε ο κήρυκας μιας ήσσονος λογοτεχνίας στην οποία το να μην κατέχεις απολύτως μία γλώσσα ήταν εγγύηση αυθεντικότητας[1]. Η ερμηνεία αυτή μετέτρεψε τα έργα του τσέχου συγγραφέα σε πολιτική μηχανή. Μια εξέγερση όσων δεν μιλούν καλά, μπορούμε να πούμε.

Την ιδέα ότι γράφουμε στη δική μας γλώσσα σαν να ήταν ξένη την πρότεινε πρώτος ένας άλλος γάλλος συγγραφέας, ο Μαρσέλ Προυστ. Η ιδέα αυτή αναποδογύρισε την παλιά σύλληψη της ομορφιάς. Αντί να επιτυγχάνει τις πιο τέλειες εκφράσεις και το πιο ακριβές λεξιλόγιο, ένας γνησίως πρωτότυπος συγγραφέας μεταμορφώνει τη δική του/ της γλώσσα ώστε να την κάνει μια νέα γλώσσα. (…) Η πρωτοτυπία γίνεται ζήτημα του να μετασχηματίσεις τη λογοτεχνική γλώσσα σε κάτι απόμακρο και σχεδόν άγνωστο.

Το ερώτημα είναι, γιατί τότε είμαστε ικανοί να καταλάβουμε και να θαυμάσουμε τέτοια γραπτά;

 

JMC

 

Θέλω να επιστρέψω στο ερώτημα της μητρικής γλώσσας, και στην ιστορία που είπες πριν για το παιδί που μαθαίνει μία γλώσσα στο σπίτι –τη μητρική γλώσσα του- και μετά το βάζουν να μιλά μία άλλη γλώσσα στο σχολείο –την πατρική γλώσσα. Προφανώς εδώ μετακινούμαστε προς την πολιτική διάσταση της γλώσσας.

Για το θέμα αυτό, ας πω κάτι για την δική μου γλωσσική καταγωγή και το γλωσσικό παρελθόν της οικογένειας από την οποία προέρχομαι. Είναι μια ιστορία που στην αρχή μπορεί να φανεί πολύπλοκη, αλλά θεωρώ ότι κατά κάποιους τρόπους είναι αντιπροσωπευτική για τον κόσμο του εικοστού αιώνα.

Από τη μεριά της μητέρας μου κατάγομαι από έναν Πολωνό ο οποίος έφυγε από την Ευρώπη τη δεκαετία του 1880. Γεννημένος στην Σιλεσία, που τότε την διοικούσαν οι Πρώσσοι, αποφάσισε από νωρίς ότι το μέλλον ήταν γερμανικό. Έτσι, εκγερμανίστηκε αλλάζοντας το όνομά του, πηγαίνοντας σε γερμανικό σχολείο και παίρνοντας γερμανίδα γυναίκα. Τα παιδιά τους, που γεννήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, μιλούσαν γερμανικά στο σπίτι και αγγλικά στον δημόσιο χώρο. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες μετακόμισαν στη Νότια Αφρική, όπου συνέχισαν τις δίγλωσσες αγγλο-γερμανικές πρακτικές τους, μολονότι τώρα ζούσαν σε ένα ολλανδόφωνο περιβάλλον. Ό,τι σου είπα τώρα είναι λοιπόν μια ιστορία τού πώς, χάριν της κοινωνικής προόδου, μια μητρική γλώσσα –πρώτα η πολωνική, μετά η γερμανική- εγκαταλείφθηκε υπέρ μιας πατρικής γλώσσας, πρώτα της γερμανικής, μετά της αγγλικής.

Από τη μεριά του πατέρα μου κατάγομαι από ανθρώπους οι οποίοι μετανάστευσαν από τις Κάτω Χώρες στο νότιο άκρο της Αφρικής τον δέκατο έβδομο αιώνα. Κατά τους ναπολεόντειους πολέμους η μικρή αυτή ολλανδική αποικία πέρασε στον έλεγχο των Βρετανών και οι κάτοικοί της έγιναν υπήκοοι του βρετανικού στέμματος. Οι πρόγονοί μου προσαρμόστηκαν στους νέους αφέντες τους, διάγοντας τον δημόσιο βίο τους στα αγγλικά ενώ στο σπίτι συνέχιζαν να μιλούν ολλανδικά –τα ολλανδικά τα οποία, στην έντονα κρεολοποιημένη τους μορφή, έγιναν γνωστά ως αφρικάανς. Πάλι έχουμε μια ιστορία εγκατάλειψης μιας μητρικής γλώσσας –της ολλανδικής- υπέρ μιας ισχυρότερης πατρικής γλώσσας, της αγγλικής.

 

ΜD

 

Η εικόνα που δίνεις για τις γλωσσικές συνθήκες στη Νότια Αφρική με το παράδειγμα της προσωπικής σου ιστορίας έχει κάποια κοινά σημεία με τις γλωσσικές επιπτώσεις της ευρωπαϊκής μετανάστευσης στην ισπανόφωνη Αργεντινή, η οποία έλαβε χώρα ανάμεσα στο 1870 και το 1930, με μία δεύτερη κορύφωση αμέσως μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Το άλλο κρίσιμο συμβάν της γλωσσικής ανάμιξης στη νότια Αμερική είχε βεβαίως ήδη λάβει χώρα· ήταν η έκβαση της ισπανικής και πορτογαλικής αποικιακής μετακίνησης και η συνακόλουθη πίεση πάνω στις γλώσσες των ιθαγενών λαών μετά την Conquista, δηλαδή τον δέκατο έβδομο και τον δέκατο όγδοο αιώνα. Αργότερα, τον δέκατο ένατο αιώνα, όταν τα έθνη-κράτη ανέλαβαν την «αποστολή» να τυποποιήσουν κεντρικές γλώσσες και να καθυποτάξουν τους ιθαγενείς λαούς μέσω της γλώσσας, η διαδικασία μερικής ανάμιξης και γενικής κυριάρχησης έγινε επίσημη πολιτική. Μόνο κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια έχουν αρχίσει κάποιες νέες ρυθμίσεις στο Περού, τη Βολιβία, την Παραγουάη και την Αργεντινή να αντανακλούν την πολύγλωσση πραγματικότητα αυτών των χωρών. Με το νέο της σχέδιο συντάγματος, η Χιλή επιχείρησε να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Στην Αργεντινή υπάρχουν δείγματα ότι μιλιούνται δεκατέσσερις γλώσσες στην επικράτειά της, αλλά υπάρχουν ελάχιστα δίγλωσσα σχολεία όπου η διδασκαλία να γίνεται στα ισπανικά και σε μία ιθαγενική γλώσσα. Μετανάστευση από την Κίνα, την Κορέα και τη Ρωσία κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα αμφισβήτησαν το μονογλωσσικό σύστημα κατά νέους τρόπους.

Για να επανέλθω στην ευρωπαϊκή μετανάστευση, η ιστορία της οικογένειάς μου προσφέρει ένα καλό παράδειγμα. Η μητέρα μου γεννήθηκε στην Ισπανία και μετανάστευσε με τους γονείς, τους αδελφούς και τις αδελφές της στο Μπουένος Άιρες το 1950. Σε αυτή την πλευρά του γενεαλογικού μου δέντρου υπήρχαν πάντοτε άνθρωποι που μιλούσαν με ελαφρώς ιβηρική προφορά και που ποτέ δεν κατέκτησαν την αυτόχθονη χρήση του δεύτερου προσώπου στη λαϊκή γλώσσα της Αργεντινής –αλλά αυτό ήταν όλο. Ο πατέρας μου γεννήθηκε στην Αργεντινή αλλά οι γονείς του ήταν και οι δύο Έλληνες. Ήρθε σε επαφή με τα ισπανικά στους δρόμους της γειτονιάς ήδη πριν πάει σχολείο και έμαθε να τα μιλά χωρίς καμία προφορά. Με την αδελφή και τη μητέρα του, όμως, μιλούσε πάντοτε ελληνικά, μια γλώσσα την οποία ποτέ δεν δίδαξε στα δικά του παιδιά. Όταν η γιαγιά μου γέρασε πολύ, ξέχασε τα ισπανικά, μια γλώσσα την οποία είχε μάθει όταν ήταν κοντά στα τριανταπέντε και ποτέ δεν κατέκτησε ολοκληρωτικά· θυμάμαι ότι πηγαίναμε να την επισκεφθούμε με τον πατέρα μου και απλώς τους παρακολουθούσα να συνομιλούν στη γλώσσα τους, σε διαλόγους από τους οποίους δεν καταλάβαινα ούτε λέξη.

(…)

 

Όταν πολλοί μεταφραστές βρίσκονται μαζί, υπάρχουν δύο θέματα τα οποία εγγυώνται ζωηρή συζήτηση. Μπορεί να μιλούν για τη δουλειά άλλων, συνήθως με ελαφρώς κριτικό πνεύμα, και δεύτερον μπορεί να μιλούν για το επίπονο καθήκον που αναλαμβάνουν κάποιες φορές, αν όχι τις περισσότερες φορές. Η μετάφραση, όλοι συμφωνούν, είναι δύσκολη δουλειά. Σε αυτές τις ανταλλαγές, δεν διαφέρουν από τους συγγραφείς tout court, αλλά στην περίπτωση των μεταφραστών η αίσθηση κοινότητας υπερτερεί έναντι του εξαντλητικού παιχνιδιού των ματαιοδοξιών. Ασχέτως του πόσο κολακευτική μπορεί να είναι η αναλογία αυτή για τους μεταφραστές, υπάρχει μία ριζική διαφορά ανάμεσα στο να γράφεις ένα βιβλίο ξεκινώντας από το τίποτα, προχωρώντας από γραμμή σε γραμμή πάνω σε μια κενή σελίδα, όπως κάνουν οι συγγραφείς, και να συνθέτης αποδεκτές, μέχρι και αισθητικά αρεστές σειρές λέξεων όταν η σελίδα αυτή είναι ήδη γεμάτη με τις λέξεις κάποιου άλλου προσώπου. Το απλό αυτό γεγονός χαράσσει μία αναντίρρητη γραμμή που διαχωρίζει τη μία δραστηριότητα από την άλλη. Εφόσον εγώ εναλλάσσομαι μεταξύ των δύο θέσεων, όπως πολλοί συγγραφείς και μεταφραστές έχουν κάνει και κάνουν ακόμα σήμερα, για μένα αυτό είναι απλώς ένα εμπειρικό γεγονός. Άλλο είναι να γράφεις, άλλο να μεταφράζεις. Και αυτό έχει μια παρηγοριά. Έστω και αν ξέρουμε ότι οι μεταφράσεις ενίοτε επιφορτίζονται με σημαντικές ευθύνες –ας σκεφτούμε τις ιατρικές οδηγίες χρήσης-, η ιδέα ότι δεν είμαστε μόνοι μας, ότι κάποιος είναι πίσω μας, είναι καθησυχαστική στη μετάφραση. Πάντοτε μπορεί κανείς να υποστηρίξει: ο συγγραφέας το έκανε, όχι εγώ· υπάρχει κάτι να ειπωθεί, κι εγώ απλώς βοηθάω να γίνει γνωστό.

Εξ αρχής, το να μεταφράσω το The Pole ήταν κάτι διαφορετικό απ’ αυτό. Η ιδέα ότι η ισπανική εκδοχή θα ήταν η μόνη διαθέσιμη για κάποιο διάστημα –κάτι για το οποίο είχα ενημερωθεί εξ αρχής- επρόκειτο να είναι πάντοτε παρούσα, συνοδεύοντας με ανεπαίσθητους τρόπους όλες μου τις μεταφραστικές αποφάσεις. Γιατί; Η επιταγή αυτή είχε πάρει μία ριζική στροφή μέσα μου. Σκεφτόμουν το βιβλίο στα ισπανικά ως το πρωτότυπο για όλες τις μελλοντικές μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες, ακόμη και στα αγγλικά, σαν το πρωτότυπο χειρόγραφο να είχε χαθεί. Φυσικά, επρόκειτο απλώς για ένα νοητικό πείραμα, και τελικά τα πράγματα πήραν τη συνήθη τροπή. Αλλά η ιδέα δεν έφευγε απ’ το μυαλό μου, εξαλείφοντας την υπόσχεση αυτής της άνεσης ότι δεν θα ήμουν μόνη αφού τυπωθεί το βιβλίο.

Αν και συχνά θεωρείται περιθωριακή δραστηριότητα, η μετάφραση διαπερνάται από βεβαρημένες ηθικές διερωτήσεις. Μια μεταφράστρια παίρνει αποφάσεις στη μοναξιά ενός δωματίου, έστω και αν παρηγοριέται με τη σκέψη ότι, στο τέλος, η δική της εκδοχή θα είναι απλώς μια εκδοχή κάποιου πρωτοτύπου που την καλύπτει προστατευτικά σαν μια στοργική μητέρα. Για όσον καιρό το βιβλίο δεν έχει ακόμα τυπωθεί φέροντας το όνομα του συγγραφέα στο εξώφυλλο, οι αποφάσεις της λαμβάνονται σε απομόνωση. Στο σημείο αυτό, και λόγω των πολλών αποφάσεων που πρέπει να ληφθούν, εγείρεται το ερώτημα της ελευθερίας. Σε ποια έκταση μπορώ να απομακρυνθώ από το πρωτότυπο; Αν γίνω πολύ ελευθεριάζουσα και δημιουργική, αυτό που κάνω είναι άραγε πάντα μετάφραση ή όχι; Στην περίπτωση του Πολωνού, η ιδέα ότι φτιάχνω ένα «νέο πρωτότυπο» περιόρισε αυτές τις ελευθερίες σε ένα μίνιμουμ αντί να τις πολλαπλασιάσει. Έτσι, προτίμησα να γράψω ένα κείμενο στα ισπανικά που να έχει αγγλικά κατάλοιπα, ιδίως στη γραμματική, σαν το κείμενό μου να έκανε παρτιτούρα ενός χάρτη σε διαφανές χαρτί, όπως κάναμε στο σχολείο πριν ξεκινήσει η ψηφιακή ζωή. Σε ισπανικά τα οποία να ακούγονται ελαφρώς σαν αγγλικά, τα οποία οι αναγνώστες θα αναγνώριζαν ως ξένα αλλά ακόμη παραδεκτά, μέχρι και χαριτωμένα αν ήμουν αρκετά επιδέξια.

Αλλά τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Οι μυθοπλαστικοί χαρακτήρες που απεικονίζονται σε αυτό το γραμμένο εξ ολοκλήρου στα αγγλικά διήγημα μιλάνε μερικές φορές στα ισπανικά, και άλλες φορές στα αγγλικά ως δεύτερη γλώσσα. Η αυταπάτη της μυθοπλασίας το κάνει αυτό δυνατό· κανείς δεν θα διαμαρτυρόταν επειδή σε μια ταινία για τις νίκες και τις τραγωδίες του Ιούλιου Καίσαρα δεν μιλούν λατινικά. Εφόσον κανείς από τους χαρακτήρες στον Πολωνό δεν έχει τα αγγλικά ως μητρική γλώσσα, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούν τη γλώσσα είναι ελαττωματικός, κάποτε φανερά και άλλοτε με πιο ανεπαίσθητους τρόπους. Πολλές φωνές συνυπάρχουν στην γαλήνια αφήγηση του Πολωνού. Αυτό με έφερε μπροστά στο επείγον ερώτημα μέχρι πόσα στρώματα άρρητης μετάφρασης επιδέχεται ένα διήγημα. Η μετάφραση είναι ένα παιχνίδι στο οποίο φανερώνεις πολλά πράγματα ενώ άλλα τα καλύπτεις με έναν μανδύα διακριτικής κομψότητας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι διάλογοι έπαιξαν έναν τόσο σημαντικό ρόλο σε αυτήν την περίπτωση. Έπρεπε να τους κάνω ηθελημένα αδέξιους, αλλά στη σωστή δοσολογία και τη σωστή στιγμή. Αφού είχε καλυφθεί αυτή η απαίτηση, ένας νέος παροξυσμός από γλωσσικές επιπλοκές περίμενε τη μεταφράστρια και τον μελλοντικό αναγνώστη στο τέλος του βιβλίου. Η ιστορία τελειώνει με ένα ποίημα γραμμένο στα πολωνικά, μεταφερμένο στα ισπανικά (εμείς όμως το διαβάζουμε στα αγγλικά!) από έναν ιταλό μεταφραστή που ζει στη Βαρκελώνη. Ένα γαϊτανάκι από γλωσσικούς υπαινιγμούς που καθρεφτίζουν ο ένας τον άλλο.

Υπήρχε, πάντως, μία ελάφρυνση σε άλλα μέτωπα· οι κλασικές δυσκολίες της λογοτεχνικής μετάφρασης είχαν μειωθεί στο ελάχιστο. Και εξηγούμαι. Κάθε φυσική γλώσσα έχει μια ιδιαίτερη μουσική, μια ειδική προτίμηση για εικόνες και μία γκάμα από προτιμητέες δομές που σταθεροποιούν τις λέξεις σε μια χρυσή αλυσίδα. Αν σε μια αγγλική φράση κάποιος αφήνει τη γάτα έξω από τον σάκο, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι κάποιος επέτρεψε σε ένα αιλουροειδές να δραπετεύσει από τη φυλακή του ή ότι κάποιος αποκαλύπτει ένα μυστικό άθελά του. Στον Πολωνό υπήρχαν ελάχιστα χωρία όπου να κυριαρχούν αμφισημίες, πολύπλοκες προτάσεις ή τεράστιες μεταφορικές εικόνες· η πρόζα του διηγήματος είχε σχεδιαστεί ως διαφανής, σχεδόν αποσπασμένη από κάθε χαρακτηριστικό που θα μπορούσε να την ταυτοποιήσει ως αγγλική, λες και το παλιό genie de la langue είχε ηθελημένα κρατηθεί μέσα στο μπουκαλάκι του.

Ευτυχώς, λίγο μετά που τελείωσα τη μετάφραση λύθηκαν τα μάγια και δεν ήμουν πια μόνη. Συζήτησα μαζί σου γραμμή-γραμμή το διήγημα στην ισπανική του μορφή, κάποια χωρία προσαρμόστηκαν, κάποιες προσθήκες εγκρίθηκαν. Με αυτό, η παλιά τάξη πραγμάτων αποκαταστάθηκε –τουλάχιστον για μένα.

 

JMC

 

Όπως παρατήρησες, τα ασυνήθιστα αγγλικά στα οποία συντέθηκε ο Πολωνός είναι χωρίς σώμα και χωρίς τοποθεσία: δεν είναι καθόλου σαφές από ποιο μέρος του κόσμου έρχονται (αφού τα αγγλικά σήμερα χρησιμοποιούνται ως μέσο γραφής σε μεγάλο μέρος του κόσμου), ενώ στερούνται την (σημασιολογική αλλά και ηχητική) στερεότητα που χαρακτηρίζει συνήθως τα υψηλής ποιότητας λογοτεχνικά αγγλικά.

Υπάρχουν δύο λόγοι για τους οποίους το βιβλίο αυτό κατοικεί σε αυτό το μηδενικό γλωσσικό καθεστώς. Ο πρώτος είναι ότι ηθελημένα του στέρησα όσα εγώ θεωρώ ως τοπικά θρεπτικά συστατικά όταν το συνέθετα. Ο δεύτερος είναι ότι, όταν άρχιζα να το συνθέτω, είχα φτάσει σε ένα σημείο στη ζωή μου όπου με προβλημάτιζε σοβαρά η αγγλική γλώσσα ως παγκόσμια πολιτική δύναμη και ήθελα να σηματοδοτήσω την προσωπική μου ρήξη με αυτήν.

(…) Η φαντασίωσή σου ότι συνέθετες το βιβλίο στα ισπανικά για πρώτη φορά –ότι κατά έναν τρόπο ήσουν η συγγραφέας του- δεν ήταν αβάσιμη. Η πρόθεσή μου ήταν ότι καμία μετάφραση –καμία «καλή» μετάφραση- του βιβλίου δεν θα έπρεπε να είναι κατώτερη σε σχέση με την αγγλική μορφή, και έτσι θα έπρεπε να τεθεί υπό διερώτηση η έννοια κάποιας «πρωτότυπης» μορφής τού The Pole/ El polaco. Ως κάτοχος των πνευματικών δικαιωμάτων της ιστορίας από νομική άποψη, και άρα κατά μία έννοια ο «ιδιοκτήτης» της, είχα την πρόθεση το αγγλικό κείμενο, αφού μεταμορφωθεί στο ισπανικό κείμενο, να αποσυρθεί για ένα διάστημα, να αποτραβηχτεί στη σκιά, ενώ το ισπανικό κείμενο να γεννήσει μία πολλαπλότητα μεταφράσεων.

Ωστόσο, το σχέδιο αυτό ηττήθηκε από μία ανώτερη δύναμη που λειτουργεί στον κόσμο της εκδοτικής βιομηχανίας. Εκδότες στην Πολωνία, τη Γαλλία, την Ιαπωνία και άλλες χώρες απλώς αρνήθηκαν να μεταφράσουν από το ισπανικό κείμενο. Το ισπανικό κείμενο, είπαν, δεν αποτελούσε το πρωτότυπο, και προτιμούσαν να κάνουν τη μετάφραση από το πρωτότυπο. Ήταν μάλιστα άρθρο πίστης γι’ αυτούς ότι κάποιος πρέπει να μεταφράζει μόνο  από το πρωτότυπο. Έτσι, κατέληξα σε αδιέξοδο. Για οκτώ μήνες, η μόνη μορφή του βιβλίου που υπήρχε δημόσια ήταν η ισπανική, η οποία αντιμετωπιζόταν όπως οποιοδήποτε άλλο ισπανικό βιβλίο, με την έννοια ότι κριτικές γι’ αυτό γράφονταν μόνο σε ισπανόφωνα περιοδικά και το αγόραζαν μόνο ισπανόφωνοι αναγνώστες.

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αν το βιβλίο είχε συντεθεί στα αλβανικά και μεταφραστεί στα ισπανικά, οι εκδότες θα ήταν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν την αρχή της πρωτότυπης γλώσσας και να παραγγείλουν μεταφράσεις από τα ισπανικά. Γιατί τότε το αδιέξοδο; Απάντηση: διότι το «πρωτότυπο» δεν ήταν στα αλβανικά, μία «ήσσονα» γλώσσα, αλλά στα αγγλικά, μία «μείζονα» και μάλιστα την κυρίαρχη σήμερα γλώσσα. Στον διαγωνισμό που προκάλεσα με την αρχή της πρωτότυπης γλώσσας, και εμμέσως με την ίδια την κυρίαρχη γλώσσα, εγώ έχασα και η αρχή επικράτησε.

 

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί απόδοση επιλεγμένων αποσπασμάτων από διάφορα σημεία του βιβλίου των J. M. Coetzee και Mariana Dimópulos Speaking in Tongues, Random House, Λονδίνο 2025. Επιμέλεια- μετάφραση: Α.Γ.

Το βιογραφικό των συγγραφέων που διαβάζουμε στο εσώφυλλο του βιβλίου έχει ως εξής:

 

Ο J.M. Coetzee γεννήθηκε στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής και έχει γράψει πάνω από είκοσι βιβλία, μεταξύ των οποίων τα The Pole [ελλ. μετ. Ο Πολωνός, εκδ. Διόπτρα, Αθήνα 2023)· Waiting for the Barbarians [ελλ. μετ. Περιμένοντας τους βαρβάρους, Μεταίχμιο, Αθήνα 2013]· Life & Times of Michael K, για το οποίο ο Κούτσι τιμήθηκε με το πρώτο του βραβείο Booker το 1983· Boyhood: Scenes from a Provincial Life [ελλ. μετ. Σκηνές απ’ τη ζωή ενός παιδιού, Διήγηση 2003], απομνημόνευμα· και αρκετές συλλογές δοκιμίων. Με το βιβλίο Disgrace [Ατίμωση, εκδ. Διόπτρα, Αθήνα 2024] o Kούτσι έγινε ο πρώτος συγγραφέας που έχει κερδίσει το βραβείο Booker δύο φορές. Το 2003 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

 

Η Mariana Dimópulos είναι Αργεντίνα συγγραφέας, μεταφράστρια και δασκάλα. Ειδικεύεται στη γερμανική φιλοσοφία και στο έργο του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Έχει δημοσιεύσει τέσσερα διηγήματα. Το τελευταίο απ’ αυτά, Quemar El Cielo (2019), ήταν φιναλίστ στην βραχεία λίστα του βραβείου διηγήματος του Fundación Medifé-Filba τη χρονιά μετά την έκδοσή του. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες και τώρα ζει στη Γερμανία.

[1] Gilles Deleuze and Félix Guattari, Kafka. Toward a Minor Literature (Mιννεάπολις, University of Minnesota Press 1986) [ελλ. μετ.: Ζιλ Ντελέζ, Φελίξ Γκουαταρί: Κάφκα – Για μια ελάσσονα λογοτεχνία, Καστανιώτης, Αθήνα 1998].

Κλασσικό

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.