Ανάλυση λόγου,Δίκαιο,Κινήματα,Φύλο

Ποιον ωφελεί ο μύθος της «υποχρεωτικής συνεπιμέλειας»;

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Σε διάφορα κείμενα με προέλευση από τον χώρο του ακτιβισμού και της δημοσιογραφίας –ποτέ όμως από τον χώρο της νομικής θεωρίας ή πράξης-, επαναλαμβάνεται συχνά η έκφραση «υποχρεωτική συνεπιμέλεια» σε σύνδεση με το νόμο 4800 του 2021, τον οποίον έχει επικρατήσει γενικώς η εντύπωση ότι περιγράφει. Ενδεικτικά: το Πρώτο Θέμα, σε πρόσφατο άρθρο του σχετικό με ανακοίνωση δέκα γυναικείων οργανώσεων (στην οποία θα αναφερθούμε αναλυτικότερα στη συνέχεια), προτάσσει μία εισαγωγή της οποίας η δεύτερη πρόταση αναφέρει ως κάτι αυτονόητα γνωστό το εξής:

 

Η υποχρεωτική συνεπιμέλεια, που θεσπίστηκε με τον νόμο 4800/21 …

 

Η φράση αυτή είναι αναληθής.

Ο νόμος 4800/21 δεν θέσπισε καμία «υποχρεωτική συνεπιμέλεια».

Το βάρος αποδείξεως το έχει αυτός που ισχυρίζεται ότι αυτό συμβαίνει. Αυτός οφείλει να μας πει πού, πώς, με ποιο άρθρο του εν λόγω νόμου θεωρεί ότι θεσπίζεται κάτι τέτοιο και τι ακριβώς εννοεί με αυτό. Από τη σχετική φιλολογία συνάγω ότι η λέξη «υποχρεωτική» χρησιμοποιείται εναλλακτικά ή σωρευτικά με δύο κυρίως έννοιες: α) Ο 4800 υποχρεώνει το δικαστήριο να διατάσσει πάντοτε «συνεπιμέλεια», β) Η «συνεπιμέλεια» αυτή είναι υποχρεωτική για τους δύο γονείς και τους επιβάλλεται παρά τη θέλησή τους –ή παρά τη θέληση του ενός, και δη της μητέρας.

Δεν είναι όμως δική μας δουλειά να υποθέτουμε τι εννοούν άλλοι. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε εμείς είναι απλώς να διαβάσουμε το κείμενο του νόμου, όπως έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ, και επίσης να χρησιμοποιήσουμε τη λειτουργία Search στο ίδιο αυτό κείμενο, για να διαπιστώσουμε ότι σε αυτό δεν απαντά ούτε μία φορά ο όρος υποχρεωτική συνεπιμέλεια. Δεν απαντά ούτε καν ο όρος συνεπιμέλεια σκέτος, έστω και χωρίς το επίθετο. Στο κείμενο του νόμου βρίσκουμε μόνο τον όρο Από κοινού άσκηση της επιμέλειας του τέκνου, και αυτόν μόνο μία φορά –στον τίτλο του άρθρου 12 («Από κοινού άσκηση της επιμέλειας του τέκνου σε σημαντικά ζητήματα – Αντικατάσταση του τίτλου και του άρθρου 1519 Α.Κ.»). Ούτε αυτή η από κοινού άσκηση καθίσταται υποχρεωτική.

Ειδικότερα: το κατά τα ανωτέρω νέο άρθρο 1519 ΑΚ έχει ως εξής.

 

Όταν η επιμέλεια ασκείται από τον έναν γονέα [υπογραμμίζω εγώ] ή έχει γίνει κατανομή της μεταξύ των γονέων, οι αποφάσεις για την ονοματοδοσία του τέκνου, για το θρήσκευμα, για ζητήματα της υγείας του, εκτός από τα επείγοντα και τα εντελώς τρέχοντα, καθώς και για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, λαμβάνονται από τους δύο γονείς από κοινού.

 

Καταρχάς, δεν βλέπω ποια αντίρρηση μπορεί να έχει κανείς για μια τέτοια ρύθμιση.

Εν πάση όμως περιπτώσει, όπως γίνεται σαφές ήδη από την αρχή της φράσης, η ρύθμιση αυτή ισχύει για περιπτώσεις κατά τις οποίες η επιμέλεια δεν ασκείται από κοινού. Αυτό από μόνο του καταρρίπτει τον μύθο ότι η «συνεπιμέλεια», ή έστω και η από κοινού άσκηση της επιμέλειας, είναι «υποχρεωτική». Διότι αν ήταν, πώς θα ήταν δυνατό να υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις;

Μολονότι όμως δεν είναι δική μου δουλειά, θα κάνω ακόμα μία παραχώρηση στους θιασώτες της θεωρίας περί «υποχρεωτικής συνεπιμέλειας» και θα υποθέσω για λογαριασμό τους ότι μπέρδεψαν την επιμέλεια του τέκνου με την γονική μέριμνα, η οποία επίσης ρυθμίζεται από τον επίδικο νόμο –αλλά δεν ταυτίζεται με την πρώτη: είναι ευρύτερη έννοια και την περιλαμβάνει. Η σύγχυσή τους είναι ανεπίτρεπτη για ανθρώπους που θέλουν να υποδείξουν και βελτιωτικές παρεμβάσεις ή τροποποιήσεις σε έναν νόμο τον οποίο απ’ ό,τι φαίνεται δεν έχουν καταλάβει ή παριστάνουν ότι δεν έχουν καταλάβει[1].

Και για την γονική μέριμνα ο ν. 4800 (άρθρο 7, που τροποποιεί το 1513 του ΑΚ) προβλέπει από κοινού άσκηση.

Ειδικότερα, ορίζει ότι

 

Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα.

 

Ούτε από αυτή τη διατύπωση όμως μπορεί να συναχθεί κάποια «υποχρεωτική καθιέρωση» της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας «ως γενικού κανόνα, ανεξαρτήτως των πραγματικών συνθηκών κάθε οικογένειας», όπως τερατολογικά ισχυρίζονται οι 10 συλλογικότητες για την «συνεπιμέλεια».

Η διατύπωση «εξακολουθούν να ασκούν» δεν παράγει κάποια γενικευμένη και ανεξαίρετη υποχρέωση του δικαστηρίου να αναθέτει πάντοτε τη μέριμνα και στους δύο γονείς. Αντιθέτως μάλιστα, ορίζει τι ισχύει όταν δεν υπάρχει σχετική απόφαση δικαστηρίου ή συμφωνία των γονέων.Εάν οι γονείς δεν καταφέρνουν να συμφωνήσουν, τότε μπορεί να προσφύγουν στο δικαστήριο και να ζητήσουν από εκείνο να ρυθμίσει την κατανομή.

Οι 10 συλλογικότητες προβάλλουν έναν ισχυρισμό κατά τον οποίο η συνεπιμέλεια είναι καλή όταν είναι συναινετική, αλλά κακή όταν είναι υποχρεωτική. Αυτό είναι ταυτολογία. Είναι σαν να λέμε ότι οι άνθρωποι είναι καλύτερα να ζουν αγαπημένοι και χωρίς μίση. Η ανάγκη να εκδοθεί δικαστική απόφαση προκύπτει, ακριβώς, όταν δεν μπορεί να επιτευχθεί συναινετικά μία λύση.

Η αυτή απόφαση που θα εκδοθεί θα είναι φυσικά «υποχρεωτική», με την ίδια έννοια που είναι υποχρεωτική για τους διαδίκους κάθε απόφαση δικαστηρίου για οποιοδήποτε ζήτημα. Δεν θα είναι όμως υποχρεωτικά υπέρ της από κοινού άσκησης της μέριμνας: το δικαστήριο μπορεί να παρεκκλίνει από αυτήν όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι. Τέτοιοι λόγοι αναφέρονται π.χ. στο ακριβώς επόμενο άρθρο, το 8, που έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Παρέκκλιση από την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας». Τέτοια παρέκκλιση προβλέπεται, ακριβώς, με βάση τις «πραγματικές συνθήκες κάθε οικογένειας»[2].

Δεν βλέπω, και εδώ, ποια αντίρρηση μπορεί να έχει κανείς για έναν τέτοιο γενικό –αλλά όχι ανεξαίρετο- κανόνα.

 

Κι ωστόσο, αυτή η παρανόηση εδραιώθηκε και έγινε γενικότερα αποδεκτή, είτε λόγω υστεροβουλίας είτε λόγω απλής ανοησίας· έτσι, διάφοροι πήραν φόρα και κατέληξαν να διατυπώνουν στον δημόσιο χώρο χωρίς ντροπή –και φυσικά χωρίς καμία τεκμηρίωση ή παραπομπή σε άρθρο και παράγραφο- ισχυρισμοί όπως:

 

Αν έχετε χάσει επεισόδια, ο νόμος Τσιάρα προβλέπει ότι το αστικό δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αποφασίσει συνεπιμέλεια, ακόμα κι αν ο ένας γονέας είναι υπόδικος για σχετικά ποινικά αδικήματα όπως κακοποίηση, κατάχρηση σε ασέλγεια ή βιασμός… του παιδιού που διεκδικεί να επιμελείται[3].

 

Το μόνο που μένει είναι να εμφανιστεί και ο Βασιλάκης Καΐλας. Όποιος τα γράφει αυτά δεν έχει χάσει επεισόδια, αλλά μάλλον έχει πλάσει ανύπαρκτα επεισόδια που έβγαλε από το μυαλό του.

 

Το ότι με τον ν. 4800 δεν επιβλήθηκε κανένα carpet bombing υποχρεωτικών συνεπιμελειών αποδεικνύεται όχι μόνο κειμενικά-λογικά, αλλά και εμπειρικά.

Τη χρονιά που μας πέρασε, κατατέθηκε στο ελληνικό πανεπιστήμιο –και συγκεκριμένα στη Νομική του ΕΚΠΑ- διπλωματική εργασία η οποία εξετάζει, ακριβώς, τα αποτελέσματα της εφαρμογής του συγκεκριμένου νόμου στη δικαστηριακή πρακτική –όπως γίνεται σαφές και από τον εύγλωττο τίτλο της[4]. Η μελέτη αυτή εξέτασε ένα σώμα 431 αποφάσεων του Πρωτοδικείου της Αθήνας. Περίπου οι μισές απ’ αυτές είχαν εκδοθεί τη διετία 2019-2020, δηλ. αμέσως πριν την ψήφιση του ν. 4800, ενώ οι υπόλοιπες τη διετία 2022-2023, αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του. Από την εξέταση προέκυψε ότι:

κατά την πρώτη διετία, από τις συνολικά 202 αποφάσεις, οι 199 ανέθεσαν την επιμέλεια αποκλειστικά στον ένα γονέα. Και ο γονέας αυτός ήταν η μητέρα στις 176 αποφάσεις· σε 24 ήταν ο πατέρας[5].

Κατά την δεύτερη διετία, από τις συνολικά 226 αποφάσεις, οι 186 ανέθεσαν την επιμέλεια αποκλειστικά στον ένα γονέα· ο γονέας αυτός ήταν και πάλι η μητέρα στις 162 εξ αυτών. Στον πατέρα ανατέθηκε η αποκλειστική επιμέλεια σε 23 περιπτώσεις.

Δεν υπάρχουν στοιχεία για το πόσοι εξ αυτών των πατεράδων ήταν κακοποιητές και βιαστές. Μάλλον επειδή κανείς δεν ήταν, αλλά εάν κάποιος έχει στοιχεία περί του αντιθέτου θα με ενδιέφερε να τα δω. Πάντως το σίγουρο είναι ότι ούτε ο νόμος υποχρέωσε τα δικαστήρια να αναθέτουν αποκλειστικά την επιμέλεια σε πατεράδες, και δη σε βιαστές, ούτε και τα δικαστήρια έκαναν κάτι τέτοιο με δική τους πρωτοβουλία· αντιθέτως παραμένουν πιστά στην παραδοσιακή έμφυλη κατανομή των ρόλων, όπως θα επιθυμούσαν οι φεμινίστριες του δεύτερου κύματος, και ως «φυσικό φροντιστή» των τέκνων εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να θεωρούν την μητέρα.

 

Εφόσον είναι έτσι, θα αναρωτιόταν κανείς: πού οφείλεται αυτή η επιμονή των δακρύβρεχτων αφηγημάτων και των καταγγελιών κατά του «νόμου Τσιάρα», όπως ενίοτε μειωτικά λέγεται;

Προφανώς οφείλεται στο ότι, συχνά, τα κινήματα, προκειμένου να συγκροτηθούν, να διατηρήσουν αμείωτη την επαγρύπνηση των μελών τους και να στρατολογήσουν νέα, έχουν ανάγκη από μία καταστροφολογία, από τη σκιαγράφηση ενός φοβερού και παντοδύναμου εχθρού που μας απειλεί και στον οποίο πρέπει να αντισταθούμε.

Είναι ένα παλιό και πολύ γνωστό πρόβλημα ότι εξίσου συχνά, σχεδόν πάντα, είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε μέχρι ποιο σημείο η διογκωμένη ανάδειξη τέτοιων κινδύνων πράγματι λειτουργεί αφυπνιστικά και από ποιο σημείο και μετά λειτουργεί παραλυτικά και αποθαρρυντικά. Η διάδοση όλων αυτών των καταγγελιών για τον άθλιο νόμο που επιβάλλει «υποχρεωτική συνεπιμέλεια» και ανταμείβει κακοποιητές, θεωρώ αρκετά πιθανό να πτοήσει κάποιες γυναίκες και να τις αποτρέψει από το να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους στα δικαστήρια –εφόσον όλοι τούς λένε ότι αυτά κρίνουν με βάση κριτήρια δυσμενή και εχθρικά για τις γυναίκες. Για να μην πω και το εξής: οι καταγγελτικοί αυτοί λόγοι αποδίδουν τη θέσπιση του «άθλιου αυτού νόμου» στη δράση κάποιου «λόμπι ενεργών μπαμπάδων». Το ότι ομάδες συμφερόντων υπάρχουν, και δρουν προσπαθώντας να επιτύχουν ευνοϊκές γι’ αυτά νομικές ρυθμίσεις, είναι αναμφίβολο. Αυτό που είναι αμφίβολο όμως είναι το αν πετυχαίνουμε κάτι με το να πιστώνουμε σε μία τέτοια ομάδα μια τόσο περιφανή νίκη –πέρα από το να την εμφανίζουμε ως παντοδύναμη και ακαταμάχητη, ενώ δεν είναι.

[1] Για την ανάγκη τέτοιων τροποποιήσεων μιλά το κείμενο των δέκα συλλογικοτήτων, χωρίς πάντως να προσδιορίζει τι συγκεκριμένα πρέπει να τροποποιηθεί και πώς.

[2] Ενδεικτικά: «Αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων και ιδίως αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σε αυτήν ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου, καθένας από τους γονείς προσφεύγει σε διαμεσολάβηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, όπως ο νόμος ορίζει. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο».

[3] Απόσπασμα από το δημοσίευμα του Infowar με τον τίτλο Τροπολογία Κεφαλογιάννη: Μήπως δεν είναι αυτό που νομίζεις;, στο οποίο είχαμε αναφερθεί και στο αμέσως προηγούμενό μας σημείωμα (Μια διπλά φωτογραφική τροπολογία –και ο κρετινισμός των αριστερών υποστηρικτ(ρι)ών της).

[4] Θωμά – Χρήστου Ευσταθίου, «Η νομολογία μετά τον Ν. 4800/2021 αναφορικά με την συνεπιμέλεια των ανήλικων τέκνων», διαθέσιμη και ηλεκτρονικά.

[5] Το άθροισμα δίνει 200 επειδή σε μία υπόθεση υπήρχαν δύο τέκνα, εκ των οποίων το καθένα ανατέθηκε σε διαφορετικό γονέα.

Κλασσικό

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.