Δίκαιο,Πολιτική

Μια διπλά φωτογραφική τροπολογία –και ο κρετινισμός των αριστερών υποστηρικτ(ρι)ών της

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Όσον αφορά την τροποποίηση του άρθρου 1536 του Αστικού Κώδικα, για την οποία έχει ήδη καθιερωθεί το κωδικό όνομα «τροπολογία Κεφαλογιάννη», στον δημόσιο χώρο έχουν διατυπωθεί κάποιες –ελάχιστες- φωνές υποστήριξης, ή σχετικοποίησης των επικρίσεων. Οι περισσότερες φυσικά έρχονται από τα δεξιά –από την ίδια την ενδιαφερομένη, τον υπουργό δικαιοσύνης και ίσως ένα-δυο ακόμη πολιτευτές. Ο κ. Φλωρίδης λοιπόν, προσπαθώντας να δικαιολογήσει (τα αδικαιολόγητα, δηλαδή) την ψήφιση της διάταξης, όπως διαβάζω στο διαδίκτυο είπε τα εξής:

 

δώσαμε το δικαίωμα στους γονείς ότι εφόσον κάνει έφεση να μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο η εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε να μην ισχύσει μέχρι να βγει η απόφαση του Εφετείου. Υπήρχε καιρό ανάγκη, γιατί ενώ αυτό ισχύει για όλες τις αποφάσεις, δηλαδή να αναστέλλεται η πρωτόδικη μέχρι να εκδικαστεί η έφεση, αυτό δεν το είχαμε για τα παιδιά.

 

Μετά τη λέξη «εφόσον» προφανώς παραλείπεται ως εννοούμενη η έκφραση ένας εξ αυτών.

Επίσης, η έκφραση «η εκτέλεση να μην ισχύσει» είναι νομικώς ανακριβής. Η εκτέλεση δεν «ισχύει».

Αυτό βέβαια δεν είναι πρόβλημα, ή δεν είναι το κύριο. Στον προφορικό λόγο είναι αναμενόμενο να υπάρχουν ελλείψεις ή ατέλειες έκφρασης. Το πρόβλημα δεν είναι γλωσσικό, αλλά ουσίας: είναι ότι όσα λέει εδώ ο Φλωρίδης δεν αποδίδουν ορθώς το περιεχόμενο της ήδη ψηφισμένης διάταξης, όπως τουλάχιστον αυτή δημοσιεύθηκε στον τύπο[1].

Για τουλάχιστον δύο λόγους:

α) Η διάταξη δίνει στους γονείς δύο νέα δικαιώματα, όχι ένα (θα δούμε, ακριβώς, ποια είναι αυτά αμέσως παρακάτω). Το ένα τους το δίνει, πράγματι, εφόσον κάνουν έφεση· το άλλο (εκείνο της πρώτης παραγράφου) ασχέτως του αν έχουν κάνει έφεση ή όχι.

β) Με βάση τη νέα διάταξη, οι γονείς δεν έχουν μόνο δικαίωμα να ζητήσουν «να μην ισχύσει η εκτέλεση της απόφασης», αλλά και να μεταρρυθμιστεί η ίδια η απόφαση ως προς το περιεχόμενό της.

Όσα λέει ο Φλωρίδης αφορούν μόνο την δεύτερη παράγραφο της διάταξης. Πράγμα που γεννά την υποψία είτε ότι δεν πρόλαβε να καταλάβει τι ψήφισε, είτε ότι το κύριο που ενδιέφερε εν προκειμένω τον «νομοθέτη» είναι όσα ρυθμίζουν την επιμέλεια και την επικοινωνία του τέκνου (δηλαδή όσα καίνε την υπουργό τουρισμού) και ότι η πρώτη παράγραφος προστέθηκε για «ξεκάρφωμα».

 

Η διάταξη αυτή βεβαίως είναι πέρα από κάθε αμφιβολία φωτογραφική, και μάλιστα εις την δευτέραν. Όχι μόνο διότι μία υπουργός αλλάζει τους νόμους κατά πώς την συμφέρει στις ιδιωτικές της υποθέσεις, (αυτό έχει πειστικά αναπτυχθεί από πολλούς στον δημόσιο χώρο), αλλά επιπλέον –και ίσως το κυριότερο- διότι αυτό το κάνει εισάγοντας μία διάταξη που έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα και, νομίζω, ακόμα και με το γράμμα της πολιτικής δικονομίας, του ουσιαστικού νόμου, αν όχι και του ίδιου του συντάγματος.

Είναι αδιανόητο παπατζηλίκι να εισάγεται, μόνο για έναν ορισμένο τύπο διαφορών, νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ο βαθμός «ενάμισι» ή, καλύτερα, «1α», κατά τον οποίο πάλι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κηρύσσεται αρμόδιο να αναθεωρεί δική του απόφαση, αφού την έχει εκδώσει και δημοσιεύσει, και μάλιστα αφού έχει ασκηθεί και έφεση και η υπόθεση εκκρεμεί στον δεύτερο βαθμό!

Ο νόμος, στις υποτίθεται φιλελεύθερες νομοθεσίες, πρέπει αναγκαία να είναι γενικός και αφηρημένος. Η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται στην προκειμένη περίπτωση, η οποία αποτελεί μεθόδευση ανώμαλη και ξένη προς τη λογική του κράτους δικαίου και γεννά πολυπλοκότητα νομικού λαβυρίνθου. Πουθενά, σε κανένα κράτος, ευνομούμενο ή ακόμα και μη ευνομούμενο, δεν έχω υπόψη μου να ισχύει ανάλογη διάταξη, η οποία τινάζει στον αέρα την ασφάλεια δικαίου και την ισότητα ενώπιον του νόμου, ιδίως μάλιστα καθόσον υπαγορεύει προκαταβολικά στο δικαστήριο, κατά πρωτοφανή τρόπο, προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να γίνει η αναθεώρηση αυτή. Το επόμενο βήμα θα ήταν να συντάξει η ίδια η υπουργός και διάδικος την απόφαση κατά πώς την θέλει και να την υποβάλει στο πρωτοδικείο προς έγκριση.

Η διάταξη λοιπόν αυτή καθιερώνει ένα προνόμιο, ή πάντως μία κατάσταση εξαίρεσης, όχι μόνο ατομική (της Ο.Κ. σε σχέση με τους υπόλοιπους έλληνες πολίτες και πολίτισσες), αλλά και συλλογική: μίας συγκεκριμένης κατηγορίας αστικών διαφορών σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες[2], χωρίς η διαφοροποίηση αυτή να αιτιολογείται από κάποιον αποχρώντα λόγο. Διότι, πράγματι, μεταβολή των συνθηκών μετά την έκδοση απόφασης είναι δυνατό να προκύψει σε σχέση με οποιαδήποτε υπόθεση, όχι μόνο όσες αφορούν τη γονική μέριμνα ή τη συνεπιμέλεια. Τι είναι αυτό που δικαιολογεί την θέσπιση της δυνατότητας να ανοίγει και να ξανανοίγει επ’ άπειρον μια υπόθεση που έχει, έστω σε πρώτο βαθμό, κλείσει, ειδικά ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα και όχι ως προς τα άλλα;

Το ότι η γενικότητα και η αφαίρεση της διάταξης αυτής είναι προσχηματική προκύπτει και από το ότι, όπως η ίδια δήλωσε, η παίκτρια που θέλει να είναι και διαιτήτρια έκανε ήδη χρήση της και ζήτησε μεταρρύθμιση της απόφασης που την αφορά.

Σύμφωνα με την ειδησεογραφία, η επίδικη απόφαση εκδόθηκε λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Δηλαδή δεν έχει ούτε μήνα. Πόσο τρομερά τέλος πάντων μεταβλήθηκαν οι συνθήκες στο διάστημα αυτό ώστε να δικαιολογείται τέτοια μεταρρύθμιση;

 

Αλλά πέρα από τους δεξιούς απολογητές της διάταξης, προέκυψαν παραδόξως, σε εξίσου περιορισμένο βαθμό, κάποιοι/-ες εξ αριστερών, κινούμενες ίσως από την ελιτιστική/ μειοψηφική εμμονή να λέμε το αντίθετο απ’ ό,τι λένε οι πολλοί. Οι αντιδράσεις τους συνοψίζονται εύστοχα σε ένα δημοσίευμα του ιστότοπου Infowar με τον τίτλο Τροπολογία Κεφαλογιάννη: Μήπως δεν είναι αυτό που νομίζεις;

Ο τίτλος αυτός φυσικά αποτελεί χαρακτηριστική αριστερή παραλλαγή τού «κάτι μας κρύβουν». Η συνωμοσιολογία αυτή εγκαθίσταται περίτρανα με την εισαγωγική παράγραφο, κατά την οποία

 

Η συγκεκριμένη υπόθεση (…) έχει και πτυχές οι οποίες μέχρι στιγμής έχουν αποσιωπηθεί και αποκαλύπτουν το ρόλο του λεγόμενου «λόμπι της συνεπιμέλειας» και συγκεκριμένων ΜΜΕ και πολιτικών. Δύο σχολιαστές της υπόθεσης μας δίνουν χρήσιμες πληροφορίες για το παρασκήνιο (Η έμφαση δική μου).

 

Ο πρώτος σχολιαστής, ο Λουκάς Σταμέλλος, επαναλαμβάνει την επιχειρηματολογία Φλωρίδη, με λίγες σάλτσες αριστερής καταγγελίας και whataboutism.

H δεύτερη είναι η γνωστή μας και μη εξαιρετέα Δέσποινα Κουτσούμπα, η οποία εξαρχής νίπτει τας χείρας της –και μαζί τας χείρας της Όλγας- δηλώνοντας άγνοια:

Δεν γνωρίζω πώς θα λειτουργήσει η διάταξη που λέγεται ότι είναι φωτογραφική για την Όλγα Κεφαλογιάννη [sic].

 

Oυκ οίδα τον άνθρωπον λοιπόν.

Συνεχίζει λοιπόν αμέσως μετά η δέσποινά μας, δηλώνοντας ακόμη περισσότερη άγνοια και για άλλα πράγματα:

 

… και αν θα είναι θετική ή όχι για τις μητέρες που παλεύουν με τους ψυχωτικούς (όπως αυτόν που σας ανέβασα χτες) και η ζωή τους έχει γίνει ακόμη χειρότερη μετά το νόμο Τσιάρα. Γνωρίζω όμως ότι όλος ο θόρυβος περί “φωτογραφικής διάταξης” γίνεται επειδή αφορά και την Κεφαλογιάννη, η οποία -θυμίζω- μαζί με την συγχωρεμένη Μαριέττα Γιαννάκου, είχαν καταψηφίσει το νόμο Τσιάρα.

Και γιατί το ξέρω; Γιατί μόλις αυτή την εβδομάδα ψηφίστηκε στη Βουλή αυτό το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών που βλέπετε: δεν έχει καν κανονικό θέμα, έχει ΜΟΝΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ διατάξεις, σχεδόν κάθε διάταξη κι ένα ρουσφέτι.

 

Η άγνοια όμως δεν αποτελεί επιχείρημα, όπως έλεγε κάποιος γνωστός μας. Εάν κάποιος δεν γνωρίζει κάτι, μπορεί να προσπαθήσει να το πληροφορηθεί. Ή και απλώς να βάλει το μυαλό του να δουλέψει και να βρει την απάντηση. Η προφανής απάντηση λοιπόν –για όποιον/-αν θέλει να ανοίξει τα μάτια του και να δει- είναι: όχι, η διάταξη δεν θα είναι θετική για τις «μητέρες που παλεύουν με ψυχωτικούς». Δεν θα είναι, καθαυτή, ούτε αρνητική γι’ αυτές, ή για τις μητέρες γενικώς. Διότι, όπως μπορεί να διαβάσει ο καθένας, τα δύο νέα δικαιώματα που θεσπίζονται αφορούν και τους δύο γονείς. Άρα λοιπόν, με βάση αυτά είναι δυνατόν μία μητέρα που παλεύει με ψυχωσικούς όπως εκείνος που ανέβασε η Κουτσούμπα –όποιος κι αν είναι αυτός- να κάνει τέτοια αίτηση μεταρρύθμισης, αλλά είναι ακριβώς εξίσου δυνατό την ίδια αίτηση να κάνει και ο ίδιος ο ψυχωσικός ή ενδεχομένως ψυχικά υγιής πατέρας.

Όποια λοιπόν προφασίζεται άγνοια, το κάνει για να ανοίξει το δρόμο στην επερχόμενη συνωμοσιολογία: η διάταξη δεν είναι φωτογραφική, απλώς οι σχετικές επικρίσεις οφείλονται στο ότι η ωφελούμενη «είχε καταψηφίσει τον νόμο Τσιάρα».

Πρόκειται για κλασική εφαρμογή ενός αστυνομικού και αντι-υλιστικού τρόπου σκέψης που ευδοκιμεί (και) στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά: για να εκτιμήσουμε την πολιτική σημασία και λειτουργία ενός ισχυρισμού δεν πρέπει να ασχοληθούμε με την ουσία του, με το αντικειμενικό εξωτερικό του περιεχόμενο όπως αποτυπώνεται γλωσσικά, αλλά με το πρόσωπο εκείνου που τον προβάλλει, τη συνείδηση, την βούληση και τις άρρητες επιδιώξεις του.

Έτσι, η Δέσποινα ξεπλένει μια χαρά την Όλγα, με το επιχείρημα ότι «και στην Αμερική καταπιέζουν τους μαύρους»· ότι «και άλλοι κάνουν ρουσφέτια». Χωρίς καν να της περνά απ’ το μυαλό ότι, αν η συγκεκριμένη είχε «καταψηφίσει τον νόμο Τσιάρα», αυτό είναι ένδειξη ακριβώς του καιροσκοπισμού και της υποκρισίας της: τον καταψήφισε τότε επί της αρχής, αλλά όταν η αρχή αυτή συνέβη να λειτουργεί πρακτικά εναντίον της ξέχασε τις αρχές και τις αντιθέσεις και πλειοδότησε· προσυπέγραψε ασμένως και συμπλήρωσε τον νόμο Τσιάρα.

Καμία έκπληξη, βέβαια, όταν όλα αυτά προέρχονται από άτομο το οποίο, προ καιρού, στα καλά καθούμενα εξαπέλυσε εναντίον μου συκοφαντική εκστρατεία, ισχυριζόμενη για άγνωστους λόγους ότι … «στηρίζω βιαστές» και ότι εκφράζω απόψεις alt right(!). Χωρίς να παραθέσει ούτε ένα παράδειγμα, ούτε κάποια συγκεκριμένη πληροφορία σχετικά με το ποιους ακριβώς βιαστές στήριξα, πότε και πώς. Και χωρίς ποτέ μέχρι τώρα –καθόσον γνωρίζω- να ανακαλέσει ή να ζητήσει συγνώμη για την απρέπειά της.

 

[1] Ήτοι:
«Άρθρο 1536
Ανάκληση ή μεταρρύθμιση δικαστικής απόφασης σχετικής με τη γονική μέριμνα

Αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση ενός ή και των δύο γονέων, των πλησιέστερων συγγενών του τέκνου ή του εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες, ανακαλώντας ή μεταρρυθμίζοντάς την, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου, και ιδίως να αποδώσει στους γονείς την άσκηση της γονικής μέριμνας που τους είχε αφαιρεθεί.

Μεταρρύθμιση δύναται να αποφασίζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, έπειτα από αίτηση του ασκούντος το ένδικο μέσο ή του αρμόδιου εισαγγελέα, και κατά οριστικής αποφάσεως που ρυθμίζει ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας τέκνου κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση. Η ισχύς της ως άνω απόφασης ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ενδίκου μέσου και εκδίδεται αποκλειστικά σε περιπτώσεις που το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου.»

Η διατύπωση «Η ισχύς της απόφασης ισχύει» είναι αντάξια του Μποστ.

[2] Σε πείσμα όσων ανακριβώς ισχυρίζεται ο Φλωρίδης, ότι «αυτό ισχύει για όλες τις αποφάσεις». Για ποιες άραγε; Θα ήμουν περίεργος να μας εξηγούσε ποια απόφαση πρωτοδικείου μπορεί εκ των υστέρων να μεταβληθεί από το ίδιο το πρωτοδικείο.

Κλασσικό

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.