του Άκη Γαβριηλίδη
Η ταινία του Σμαραγδή σημειώνει εισπρακτική επιτυχία.
Αυτό όλοι θεωρούν ότι «κάτι δείχνει». Αλλά τι;
Για τον σκηνοθέτη και τους οπαδούς της, δείχνει ότι η ταινία είναι καλή/ αξιόλογη, διότι «ο λαός δεν είναι βλάκας». Για τους επικριτές της, δείχνει την επικράτηση της άγνοιας, του εθνικισμού και του φανατισμού.
Είτε αυτά στέκουν είτε όχι, μένει να εξηγηθεί πιο συγκεκριμένα ποια φαντασίωση, ποια δομή επιθυμίας παρακινεί κάποιον, είτε ευφυή πατριώτη είτε αφελή και ανιστόρητο εθνικιστή, να παρακολουθήσει αυτή την ταινία και να την χειροκροτήσει σαν να επρόκειτο για ζωντανή παράσταση.
Επ’ αυτού, υποστηρίχθηκε ότι
Αρέσει η ταινια σ’ ενα πολυ μεγαλο κοινο γιατι μας υπενθυμιζει πώς θα ειχε προχωρήσει η Ελλαδα αν δεν υπηρχαν αυτοι οι 25 κοτζαμπάσηδες που μεχρι και σημερα διαφεντευουν τον τοπο με τσαμπουκά, μαφιοζικες μεθόδους και μαύρο χρημα[1].
Η εξήγηση αυτή θεωρώ ότι είναι ιστορικά ανακριβής, αλλά (ακριβώς γι’ αυτό) φαντασιωσικά ακριβής: αυτό που βρίσκουν οι θεατές στην ταινία είναι μια αφήγηση περί κλοπής της απόλαυσης. Αν δεν είχε υπάρξει το Χ στοιχείο του παρελθόντος, σήμερα η απόλαυσή μας θα ήταν πλήρης και όχι ημιτελής. Για τη σημερινή μιζέρια μας φταίει αυτό.
Πρόκειται δηλαδή για μια ερμηνεία εναλλακτική, ή/ και συμπληρωματική, προς τη γνωστή θεωρία περί της «τουρκοκρατίας» ως αιτίας όλων των δεινών του ελληνισμού, και ειδικότερα της «υστέρησής» του έναντι των ευρωπαϊκών πεπρωμένων του, της απόστασής του από τον (ιδανικό) εαυτό του.
Η ερμηνεία αυτή είναι εξίσου ανιστόρητη με εκείνην που θέλει να συμπληρώσει, για τον ίδιο λόγο που είναι κάθε υποθετική θεωρία του τύπου «αν είχε γίνει αυτό, τότε η ιστορία θα είχε εξελιχθεί διαφορετικά». Αλλά και για έναν επιπλέον, πιο συγκεκριμένο λόγο: ακόμη και αν δεχθούμε να εξετάσουμε μια τέτοια υπόθεση με βάση όσα στοιχεία έχουμε στη διάθεσή μας, το συμπέρασμα δεν «βγαίνει». Τον Καποδίστρια σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις τον σκότωσαν πράγματι κάποιοι κοτζαμπάσηδες (αν ήταν «οι 25» ή όχι ας μην το εξετάσουμε αυτή τη στιγμή). Πλην όμως, οι εν λόγω κοτζαμπάσηδες, 25 ή όσοι ήταν, δεν ανέλαβαν την εξουσία μετά το θάνατό του, ώστε να μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η σημερινή κατάσταση αποτελεί κάποια αδιατάρακτη συνέχεια και άμεση συνέπεια της αρχής τους. Αντιθέτως, τη διακυβέρνηση της χώρας αμέσως μετά, και, με ελάχιστα διαλείμματα, μέχρι και μέσα στον 20ό αιώνα, ανέλαβαν δυνάμεις οι οποίες ήταν εξίσου και ακόμη περισσότερο συγκεντρωτικές και ομογενοποιητικές. Οι μοναρχίες που διαδέχθηκαν τον «φωτισμένο κυβερνήτη», καθώς και οι άρχουσες τάξεις που υπήρχαν ή σχηματίστηκαν σιγά σιγά και συνασπίστηκαν γύρω απ’ αυτές, ήταν διακηρυγμένα φιλοευρωπαϊκές και εκσυγχρονιστικές· επιδίωξαν –και πέτυχαν- να οικοδομήσουν έναν ενιαίο κρατικό και διοικητικό μηχανισμό και να λειτουργήσουν ως «πρότυπο βασίλειο» για την «καθυστερημένη Ανατολή». Οι δυνάμεις αυτές ήταν εχθρικές απέναντι στην ύπαρξη τοπικών μικροεξουσιών, τις οποίες επιχείρησαν συστηματικά να συντρίψουν.
Είναι αλήθεια ότι δεν το πέτυχαν πάντοτε/ ολοκληρωτικά· όταν λοιπόν δεν το πέτυχαν, επέλεξαν εναλλακτικά να τις προσεταιριστούν και να τις εντάξουν στα δικά τους δίκτυα εξουσίας. Τις συνέπειες τις βλέπουμε, πράγματι, ακόμα σήμερα (βλ. ΟΠΕΚΕΠΕ κ.λπ.). Πλην όμως: δεν έχουμε κανέναν λόγο να υποθέσουμε ότι, αν την εξουσία είχε συνεχίσει να ασκεί ο Καποδίστριας και όχι ο Όθων και μετά οι Γκλύκσμπουργκ, θα ήταν πιο επιτυχής στην πάταξη των «25 κοτσαμπάσηδων». Και, εν πάση περιπτώσει, ο τσαμπουκάς, οι μαφιόζικες μέθοδοι και το μαύρο χρήμα δεν είναι εφεύρεση της «τουρκοκρατίας» ή του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη· είναι συστατικό στοιχείο όλων των «ανεπτυγμένων» και «εκσυγχρονισμένων» καπιταλιστικών κοινωνιών.
Όποιος λοιπόν δυσαρεστείται από την ύπαρξη αυτών των φαινομένων, αντί να δακρύζει στις σκοτεινές αίθουσες για το «τι θα μπορούσε να είχε γίνει» εναλλακτικά το 1840, έχει κάτι καλύτερο να κάνει: να αγωνιστεί ώστε να απαλλαγούμε από τους αρχιμαφιόζους σήμερα. Αν μη τι άλλο, για αρχή, να μην τους ψηφίζει.
Βεβαίως, για λόγους που εν μέρει εξήγησα, τέτοιου είδους εκκλήσεις στην «κοινή λογική» δεν πρέπει να αναμένουμε ότι θα υπερισχύσουν απέναντι στην επιμονή ενός βολικού φαντασιωσικού σχήματος· διότι παραβλέπουν ότι το σχήμα αυτό έχει πρωτίστως ανάγκη να συνδέεται και να επικοινωνεί με μία δομή εσωτερικού διχασμού. Η απόλαυση από την θέαση τέτοιων ταινιών δεν είναι μονοσήμαντα «εθνικιστική», ή μάλλον είναι αλλά υπό την προϋπόθεση να έχουμε υπόψη μας ότι ο εθνικισμός δεν συνίσταται σε μία μονοσήμαντη εξύψωση του οικείου έθνους, αλλά ταυτόχρονα και σε μία αυτομαστίγωση· εξυπηρετείται εξίσου από την αναφορά σε δόξες του έθνους όσο και σε σκοτεινά του σημεία, σε αίσχη, στο πλαίσιο μιας «πολιτισμικής οικειότητας» [intimacy].
Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι αυτό το μόρφωμα, αυτός ο «κόμπος» είναι ανεπίδεκτος μετασχηματισμού. Θα έχει και αυτός το κουμπί του. Αλλά το κουμπί αυτό θα είναι περίπου από το ίδιο υλικό, θα ανήκει στο ίδιο επίπεδο. Ένα (αρνητικό) πάθος υπερνικάται από ένα άλλο(, θετικό) πάθος, όχι από τον λόγο ως τέτοιο.

[1] Τα λόγια αυτά είναι παρμένα από ανάρτηση του στιχουργού Άρη Δαβαράκη σε ΜΚΔ. Άλλοι υποστήριξαν ανάλογα με διαφορετικές διατυπώσεις.