φεμινισμός,Αρχαιογνωσία

Οι άγνωστες υφάντρες του ιστού της Ιλιάδας

της Κλαιρ Χέιγουντ

 

«Κλυταιμνήστρα! Πρόσεξε, κοπέλα μου! Το αδράχτι σου έχει ξεφύγει!

Στον ήχο του ονόματός της, η Κλυταιμνήστρα έπαψε να κοιτά αφηρημένα. Μπροστά της το αδράχτι αναπηδούσε, το μαλλί που είχε υφάνει προσεκτικά ξετυλιγόταν γυρίζοντας γρήγορα. Το σταμάτησε με το χέρι.

 

Έτσι ξεκινά το πρώτο μου μυθιστόρημα, Daughters of Sparta [Κόρες της Σπάρτης], που ξαναλέει την ιστορία του Τρωικού Πολέμου από τη σκοπιά των δύο πιο κακολογημένων γυναικείων χαρακτήρων του: της Ελένης της Τροίας και της αδελφής της Κλυταιμνήστρας. Όταν ξεκίνησα να γράφω τη δική μου εκδοχή του μύθου, ενός από τους πιο ανθεκτικούς στην παγκόσμια λογοτεχνία, ήξερα ότι ήθελα να θέσω αυτές τις γυναίκες στο κέντρο των εμπειριών τους, να τις κάνω πραγματικούς ανθρώπους που θα μπορούσαν να είχαν ζήσει στην Ελλάδα την εποχή του χαλκού, παρά κατασκευές μέσα σε μια αφήγηση όπου κυριαρχούν άντρες. Πώς όμως θα μπορούσα να ξέρω πώς ήταν πραγματικά αυτές οι ζωές; Εφόσον ο Τρωικός Πόλεμος (εάν συνέβη ποτέ) υπολογίζεται ότι έγινε πάνω από 3.000 χρόνια πριν, τα αρχαιολογικά στοιχεία από αυτήν την περίοδο είναι περιορισμένα και τα ιστορικά αρχεία σχεδόν ανύπαρκτα. Ένα πράγμα που ήξερα, ωστόσο, από τις σπουδές μου στην κλασική τέχνη και λογοτεχνία, ήταν ότι οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας ήταν στενά συνδεδεμένες με την παραγωγή υφασμάτων.

Αυτή η σύνδεση μάλιστα ήταν σχεδόν αποκλειστική. Η κατεργασία του μαλλιού ήταν δουλειά των γυναικών. Παντού αυτές ύφαιναν, αυτές έραβαν —ελεύθερες ή σκλάβες, από ανώτερες ή κατώτερες τάξεις. Πριν από την εκμηχάνιση, η παραγωγή ρούχων χαρακτηριζόταν από απίστευτη ένταση εργασίας και σίγουρα καταλάμβανε μεγάλο μέρος του χρόνου των γυναικών. Η ελληνική κεραμική είναι γεμάτη με εικόνες γυναικών στο αδράχτι ή στον αργαλειό. Τα σύνεργα της κατεργασίας μαλλιού έγιναν σχεδόν καλλιτεχνική συντομογραφία για τη νοικοκυροσύνη και την αξιοσέβαστη θηλυκότητα, και το ιδανικό αυτό αντικατοπτρίστηκε στο μύθο, όπου η θεά Αθηνά ήταν προστάτης των χειροτεχνιών και πάνω απ’ όλα της υφαντικής. Υπάρχουν ιστορίες γυναικών που δημιούργησαν θαυμάσια έργα τέχνης, περίτεχνες σκηνές που απεικονίζονταν στο μαλλί και γυναίκες ειδικευμένες σε τέτοια έργα έχαιραν υψηλών τιμών  –μερικές φορές με την κυριολεξία του όρου, ως σκλάβες.

Ωστόσο, τα προϊόντα της εργασίας τους δεν έχουν φτάσει ως εμάς. Τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, σε αντίθεση με την κεραμική, τη μεταλλουργία ή τη γλυπτή πέτρα, δεν αντέχουν στο πέρασμα των χιλιετιών. Έτσι, τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα των αρχαίων γυναικών είναι σιωπηλά, όπως και οι φωνές τους στις ιστορίες που λέγονται γι’ αυτές. Υπάρχουν βέβαια αρχαιολογικά ίχνη –σφοντύλια από αδράχτι και αντίβαρα για τον αργαλειό αφθονούν στις ανασκαφές. Τα στοιχεία όμως αυτά, αν και αρκούν για να δείξουν ότι «εδώ ζούσαν γυναίκες», λίγα πράγματα μπορούν να μας πουν για τις ζωές τους πέρα από τον αργαλειό.

Στο πλαίσιο της έρευνας για το μυθιστόρημά μου, θέλησα να συνδεθώ πιο πρακτικά με αυτές τις γυναίκες απ’ όσο θα μπορούσα αν διάβαζα βιβλία ή έψαχνα τα αρχαιολογικά δεδομένα (που και αυτό το έκανα δηλαδή, με το παραπάνω). Αποφάσισα να μάθω να γνέθω το μαλλί με το χέρι, χρησιμοποιώντας παραδοσιακό αδράχτι όπως θα έκανε και μια γυναίκα της εποχής του χαλκού. Ήξερα ότι η κατεργασία του μαλλιού ήταν σημαντική για την ιστορία που ήθελα να πω. Όχι για την πλοκή, ίσως, αλλά για την υφή του κόσμου που δημιούργησα –την ασφυκτική, επαναλαμβανόμενη οικιακή ζωή στην οποία η Ελένη και η Κλυταιμνήστρα βρίσκονται αλυσοδεμένες.

 

Οι χαρακτήρες μου, όπως και οι ιστορικά υπαρκτές γυναίκες που αναπαριστούν, πέρασαν μεγάλο μέρος του χρόνου τους γνέθοντας και υφαίνοντας. Ανάμεσα στα ιδιωτικά τους δράματα, τα καρδιοχτύπια τους, τους αγώνες τους για αυτονομία σε έναν πατριαρχικό κόσμο οι οποίοι μετασχημάτιζαν τον κόσμο, οι αδελφές δούλευαν το μαλλί. Ήθελα να είμαι σίγουρη ότι είχα περιγράψει αυτά τα έργα πιστά, οπότε ο καλύτερος τρόπος ήταν να τα δοκιμάσω μόνη μου. Είχα την τύχη να δουλέψω σε ένα αγρόκτημα μέσα στην πόλη που είχε και πρόβατα, και έτσι προσπάθησα μέχρι και να γνέθω φρεσκοκομμένο ακατέργαστο μαλλί, γεμάτο ακόμα με όλο το φυσικό λίπος, τη μυρωδιά και την υφή, και οργάνωσα μερικά εργαστήρια όπου δίδαξα σε ντόπια παιδιά να γνέθουν. Έχει κάτι πολύ ιδιαίτερο να καταπιάνεσαι με μια δραστηριότητα που δεν άλλαξε σχεδόν καθόλου επί χιλιάδες χρόνια, και αυτό με βοήθησε να αισθανθώ ότι συνδεόμουν έστω λίγο με όλες αυτές τις γυναίκες που είχαν περάσει τη ζωή τους με έναν αδράχτι στο χέρι.

Δεν ήταν μόνο οι πρακτικές πτυχές της κατεργασίας του μαλλιού που ενέπνευσαν τη γραφή μου, αλλά και η θέση της στις αρχαίες ιστορίες. Η σύζυγος του Οδυσσέα, η Πηνελόπη, όπως είναι πασίγνωστο, χρησιμοποίησε τις ικανότητές της στην ύφανση για να γλιτώσει από τους πολλούς μνηστήρες που την πολιορκούσαν ενόσω ο σύζυγός της έκανε το μακρύ ταξίδι της επιστροφής. Υπό την πίεση να επιλέξει έναν από αυτούς ως τον επόμενο σύζυγό της, υποσχέθηκε ότι θα λάβει την απόφαση μόλις τελειώσει να υφαίνει ένα σάβανο για τον ηλικιωμένο πεθερό της. Κάθε μέρα δούλευε το σάβανο, αλλά το βράδυ αναιρούσε κρυφά την πρόοδό της –ένα τέχνασμα το οποίο λέγεται ότι συνέχιζε επί τρία χρόνια! Η Πηνελόπη έγινε σύμβολο όχι μόνο της συζυγικής πίστης, αλλά και της γυναικείας ευφυΐας –και τα δύο αυτά συνδέθηκαν με τη δουλειά της στον αργαλειό.

 

Μια άλλη γυναίκα στην Οδύσσεια του Ομήρου, λιγότερο γνωστή αλλά αξέχαστη για μένα, συνέβαλε στην επιθυμία μου να βάλω ένα αδράχτι στα χέρια των χαρακτήρων μου. Όταν ο Οδυσσέας βρίσκεται σε μια άγνωστη ακτή, τον ανακαλύπτει η πριγκίπισσα των Φαιάκων, η Ναυσικά, η οποία του λέει ότι, αν θέλει να βρει βοήθεια και να επιστρέψει με ασφάλεια στο νησί του, ο καλύτερος τρόπος είναι να απευθυνθεί στη μητέρα της, τη βασίλισσα Αρήτη. Αν και βασιλιάς είναι ο πατέρας της Αλκίνοος, είναι ξεκάθαρο ότι η σύζυγός του είναι αυτή που πραγματικά κινεί τα νήματα. Όταν ο Οδυσσέας φτάνει στο δώμα τους, βρίσκει τη βασίλισσα Αρήτη απασχολημένη να γνέθει πορφυρό μαλλί. Αυτή η εικόνα μιας βασίλισσας εξίσου ισχυρής με τον σύζυγό της, αν όχι ισχυρότερης, που καταγίνεται με την τέχνη της ανάμεσα στις άλλες της ευθύνες, κόλλησε στο μυαλό μου. Από αυτήν εμπνεύσθηκα άμεσα μία σκηνή στο δικό μου μυθιστόρημα, εκείνη της βασίλισσας Λήδας απασχολημένης στο δώμα της.

 

Η μητέρα της συνέχισε να γνέθει, με χείλη σιωπηλά, περνώντας το πλούσιο πορφυρό μαλλί από τη ρόκα στο αδράχτι, πνίγοντάς το κάτω από τα μακριά, ωχρά δάχτυλά της. Η Ελένη θυμήθηκε το άγγιγμα αυτών των δαχτύλων στο δέρμα της. Πόσο την γαλήνευε η δροσιά τους, πόσο τραχιά τα ένιωθε από τα χρόνια που δούλευαν το μαλλί. Τα χέρια μιας γυναίκας ποτέ δεν έμεναν ακίνητα. Ακόμη και μια βασίλισσα πρέπει να γνέσει, να πλέξει και να ράψει.

 

Βρήκα επίσης έμπνευση στην Ιλιάδα του Ομήρου, ιδίως στο Βιβλίο 3, καθώς αυτό είναι το μόνο σημείο όπου συμμετέχει πραγματικά η περίφημη Ελένη της Τροίας ως χαρακτήρας. Καθώς ο Πάρις και ο Μενέλαος ετοιμάζονται να μονομαχήσουν, βρίσκουμε την Ελένη στο δωμάτιό της να υφαίνει μια μεγάλη ταπετσαρία των μαχών μεταξύ Τρώων και Ελλήνων, που «υποφέρουν για χάρη της». Όταν η στην Ελένη δίνεται τόσο λίγο ο λόγος στα ομηρικά έπη, δηλαδή σε εξιστορήσεις του πολέμου που υποτίθεται ότι αυτή προκάλεσε, εμφανίζεται επώδυνο να την βλέπουμε εδώ να δημιουργεί τη δική της αφήγηση για τον πόλεμο, υφασμένη σε μαλλί. Τι θα έλεγε άραγε, αν της είχε δοθεί η ευκαιρία να μιλήσει; Ποια εκδοχή της ιστορίας θα εξέφραζε; Αυτή την ερώτηση ήθελα να απαντήσω.

 

Γράφοντας λοιπόν τις Κόρες της Σπάρτης, στόχος μου δεν ήταν μόνο να ρίξω νέο ​​φως σε μια αρχαία ιστορία, αλλά να κάνω τους θηλυκούς της χαρακτήρες να ζουν και να αναπνέουν, ως ιστορικές γυναίκες με μυθική κληρονομιά. Ήθελα να δώσω φωνή στις άφωνες –όχι μόνο στην Ελένη και την Κλυταιμνήστρα, που υπάρχουν εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια μέσα στα πλαίσια που έφτιαξαν οι άνδρες συγγραφείς, καλλιτέχνες και μεταφραστές, αλλά και στις αρχαίες γυναίκες που έζησαν ξεχασμένες ζωές. Όπως τα όμορφα υφάσματα που δημιούργησαν, οι εμπειρίες τους έχουν χαθεί για μας. Ελπίζω οι Κόρες της Σπάρτης να μεταφέρουν τη σιωπηλή τους ιστορία στις σελίδες τους.

 

 

Πρώτη δημοσίευση: Telling the True Stories of Ancient Greece Through Fiction. Μετάφραση: Α.Γ.

Κλασσικό
Αρχαιογνωσία,Βία,Κινηματογράφος,θρησκειολογία

Star Wars: O Αχιλλέας συναντά τον Οιδίποδα στο Ο.Κ. Κοράλ

συνέντευξη του Χάιντς Βίσμανν[1]

Πώς ανακαλύψατε το πρώτο επεισόδιο του Star Wars;

Όταν βγήκε για πρώτη φορά στις αίθουσες, μετά από επίμονες συμβουλές κάποιων φίλων φιλοσόφων που είχαν βρει πλούσιο υλικό για σκέψη. Όσο για μένα, πρώτα απ’ όλα εντυπωσιάστηκα από την αντίθεση ανάμεσα στη σχετική απλότητα της υπόθεσης και την αξιοσημείωτη πολυπλοκότητα της εικονογράφησης. Σκέφτηκα ότι μας παρακινεί να αναρωτηθούμε για την παράδοξη εγγραφή του μύθου στη σύγχρονη κοινωνία.

 

Ποια είναι η αγαπημένη σας σκηνή;

Δεν θα πρωτοτυπήσω ιδιαίτερα: η τελική μάχη ανάμεσα στον Νταρκ Βέιντορ και τον Λιουκ Σκάιγουώκερ. Θα θέλαμε να ταχθούμε με την καλή πλευρά, την πλευρά του φωτεινού ξίφους, μόνο που αντιλαμβανόμαστε ότι το φως αυτό τρέφεται από κάτι πολύ σκοτεινό και ότι, ακόμα και αν ο γιος νικάει τον πατέρα, και οι δύο εμψυχώνονται από την ίδια δύναμη, η οποία εν τέλει σταθεροποιείται ως καθαρή βία. Σε αυτή την κομβική σκηνή, όπου ανακαλύπτουμε ότι υπάρχει ισοδυναμία ανάμεσα στη δύναμη του γιου και εκείνη του πατέρα, αγγίζουμε μία από τις πιο κρίσιμες πτυχές του προβληματισμού πάνω στο Καλό και το Κακό, που στοιχειώνει τη θρησκευτική σκέψη μέχρι και στις ψυχαναλυτικές της προεκτάσεις. Αλλά καθώς μου αρέσει και η πλάκα, απόλαυσα επίσης τις σκηνές Συνέχεια

Κλασσικό