Archive

Tag Archives: Φρόιντ

του Álvaro García Marín*

Αν δεχθούμε τον ισχυρισμό του Ντερριντά ότι «όλες οι εθνικές ρίζες […] είναι ριζωμένες πρώτα απ’ όλα στη μνήμη ή την αγωνία ενός εκτοπισμένου –ή εκτοπίσιμου- πληθυσμού»[1], η έννοια των «φαντασιακών κοινοτήτων» του Μπένεντικτ Άντερσον[2] θα μπορούσε εύκολα να εκλεπτυνθεί με τις «στοιχειωμένες κοινότητες» της Ρενέ Μπέργκλαντ[3]. (…) Σε αντίθεση με μια κοινότητα της οποίας απλώς τα μέλη προϋποθέτουν και προωθούν την αφηρημένη ιδέα του αμοιβαίου ανήκειν, η στοιχειωμένη κοινότητα συνοδεύεται από την ενεργή, μολονότι φασματική, επίδραση κάποιας ανεπιθύμητης κληρονομιάς από το παρελθόν –διαγραμμένης ή ξεπερασμένης, υποτίθεται, από την ίδια τη δράση της φαντασίας- η οποία υπονομεύει τη σταθερότητα της κρατούσας, μονολογικής ταυτότητας. Έτσι, η μετάθεση και ο διπλασιασμός που είναι εγγενής στο ανοίκειο, όπως το θεωρητικοποίησε ο Φρόιντ, θα ήταν αδιάσπαστα συνδεδεμένος με την ίδια τη διαδικασία της κατασκευής του έθνους. Κατά τον Φρόιντ, το ανοίκειο Read More

 

Ένα δεύτερο απόσπασμα από το βιβλίο τού Jean-Luc Nancy La communauté désoeuvrée, Christian Bourgois, Παρίσι 2004 [1986], σ. 109-120, μετά το Ζαν-Λυκ Νανσύ: Η κοινότητα δεν υπήρξε ποτέ. Επιλογή αποσπασμάτων και ελληνικού τίτλου, μετάφραση : Α.Γ.

 

Γνωρίζουμε τη σκηνή: κάποιοι άνδρες είναι συναθροισμένοι, και κάποιος τους αφηγείται κάτι. Αυτοί οι συναθροισμένοι άνδρες δεν ξέρουμε ακόμη αν αποτελούν μια συνέλευση, αν είναι μία ορδή ή μία φυλή [tribu]. Aλλά τους λέμε «αδελφούς», επειδή είναι συναθροισμένοι, και επειδή ακούν την ίδια αφήγηση.

Εκείνος που διηγείται, δεν ξέρουμε ακόμη αν είναι δικός τους, ή αν είναι ξένος. Τον λέμε δικό τους, αλλά διαφορετικό απ’ αυτούς, επειδή έχει το χάρισμα, ή απλώς το δικαίωμα –εκτός κι αν είναι το καθήκον- να αφηγείται.

Δεν ήταν συναθροισμένοι πριν από την αφήγηση, η εξιστόρηση είναι αυτό που τους συναθροίζει. Πριν, ήταν διασκορπισμένοι (τουλάχιστον αυτό λέει, ενίοτε, η ίδια η αφήγηση), έσμιγαν, συνεργάζονταν ή αντιπαρατίθενταν χωρίς να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο. Αλλά ένας απ’ αυτούς στάθηκε ακίνητος μια μέρα, ή ίσως εμφανίστηκε, σαν να γύριζε από μια παρατεταμένη απουσία, από μια μυστήρια εξορία. Στάθηκε σε έναν μοναδικό τόπο, παράμερα από τους άλλους αλλά σε κοινή θέα, σε έναν λοφίσκο ή σε ένα δέντρο κεραυνοβολημένο, και ξεκίνησε την εξιστόρηση που συνάθροισε τους άλλους.

Τους λέει την ιστορία τους, ή τη δική του, μια ιστορία που όλοι ξέρουν, αλλά που μόνο αυτός έχει το χάρισμα, το Read More

του iohannes maurus

Affectus nec coerceri nec tolli potest nisi per affectum contrarium et fortiorem affectu coercendo [Ένα πάθος δεν μπορεί να κατασταλεί ούτε να αναιρεθεί, παρά μόνο από ένα πάθος αντίθετο και ισχυρότερο από το καταστελλόμενο]

Spinoza, Ethica IV, prop. 7

 

1. Η αριστερά, ειδικά της μαρξιστικής παράδοσης, τείνει να συλλαμβάνει την πολιτική δράση ως εφαρμογή μιας θεωρητικής αλήθειας, και πιστεύει ότι είναι δυνατό να δρα κανείς μόνο υπό τις μορφές εκπροσώπησης που έχουν αποκρυσταλλωθεί στο κόμμα ή στο κράτος ως γενική απεικόνιση[1] της κοινωνίας. Απέναντι σε αυτό το ρεύμα, ο αναρχισμός έχει υπερασπιστεί συχνά μια ηθική αλήθεια και μια πιο άμεση οργάνωση των εργαζομένων, όπως το συνδικάτο ή η συνέλευση, απαξιώνοντας την εκπροσώπηση. Με λίγες εξαιρέσεις, αυτό έχει οδηγήσει τους αναρχικούς και χώρους της ριζοσπαστικής δημοκρατικής αριστεράς να αγνοούν κάθε είδους εκλογικής συμμετοχής. Παρά την αντίθεσή τους, αυτές οι δύο θέσεις αρθρώνονται γύρω από τον ίδιο άξονα: τη σχέση «αλήθειας-αντιπροσώπευσης». Η σχέση αυτή, τόσο για τον αναρχισμό όσο και για τους πολιτικούς μαρξισμούς, υπήρξε το κέντρο τηςπολιτικής θεωρίας και πρακτικής, αφού, αν για τους μεν η αντιπροσώπευση του κόμματος ή του κράτους ήταν η αλήθεια της (οικουμενικής) τάξης ή της κοινωνίας, για τους δε η αλήθεια πρέπει να Read More

 του Άκη Γαβριηλίδη

 Σε προηγούμενα σημειώματα, είχαμε ασχοληθεί με τη συγκρότηση και διάδοση του αφηγηματικού σχήματος «του ακραίου κέντρου» στην ελληνική δημόσια σφαίρα.

Τις τελευταίες μέρες τού 2013, το σχήμα αυτό επεκτάθηκε σε μία ακόμη πτυχή της κοινωνικής ζωής: τη γλώσσα. Αυτό συνέβη με το άρθρο του Θεοφάνη Τάση «Ορθογραφώντας τη βία» (χαρακτηριστικός ήδη ο τίτλος) που δημοσιεύθηκε στο protagon.gr.

Το άρθρο αυτό κάνει που κανείς απ’ ό,τι ξέρω δεν είχε κάνει ως τώρα τόσο ξεκάθαρα: λειτουργεί ως συνδετήρας ανάμεσα σε δύο διαφορετικές προβληματικές που ως τώρα δεν επικοινωνούσαν. Η πρώτη Read More

 του Massimo Recalcati[1]

 

1. Το μη αφομοιώσιμο κατάλοιπο

 

Το κόκκινο νήμα που ενώνει τις δύο μεγάλες ενότητες του φροϋδικού στοχασμού γύρω από το ανθρώπινο πάθος του μίσους, δηλαδή εκείνη που αναπτύσσεται στο Ενορμήσεις και πεπρωμένα των ενορμήσεων του 1915 και εκείνη που αναπτύσσεται στο Πέρα από την αρχή της ηδονής του 1919, συγκροτείται από την ιδέα ότι το μίσος πηγάζει από ένα κατάλοιπο ετερότητας εμμενές στο υποκείμενο και, ταυτόχρονα, μη αφομοιώσιμο στην ταυτότητα του εγώ. Στη θεωρία τού 1915, ο Φρόιντ στοχάζεται αυτό το κατάλοιπο εκκινώντας από την ιδέα ότι είναι αδύνατο να απελευθερώσουμε το ψυχικό όργανο από τις δυσάρεστες εντάσεις ή, αν προτιμάτε, να το καταστήσουμε τελείως ομογενές προς το νόμο της αρχής της ηδονής: ο εχθρός, εξαιτίας της ίδιας της διάρθρωσης του ψυχικού οργάνου, δεν μπορεί να Read More