Archive

Tag Archives: Συρία

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Εδώ και δύο τουλάχιστον χρόνια, από τη στιγμή που άρχισαν να έρχονται οι Σύροι πρόσφυγες, η ελληνική κοινωνία επέδειξε ένα μεγάλο εύρος συγκινητικών (και συγκινημένων) πρακτικών αντιδράσεων υποδοχής, φιλοξενίας και συμπαράστασης. Φυσικά όχι σύσσωμη: υπήρξαν και αντιδράσεις ζωώδεις (με όλο το σεβασμό προς τα ζώα).

Μία από τις πολλές αυτές εκφράσεις φιλοξενίας, ήταν και η πρόσφατη κατάληψη του ξενοδοχείου City Plaza στην οδό Αχαρνών της Αθήνας από αλληλέγγυους Έλληνες και πρόσφυγες.

Καταλήψεις κτιρίων έχουν γίνει και άλλες στο κέντρο της Αθήνας, όχι πάρα πολλές, οι οποίες πάντως μέχρι στιγμής έχουν στεριώσει και συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς να προκαλούν ιδιαίτερη συζήτηση. Η συγκεκριμένη είχε την ιδιαιτερότητα ότι τόσο οι αλληλέγγυοι, όσο και η ιδιοκτήτρια του κτιρίου φαίνεται ότι ανήκουν/ πρόσκεινται/ προέρχονται σε/ από το χώρο της ριζοσπαστικής/ ελευθεριακής αριστεράς (χρησιμοποιώ ευρείες διατυπώσεις διότι δεν γνωρίζω λεπτομερώς την πορεία του καθενός, ούτε παρακολούθησα πώς/ εάν αυτή μεταβλήθηκε κατά τις πυκνές ανακατατάξεις του τελευταίου χρόνου). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχει παραχθεί μία αρκετά μεγάλη ήδη ποσότητα λόγου περί αυτής.

Το ενδιαφέρον γύρω από αυτή την ανταλλαγή είναι ότι, σε αυτήν, άνθρωποι που δηλώνουν ότι συμμερίζονται την πίστη στις ίδιες ιδέες, αναλυτικές/μεθοδολογικές αλλά και πολιτικές, καταλήγουν σε αντίθετα πρακτικά συμπεράσματα γύρω από ένα συγκεκριμένο ζήτημα.

Και δεν αναφέρομαι βέβαια σε όσους επικαλούνται αριστεροφανή επιχειρήματα για να ζητήσουν το Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Στο βιβλίο του για την «Τέχνη του να μην κυβερνάσαι», απ’ το οποίο δημοσιεύσαμε παλιότερα μεταφρασμένο απόσπασμα και το οποίο θυμηθήκαμε ξανά στο τελευταίο σημείωμα, ο Τζέιμς Σκοτ αναφέρεται στο ζήτημα των φυλών (με την έννοια του tribe, όχι του race). Λέει λοιπόν ότι δεν πρέπει να παρασυρόμαστε από μια εξελικτιστική αφήγηση κατά την οποία οι άνθρωποι στην αρχή σχημάτιζαν οικογένειες, μετά οικισμούς/ χωριά, μετά φυλές, μετά πόλεις, και στο τέλος ήρθε η αστική κοινωνία και το κράτος που είναι το επιστέγασμα και η τελειότερη μορφή συνύπαρξης. Στην ουσία, οι φυλές δεν είναι πρόπλασμα του κράτους, αλλά δημιούργημά του∙ έρχονται μετά το κράτος. Όλα τα κράτη, προνεωτερικά, αποικιακά και μετα-αποικιακά, ενδιαφέρονταν προ πάντων να έχουν απέναντί τους έναν ταξινομημένο και διαφανή λαό, χωρίς σκοτεινά σημεία. Χαμένα μπρος στην φαινομενικά άναρχη και ανυπέρβλητη πολυμορφία των κοινωνιών της ΝΑ Ασίας, οι αποικιοκράτες, και οι ανθρωπολόγοι τους, αποφάσισαν να την κατατμήσουν λίγο-πολύ με το έτσι θέλω: πήραν αυθαίρετα διάφορα πληθυσμιακά και οικιστικά σύνολα, των οποίων τα μέλη δεν είχαν ποτέ απόλυτη ομοιογένεια μεταξύ τους ή απόλυτη ετερογένεια προς τους κατοίκους των διπλανών χωριών, και τα «διόρισαν» φυλή τάδε, φυλή δείνα κ.ο.κ. Κυρίως όμως, όρισαν έναν «φύλαρχο», έναν ηγέτη για κάθε φυλή, ο οποίος να είναι υπόλογος γι’ αυτήν και να λειτουργεί ως ενδιάμεσος μεταξύ της κεντρικής/ αποικιακής εξουσίας και των ανθρώπων.

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Διότι, μια που όλοι λένε ότι «γίναμε αποικία», σκέφτηκα να πάρω το χαρακτηρισμό αυτό στα σοβαρά και να διερευνήσω μέχρι πού μπορεί να πάει, πόσο μπορεί να μας βοηθήσει να προσανατολιστούμε αναλυτικά και πολιτικά.

Το συμπέρασμα είναι: μέχρι αρκετά μακριά, πιστέψτε με.

Καταρχάς, όσον αφορά το πρώτο. Σε όλους έκανε εντύπωση η αδιαλλαξία και η απολυτότητα με την οποία ο Σόιμπλε (χρησιμοποιώ το όνομα αυτό συμβατικά, ως μία προσωποποιημένη συμπύκνωση Read More

 του Μπλέρι Λλέσι

Ο πρώτος πρόσφυγας που γνώρισα ήταν ο ξάδερφός μου. Στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα, αμέσως μετά την πτώση του κομμουνισμού, ο ξάδερφός μου ήταν ένας από τους χιλιάδες Αλβανούς που εγκατέλειψαν τη χώρα προς την Ελλάδα ή την Ιταλία. Όποιος είχε λίγα χρήματα πήγαινε στην Ιταλία. Όσοι δεν είχαν χρήματα, δοκίμαζαν την τύχη τους στην Ελλάδα, με τα πόδια μέσα απ’ τα βουνά. Τέσσερις φορές ξεκίνησε ο ξάδερφός μου. Τρεις φορές τον έπιασαν και τον έστειλαν πίσω. Την τέταρτη φορά τα κατάφερε, και ακόμα σήμερα ζει στην Ελλάδα

Οικονομικός πρόσφυγας

Ο ξάδελφος μου ζούσε ψηλά στα βουνά και γνώρισε πολλή φτώχεια. Ήθελε να βοηθήσει την οικογένειά του και επιθυμούσε μια διαφορετική ζωή για τον ίδιο. Ήταν ένας οικονομικός πρόσφυγας.

Τα καλοκαίρια που έμενα στο θείο μου, πηγαίναμε με τα άλλα αγόρια από το χωριό να παίξουμε ποδόσφαιρο με μια μπάλα που την είχε φτιάξει μια μητέρα από σκισμένα ρούχα. Σε όλο το χωριό δεν υπήρχε κανείς που να μπορεί να αγοράσει μια μπάλα. Ήταν είδος πολυτελείας. Θυμάμαι πως κοιμόμασταν τέσσερα παιδιά μαζί σε ένα στρώμα, κι αυτό παραγεμισμένο με παλιά ρούχα.

Ο ξάδερφός μου ήταν δουλευταράς. Αλλά όσο σκληρά και να δούλευε, η οικογένειά του έμενε στη φτώχεια. Γι’ αυτό, στα δεκατέσσερά του αποφάσισε να φύγει. Σαν παιδί, αυτό δεν μπορούσα να το καταλάβω. Ήταν ο μόνος γιος του θείου μου και ο μόνος ξάδερφος που είχα από την πλευρά του πατέρα μου. Είχα μεγαλώσει μαζί του. Πώς ήταν δυνατό να μας αφήσει; Κάθε φορά που επέστρεφε, διηγόταν ιστορίες για το πώς του φέρονταν ορισμένοι Έλληνες. «Χειρότερα κι από ζώα», έλεγε πάντα. «Μην πας πίσω», του έλεγα εγώ. «Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Σκοτωνόμαστε στη δουλειά και δε Read More