Αρχείο

Tag Archives: πρόσφυγες

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Εδώ και δύο τουλάχιστον χρόνια, από τη στιγμή που άρχισαν να έρχονται οι Σύροι πρόσφυγες, η ελληνική κοινωνία επέδειξε ένα μεγάλο εύρος συγκινητικών (και συγκινημένων) πρακτικών αντιδράσεων υποδοχής, φιλοξενίας και συμπαράστασης. Φυσικά όχι σύσσωμη: υπήρξαν και αντιδράσεις ζωώδεις (με όλο το σεβασμό προς τα ζώα).

Μία από τις πολλές αυτές εκφράσεις φιλοξενίας, ήταν και η πρόσφατη κατάληψη του ξενοδοχείου City Plaza στην οδό Αχαρνών της Αθήνας από αλληλέγγυους Έλληνες και πρόσφυγες.

Καταλήψεις κτιρίων έχουν γίνει και άλλες στο κέντρο της Αθήνας, όχι πάρα πολλές, οι οποίες πάντως μέχρι στιγμής έχουν στεριώσει και συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς να προκαλούν ιδιαίτερη συζήτηση. Η συγκεκριμένη είχε την ιδιαιτερότητα ότι τόσο οι αλληλέγγυοι, όσο και η ιδιοκτήτρια του κτιρίου φαίνεται ότι ανήκουν/ πρόσκεινται/ προέρχονται σε/ από το χώρο της ριζοσπαστικής/ ελευθεριακής αριστεράς (χρησιμοποιώ ευρείες διατυπώσεις διότι δεν γνωρίζω λεπτομερώς την πορεία του καθενός, ούτε παρακολούθησα πώς/ εάν αυτή μεταβλήθηκε κατά τις πυκνές ανακατατάξεις του τελευταίου χρόνου). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχει παραχθεί μία αρκετά μεγάλη ήδη ποσότητα λόγου περί αυτής.

Το ενδιαφέρον γύρω από αυτή την ανταλλαγή είναι ότι, σε αυτήν, άνθρωποι που δηλώνουν ότι συμμερίζονται την πίστη στις ίδιες ιδέες, αναλυτικές/μεθοδολογικές αλλά και πολιτικές, καταλήγουν σε αντίθετα πρακτικά συμπεράσματα γύρω από ένα συγκεκριμένο ζήτημα.

Και δεν αναφέρομαι βέβαια σε όσους επικαλούνται αριστεροφανή επιχειρήματα για να ζητήσουν το Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης εγκαινιάστηκε πρόσφατα έκθεση με τίτλο «Ραιδεστός-Θεσσαλονίκη. Αρχαιότητες σ’ ένα ταξίδι προσφυγιάς». Περιλαμβάνει 37 εκθέματα από την Ανατολική Θράκη, τα οποία έφεραν μαζί τους κατά την «ανταλλαγή πληθυσμών» του 1922 οι Ρωμιοί πρόσφυγες, και ειδικότερα ο τότε «Θρακικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος εν Ραιδεστώ».

Πώς όμως –και γιατί- είχαν περιέλθει τα (νυν) εκθέματα στην κατοχή του Συλλόγου;

Σύμφωνα με την ημιεπίσημη εκδοχή που διαβάζουμε στο ρεπορτάζ του ΑΠΕ,

 Με πρωτοβουλία του επιθεωρητή εκπαίδευσης Βασίλειου Νικολαΐδη, ο σύλλογος -με στόχο την Read More

των S-Connessioni Precarie

 

Περισσότερο από τη φρίκη της μάχης στο Χαλέπι, ήταν η πίεση χιλιάδων μεταναστών που τελικά επέβαλε μια εύθραυστη συμφωνία σχετικά με τον πόλεμο στη Συρία. Οι εβδομάδες που αφιερώθηκαν στις διαπραγματεύσεις, οι λίγο ως πολύ ρητοί εκβιασμοί, οι αχαρακτήριστες συμφωνίες που σχετίζονται με τον κουρδικό λαό, τα χρήματα που χρειάζονται και τα χρήματα που συμφωνήθηκαν, η ανακοίνωση της επέμβασης του ΝΑΤΟ, ένα ακόμα απαράδεκτο τελεσίγραφο στην Ελλάδα, αυτή τη φορά σχετιζόμενο με τους μετανάστες· όλα αυτά φαίνεται να συνηγορούν ότι το ζήτημα των μεταναστών παίζεται στα σύνορα. Δεν είναι όμως έτσι και ό,τι συμβαίνει τριγύρω μας το δείχνει καθαρά. Είναι αρκετό να δούμε την κατάσταση που διαμορφώνεται στα ευρωπαϊκά κράτη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μετά την Read More

του Δημήτρη Παρσάνογλου

Πιο τραγικό θέαμα δεν μπορεί κανείς να φανταστεί. Είδα 7.000 ανθρώπους μέσα σε ένα πλοίο που χωρούσε το πολύ 2.000. Ήταν στοιβαγμένοι σαν σαρδέλες στο κατάστρωμα, μία ζωντανή, παλλόμενη μάζα ανθρώπινης δυστυχίας. Ταξίδευαν επί τέσσερις μέρες. Δεν είχαν χώρο να ξαπλώσουν για να κοιμηθούν, ούτε φαγητό να φάνε. Δεν υπήρχε πρόσβαση σε τουαλέτες. Επί τέσσερα μερόνυχτα πολλοί από αυτούς στέκονταν όρθιοι στο κατάστρωμα, μούσκεμα από την φθινοπωρινή βροχή, με τον παγωμένο νυχτερινό αέρα να τους τρυπάει τα κόκαλα και τον ήλιο του μεσημεριού να τους τσουρουφλίζει

Χένρυ Μοργκεντάου (παρατίθεται στο Bruce Clark, Δυο φορές ξένος: Οι μαζικές απελάσεις που διαμόρφωσαν την σύγχρονη Ελλάδα και Τουρκία, μετ. Βίκη Ποταμιάνου, Ποταμός 2007, σ. 193).

Θα μπορούσε να γράψει κανείς ένα κείμενο απολύτως επίκαιρο, που να περιγράφει με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους μήνες στις ευρωπαϊκές θάλασσες και στεριές, χρησιμοποιώντας αυτούσια αποσπάσματα από μαρτυρίες ανθρώπων που βίωσαν το προσφυγικό δράμα στις αρχές του 20ού αιώνα. Δεν ξέρω για τον Μεσοπόλεμο, σήμερα πάντως αυτό το κάτι που μένει από τη μυρωδιά των πτωμάτων που ξεβράζουν ή κρατάνε στον βυθό οι θάλασσές μας είναι μια χρυσή ευκαιρία να συλλογιστούμε πάνω στους εαυτούς μας ως Ευρωπαίους. Για μια ακόμα φορά, συγκρούονται, σύμφωνα με το συλλογικό μας φαντασιακό, τουλάχιστον δυο Ευρώπες: η Ευρώπη-φρούριο και η Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Όσοι βρισκόμαστε εδώ*, φαντάζομαι ότι έχουμε απαντημένο αν πρέπει ή όχι να συμπαρασταθούμε στους πρόσφυγες και να τους βοηθήσουμε να περάσουν από την Ελλάδα προς τα εκεί που οι ίδιοι θέλουν. Δεν χρειάζεται λοιπόν να σπαταλήσουμε χρόνο συζητώντας το ερώτημα αυτό.

Κάτι που θα ήταν ωστόσο χρήσιμο, είναι να αναρωτηθούμε: γιατί θεωρούμε ότι πρέπει να το κάνουμε αυτό; πώς αιτιολογούμε, στον εαυτό μας ή/ και σε άλλους, αυτό το καθήκον;

Θα μπορούσαμε να φανταστούμε διάφορες εναλλακτικές ή συμπληρωματικές αιτιολογήσεις:

Α) Η ταξική αλληλεγγύη. Συμπαραστεκόμαστε στους πρόσφυγες επειδή είμαστε Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Στο βιβλίο του για την «Τέχνη του να μην κυβερνάσαι», απ’ το οποίο δημοσιεύσαμε παλιότερα μεταφρασμένο απόσπασμα και το οποίο θυμηθήκαμε ξανά στο τελευταίο σημείωμα, ο Τζέιμς Σκοτ αναφέρεται στο ζήτημα των φυλών (με την έννοια του tribe, όχι του race). Λέει λοιπόν ότι δεν πρέπει να παρασυρόμαστε από μια εξελικτιστική αφήγηση κατά την οποία οι άνθρωποι στην αρχή σχημάτιζαν οικογένειες, μετά οικισμούς/ χωριά, μετά φυλές, μετά πόλεις, και στο τέλος ήρθε η αστική κοινωνία και το κράτος που είναι το επιστέγασμα και η τελειότερη μορφή συνύπαρξης. Στην ουσία, οι φυλές δεν είναι πρόπλασμα του κράτους, αλλά δημιούργημά του∙ έρχονται μετά το κράτος. Όλα τα κράτη, προνεωτερικά, αποικιακά και μετα-αποικιακά, ενδιαφέρονταν προ πάντων να έχουν απέναντί τους έναν ταξινομημένο και διαφανή λαό, χωρίς σκοτεινά σημεία. Χαμένα μπρος στην φαινομενικά άναρχη και ανυπέρβλητη πολυμορφία των κοινωνιών της ΝΑ Ασίας, οι αποικιοκράτες, και οι ανθρωπολόγοι τους, αποφάσισαν να την κατατμήσουν λίγο-πολύ με το έτσι θέλω: πήραν αυθαίρετα διάφορα πληθυσμιακά και οικιστικά σύνολα, των οποίων τα μέλη δεν είχαν ποτέ απόλυτη ομοιογένεια μεταξύ τους ή απόλυτη ετερογένεια προς τους κατοίκους των διπλανών χωριών, και τα «διόρισαν» φυλή τάδε, φυλή δείνα κ.ο.κ. Κυρίως όμως, όρισαν έναν «φύλαρχο», έναν ηγέτη για κάθε φυλή, ο οποίος να είναι υπόλογος γι’ αυτήν και να λειτουργεί ως ενδιάμεσος μεταξύ της κεντρικής/ αποικιακής εξουσίας και των ανθρώπων.

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Διότι, μια που όλοι λένε ότι «γίναμε αποικία», σκέφτηκα να πάρω το χαρακτηρισμό αυτό στα σοβαρά και να διερευνήσω μέχρι πού μπορεί να πάει, πόσο μπορεί να μας βοηθήσει να προσανατολιστούμε αναλυτικά και πολιτικά.

Το συμπέρασμα είναι: μέχρι αρκετά μακριά, πιστέψτε με.

Καταρχάς, όσον αφορά το πρώτο. Σε όλους έκανε εντύπωση η αδιαλλαξία και η απολυτότητα με την οποία ο Σόιμπλε (χρησιμοποιώ το όνομα αυτό συμβατικά, ως μία προσωποποιημένη συμπύκνωση Read More

 του Μπλέρι Λλέσι

Ο πρώτος πρόσφυγας που γνώρισα ήταν ο ξάδερφός μου. Στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα, αμέσως μετά την πτώση του κομμουνισμού, ο ξάδερφός μου ήταν ένας από τους χιλιάδες Αλβανούς που εγκατέλειψαν τη χώρα προς την Ελλάδα ή την Ιταλία. Όποιος είχε λίγα χρήματα πήγαινε στην Ιταλία. Όσοι δεν είχαν χρήματα, δοκίμαζαν την τύχη τους στην Ελλάδα, με τα πόδια μέσα απ’ τα βουνά. Τέσσερις φορές ξεκίνησε ο ξάδερφός μου. Τρεις φορές τον έπιασαν και τον έστειλαν πίσω. Την τέταρτη φορά τα κατάφερε, και ακόμα σήμερα ζει στην Ελλάδα

Οικονομικός πρόσφυγας

Ο ξάδελφος μου ζούσε ψηλά στα βουνά και γνώρισε πολλή φτώχεια. Ήθελε να βοηθήσει την οικογένειά του και επιθυμούσε μια διαφορετική ζωή για τον ίδιο. Ήταν ένας οικονομικός πρόσφυγας.

Τα καλοκαίρια που έμενα στο θείο μου, πηγαίναμε με τα άλλα αγόρια από το χωριό να παίξουμε ποδόσφαιρο με μια μπάλα που την είχε φτιάξει μια μητέρα από σκισμένα ρούχα. Σε όλο το χωριό δεν υπήρχε κανείς που να μπορεί να αγοράσει μια μπάλα. Ήταν είδος πολυτελείας. Θυμάμαι πως κοιμόμασταν τέσσερα παιδιά μαζί σε ένα στρώμα, κι αυτό παραγεμισμένο με παλιά ρούχα.

Ο ξάδερφός μου ήταν δουλευταράς. Αλλά όσο σκληρά και να δούλευε, η οικογένειά του έμενε στη φτώχεια. Γι’ αυτό, στα δεκατέσσερά του αποφάσισε να φύγει. Σαν παιδί, αυτό δεν μπορούσα να το καταλάβω. Ήταν ο μόνος γιος του θείου μου και ο μόνος ξάδερφος που είχα από την πλευρά του πατέρα μου. Είχα μεγαλώσει μαζί του. Πώς ήταν δυνατό να μας αφήσει; Κάθε φορά που επέστρεφε, διηγόταν ιστορίες για το πώς του φέρονταν ορισμένοι Έλληνες. «Χειρότερα κι από ζώα», έλεγε πάντα. «Μην πας πίσω», του έλεγα εγώ. «Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Σκοτωνόμαστε στη δουλειά και δε Read More