Φιλοσοφία,κομμουνισμός

Κρυπτοκομμουνισμός

του Μαρκ Αλιζάρ

Δημοσιεύουμε παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο: Mark Alizart, Cryptocommunisme, PUF, Παρίσι 2019 (σελ. 9-13, 43-57). Οι σημειώσεις μέσα σε αγκύλες είναι του μεταφραστή.

Οι κωδικοί του μέλλοντος

Το 1968, μια ομάδα χίππηδων ξεκινά ένα οραματικό περιοδικό με τον τίτλο Whole Earth Catalog, το οποίο αναμιγνύει κυβερνητική, οικολογία και σοσιαλισμό, και όλο αυτό υπό την καθοδήγηση της ενόρασης ότι η πληροφορική μπορεί να σώσει τον πλανήτη και να επαναφέρει στο προσκήνιο τον κομμουνισμό.

Κατά τον ιδρυτή του, τον Στιούαρτ Μπραντ, οι υπολογιστές προορίζονται να θέσουν τέρμα στην αέναη εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των εθνών· είναι επίσης σε θέση να ανακουφίσουν την ανθρωπότητα από το βάρος της εργασίας· είναι μάλιστα ικανοί να επινοήσουν μία νέα φύση όπου, όπως λέει ο ποιητής Ρίτσαρντ Μπράουτιγκαν, «θηλαστικά και υπολογιστές θα ζουν μαζί σε μια αμοιβαία προγραμματισμένη αρμονία υπό τα βλέμματα μηχανών γεμάτων αγάπη και χάρη»[1].

H επιθεώρηση αυτή γνώρισε αμέσως επιτυχία. Κυκλοφόρησε ταχύτατα στους κύκλους της αντικουλτούρας, αλλά επίσης ανάμεσα στους μηχανικούς και τους προγραμματιστές, και μάλιστα, σύμφωνα με τον ιστορικό Φρεντ Τέρνερ, αυτή η κυβερνο-κομμουνιστική ή «κυβερνο-κοινοτική» ουτοπία συνέβαλε στη διαμόρφωση της κοινωνίας της πληροφορίας στην οποία ζούμε σήμερα. Υπήρξε το φόντο για να εφευρεθεί το διαδίκτυο· αρδεύει τα κοινωνικά δίκτυα και την δημοκρατική τους κουλτούρα. Αποτέλεσε τη βάση για προτάγματα open-source όπως το Linux και η Wikipedia. Και κυρίως, είναι ο λόγος για τον οποίο η Σίλικον Βάλλεϋ μπορεί να αυτοθεωρείται επιφορτισμένη με μία οιονεί θεϊκή αποστολή ευαγγελισμού ανεπίδεκτη αμφισβήτησης.

Πενήντα χρόνια μετά το πρώτο τεύχος του Whole Earth Catalog, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αισιοδοξία των τεχνο-χίππηδων υπήρξε αδικαιολόγητη. Είμαστε μάρτυρες του γεγονότος ότι από το διαδίκτυο πλούτισαν οι τράπεζες, οι πολυεθνικές των τηλεπικοινωνιών, οι γίγαντες της διανομής, το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και οι κεραίες της κοινωνίας του ελέγχου. Στο εμπόριο και τη διαφήμιση συγκροτήθηκαν απίθανα μονοπώλια, τα οποία απειλούν την ίδια τη δημοκρατία που υποτίθεται ότι το Web θα αναζωογονούσε. Τα τείχη μεταξύ των λαών ξαναϋψώθηκαν σχεδόν εξίσου γρήγορα όσο είχαν πέσει. Ο διαπολιτισμικός διάλογος εκφυλίστηκε σε ταυτοτική σύγκρουση. Τα κοινωνικά δίκτυα έγιναν αλγοριθμικές φούσκες όπου η αγανάκτηση αυτοσυντηρείται σε ένα κλειστό κύκλωμα. Για κάποιους, ακόμα και η οικονομία του μερισμού και της συνεισφοράς το μόνο που πέτυχε είναι να εξασφαλίσει δωρεάν εργατικά χέρια στον «γνωσιακό καπιταλισμό»[2]. Oι γονιδιακές τεχνολογίες παραμόρφωσαν την «κυβερνητική οικολογία» του ποιητή. Με δυο λόγια, τις τρελές ελπίδες της δεκαετίας του 70 διαδέχθηκε μία απέραντη απογοήτευση, σε βαθμό που έχουμε χάσει πια το μέτρημα των διανοουμένων που μας καλούν να αποσυνδεθούμε από το διαδίκτυο, να σπάσουμε το μονοπώλιο των GAFA ή των FAΝG[3] ή να διαλύσουμε τα  big data όπως κάποτε είχαμε διαλύσει το big oil[4].

Αντικείμενο του βιβλίου αυτού δεν είναι να αρνηθεί τη διαπίστωση αυτής της αποτυχίας, αλλά ούτε είναι να προσθέσει ακόμα μία φωνή στην ήδη πληθωρική χορωδία αυτών των κατηγοριών. Πράγματι, παρά τις ανεπάρκειές τους, θεωρούμε ότι οι τεχνο-χίππυς είχαν δίκιο να πιστεύουν στη σύζευξη του σοσιαλισμού και της κυβερνητικής.

Κατά πρώτο λόγο, ξέρουμε πολύ καλύτερα τώρα ότι ο ίδιος ο Μαρξ είχε υποθέσει ότι μία «κοινωνία της γνώσης» θα υπερνικούσε τον καπιταλισμό[5]. Ειδικότερα, ξαναανακαλύπτουμε τους δεσμούς που διατηρούσε ο μαρξισμός με μία επιστήμη γεννημένη την ίδια εποχή, τη «θερμοδυναμική»[6], οι εργασίες της οποίας οδήγησαν στην καθιέρωση της έννοιας της ενέργειας, αλλά επίσης στην πραγματικότητα της έννοιας της πληροφορίας, από την οποία εν μέρει απορρέει η σύγχρονη πληροφορική.

Έπειτα, οι ίδιοι οι πληροφορικοί άντλησαν τα διδάγματα από την αποτυχία τους. Από τη δεκαετία του 1980, οι κυβερνο-πανκ και ιδίως οι cypher-punks[7] βάλθηκαν να κάνουν ξανά κατοικήσιμο το ψηφιακό σύμπαν. Ανέπτυξαν πρωτόκολλα προστασίας της ιδιωτικής ζωής βασισμένα στην κρυπτογράφηση, από τα οποία προέκυψαν τα «κρυπτονομίσματα», που μπορούν να διορθώσουν σε μεγάλο βαθμό τις αυταρχικές και εμπορευματικές εκτροπές του Web, αν όχι και να προσδώσουν στις κυβερνο-κομμουνιστικές ιδέες την ουσία που τους έλειπε.

Οι κυβερνο-πανκ και οι cypher-punks σίγουρα θα βρουν εξωφρενικό να τους ανατεθεί ο ρόλος του ελλείποντος κρίκου ανάμεσα στην ιδέα του κομμουνισμού και την πραγματοποίησή της. Εκείνοι προτιμούν να αυτοπεριγράφονται ως πειρατές, ως ελευθεριακοί ή ως «κρυπτο-αναρχικοί»[8], όταν δεν εκδηλώνουν μία ξεκάθαρη απέχθεια για οτιδήποτε έχει στενή ή χαλαρή σχέση με το σοσιαλισμό. Από την άλλη, οι μαρξιστές, καθώς θεωρούν τα κρυπτονομίσματα μία τερατογένεση της πληροφορικής και της χρηματοοικονομίας, δεν θα εκτιμούσαν καθόλου την ιδέα ότι ο Μαρξ θα μπορούσε να ενθουσιαστεί με το Bitcoin.

Ωστόσο, ο ίδιος ο Μαρξ (και ο Χέγκελ) μίλησαν για τις «πανουργίες» του Λόγου και της «διαλεκτικής» … Η ιστορία προχωρά ως τυφλοπόντικας, σκάβοντας στα τυφλά στοές κάτω απ’ τη γη, έλεγαν. Στο κάτω κάτω, αυτή η απρόσμενη συνάντηση μεταξύ «κρυπτο-» και «κομμουνισμού» θα ήταν απλώς μία ακόμα απόδειξη. Ποιος ξέρει, η λέξη «κρυπτοκομμουνιστής», που άλλοτε προσδιόριζε τους συγκαλυμμένους μαρξιστές, ίσως έχει γίνει ήδη το λάβαρο υπό το οποίο υπηρετούν χωρίς να το γνωρίζουν όλοι όσοι δεν έχουν ακόμα πάψει να ελπίζουν στον κωδικό για ένα ευτυχισμένο αύριο[9].

(…)

Σοβιέτ συν wifi

Oι κυβερνο-κοινοτιστές της δεκαετίας του 1960 είχαν σκεφτεί την άρθρωση μεταξύ κομμουνισμού και κυβερνητικής κατά τρόπο όχι πολύ διαφορετικό από τον Μαρξ του “General Intellect”. Είχαν σκεφτεί το διαδίκτυο ως ένα “World Brain”[10] το οποίο, συσσωρεύοντας μια ποσότητα πληροφορίας οιονεί άπειρη και διαχέοντάς την σε μια ταχύτητα οιονεί άπειρη, θα παρήγαγε μία αξία οιονεί άπειρη.

Είναι ενδιαφέρον ότι στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο Νόρμπερτ Βήνερ, ο πατέρας της κυβερνητικής. Στο βιβλίο του Cybernétique et société[11] διακηρύσσει ότι θα πρέπει να μεταφερθούν σε κλίμακα ολόκληρων κοινωνιών οι αρχές που διέπουν την επεξεργασία της πληροφορίας. Η δημοκρατία θεωρεί ότι μπορεί να περιγραφεί ως ένα θερμοδυναμικό σύστημα που επιτυγχάνει την ισορροπία (την «ομοιόσταση») χάρη σε θετικούς βρόγχους ανάδρασης. Aπό αυτό συνάγει ότι η κατάστασή της είναι τόσο καλύτερη, όσο ενθαρρύνουμε το σχηματισμό παρόμοιων βρόγχων μέσα στην κοινωνία και όσο πολλαπλασιάζουμε τους διαύλους εκπομπής και υποδοχής της πληροφορίας.

Η θέση αυτή, διατυπωμένη μέσα σε ένα κλίμα ψυχρού πολέμου σημαδεμένου από διώξεις κομμουνιστών, ερμηνεύτηκε ως μία δήλωση πίστης του κύκλου των πληροφορικάριων στην ιδεολογία της «αόρατης χειρός» που δημιουργεί αυθορμήτως ισορροπίες εντός μιας ελεύθερης αγοράς όπου τα άτομα συμπεριφέρονται ως μόρια κάποιου αερίου. Τα γεγονότα διαψεύδουν αυτή την ερμηνεία. Κάποιες σελίδες του βιβλίου του Βήνερ απορρίπτουν εξίσου τον καπιταλισμό όσο και το σταλινισμό, κατά τρόπο αρκετά καινοφανή και προκλητικό για την εποχή[12]. Αυτό που ανησυχεί τον Βήνερ –όπως και όλους τους διανοουμένους που είχαν τρομοκρατηθεί από τον κίνδυνο πυρηνικής σύγκρουσης πυροδοτημένης από κάποιον Dr. Strangelove- είναι η ιδιωτικοποίηση της εξουσίας, και αυτή κάλλιστα μπορεί να συμβεί υπό καπιταλιστικό καθεστώς, με τα εργαλεία που προσφέρει η πληροφορική. Αλλά το καλύτερο αντίδοτο για τους κινδύνους που θέτει η πληροφορική είναι, κατ’ αυτόν, η ίδια η πληροφορική, εφόσον εφαρμοστεί ολικά, πράγμα που τον οδηγεί να ονειρεύεται μία «ενοποιημένη κυβέρνηση της Γης» βασισμένη σε αλγορίθμους που να ενεργούν κατά τρόπο ουδέτερο, αυτόματο και αποκεντρωμένο –ένα σχέδιο άλλωστε που θα τεθεί σε εφαρμογή με πρωτοβουλία ενός κομμουνιστή πολιτικού, του Σαλβαδόρ Αλιέντε, τη δεκαετία του 70. Το πρόγραμμα CyberSyn, από τις λέξεις Cybernetic Synchronisation, που συνέλαβε ο Στάφφορντ Μπήρ, ένας ερευνητής αρκετά εκκεντρικός (κυκλοφορούσε με λιμουζίνα και κάπνιζε πούρα), προέβλεπε ότι συλλέγονται δεδομένα στα εργοστάσια και διαβιβάζονται με τέλεξ σε ένα κέντρο εντολών όπου ένας υπολογιστής αναλαμβάνει να εξασφαλίζει τη συστημική σταθερότητα της οικονομίας αυτόματα και αποκεντρωμένα.

Καθώς η αποτυχία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» γινόταν όλο και πιο φανερή, η κυβερνητική άρχισε να προσελκύει κομμουνιστές οι οποίοι δεν δίσταζαν πλέον να παίρνουν αποστάσεις από το ενεργειοκρατικό δόγμα του κόμματος. Έτσι, βρίσκουμε ίχνη κυβερνητικής στον Λουί Αλτουσέρ, τα οποία ίσως προέρχονται από τον στρουκτουραλισμό του: ο Κλωντ Λεβί-Στρως ήταν ακροατής στις «διαλέξεις Macy» οι οποίες συγκέντρωναν τον ανθό της μεταπολεμικής κυβερνητικής, ο Ζακ Λακάν ήταν παθιασμένος με την πληροφορική, ενώ ο Νόαμ Τσόμσκι χρησιμοποίησε γλώσσες προγραμματισμού για να αναπτύξει τη γλωσσολογική δουλειά του πάνω στη γενετική γραμματική. Eφοδιασμένος με αυτές τις αποσκευές, ο Αλτουσέρ ισχυρίστηκε ότι ο κομμουνισμός δεν υπέφερε τόσο από το ότι είχε περιπέσει στην ομηρία αυταρχικών και κοινωνιοπαθών ηγετών που θα έπρεπε να εξαλειφθούν ώστε να αναδυθεί ένας «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο», όπως πίστευαν ο Σαρτρ και ο Μερλώ-Ποντύ, όσο από το ότι παρέμεινε εγκλωβισμένος σε μία «ανθρωπιστική» θέαση της πολιτικής. Με αυτό δεν εννοούσε ότι ο Μάο ή ο Στάλιν ήταν υπερβολικά συναισθηματικοί, αλλά ότι ήταν το γελοιογραφικό παράδειγμα του «μεγάλου ανδρός» ο οποίος πρόδιδε την ιδέα που έτρεφε ο Μαρξ για μια διαφορική πολιτική. Αντίστροφα, ο Αλτουσέρ σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος για να σώσουμε τον κομμουνισμό συνίστατο στο να γυρίσουμε την πλάτη στην «μεταφυσική του υποκειμένου» και να ασπαστούμε τη ριζοσπαστική ιδέα κατά την οποία η ιστορία κατευθύνεται από μόνη της, ότι είναι μια «διαδικασία χωρίς υποκείμενο». Ο κομμουνισμός του είναι μία δομή: ένα σύστημα με πολλές εισόδους, χωρίς κέντρο, χωρίς διοίκηση, που περιέχει πολλαπλά υπο-συστήματα τα οποία αρθρώνονται το ένα με το άλλο κατά τρόπο «επικαθορισμένο», πράγμα που σημαίνει ότι δεν καθορίζονται «μονόπλευρα» αλλά μέσω βρόγχων που εξασφαλίζουν τη συνοχή του, κατά το παράδειγμα που δίνει η κυβερνητική με τις «λούπες» και τις «ανατροφοδοτήσεις» της.

Τέλος, η ίδια η υπόθεση του Μαρξ περί του General Intellect τράβηξε την προσοχή ενός ρεύματος της ριζοσπαστικής αριστεράς τη δεκαετία του 70. Εκκινώντας από την αρχή ότι η εργασία καταλήγει πάντοτε να ευνοεί τον καπιταλισμό, καθότι του παρέχει την ενέργεια με την οποία τρέφεται, το εξαιρετικά πρωτότυπο κίνημα των «εργατιστών», στο οποίο πρωτοστατούσαν ο Αντόνιο Νέγκρι και ο Μάριο Τρόντι, κήρυξε την αυτοκαταστροφή της εργατικής τάξης. Το ζητούμενο ήταν να διαρρήξουμε το δεσμό μεταξύ μαρξισμού και ενεργειοκρατίας, προς όφελος εκείνης της πληροφορικής υπεραξίας της οποίας ο Μαρξ αναγγέλλει την έλευση. Πλην όμως, οι εργατιστές δεν συνδέθηκαν με τους κυβερνο-κοινοτιστές. Όπως ο Μαρξ, έτσι και αυτοί παρέμειναν επιφυλακτικοί όσον αφορά την ικανότητα μιας κοινωνίας της πληροφορίας να οδηγήσει από μόνη της στην ανάδυση του κομμουνισμού. Έτσι, δεν αιφνιδιάστηκαν όσο εκείνοι από την αποτυχία της πληροφορικής επανάστασης την οποία διαπιστώνουμε σήμερα.

Σύμφωνα  με τους εργατιστές και τους κληρονόμους τους, υπάρχουν δύο κύριοι λόγοι για αυτή την αποτυχία. Ο πρώτος είναι ότι οι υπολογιστές δεν μετέβαλαν την κυριότητα του πάγιου κεφαλαίου. Και μάλιστα, την αξία την οποία παράγει η πληροφορία την καρπώνονται όλο και λιγότερα χέρια. Σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Πρωτόκολλο. Πώς ο έλεγχος εξακολουθεί να υπάρχει μετά την αποκέντρωση»[13], ο Αλεξάντερ Γκάλλογουέι υπενθυμίζει ότι ξεχνάμε εύκολα πόσο το διαδίκτυο βασίζεται σε ένα σύστημα υποδομών [logistique] πολύ ιδιαίτερο, και πολύ συγκεκριμένο, εν προκειμένω ένα σύστημα άκρως συγκεντρωτικό. Εστιάζοντας στο ψηφιακό στοιχείο, οι κυβερνο-κοινοτιστές ξέχασαν τις πραγματικές οικονομικές συνθήκες παραγωγής του, εμφανίζοντας την παραγωγή των αλγορίθμων που μας κυβερνούν σαν έργο του Αγίου Πνεύματος, ενώ αυτή προφανώς εμπλέκεται με την παραγωγή ανθρώπινων και ιδεολογικών προκαταλήψεων.

Όπως σωστά είπε ο Ζιλ Ντελέζ, σε μια συζήτησή του ακριβώς με τον Τόνι Νέγκρι: «Σε κάθε τύπο κοινωνίας μπορούμε προφανώς να αντιστοιχίσουμε έναν τύπο μηχανής: απλές ή δυναμικές μηχανές για τις κοινωνίες κυριαρχίας, μηχανές ενεργείας για τις πειθαρχίες, κυβερνητική και υπολογιστές για τις κοινωνίες ελέγχου. Αλλά οι μηχανές δεν εξηγούν τίποτε, πρέπει να αναλύσουμε τα συλλογικά συναρμολογήματα, μέρος μόνο των οποίων αποτελούν οι μηχανές. Μπροστά στις προσεχείς μορφές ασταμάτητου ελέγχου σε ανοιχτό χώρο, οι σκληρότεροι εγκλεισμοί μπορεί να μας φαίνεται ότι ανήκουν σε ένα ξένοιαστο και ευτυχισμένο παρελθόν. Η αναζήτηση ‘καθολικών εννοιών της επικοινωνίας’ πρέπει να μας κάνει να τρέμουμε»[14].

(…)

Όσο παράδοξο όμως κι αν ακούγεται, είναι πιθανό το πρόβλημα της «κοινωνίας της πληροφορίας», όπως αποκαλούμε τις κοινωνίες μας, να είναι ακριβώς η έλλειψη πληροφορίας.

Κατά της επικοινωνίας

(…)

Στη συζήτησή του με τον Νέγκρι, ο Ντελέζ χρησιμοποιεί αυτή την παράξενη διατύπωση: ότι, αν οι κοινωνίες ελέγχου ή επικοινωνίας γεννήσουν μορφές αντίστασης, αυτό δεν θα συμβεί «στο βαθμό που οι μειονότητες θα μπορούσαν να ξαναπάρουν το λόγο. Ίσως ο λόγος, η επικοινωνία έχει διαφθαρεί». Το πρόβλημα, συνεχίζει ο Ντελέζ, έγκειται στη σχέση επικοινωνίας και χρήματος. «Μέσα στο λόγο και την επικοινωνία έχει πλήρως διεισδύσει το  χρήμα –όχι συμπτωματικά, αλλά εκ φύσεως». Η ανάλυση αυτή εν μέρει συναντάται με εκείνη των εργατιστών. Για εκείνους, το κεφάλαιο δεν κατανέμει τον πλούτο της παραγόμενης πληροφορίας κατά τη δίκαιη αξία του. Αλλά οι δύο κριτικές δεν επικαλύπτονται πλήρως. Στη σκέψη του εργατισμού, το πρόβλημα είναι ότι η πληροφορία δεν μετατρέπεται ορθώς σε μετρητά, χειροπιαστά και κουδουνιστά. Ο Ντελέζ αντίθετα σκέφτεται ότι θα έπρεπε η πληροφορία να μην αφήνεται ποτέ να μετατραπεί σε χρήμα. «Απαιτείται μια υπεξαίρεση του λόγου. Η επικοινωνία ποτέ δεν ήταν δημιουργία. Το σημαντικό θα είναι ίσως να δημιουργήσουμε κενά μη-επικοινωνίας, διακόπτες, για να ξεφεύγουμε από τον έλεγχο».

Η διατύπωση αυτή ωστόσο μπορεί να νοηθεί κατά δύο αντίθετους τρόπους. Μπορούμε να σκεφτούμε ότι ο Ντελέζ οραματίζεται μια πληροφορία που θα αντιστεκόταν στη χρηματική της οικειοποίηση, μια κοινωνία της πληροφορίας που θα είχε «χακαριστεί», προκειμένου να διατηρηθούν μέσα της ζώνες αποσύνδεσης, μη εμπορευματικές. Αλλά μπορούμε και να σκεφτούμε ότι ο Ντελέζ ενδιαφέρεται για το γεγονός ότι ανταλλάσσουμε απλώς πληροφορία «φτωχή» σε πληροφορίες («επικοινωνία»), δίπλα στην οποία υπάρχει μια πληροφορία «πλούσια» σε πληροφορίες («η δημιουργική πράξη»). Αυτή λοιπόν η «πλούσια» πληροφορία, στο μέτρο που «αξίζει», θα μπορούσε να έχει την ικανότητα να είναι από μόνη της η μορφή-χρήμα του εαυτού της. Θα μπορούσε να ανταλλάσσεται χωρίς να περνά από το στάδιο της μετατροπής σε χρήμα, εκεί όπου ασκείται ο «έλεγχος», εκεί όπου βρίσκεται πράγματι το ρήγμα απ’ το οποίο οι φορείς της μετατροπής, οι χρηματιστές και οι κεφαλαιούχοι, μπορούν να εισέλθουν μέσα στην κοινωνία της πληροφορίας.

(…)

Από τα τέλη της δεκαετίας του 60, μετά την ανακάλυψη του DNA, καταλάβαμε ότι ο γενετικός κώδικας δεν είναι καθόλου ένα καθαρό πρόγραμμα συγκείμενο από bits: δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός αν δεν ενταχθεί στο χώρο, αν δεν γειωθεί στη χημεία των μορίων που τον εκφράζουν και, επιπλέον, είναι αδιαχώριστος από μία μορφή τυχαιότητας η οποία επιλέγει τα γονίδια που πρέπει να εκφραστούν εκ των υστέρων, επιγενετικά[15]. (…) Με δυο λόγια, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι, στη φύση, τα πράγματα δεν ανταλλάσσουν απλώς πληροφορία μεταξύ τους όπως εμείς μιλούσαμε στο τηλέφωνο –καλά μονωμένοι από τον εξωτερικό θόρυβο μέσα σε μια καμπίνα-, αλλά είναι πληροφορία, και επιπλέον κολυμπάνε σε έναν τρομερό ορυμαγδό που προκαλούν οι συγκρούσεις των ατόμων μεταξύ τους, τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία, η αρτηριακή πίεση, οι χτύποι της καρδιάς, η θερμοκρασία του σώματος …

Η επιστημονική κοινότητα αναγκάστηκε να αναθεωρήσει τον τρόπο με τον οποίο αναπαριστούσε έναν κόσμο διεπόμενο από καθαρές ανταλλαγές πληροφορίας πολύ πριν αποκαλύψει τα όριά του το Web. Μάλιστα, οι φυσικές επιστήμες για ένα διάστημα εξέτασαν το ενδεχόμενο να εγκαταλείψουν τελείως το πληροφορικό μοντέλο, όπως άλλωστε και οι ανθρωπιστικές. Η κριτική του στρουκτουραλισμού από την οποία προέρχεται ο Ντελέζ είναι κριτική της κυβερνητικής. Αλλά ήταν την ίδια στιγμή φανερό ότι αυτό που χρειαζόταν ήταν όχι τόσο μια εγκατάλειψη, όσο μια εμβάθυνση της κυβερνητικής. Προφανώς, αυτό που έθετε πρόβλημα ήταν ο επικοινωνιακός αναγωγισμός της. Δεν επέτρεπε να θέσουμε το δάκτυλο πάνω σε αυτή την πιο βαθιά και μυστηριώδη πραγματικότητα της πληροφορίας που είναι ότι δεν αποτελεί ένα στρώμα νοήματος που τίθεται πάνω στην ενέργεια, αλλά μια έκφραση της ίδιας της ενέργειας, η ενέργεια υπό άλλη μορφή.

Πώς μπορούμε να πετύχουμε η κοινωνία της πληροφορίας να μην είναι ένας μύλος φλυαρίας, αλλά ένας μύλος που αλέθει, για να επαναλάβουμε την έκφραση του Μαρξ; (…)

Κατά μία έννοια, αυτό επιχείρησαν να διακρίνουν οι μετα-δομιστές υποστηρίζοντας ότι πρέπει να συμπληρώσουμε το πληροφορικό παράδειγμα με αυτό που του λείπει: το «συμβάν», την «διαφο/ωρά» ή την «ασυμφωνία» [différend]. Κατά τα λοιπά, ποτέ δεν έκοψαν τις γέφυρες ούτε με τον κομμουνισμό, ούτε με την κυβερνητική. Ο Ντελέζ, σε ένα κείμενο σύγχρονο με τη συνέντευξή του στον Νέγκρι, επιδόθηκε σε έναν εντυπωσιακό έπαινο του ανθρώπου προσαυξημένου από την πληροφορική[16]. Ομοίως, ο Ζακ Ντερριντά εξήγησε στο Περί γραμματολογίας ότι η εργασία του επέβαλλε να ριζοσπαστικοποιήσουμε την κυβερνητική του Βήνερ, η οποία θεωρούσε ότι είναι ακόμα πολύ «ανθρωπιστική». Ο Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ προσπάθησε, με το Η μεταμοντέρνα κατάσταση και με Τα άυλα, να σκεφτεί μια νέα πληροφορική για την οποία ελπίζει ότι θα επιτρέψει την έλευση ενός νέου κομμουνισμού.

Δεν είναι όμως μειωτικό για τους συγγραφείς αυτούς να πούμε ότι δεν ήταν ικανοί να πάνε πέρα από την φιλοσοφική τους διαίσθηση. Μόνο ένα τελευταίο πέρασμα από τη θεωρία της πληροφορίας μπορεί στην πραγματικότητα να δώσει σάρκα και οστά στον κυβερνο-κομμουνισμό.

Μετάφραση: Α.Γ.


[1] R. Brautigan, All Watched over by Machines of Loving Grace, 1967.

[2] Yann Moulier Boutang, Le Capitalisme Cognitif: La Nouvelle Grande Transformation, ed. Amsterdam, Paris 2008.

[3] [Ακρωνύμια από τα ονόματα των κολοσσών της ηλεκτρονικής επικοινωνίας: Google, Amazon, Facebook, and Apple και Facebook/ Αmazon/ Netflix/ GOOG αντίστοιχα – Σ.τ.μ.].

[4] Θα αναφέρουμε τους Εβγκένυ Μορόζοβ, Κάρμεν Ερμοσίγιο, Μπέρναρντ Στίγκλερ, Ρίτσαρντ Μπάρμπρουκ, ή τον Άνταμ Κέρτις, δημιουργό ενός πετυχημένου ντοκυμανταίρ που πήρε τον τίτλο του από το κυβερνο-βουκολικό ποίημα του Μπράουτιγκαν, All Watched over by Machines of Loving Grace, ο οποίος όμως εδώ χρησιμοποιήθηκε με καθαρά ειρωνική σημασία.

[5] Σκέφτομαι ιδίως την αξιοθαύμαστη δουλειά που έχει γίνει πάνω στο θέμα αυτό εδώ και είκοσι περίπου χρόνια από τους διανοούμενους που συγκεντρώνονται γύρω από το περιοδικό Multitudes, το οποίο ίδρυσε ο Yann Moulier Boutang.

[6] Βλ. Daniel Bensaïd, Marx l’intempestif, Paris, Fayard 1995· A. Tosel, Communisme de la finitude, Paris, Kimé 1996· J.B. Foster, Marx’s Ecology, New York, Monthly Review Press, 1999.

[7] Από την αγγλική λέξη cypher, «κρυπτογράφηση».

[8] Πρβλ. το Crypto-anarchist Manifesto του Τίμοθυ Μέι, διαθέσιμο ηλεκτρονικά.

[9] [Στο πρωτότυπο, εδώ, όπως και στον τίτλο της συγκεκριμένης ενότητας, χρησιμοποιείται η φράση les lendemains qui codent. Πρόκειται για λογοπαίγνιο αμετάφραστο στα ελληνικά, το οποίο παραλλάσσει μία πολύ γνωστή φράση που χρησιμοποιείται κοινώς στα γαλλικά για να δηλώσει την ελπίδα σε ένα καλύτερο αύριο, les lendemains qui chantent (κατά λέξη: «οι επαύριο που τραγουδούν»), αλλάζοντας το ρήμα σε «που κωδικοποιούν». Σ.τ.μ.].

[10] Έκφραση του H.G. Wells.

[11] Πρωτοκυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1950 με τίτλο The Human Use of Human Beings.

[12] Οι σελίδες άλλωστε αυτές αφαιρέθηκαν από τον εκδότη κατά τη δεύτερη έκδοση, την περίοδο του μακκαρθισμού.

[13] Alexander R. Galloway, How Control Exists after Decentralization, ΜΑ MIT Press 2004.

[14] Gilles Deleuze, «Contrôle et devenir, entretien avec Toni Negri», στο: Pourparlers, Παρίσι, Minuit 2003.

[15] J. Monod, Le Hasard et la Nécessité, Paris, Seuil 1970 [Ζακ Μονό, Η τύχη και η αναγκαιότητα, Ράππα, Αθήνα 2008].

[16] Στο έργο του Foucault (1986).

Cryptocommunisme - Mark Alizart - Perspectives critiques - Format Physique  et Numérique | PUF
Κλασσικό