Αρχείο

Tag Archives: Ντελέζ-Γκουαταρί

 του Άκη Γαβριηλίδη

 

Περίπολοι της νικοτίνης.

Οι κάννες τόσων τσιγάρων

στραμμένες επάνω μου

Μιχάλης Γκανάς

 

Πρόσφατα, στην Καθημερινή δημοσιεύτηκε άρθρο σχετικά με την (μη) εφαρμογή του νόμου για τον περιορισμό του καπνίσματος στους κλειστούς χώρους στην Ελλάδα –ένα φαινόμενο αρκετά παράδοξο και ενδιαφέρον καθαυτό. Πριν πάμε εκεί, όμως, νομίζω ότι ακόμη πιο αξιοπρόσεκτος, από πολλές απόψεις, είναι ο τρόπος με τον οποίο αρχίζει το άρθρο:

 

«Υπάρχει και το φιλότιμο. Ή, μάλλον, υπάρχει μόνο το φιλότιμο». Με τον τρόπο αυτόν εξηγούν οι ειδικοί επιστήμονες το γεγονός ότι την τελευταία πενταετία έχει μειωθεί ο αριθμός των καπνιστών στη χώρα μας σε ποσοστό τουλάχιστον 30%, η κατανάλωση τσιγάρων, αλλά και η ρύπανση στους κλειστούς δημόσιους χώρους, χωρίς –ω του θαύματος…– να έχει τεθεί ουσιαστικά σε εφαρμογή ο αντικαπνιστικός νόμος.

 

Στα γνωστά ιογενή δημοσιεύματα που αναπαράγονται ακατασχέτως στο διαδίκτυο, ένα από τα βασικά παραδείγματα που επιστρατεύονται για να τεκμηριώσουν τη «μοναδικότητα της ελληνικής γλώσσας» είναι και η λέξη φιλότιμο, η οποία υποτίθεται ότι «δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα». Το άρθρο, προσπαθώντας να μιλήσει για μία άλλη μοναδικότητα της «χώρας μας», αρχίζει από αυτήν ακριβώς την έννοια, παραθέτοντάς την όμως εντός εισαγωγικών εφόσον την αποδίδει σε μη κατονομαζόμενους «ειδικούς επιστήμονες».

Το μήνυμα αυτής της πρώτης παραγράφου είναι σαφές –όμως, ουσιαστικά, αυτή η σαφήνεια είναι η ίδια η ασάφεια, η εκκρεμότητα του νοήματος, το μυστήριο: σα να λέμε, «η επιστήμη σηκώνει τα χέρια», οι ειδικοί σπάνε το κεφάλι τους διότι η εφαρμογή των επιστημονικών τους τεχνικών δεν τους βοηθάει να λύσουν το σταυρόλεξο. Έτσι, καταφεύγουν στο «θαύμα» ως (ταυτολογικό) μηχανισμό τελευταίας καταφυγής: εξηγούν μία άγνωστη μοναδικότητα με μία άλλη (που φανταζόμαστε) γνωστή.

 

Θεωρώ ότι πράγματι υπάρχει μία εκκρεμότητα του νοήματος σε σχέση με το κάπνισμα στην Ελλάδα, η οποία αποτελεί ένα ζήτημα ενδιαφέρον θεωρητικά και σημαντικό πολιτικά. Υπάρχει ένα χάσμα, την ύπαρξη του οποίου Read More

«Τα συστήματα του ranking και του rating είναι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται σήμερα εμπειρικά για τη μέτρηση του πεδίου της αξίας, αλλά φυσικά και για τον έλεγχο και την αιχμαλώτιση του πεδίου των κοινωνικών σχέσεων που παράγουν την ίδια την αξία. Θα αναφερθούμε εδώ σε τέσσερα παραδείγματα: την οικονομία των παραπομπών στο πανεπιστήμιο, την οικονομία της προσοχής στο δίκτυο, την οικονομία του γοήτρου στον κόσμο της τέχνης και την οικονομία της εμπιστοσύνης των οίκων αξιολόγησης»

του Ματτέο Πασκουινέλλι

  Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Με καθυστέρηση αρκετών χρόνων, έπιασα να διαβάσω ένα βιβλίο που κυκλοφορεί και συζητείται εδώ και αρκετά χρόνια, και μάλιστα επανεκδίδεται αναθεωρημένο: τους Ληστές (Bandits) του Έρικ Χόμπσμπωμ, στη μετάφραση του «Θεμελίου» η οποία βασίζεται στην ξαναδουλεμένη από το συγγραφέα τέταρτη έκδοση του 2000.

Επρόκειτο για μια αντιφατική και από πολλές απόψεις απογοητευτική αναγνωστική εμπειρία.

Για την ακρίβεια, όχι από τόσο πολλές, από μία και μόνη, η οποία όμως ουσιαστικά κάνει για όλες.

Όλοι έχουν να λένε για την αφηγηματική δεινότητα, την ευρυμάθεια, την πολυγλωσσία του συγγραφέα, και την ικανότητά του να ανακαλεί, να ιεραρχεί και να συνδυάζει κάθε φορά τις κρίσιμες και γοητευτικές λεπτομέρειες από έναν μεγάλο όγκο υλικού, γενικώς και ειδικότερα σε αυτό εδώ το βιβλίο. Όλα αυτά ισχύουν. Το ερώτημα όμως είναι σε ποιο ερμηνευτικό σχήμα εντάσσει αυτό το υλικό.

Δεν νομίζω ότι αδικούμε κανέναν εάν ισχυριστούμε ότι πρόκειται για ένα βιβλίο γραμμένο κάτω από τη σαγήνη της ευρωκεντρικής φαντασμαγορίας του κράτους και του κεφαλαίου. Για τον συγγραφέα των Ληστών, το μόνο που έχει σημασία είναι το κράτος, η δε ιστορία χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο μέρη: πριν και μετά από την έλευση του καπιταλισμού. Όσα δε βρίσκονται στο «πριν», αποκτούν το νόημά τους μόνο σε σχέση με την επερχόμενη έλευση, και με το αν την διευκολύνουν ή την παρεμποδίζουν. Αλλά και εάν την παρεμποδίζουν, ούτε αυτό έχει κάποια σημασία, διότι αργά ή γρήγορα θα συντριβούν.

Αυτό το τελευταίο ισχύει για τους ληστές.

Με μία απερίφραστη ειλικρίνεια, η οποία φτάνει στα όρια της αφέλειας, ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει από την αρχή την μεθοδολογική του επιλογή:

Η ιστορία της ληστείας, χωρίς να εξαιρείται η κοινωνική ληστεία, δεν μπορεί λοιπόν να γίνει κατανοητή ή να μελετηθεί σωστά, παρά μόνο ενταγμένη στην ιστορία της πολιτικής εξουσίας που, στο υψηλότερο επίπεδο, είναι η εξουσία των αυτοκρατοριών και των κρατών (σ. 28).

Η επιλογή αυτή εγκαθιστά ένα τεράστιο κενό, μια καταστατική ανακολουθία στο κέντρο του όλου εγχειρήματος. Ο Χόμπσμπωμ είναι προφανές ότι ελκύεται από το φαινόμενο της ληστείας, βρίσκει κάτι άξιο μελέτης σε αυτό –εφόσον κάθεται να γράψει ολόκληρο βιβλίο και συνεχίζει να το δουλεύει και να το ξαναδουλεύει δεκαετίες αργότερα. Ωστόσο, στο ίδιο αυτό βιβλίο δηλώνει ρητά ότι αρνείται οποιαδήποτε αυτοτέλεια και αυτονομία στο φαινόμενο αυτό. Στις σελίδες του, οι ληστές δεν είναι παρά losers, ένα σύνολο από ίσως γενναία και ενίοτε (υπό προϋποθέσεις) συμπαθητικά απομεινάρια αγροτικών, προ-καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών, τα οποία όμως δεν έχουν καμία ελπίδα, ούτε και πρόθεση άλλωστε, να αμφισβητήσουν ή πολύ λιγότερο να νικήσουν το κεφάλαιο, το κράτος ή έστω την κοινωνική αδικία. Είναι καταδικασμένα αργά ή γρήγορα –συνήθως γρήγορα- να ισοπεδωθούν από την τελεολογική του επικράτηση. Εκτός αν … Εκτός αν συναντηθούν με «ευρύτερες κινήσεις της κοινωνίας» και ενταχθούν σε ένοπλα εθνικιστικά ή κομμουνιστικά (ή οποιονδήποτε συνδυασμό των δύο) κινήματα που έχουν συνειδητό σκοπό να καταλάβουν το κράτος, να το αναμορφώσουν και να καταργήσουν οριστικά την εκμετάλλευση. Και τότε όμως η σημασία αυτή δεν είναι αυτοτελής: εξακολουθεί να είναι ετερόφωτη από τη μόνη δυνατή πηγή φωτισμού όλων των εξελίξεων, που εξακολουθεί να είναι το κράτος και το κεντρικό πολιτικό επίπεδο.

Έτσι, μολονότι επίσης από την αρχή ο συγγραφέας προβαίνει απερίφραστα σε μια ομολογουμένως εντυπωσιακή διαπίστωση, ότι δηλαδή η κοινωνική ληστεία είναι «ένα από τα πιο οικουμενικά κοινωνικά φαινόμενα που συναντάμε στην ιστορία» (σ. 37), αμέσως μετά σπεύδει να υπονομεύσει αυτή την «οικουμενικότητα» περιορίζοντάς την σε μία θέση επαρχιωτισμού, πτωχού συγγενούς και παρακολουθήματος της μόνης γνήσιας οικουμενικότητας, που είναι η υπερβατικότητα της σταδιακής μετάβασης στον καπιταλισμό:

[η ληστεία] φαίνεται ότι συμβαίνει σε όλους τους τύπους ανθρώπινης κοινωνίας που βρίσκονται ανάμεσα στην εξελικτική φάση της φυλετικής και συγγενικής οργάνωσης και τη σύγχρονη καπιταλιστική και βιομηχανική κοινωνία.

Δεν νομίζω ότι έχω διαβάσει βιβλίο στο οποίο το εννοιολογικό σχήμα να είναι τόσο αταίριαστο με το προς εξέταση υλικό και ουσιαστικά να το εξουδετερώνει, να το καπελώνει και να το αστυνομεύει διανοητικά. Ούτε λεπτό δεν περνάει από το μυαλό του συγγραφέα να εξετάσει μήπως η ληστεία, ή μάλλον αυτό που κάνει αυτούς τους ανθρώπους να βγαίνουν στα βουνά και να γίνονται ληστές, αλλά και πολλούς άλλους ανθρώπους απλώς να βγαίνουν, να εξέρχονται, είτε με τη γεωγραφική είτε με άλλες έννοιες, μήπως λοιπόν αυτό αντιστοιχεί σε μία αυτόνομη επιθυμία εξόδου, και σε μία επιθυμία της αυτονομίας της μετακίνησης· μια επιθυμία που δεν γεννιέται ως αντίδραση προς το κεφάλαιο και το κράτος του και δεν ορίζεται σε (αρνητική) συνάρτηση με αυτό, αλλά είναι λογικά ή/ και χρονικά προηγούμενη και ευρύτερη.

Αφού λοιπόν έχει ακυρώσει αυτή την αυτοτέλεια και την «οικουμενικότητα» της εξόδου, στο υπόλοιπο έργο, και μάλιστα σε πολλά σκόρπια σημεία του, ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετή έκταση και κόπο για να πληροφορήσει τον αναγνώστη ότι οι ληστές, ακόμη και οι κοινωνικοί, «δεν έχουν πρόγραμμα» (!!! – θα έλεγε κανείς ότι ακούει τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να μιλάει για τον ΣΥΡΙΖΑ, ή αριστερούς διαφωτιστές να μιλάνε για το «Δεν πληρώνω» και τους «Αγανακτισμένους»). Π.χ. στη σελ. 46 μας διαβεβαιώνει ότι «η ληστεία δεν αποτελεί από μόνη της πρόγραμμα για την αγροτική κοινωνία, αλλά μια μορφή ατομικής προσπάθειας για να ξεπεραστούν κάποιες ιδιαίτερες περιστάσεις. Οι ληστές, πέρα από τη θέληση ή την ικανότητα ν’ αρνηθούν την ατομική υποταγή, δεν έχουν διαφορετικές ιδέες από την αγροτιά (ή από εκείνη τη μερίδα της αγροτιάς) στην οποία ανήκουν. Είναι άνθρωποι της δράσης κι όχι ιδεολόγοι ή προφήτες, από τους οποίους μπορείς να περιμένεις καινοτόμα οράματα ή σχέδια κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης». Ανάλογες διαβεβαιώσεις εμφανίζονται και σε άλλα σημεία με τα ίδια ή παραπλήσια λόγια[1].

Image result for αρματολοί

Τι δηλώνει άραγε αυτό το άγχος να διαψεύσουμε κάτι που κανείς δεν ισχυρίστηκε;

Κατά τη γνώμη μου, η επιμονή αυτή σκοπό έχει να ξορκίσει την ανάδυση της ιδέας της απεδαφικοποίησης και να την αποδιώξει. Την ιδέα αυτή σε ένα τουλάχιστον σημείο ο συγγραφέας φτάνει πολύ κοντά στο να τη διατυπώσει, ουσιαστικά παρέχει στον αναγνώστη όλα τα μέσα για να τη σκεφτεί μόνος του και να τη συνδέσει με το υπό μελέτη φαινόμενο, αλλά μετά, σαν να μη διάβασε ούτε καν ο ίδιος αυτό που έγραψε, το προσπερνάει μακάρια και επανέρχεται στη μονότονη εξύμνηση των «σχεδίων και προγραμμάτων για την κατάληψη του κράτους και την αναμόρφωση της κοινωνίας» και την ανάγνωση της ληστείας ως έλλειψης αυτών των σχεδίων.

Ποιο είναι αυτό το σημείο; Πρόκειται για ένα παράδειγμα παρμένο από τις συγκρούσεις στα Βαλκάνια κατά τη γερμανική κατοχή της δεκαετίας του 40, την ένοπλη αντίσταση σε αυτήν και την ανάμιξη των Άγγλων. Ένα θέμα δηλαδή για το οποίο γίνονται πολλές συζητήσεις και στην Ελλάδα, τα δε τελευταία χρόνια διάφοροι αυτοανακηρύσσονται ως «νέο ρεύμα» στη μελέτη του, άλλοι τους κατηγορούν για «αναθεώρηση της ιστορίας» κ.ο.κ. Το παράδειγμα όμως των «Ληστών» δεν έχει σχέση με την Ελλάδα, αλλά με την Αλβανία. Και αρχίζει ως εξής:

στα τελευταία πεντακόσια χρόνια της ιστορίας της ληστείας, σπάνια η εξουσία ήταν απούσα για τόσο μεγάλο διάστημα, ώστε οι ηγέτες αυτόνομων ένοπλων σωμάτων να θεωρήσουν τους εαυτούς τους σημαντικούς ανεξάρτητους παίχτες στην πολιτική και κοινωνική σκηνή. Ανεξάρτητα από τις ιδέες ή τους στόχους τους, έπρεπε να είναι πολιτικά ρεαλιστές.

(ΣΗΜ. ΔΙΚΗ ΜΟΥ: ΠΟΙΕΣ ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΥΣ;;; ΑΦΟΥ ΜΟΛΙΣ ΠΡΙΝ ΕΙΔΑΜΕ ΟΤΙ ΟΙ ΛΗΣΤΕΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΙΔΕΕΣ ΟΥΤΕ ΣΤΟΧΟΥΣ).

Συνεχίζει όμως ο Χόμπσμπωμ:

Η καλύτερη περίπτωση ήταν να διατηρήσουν έναν βαθμό αυτονομίας και, χωρίς να δεσμεύονται απόλυτα με καμία πλευρά, να παζαρέψουν την υποστήριξή τους με κείνους που ήταν πρόθυμοι να προσφέρουν το υψηλότερο αντίτιμο –δηλαδή με κείνους που δε θα μπορούσαν να πετύχουν τους στόχους τους χωρίς αυτήν. Όμως, σε τελική ανάλυση, ήταν υποχρεωμένοι, αν δεν ήθελαν να χαθούν, να συμβιβαστούν με οποιαδήποτε κέντρα ανώτερης εξουσίας είχαν τη διάθεση να τους ανεχτούν.

Αυτό εξηγεί τις διαρκείς διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε αυτοκρατορία και ανεξάρτητες ένοπλες ομάδες ή κοινότητες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τους ορεινούς μαχητές που μπορούσαν είτε να αντιστέκονται στο κράτος είτε να γίνονται όργανά του, είτε και τα δύο ταυτόχρονα. Εξηγεί επίσης, κατά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, την αποτυχία των βρετανών απεσταλμένων να οργανώσουν έναν ξεσηκωμό ενάντια στους γερμανούς και ιταλούς κατακτητές στις ελεύθερες, και εγγυημένα μη κομμουνιστικές, πολεμικές πατριές της ορεινής Αλβανίας. Ο γαμπρός του Ουίνστον Τσόρτσιλ τους εξήγησε ότι, στην αντίθετη περίπτωση, η Αλβανία θα έπεφτε μετά τον πόλεμο στα χέρια του κομμουνιστικού κινήματος αντίστασης –εκείνοι όμως, μολονότι δεν είχαν πρόβλημα να πολεμήσουν με οποιονδήποτε, δεν πείστηκαν (σ. 33-34).

Έτσι ακριβώς: φτάνοντας εδώ στο ακρότατό του σημείο, ο λόγος του συγγραφέα οδηγείται να αναγνωρίσει και να αναδείξει τη λογική της αυτονομίας της  εξόδου, την επιθυμία των ληστών –και όλων των υποκείμενων στην κωδικοποίηση του κράτους και του κεφαλαίου- να διατηρούν μία απόσταση από αυτά, να μην ταυτίζονται με κάποια συγκεκριμένη επιλογή (κράτος, κόμμα, αυτοκρατορία, στράτευμα …) αλλά να παραμένουν μία νομαδική πολεμική μηχανή η οποία βέβαια κατά καιρούς μπορεί να συναλλάσσεται με τις κρατικού τύπου συγκροτήσεις ή και να «αιχμαλωτίζεται» απ’ αυτές, αλλά όχι κατά τρόπο που να τη δεσμεύει τόσο ώστε να καθιστά αδύνατη κάθε μελλοντική λιποταξία. Οι Αλβανοί «πατριάρχες» για τον Ουίνστον Τσόρτσιλ και για το γαμπρό του, όπως ακριβώς και για τον Χόμπσμπωμ, ήταν απλώς κάτι καθυστερημένοι ξεροκέφαλοι ορεσίβιοι που για ακατανόητους λόγους δεν δέχθηκαν μία προσφορά που ωστόσο ήταν από κάθε άποψη ορθολογική και συμφέρουσα. Εμείς όμως οι Βαλκάνιοι, που μας χωρίζουν μόλις δυο γενιές από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα αρματολίκια της, (όσο κι αν μεσολαβεί η κωδικοποίηση της μνήμης τους από την επίσημη εκπαίδευση του ελληνικού έθνους κράτους), μπορούμε πολύ καλύτερα να καταλάβουμε την απολύτως εύλογη και ευανάγνωστη άρνηση των Αλβανών πολεμάρχων: ήταν μεν πολιτικά αντικομμουνιστές, αλλά πέρα από τις πολιτικές προτιμήσεις μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτούς είχε να κρατάν ανοιχτές περισσότερες από μία γραμμές φυγής. Και μπορούμε πολύ ευγενικά να πούμε στον μικρό μαθητή Έρικ ότι δυστυχώς κόβεται· πρέπει να κάτσει να διαβάσει λίγο το Mille Plateaux και να ξανάρθει το Σεπτέμβριο …


[1] Σε βαθμό που, αν πάρουμε κατά γράμμα αυτή τη διαβεβαίωση ότι η ληστεία είναι ένα περιθωριακό φαινόμενο «ατομικής εξέγερσης», τότε, με βάση την ακραία μοντερνιστική τάση που εκπροσωπεί ο Χόμπσμπωμ, αρχίζει να εμφανίζεται αμφίβολο εάν μπορούμε καν να μιλήσουμε για την «ιστορία» της.

του Άκη Γαβριηλίδη

H απόρριψη του πλάνου της Ευρωομάδας για κούρεμα των καταθέσεων σε κυπριακές τράπεζες από τη βουλή της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί ένα γεγονός με τεράστιες και ανυπολόγιστες ακόμη συνέπειες. Δεν αναφέρομαι σε οικονομικές, αλλά σε πολιτικές συνέπειες, ή μάλλον, ακριβώς, στη βασική εξόχως πολιτική συνέπεια ότι, με το συμβάν αυτό, η πολιτική ξαναδιεκδίκησε τα δικαιώματά της από την «οικονομία». Την οικο-νομία νοούμενη ως management, ως ένα σύνολο τεχνικών διαχείρισης ανθρώπων και πραγμάτων, επί του οποίου δεν τίθεται ζήτημα διαφωνίας (mésentente), αντιπαράθεσης και ανταγωνισμού· τίθεται μόνο ζήτημα επιστημονικής γνώσης και εφαρμογής της. Για την επιστημονική γνώση, ως γνωστόν, το πράγμα «είναι έτσι»· δεν ενδέχεται άλλως έχειν.

Η πολιτική, από την άλλη, είναι αυτό που διακόπτει, αυτό που έρχεται από κει που δεν το περιμένουμε[1].

Όταν σου έρχεται κάτι από κει που δεν το περιμένεις, είναι αναμενόμενο ότι προσπαθείς να το σκεφτείς με βάση αυτά που ήδη ξέρεις, να αναζητήσεις προηγούμενα. Στην περίπτωσή μας, οι συνειρμοί έμοιαζαν τόσο κραυγαλέοι και αυτονόητοι που όλοι έσπευσαν να τους κάνουν –με πρώτο και καλύτερο τον κ. Γιώργο Νταλάρα: πριν από ούτε δέκα χρόνια, στην Κύπρο υπήρξε ένα άλλο αρνητικό αποτέλεσμα σε ψηφοφορία, το οποίο είχε θεωρηθεί ως ηρωική αντίσταση στα απειλητικά σχέδια των ξένων –η απόρριψη του σχεδίου των Ηνωμένων Εθνών για λύση του πολιτικού προβλήματος του νησιού. Μια απόρριψη που έγινε στο όνομα της επιθυμίας όσων παρέλαβαν κράτος και δεν ήθελαν να παραδώσουν κοινότητα.

Στο παρόν κείμενο επιθυμώ να αμφισβητήσω αυτή την αυτονόητη σύνδεση και να Read More

εισήγηση του Άκη Γαβριηλίδη στο συνέδριο με τίτλο

«Θεσσαλονίκη, πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα»

Όπως είναι γνωστό, ο τίτλος του συνεδρίου είναι μία φράση που επινόησε –ή πάντως που έκανε διάσημη- ο λογοτέχνης Γιώργος Ιωάννου, βάζοντάς την ο ίδιος ως τίτλο σε βιβλίο του[1].

Η φράση αυτή έχει γνωρίσει γενικότερη απήχηση, ιδίως στα ΜΜΕ, εφόσον έχει χρησιμοποιηθεί αρκετές ακόμα φορές σε τίτλους ή στο περιεχόμενο διάφορων άρθρων, αλλά και ως τίτλος για μία τηλεοπτική εκπομπή.

Στην παρουσίασή μου, σκέφτηκα να καταπιαστώ με αυτήν ακριβώς τη φράση και με τη γενεαλογία της· να αναρωτηθώ από πού έρχεται, τι σημαίνει, τι μας βοηθάει να φανερώσουμε ή να κρύψουμε, με τι άλλο Read More

Το 2011, ο Ιταλός πολιτικός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν παραχώρησε συνέντευξη στο τρίτο κανάλι της Ελληνικής Τηλεόρασης (και ειδικότερα στην εκπομπή «Τόποι ζωής, τόποι ιδεών» του Γιώργου Κεραμιδιώτη). Στην εκπομπή, η οποία προβλήθηκε από την ΕΤ3 (και μπορεί κανείς να την παρακολουθήσει εδώ) χρησιμοποιήθηκαν ορισμένα μόνο αποσπάσματα από τη συνέντευξη, περίπου το μισό από το συνολικό υλικό. Το κείμενο που ακολουθεί περιλαμβάνει το σύνολο των ερωτήσεων και των απαντήσεων, στα ελληνικά. Επιμέλεια/ μετάφραση: Άκη Γαβριηλίδη.

Καθηγητή Αγκάμπεν, κάνουμε ένα ντοκιμαντέρ πάνω στη βιοπολιτική και απευθυνόμαστε σε σας ως έναν από τους βασικούς φιλοσόφους που έχουν ενδιαφερθεί γι’ αυτή την έννοια. Η οποία προέρχεται από τον Φουκώ, αλλά εσείς την πραγματευθήκατε διαφορετικά, εισάγοντας τις έννοιες της κατάστασης εξαίρεσης και του στρατοπέδου. Τι είναι αυτό που σας έκανε να ενδιαφερθείτε για τη βιοπολιτική, και τι διαφορετικό εισάγετε σε σχέση με τον Φουκώ, ή με άλλους που αναφέρθηκαν σε αυτήν;

Ο όρος «βιοπολιτική» και ο όρος «κατάσταση εξαίρεσης» για μένα συνδέονται, πράγμα που ίσως δεν συμβαίνει στον Φουκώ. Ασφαλώς ο όρος αυτός προέρχεται Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Ο αμερικανός μυθιστοριογράφος Ντάσιελ Χάμμεττ παρατηρούσε κάποτε:

«Απ’ όλες τις εθνικότητες που οδηγούνται στα δικαστήρια, αυ­τοί που είναι πιο δύσκολο να καταφέρεις να καταδικαστούν είναι οι Έλληνες. Ο Έλληνας αρνιέται αδίστακτα τα πάντα, ανεξάρτητα απ’ το πόσο ακλόνητες είναι οι αποδείξεις. Και τίποτα δεν εντυπωσιάζει περισσότερο τους ενόρκους από μια ξερή δήλωση ότι κάτι είναι έτσι, άσχετα απ’ την απιθανότητα της δήλωσης ή τον φανερό παρα­λογισμό της μπροστά στις συντριπτικές αποδείξεις για το αντίθετο»[1].

Φαίνεται ότι η παραδοσιακή αυτή τακτική εξακολουθεί να γνωρίζει μεγάλο σουξέ μεταξύ των Ελλήνων εν Αμερική, αν κρίνουμε από την αγωνιώδη προσπάθεια που είχε αναλάβει καθ’ όλη τη διάρκεια του 2009 ο κ. Στάθης Καλύβας, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο Γέιλ, να μας κοινοποιήσει (σε εμάς και σε πολλά διαφορετικά κοινά) την άποψή του για όσα συνέβησαν στην Ελλάδα τον Δεκέμβρη του 2008. Ο εν λόγω καθηγητής, από κοινού με τον εκ Θεσσαλονίκης ομόλογό του Νίκο Μαραντζίδη, πήραν σβάρνα εφημερίδες και Read More