Βία,Εικόνα,αποικιοκρατία

Να θάψουμε επιτέλους το κεφάλι τού Φώτη Γιαγκούλα

των Άκη Γαβριηλίδη – Μαρίας Σαρρή

 

Το ελληνικό κράτος, έστω με πολλές δυσκολίες και με μεγάλη καθυστέρηση, έχει κάπως συμφιλιωθεί με την ιστορία του φαινομένου της δεκαετίας του 40 που αποκάλεσε «συμμοριτοπόλεμο». Έχει όμως μεγαλύτερη δυσκολία να ξεπεράσει τη μνησικακία του απέναντι σε ένα ακόμα προγενέστερο φαινόμενο: τον «κανονικό» ληστοσυμμοριτισμό, το όνομα του οποίου στο κάτω κάτω χρησιμοποίησε για να στιγματίσει και έτσι να καταστείλει ευκολότερα τους κομμουνιστές.

Σήμερα, εκτίθενται σε δημόσιους χώρους –π.χ. στη Μάντρα του Μπλόκου της Κοκκινιάς- τιμητικές προτομές του Άρη Βελουχιώτη, ενός ανθρώπου του οποίου το κεφάλι είχε εκτεθεί ως τρόπαιο στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων μετά την εκτέλεσή του. Ταυτόχρονα, όμως, στο Εγκληματολογικό Μουσείο της Αθήνας, σύμφωνα με την ίδια την υπερήφανη περιγραφή που βρίσκουμε στην ιστοσελίδα του, εκτίθενται, για αδιευκρίνιστους επιστημονικούς (;) σκοπούς, «κεφαλές καρατομηθέντων ληστών», Συνέχεια

Κλασσικό
Αρχαιογνωσία,Τέχνη

Ο μύθος της λευκής Ελλάδας -II: το μουσείο ως βιομηχανία γύψινων αντιγράφων

 του Philippe Jockey

 

Δημοσιεύουμε παρακάτω μια δεύτερη ομάδα επιλεγμένων αποσπασμάτων από το βιβλίο τού Philippe Jockey Le Mythe de la Grèce blanche. Histoire d’un rêve occidental [Ο μύθος της λευκής Ελλάδας. Ιστορία ενός δυτικού ονείρου], Paris, Belin, 2013 (σελ. 162-169). Οι τίτλοι και οι υποσημειώσεις είναι του μεταφραστή. H προηγούμενη δημοσίευση εδώ.

 

Η λευκότητα ως αυταξία

Με τη μετάβαση από τις συλλογές στα μουσεία, όπως και με τον Κυριακό της Ανκόνα ο οποίος είχε ανοίξει το δρόμο ήδη από το Quattrocento, σε αυτή τη λατρεία του κατεξοχήν λευκού μαρμάρου που είναι ο «λυχνίτης», η «Πάρος» γίνεται και πάλι η αναφορά, αυτή που δίνει στο έργο όλη του την αξία. Η λευκότητα του υλικού υπερισχύει της τυχόν πολυχρωμίας του ίδιου του έργου.

Αλλά πρωτότυπα έργα από μάρμαρο της Πάρου, δεν υπήρχαν πλέον και τόσο πολλά! Απ’ τη στιγμή που το λευκό καθαυτό έγινε η σφραγίδα της ωραίας ελληνικής γλυπτικής, ένα εκμαγείο από λευκό γύψο μπορούσε να κάνει τη δουλειά. Η πρακτική αυτή παίρνει το 18ο αιώνα ένα εύρος πρωτοφανές μέχρι τότε. Οι πρώτες ιδιωτικές συλλογές εκμαγείων είχαν συσταθεί στο Μιλάνο, τη Ρώμη ή τη Φλωρεντία από το 16ο αιώνα, αλλά παρέμειναν σπάνιες, η δε σύστασή τους εξαρτιόταν από την καλή θέληση του «Ηγεμόνα» –αναφέρουμε το παράδειγμα του γλύπτη Λεόνε Λεόνι (1509-1590) που χρειάστηκε να ζητήσει ειδική άδεια από τον ίδιο τον Πάπα για τα ρωμαϊκά εκμαγεία που ήθελε να αποκτήσει. Στο εξής, τα εκμαγεία πληθαίνουν και χειραφετούνται από την βασιλική ή πριγκιπική προστασία· με μια λέξη, αστικοποιούνται, και στο εξής στεγάζονται σε ακαδημίες ή και σε ατομικά εργαστήρια.

Αξιοσημείωτη καινοτομία: το εκμάγευμα[1] γίνεται αυτοσκοπός, μπορεί να υποκαταστήσει το πρωτότυπο, και δεν είναι απλώς ένα ενδιάμεσο στάδιο κατά την παραγωγή λαμπρών αντιγράφων για τη διακόσμηση του παλατιού τού Φονταινεμπλώ ή των Βερσαλλιών. Φτιαγμένα με βάση καλούπια που εφαρμόζονται στο πρωτότυπο έργο, τα γύψινα αντίγραφα αποτελούν έναν «λευκαντικό παράγοντα» κεφαλαιώδους σημασίας κατά την ενίσχυση αυτής της ιδεολογίας περί λευκής Ελλάδας της οποίας προσπαθούμε να ανασυγκροτήσουμε την ιστορία. Αυτά τα πιστά αντίγραφα που φτιάχνονται σχετικά Συνέχεια

Κλασσικό