σεξουαλικότητα,Ανάλυση λόγου,Πολιτική

Κωλόγεροι της Θεσσαλονίκης, 1964-1970

του Άκη Γαβριηλίδη

Η κυριαρχία της κουλτούρας των ΜΚΔ επέφερε μεταξύ άλλων, ως ένα μάλλον απρόβλεπτο αποτέλεσμα, τη διάχυση και την αναβάθμιση της σημασίας των επετείων. Κάθε μέρα, ο αλγόριθμος επαναφέρει στη μνήμη των χρηστών ότι η μέρα αυτή συνιστά την 117η επέτειο από τη γέννηση του τάδε μουσικού, την 28η από τον θάνατο του δείνα συγγραφέα, την 50ή από την ίδρυση του Χ θεσμού, την παγκόσμια μέρα του Ψ κ.ο.κ. Πράγμα που δίνει την ευκαιρία στους χρήστες να αναφερθούν στους αντίστοιχους τιμώμενους και να αποτιμήσουν –συνήθως επαινετικά- τη συμβολή τους, παραθέτοντας και στίχους ή φράσεις που αποδίδονται σε αυτούς ή συνδέονται με αυτούς μέσα σε πλαισιάκια με λουλούδια και ηλιοβασιλέματα.

Τις τελευταίες μέρες, ήταν η σειρά του ποιητή και δοκιμιογράφου Ντίνου  Χριστιανόπουλου. Μεταξύ Συνέχεια

Κλασσικό
ρατσισμός,Ανάλυση λόγου,Εθνικισμός,Μουσική

Ο ρατσιστής Νίκος Ξυλούρης

του Άκη Γαβριηλίδη

Ο Νίκος Ξυλούρης είναι γνωστό ότι τη δεκαετία του 70 τραγούδησε σε πάρα πολλές εκδηλώσεις κατά της δικτατορίας, τόσο πριν όσο και μετά την πτώση της –μέχρι και στο κατειλημμένο από τους φοιτητές Πολυτεχνείο της Αθήνας το 1973.

Αυτό που ήταν λιγότερο γνωστό, τουλάχιστον σε μένα, είναι ότι οι πολιτικές του απόψεις ήταν τυπικό δείγμα εθνικισμού, ρατσισμού, πουριτανισμού, κινδυνολογίας, προγονοπληξίας, ηθικού πανικού και λατρείας της λογοκρισίας. Αυτές τις απόψεις πάντως εξέφρασε ανερυθρίαστα και αυθόρμητα, χωρίς καμία πίεση από κανέναν, μιλώντας μάλιστα με ιδιαίτερη φόρτιση, μέσα απ’ την ψυχή του, συμμετέχοντας σε αφιέρωμα του περιοδικού Ήχος και hi fi (τ. 61, Απρίλιος 1978[1]. Εκεί δήλωσε τα εξής απίστευτα:

Είναι ρεζίλεμα και ντροπή τους το ραδιόφωνο … Διαφθείρουν και παραπλανούν τους νέους ανθρώπους με τα διάφορα ξενόφερτα τραγούδια, τα νέγρικα, τα χου-χου! … Τη βρωμιά της Αμερικής μάς τη φέρανε στον τόπο μας, με αποτέλεσμα να παρασύρουν τους νέους στις ντισκοτέκ και να τους αποβλακώνουν. Κοντεύουμε να χάσουμε τα ήθη και τα έθιμά μας με όλα τούτα που μας φέρανε. Κρούω τον κώδωνα του κινδύνου. Πρέπει όλοι να προσέξουμε να μην αγοράζουνε τα παιδιά μας –με την πλύση εγκεφάλου που υφίστανται από το ραδιόφωνο- αμερικάνικους δίσκους. Είναι φοβερό αυτό που γίνεται. Ανοίγεις το Πρώτο Πρόγραμμα, ακούς ξένη μουσική. Το Δεύτερο το ίδιο, απ’ το πρωί μέχρι το βράδι. Πας στην ΥΕΝΕΔ, το άλλο ξεφτίλισμα, κι ακούς χειρότερα. (…) Ένας Πετρίδης έχει ξεφτιλίσει το Έθνος μας. Αυτόν δεν θα ’πρεπε να τον αφήνουν να περνάει καθόλου από ραδιόφωνο και τηλεόραση. Ντροπή τους, πρέπει να πούμε κάποτε ότι είμαστε Έλληνες.

Εφόσον είναι έτσι, γεννάται το ερώτημα: για ποιο λόγο ο άνθρωπος αυτός ήταν κατά της χούντας; Τι δεν του άρεσε σε αυτήν; Μήπως ότι δεν ήταν τόσο ξεκάθαρη στην καταγγελία των νέγρων;

Πέρα από τον σαρκασμό, νομίζω ότι το περιστατικό αναδεικνύει ένα υπαρκτό φαινόμενο. Πολλούς  Έλληνες καλλιτέχνες, (ή και μη καλλιτέχνες), η κινητοποίηση του Πολυτεχνείου –ή κάποια άλλη ανάλογη- τους συγκίνησε και τους επηρέασε όχι καθόσον έθετε έναν νέο προβληματισμό και νέα αιτήματα στο πολιτικό επίπεδο, αλλά καθόσον ήταν απλώς μία εξέγερση νέων άφοβων ανθρώπων ενάντια σε μία κάστα ηλικιωμένων, ανόητων και πληκτικών ανδρών, οι οποίοι τους κατέστειλαν ωμά[2].

Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα ήταν η Σοφία Βέμπο, η οποία λίγο νωρίτερα είχε τιμηθεί με μετάλλιο από τη Χούντα, αλλά τις μέρες του Πολυτεχνείου συμπαραστάθηκε, και εκείνη και ο Μίμης Τραϊφόρος, με ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια στους φοιτητές και τις φοιτήτριες, κρύβοντας και περιθάλποντας πολλούς απ’ αυτούς. Επίσης, ένα πιο κοντινό παράδειγμα είναι ο Νίκος Γκάτσος, κατά καιρούς συνεργάτης (και) του Ξυλούρη, ο οποίος στους στίχους του αποτυπώνει διάφορες παραλλαγές ενός χριστικού μοτίβου, συχνά με ρητή αναφορά στον ίδιο τον Ιησού: ένας νέος άνδρας εξεγείρεται απέναντι σε μια διεφθαρμένη κοινωνική κατάσταση και συντρίβεται από τους ισχυρούς, αλλά κερδίζει το θαυμασμό και τη συμπάθειά μας. Αν όμως αναζητήσουμε στους στίχους του κάποια έστω απόμακρη αναφορά στο ιδιαίτερο περιεχόμενο και τις αιτίες αυτής της εξέγερσης, δεν θα βρούμε ποτέ κάτι πιο συγκεκριμένο από τη «λευτεριά» για την οποία «πάλευαν τα νιάτα» –η οποία όμως νοείται αποκλειστικά, ή κυρίως, ως εθνική. Πάντως δεν θα βρούμε καμία αναφορά που να μπορεί να εκληφθεί έστω απόμακρα ως υπέρ της δημοκρατίας. Αντιθέτως μάλιστα, όπως έχω δείξει στο παρελθόν, από τους στίχους του δεν λείπουν και απολύτως ρητές, και αποκρουστικές, αντι-δημοκρατικές αναφορές.

Αυτό δείχνει ότι, συχνά, οι άνθρωποι προσελκύονται –ή θεωρούν, οι ίδιοι ή/ και οι άλλοι, ότι προσελκύονται- σε κάποιο πολιτικό ρεύμα, για λόγους ενδεχομενικούς και μερικούς, χωρίς απαραίτητα να υιοθετούν τις ουσιαστικές πολιτικές ιδέες που συνήθως συνδέουμε με αυτό το ρεύμα.

Δεν εννοώ με αυτό ότι κακώς προσελκύονται. Αυτό είναι αναπόφευκτο, δεν αποτελεί κάποιου είδους σκάνδαλο ή παρέκκλιση που πρέπει ή μπορεί να εξαλειφθεί. Απλώς μερικές φορές απολήγει σε κραυγαλέες και σχεδόν κωμικές αναντιστοιχίες.

maxresdefault

[1] Τη δήλωση αυτή επανέφερε στη μνήμη μας πρόσφατα ο Γιώργος Αλλαμανής στο βιβλίο του Στον καιρό της Λιλιπούπολης. Ευχαριστώ τον Θανάση Ζελιαναίο που έθεσε στη διάθεσή μου το σύνολο του αφιερώματος του περιοδικού, στο οποίο υπάρχουν δηλώσεις και άλλων καλλιτεχνών (π.χ. της Αλεξίου, του Νότη Μαυρουδή, του Λίνου Κόκοτου, ακόμα και του … Φώτη Αλέπορου), σε σχέση με τις οποίες εκείνη του Ξυλούρη ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες στο γάλα με την ωμότητα και την αφέλειά της.

[2] Άλλους πάλι, και μάλιστα ενταγμένους στην αριστερά, δεν τους εντυπωσίασαν καθόλου παρόμοιες κινητοποιήσεις –όπως π.χ. τον Μανόλη Αναγνωστάκη.

Κλασσικό
ποίηση,Ανάλυση λόγου,Μουσική

«Δρόμοι Παλιοί»: ακόμη μία κακοτεχνία του Θεοδωράκη

του Άκη Γαβριηλίδη

Αν κανείς αναζητήσει στο διαδίκτυο το ποίημα Δρόμοι Παλιοί του Μανόλη Αναγνωστάκη, θα το βρει σε πολλές αναρτήσεις. Σε σχεδόν όλες, όμως, οι στίχοι 5 έως 8 εμφανίζονται με την παρακάτω μορφή:

κᾶμε νὰ σ᾿ ἀνταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο τοῦ τόπου μου κι ἐγὼ

Ξεχασμένος κι ἀτίθασος νὰ περπατῶ

κρατώντας μία σπίθα τρεμόσβηστη στὶς ὑγρές μου παλάμες.

Η συγκεκριμένη εκδοχή, με πολυτονικό, είναι copy/ paste από το κατά τεκμήριο έγκυρο σάιτ του ΕΚΠΑ.

Είναι όμως ανακριβής. Στο ποίημα, οι στίχοι έχουν ως εξής:

Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου Συνέχεια

Κλασσικό
ποίηση,Ανάλυση λόγου

Η ασιάτισσα Κριεζή (ή: Γιατί οι φιλόλογοι σνομπάρουν τη στιχουργική;)

του Άκη Γαβριηλίδη

Η δημοσίευση της επιστολής της Μαριανίνας Κριεζή προς τον Γιώργο Σεφέρη και της απάντησης του ποιητή, ή μάλλον, ακριβέστερα, το γεγονός ότι την αλληλογραφία αυτή δεν την είχε δημοσιεύσει, ούτε καν την είχε αναφέρει κανείς μέχρι τώρα, φέρνει στο φως ένα στοιχείο το οποίο δεν προκαλεί βέβαια έκπληξη: ότι οι έλληνες φιλόλογοι, ή/ και οι μελετητές του Σεφέρη οποιασδήποτε εθνικότητας, σνομπάρουν αγρίως τη συγγραφή στίχων για τραγούδια, όπως και γενικά την ποπ κουλτούρα, και θεωρούν αυτονόητα ότι η ενασχόληση με αυτήν δεν είναι δική τους δουλειά· ανήκει σε ένα άλλο, κατώτερο σύμπαν.

Το ονοματεπώνυμο Μαριανίνα Κριεζή, για όποιον είχε έστω απόμακρα σχέση με αυτό το «κατώτερο Συνέχεια

Κλασσικό
ποίηση,Πολιτική

Κακώς φοβόσουν, Αναγνωστάκη

του Άκη Γαβριηλίδη

Και φέτος, με αφορμή την επέτειο, πολλοί στα ΜΚΔ θυμήθηκαν το γνωστό ποίημα στο οποίο ο Μανόλης Αναγνωστάκης διακηρύσσει υπερήφανα πόσο φοβάται διαφόρους ανθρώπους· εκείνους που κάνουν το ένα, που κάνουν το άλλο, που έκαναν ή δεν έκαναν το τρίτο κ.ο.κ.

Το ποίημα αυτό, με κάθε χρόνο που περνάει, δείχνει όλο και πιο γερασμένο. Ο μόνος λόγος για τον οποίο μπορεί να το ξαναδημοσιεύει κανείς είναι η κεκτημένη ταχύτητα και η συνήθεια. Κατά τα άλλα, πρόκειται για μια επικαιρική έκφραση συνδεμένη περιοριστικά με μια συγκεκριμένη συγκυρία και με μια συγκεκριμένη νοοτροπία –όπως και το προγενέστερο για τους Σιδωνίους νέους (και νέες) του 1970. Την ίδια προσέγγιση που εκείνο εξέφραζε στην εποχή του, εκφράζει και αυτό μία δεκαετία αργότερα. Η δριμεία κριτική που ασκεί και αυτό το ποίημα κακώς εκλαμβάνεται ως πολιτική. Στην πραγματικότητα είναι ηθική κριτική, αν όχι ηθικολογική. Έχουμε εδώ την καταγγελία όχι κάποιων πολιτικών θέσεων, αλλά κάποιων συμπεριφορών, οι οποίες ξεσκεπάζονται ως ανακόλουθες και υποκριτικές. Δεν επικρίνεται η δικτατορία, αλλά εκείνοι που αντιτάχθηκαν ατελώς, αργοπορημένα και ανειλικρινώς στη δικτατορία.

Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι το 1983 είχε μία χρησιμότητα αυτή η καταγγελία, (και πάλι μένει να δούμε ποια Συνέχεια

Κλασσικό