Ανάλυση λόγου,Μουσική,Φύλο

Τα fake news της Αλεξάνδρας

του Άκη Γαβριηλίδη

Το τραγούδι Τα νέα της Αλεξάνδρας, του Κώστα Γιαννίδη/ Γιάννη Κωνσταντινίδη, προσωπικά το είχα ακούσει για πρώτη (και μόνη) φορά από μία επανεκτέλεση με την «Αθηναϊκή Κομπανία», τη δεκαετία του 1980. Δεν μου είχε κάνει καμία ιδιαίτερη αισθητική ή άλλη εντύπωση. Μου είχε φανεί ψιλομέτριο, και τεχνικά κάπως αδέξιο όπως αναμένεται να είναι ένα ζεϊμπέκικο γραμμένο από κάποιον ο οποίος μέχρι τότε δεν είχε γράψει ποτέ στη ζωή του ζεϊμπέκικο αλλά ασχολιόταν με την κλασική και την ελαφρά μουσική.

Με σχετική έκπληξη είδα, εδώ και ένα-δυο χρόνια, το τραγούδι αυτό να επανέρχεται στην επικαιρότητα και να επενδύεται με ιδιαίτερη φόρτιση, τόση όση σίγουρα δεν είχε προκαλέσει την εποχή που πρωτοκυκλοφόρησε, ούτε οποιαδήποτε άλλη στιγμή ενδιαμέσως. Η αναζωπύρωση αυτή του ενδιαφέροντος οδήγησε και στη δημιουργία ακόμη μίας επανεκτέλεσης-δια(ανα)σκευής, την οποία οι δημιουργοί της ανέβασαν στο Youtube προσδιορίζοντάς την ακριβέστερα με τον αγγλικό όρο reclaim. Δεν πρόκειται Συνέχεια

Κλασσικό
Εγκλεισμός,κράτος

Μεταπειθαρχική φυλακή, κυβερνολογική και κρατική επισφάλεια

Σχόλια με αφορμή το βιβλίο Η πειθαρχία και τα όριά της στην ελληνική φυλακή

του Μάριου Εμμανουηλίδη

1. Η φυλακή και η πειθαρχία[1]

Με μια πρώτη ματιά το βιβλίο του Δημήτρη Κόρου Η πειθαρχία και τα όριά της στην ελληνική φυλακή (νήσος, Αθήνα 2020) φαίνεται να είναι ένα ειδικό βιβλίο για τη σωφρονιστική πολιτική, ένα βιβλίο για τον τρόπο που ασκείται η πειθαρχική εξουσία στην ελληνική φυλακή.

Ο Φουκώ τη δεκαετία του ’70 ξεκίνησε τη μακρά έρευνα για τις εξουσίες από την πειθαρχική μορφή. Στο Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής (1975), ερεύνησε αυτή τη μορφή ως έναν οριακό θεσμό, για να δει πώς ασκείται μια εξουσία που επιχειρεί να αναμορφώσει ένα άτομο το οποίο σύμφωνα με τον νόμο πρέπει να του στερηθεί η ελευθερία προκειμένου να συμμορφωθεί.

Έτσι, αν κάποιος διαβάσει βιαστικά τον τίτλο, θα έλεγε ότι το βιβλίο του Κόρου αφορά το ειδικό αντικείμενο της σωφρονιστικής και ειδικότερα ερευνά τη συγκεκριμένη μορφή που παίρνει η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας στην ελληνική φυλακή. Και αν ήταν και γνώστης της βιβλιογραφίας, θα έλεγε ότι είναι ένα βιβλίο εφαρμογής της φουκιανής μεθόδου στην ελληνική περίπτωση. Και έτσι μόνο να ήταν, αυτό θα αρκούσε: Με την καλή γνώση και χρήση του θεωρητικού corpus της σωφρονιστικής θεωρίας και τη λεπτομερή μελέτη του πρωτογενούς υλικού για τη διερεύνηση της εφαρμογής των θεσμών του πειθαρχικού δικαίου, της εργασίας με πλασματικό υπολογισμό ημερών, της σωφρονιστικής εργασίας και της απόλυσης υπό όρο (έρευνα αρχείου – φάκελοι κρατουμένων που περιέχουν όλη τη σωφρονιστική τους ιστορία – και συνεντεύξεις εργαζόμενων στα καταστήματα κράτησης και δικαστών), το βιβλίο είναι χρήσιμο για να καταλάβουμε πώς λειτουργεί η σύγχρονη φυλακή. 

Σε αυτή την περίπτωση λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε στα χέρια μας ένα χρήσιμο, αλλά ίσως, εξειδικευμένο βιβλίο. Αλλά αν ήταν μόνο ένα τέτοιο βιβλίο, δεν θα μπορούσα να πω και πολλά, καθώς δεν είμαι ούτε νομικός, ούτε ειδικός στη σωφρονιστική πολιτική. Θα μπορούσα να πω μόνο ότι αυτό το βιβλίο είναι εργαλείο για μια κριτική της σωφρονιστικής πειθαρχικής εξουσίας, ζήτημα με ευρύτερο ενδιαφέρον, καθότι η φυλακή αποτελεί έναν συνήθη τόπο κριτικής, με τρόπο και ένταση που δεν είναι το νοσοκομείο (καθώς όταν σκεφτόμαστε το νοσοκομείο η διάζευξη θάνατος-ζωή, συνήθως, απορροφά την άσκηση της ιατρικής εξουσίας), ή δεν είναι το εργοστάσιο (καθώς όταν λέμε εργοστάσιο σκεφτόμαστε κυρίως τη λέξη εκμετάλλευση). Η φυλακή ήταν και παραμένει ένας προνομιακός τόπος κριτικής για όλο το θεωρητικό ή πολιτικό φάσμα, εξίσου για τους φιλελεύθερους, τους «δικαιωματικούς» και τον αναρχικό χώρο. Ίσως γιατί η φυλακή αποτελεί κρίσιμο τομέα του κράτους, αλλά επίσης, γιατί, ενώ συνδέεται με τη συγκρότηση του νεωτερικού κράτους, την ίδια στιγμή αποτελεί μια προσβολή της ιδέας του αυτοκαθοριζόμενου νεωτερικού υποκειμένου από την αρχή της κυριαρχικότητας του κράτους. Αλλά θα δούμε παρακάτω, κατά πόσο η φυλακή αποτελεί ακόμη κρίσιμο τομέα του κράτους, και συνεπώς, κατά πόσο η κριτική της και οι αγώνες γύρω από αυτήν, μπορούν να έχουν ακόμη παραδειγματικό χαρακτήρα.

2. Η φυλακή πέρα από την πειθαρχία

Αλλά στον τίτλο υπάρχει ένα και. Σε αυτό το προσθετικό και συνδετικό και κρύβεται η σημαντική συνεισφορά του βιβλίου, όχι μόνο στο πεδίο της σωφρονιστικής, αλλά και πέρα από αυτήν. Μιλώντας για το βιβλίο θα ασχοληθώ με αυτό το και, και έτσι θα μιλήσω με μερικό τρόπο, αδικώντας το ίσως, καθώς είναι περισσότερα από αυτό το και. Όμως, η μεθοδολογική οπτική που κρύβεται σε αυτό το και δίνει τη δυνατότητα να τεθούν κάποια ζητήματα στο περιθώριο της θεματικής του βιβλίου.

Αυτό το και αναφέρεται στα όρια της πειθαρχίας. Ο συγγραφέας δεν σκέφτεται τη φυλακή ως τον χώρο άσκησης μιας απεριόριστης εξουσίας, δεν σκέφτεται τον υπό έρευνα ασκούμενο ποινικό εγκλεισμό ως το πεδίο άσκησης μιας απεριόριστης πειθαρχίας. Όπως γράφει, αν «η πειθαρχία δεν αφήνει τίποτα εκτός του πεδίου παρέμβασής της, δηλαδή ελέγχει τα πάντα, […] δεν επιβεβαιώθηκαν σχήματα σκέψης και ανάλυσης που υποστηρίζουν ότι ο κρατούμενος ελέγχεται σε κάθε του βήμα, και πως η φυλακή παρεμβαίνει σε κάθε δυνατή δράση του κρατουμένου προκειμένου να τον αξιολογήσει πειθαρχικά και να τον ελέγξει» (Κόρος 2020: 360).

Η έρευνα του Κόρου δείχνει ότι απαιτείται ένα προσθετικό και, το οποίο δείχνει τα όρια της ευρετικής ισχύος της πειθαρχίας, με την οποία μάθαμε να βλέπουμε τη φυλακή – κυρίως μετά τον Φουκώ. Αυτό είναι το σημαντικό αποτέλεσμα της έρευνάς του.

Εφόσον μιλά για τα όρια της πειθαρχίας και συρρικνώνει την ευρετική ισχύ της, σημαίνει ότι κάπου τελειώνει η πειθαρχία και αρχίζει κάτι άλλο. Ο συγγραφέας βρίσκει ότι ασκείται στη φυλακή και ένας άλλος τρόπος εξουσίας, πέραν της πειθαρχίας. Αν ο Φουκώ χρησιμοποίησε τη φυλακή για να μιλήσει για τον πειθαρχικό τρόπο, ο Κόρος βλέπει στη σύγχρονη φυλακή το πεδίο άσκησης και ενός άλλου τρόπου εξουσίας∙ ενός τρόπου που δεν διαδέχεται ιστορικά την πειθαρχία, αλλά που υπάρχει μαζί με αυτήν, και ενεργεί ταυτόχρονα, συν-τροπικά, όπως γράφει, με αυτήν. Το επαναλαμβάνει πολλές φορές στο βιβλίο, και καλά κάνει. Ο Κόρος δεν μιλά για μια διαδοχή τρόπων εξουσίας∙ η μέθοδός του δεν είναι ιστορικιστική.

Αυτό που υπάρχει πέρα, αλλά και μαζί με την πειθαρχία(καθώς, σημειώθηκε ήδη, το και είναι προσθετικό και συνδετικό) είναι κάτι που αναφέρεται σε μια στρατηγική συνεργασία δύο διαφορετικών μορφών εξουσίας, της πειθαρχικής και της κυβερνολογικής. Αυτή είναι η λέξη τού πέραν των ορίων της πειθαρχίας.

 Στην επόμενη ενότητα θα σπάσω τη ροή του κειμένου για να συνδέσω τη μεθοδολογική πρωτοτυπία που εισάγει το βιβλίο στη μελέτη της φυλακής με τα θεωρητικά διακυβεύματα της μετατόπισης από την πειθαρχία στην κυβερνολογική εντός του ερευνητικού σχεδίου του Φουκώ. Κι ακόμη, για να τοποθετηθεί το βιβλίο με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστεί δυνατή η διευθέτησή του εκτός της θεματικής του.

Filippos Theos, Emilie, 2022 (Daniel de Roulet, Dix petites anarchists, 2018) μαρκαδόροι σε χαρτί 21×29,7

3. Παρέκβαση για την κυβερνολογική εξουσία

Ο Φουκώ εισάγει την έννοια της κυβερνολογικής (gouvernementalité, governmentality) στη διάλεξη της 1.2.1978 της σειράς «Ασφάλεια, επικράτεια, πληθυσμός».[2] Με την εισαγωγή της αναδιατάσσεται η έρευνα για την εξουσία μετά την Ιστορία της σεξουαλικότητας-1 καθώς προκαλεί μετατόπιση από τη θέση της εξουσίας ως ενοποιητικού διαγράμματος των πολλαπλών, διάσπαρτων σχέσεων δύναμης, μη αναγώγιμου στο κράτος. Η μετατόπιση δεν συνιστά απομάκρυνση, αλλά μερικοποίηση: η θέση του ενοποιητικού διαγράμματος κατακρατείται αναφερόμενη σε ορισμένους τρόπους, τόπους και στιγμές των εξουσιών. Από το διάγραμμα δυνάμεων (μια αφηρημένη μηχανή για την ντελεζιανή σκέψη) με την ενυπάρχουσα δυνατότητα της πολεμικής (ή πολιτικής) κωδίκωσης των σχέσεων δύναμης,[3] το ερευνητικό σχέδιο για την εξουσία προχωρά στη διερεύνηση μιας άλλης οικονομίας της, ώστε να φωτίσει περισσότερο την άσκησή της και να πολλαπλασιάσει τους τρόπους της. Η κυβερνολογική γίνεται, πλέον, το πλέγμα κατανοητότητας (grille d’ intelligibilité) της εξουσίας και της συγκρότησης του υποκειμένου. Σύμφωνα με αυτόν τον τρόπο κατανόησης, να κυβερνάς σημαίνει «να δομείς το δυνατό πεδίο δράσης» του άλλου (Φουκώ 1991: 95), να διευθετείς εκ των προτέρων, άρα από μακριά, τις δυνατότητες δράσης των υποκειμένων. Η εξουσιαστική σχέση ως διακυβέρνηση συνίσταται σε ένα «παιχνίδι δράσεων» πάνω στη δράση των άλλων, και υλοποιείται-ολοποιείται (τοπικά) ως το κινητό αποτέλεσμα συνόλων δράσεων που δρουν η μια πάνω-μετά την άλλη.

Σημειώνουμε τρία σημεία τα οποία είναι απαραίτητα για μια κατανόηση της στρατηγικής της λειτουργίας της έννοιας στο ερευνητικό σχέδιο του Φουκώ.

(α) Η κυβερνολογική δύναται να γεφυρώσει το ρήγμα που άνοιξε με την Επιτήρηση και τιμωρία και την Ιστορία της σεξουαλικότητας-1 ανάμεσα στη μικροφυσική της εξουσίας, την άσκηση των εξουσιών στο μικροεπίπεδο, και στο επίπεδο της μακροεξουσίας (είτε αυτή αναφέρεται στις κρατικές μορφές είτε όχι). Το ρήγμα ανάμεσα στα δύο επίπεδα δεν μπορεί να κλείσει (αν θέλουμε βέβαια να κλείσει) με τη σκέψη ότι η βιοπολιτική του είδους και η ανατομοπολιτική πειθαρχία του σώματος αποτελούν δύο λειτουργίες του ίδιου, πειθαρχικού, τρόπου εξουσίας καθώς, όπως έχουν επισημάνει ο Ντελέζ και ο Μπαλιμπάρ, οι μακρο- και μικρο- βαθμίδες ανάλυσης δεν παραπέμπουν σε μια διαφορά μεγέθους, και συνεπώς, για την ενοποίηση δεν αρκεί μια επιμερισμένη και αθροιστική μελέτη των δύο λειτουργιών. Το κρίσιμο, εκκρεμές στον πρώιμο ύστερο Φουκώ της δεκαετίας του ’70 ζήτημα, είναι κατά πόσο οι δύο βαθμίδες ανάλυσης αφορούν τακτικές ή στρατηγικές στιγμές, δηλαδή αν στο μικροεπίπεδο συρρικνώνεται η έννοια της εξουσίας (ρωτά το 1977 ευθέως ο Ντελέζ τον Φουκώ), αν εντέλει, το παιχνίδι της δράσης πάνω στη δράση του άλλου παραμένει εντός της προβληματικής των σχέσεων δύναμης ή αν αυτή η προβληματική αποδυναμώνεται. Η (όποια) απάντηση από τον Φουκώ και τον Φουκώ του Ντελέζ θα δοθεί πολύ αργότερα.

Επιχειρώντας την ενοποίηση των δύο επιπέδων (όχι ως απλή διαφορά μεγεθών), η έρευνα του Φουκώ απομακρύνθηκε από την προβληματική της διαγραμματοποίησης των εξουσιών, και συνεπώς, απομακρύνθηκε από την όποια πιθανότητα η διαγραμματοποίηση να καταστεί δυνατό να συμπεριλάβει την κρατική μορφή. Γιατί στον Φουκώ δεν υπάρχει το κράτος ως άμεσο ερευνητικό αντικείμενο (ούτε, βέβαια, υπάρχει το υποκείμενο-Κράτος)∙ η έρευνά του, δεν είχε ως στόχο καμιά θεωρία για το κράτος. Το ερώτημα για τον Φουκώ δεν είναι τι είναι το κράτος, – κάποια στιγμή τέθηκε το ερώτημα τι κάνει το κράτος (πρόκειται για τη στιγμή της βιοπολιτικής). Η ερευνητική του κίνηση στο ζήτημα του κράτους ήταν η αντίστροφη: η κυβερνολογική έρχεται πρώτη σε σχέση με το κράτος (Deleuze 2005: 132∙ όπως με έναν ορισμένο τρόπο, η αντίσταση έρχεται πρώτη σε σχέση με την εξουσία). Δεν υπάρχει ένας μεγάλος μηχανισμός-διάγραμμα εξουσίας με τους διάφορους ομόλογους θεσμούς του (Balibar 2010: 104), αλλά μεταβαλλόμενες αντικειμενοποιήσεις ετερογενών πρακτικών (Βεν 2008: 80-83 [Paul Veyne]). Ο Φουκώ αποκεντρώνει το κράτος ως μεγαμηχανή, το «αραιώνει» στις διάφορες τοπικές διακυβερνήσεις, και «το παράγει» εντέλει από αυτές ως αποτέλεσμα διασυνδέσεων των τοπικών ολοκληρώσεων των σχέσεων δύναμης. «Δεν υπάρχει κράτος», αλλά μια συνεχής και ασταθής διαδικασία κρατικοποίησης των σχέσεων εξουσίας, των τοπικών διακυβερνήσεων ως διαφωρικές τοπικές εφαρμογές δυνάμεων επί δυνάμεων των δράσεων επί δράσεων. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κράτος εντέλει είναι μια προκύπτουσα επίλυση. Η μέθοδος του πρώιμου ύστερου Φουκώ είναι (ακόμη) ντελεζιανή: «Τέσσερις όροι είναι συνώνυμοι: Υλοποίηση, διαφωροποίηση, ολοκλήρωση και επίλυση. Κάθε διαφωροποίηση είναι μια τοπική ολοκλήρωση ή μια τοπική λύση η οποία στη συνέχεια συνδέεται με άλλες στη γενική λύση ή την καθολική ολοκλήρωση» (Ντελέζ 2019: 300∙ βλ. σχ. και Protevi 2009).

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κυβερνολογική γεφυρώνει το ρήγμα ανάμεσα στις βαθμίδες των μικροεξουσιών και της μακροεξουσίας, αλλά την ίδια στιγμή το κράτος έχει καταστεί το ρευστό αποτέλεσμα συναρθρώσεων των σχέσεων δράσης και δύναμης (στρατηγικές) εκτός του κράτους∙ έχει γίνει το αποτέλεσμα των διαφοροποιημένων κυβερνολογικών διαδικασιών και δράσεων, και κατά τούτο, έχει γίνει το αποτέλεσμα των διαφοροποιημένων χρηματοδοτήσεων προς αυτό των δυνάμεων των τοπικών δράσεων. Ως αποτέλεσμα αυτών των διαδικασιών κρατικοποιήσεων, το κράτος μπορεί να είναι ισχυρό ή αδύναμο. Σε αντίθεση με την, όπως ο ίδιος την χαρακτηρίζει, εγκλωβισμένη στην κυριαρχικότητα (sovereignty) ορισμένη μαρξιστική αντίληψη για το κράτος, ο Φουκώ αντιλαμβάνεται το κράτος ως μεταβαλλόμενο, επισφαλές ολοκλήρωμα κρατικοποιήσεων.

(β) Αν η πειθαρχία και η βιοπολιτική δεν είναι αντιθετικές καταστάσεις αλλά διαφορετικές λειτουργίες (Deleuze 2005: 125-127) ή πόλοι ανάπτυξης (Κακολύρης 2018: 84) του ίδιου τρόπου εξουσίας που στοχεύουν η πρώτη στην καθυπόταξη και εκγύμναση του (ατομικού) σώματος και η δεύτερη στη ρύθμιση των στοιχείων ζωής του πληθυσμού (άνθρωπος-είδος), ο Φουκώ επινόησε το αντικείμενο της κυβερνολογικής, ή αλλιώς τη «μελέτη του εξορθολογισμού της διακυβερνησιακής πρακτικής κατά την άσκηση της πολιτικής κυριαρχίας» (στη φιλελεύθερη μορφή της) προκειμένου να κατανοήσει τη βιοπολιτική λειτουργία του κράτους (Φουκώ 2012: 38). Αλλά και πάλι, η έρευνα τον οδήγησε αλλού, ώστε μετά τις διαλέξεις για τη βιοπολιτική (1978-79) να μην αναφερθεί ποτέ ξανά στην έννοια της βιοπολιτικής∙ ακόμη και σε αυτές, αναφέρεται μόνο έξι φορές, τέσσερις φορές στην πρώτη διάλεξη και δύο στις υπόλοιπες. Εντέλει, η κυβερνολογική, από εργαλείο κατανόησης της βιοπολιτικής λειτουργίας διαφοροποιήθηκε από αυτήν και ερευνήθηκε ως αυτόνομος τρόπος εξουσίας με τη δική του ορθολογικότητα και τεχνολογία.

Οι πειθαρχικές-βιοπολιτικές λειτουργίες απαιτούν γενικούς κανονικοποιητικούς μηχανισμούς ασφάλειας οι οποίοι εξασφαλίζουν την υποταγή-ρύθμιση των ατόμων-πληθυσμιακών συνόλων. Σε αυτή τη λογική της ασφάλειας, η κανονικοποίηση των ατόμων δεν προκύπτει από την εφαρμογή ενός πρότυπου κανόνα (όπως συμβαίνει κατά την άσκηση της κυριαρχικής εξουσίας). Δεν υπάρχει μια αρχική νόρμα προσαρμογής, αλλά αυτή προκύπτει κατά βέλτιστο στατιστικό τρόπο. Οι μηχανισμοί ασφάλειας διορθώνουν εκ των υστέρων τις αποκλίσεις από τον στατιστικό κανόνα. Στην κυβερνολογική, ο στόχος δεν είναι η εξαντλητική εφαρμογή των κανόνων στα άτομα/πληθυσμό. Και σε αυτήν, όλα τα στοιχεία ζωής καθίστανται αντικείμενο πολιτικής, αλλά δεν υπάρχει η έντονη εξατομικευμένη πίεση του στατιστικού κανόνα υπαγωγής καθώς o στόχος δεν είναι η εσωτερική υποταγή των ατόμων, αλλά η (νομική ή όχι) ρύθμιση του πλαισίου δράσης, ο καθορισμός της ατζέντας δράσης, των κανόνων του παιχνιδιού, η «επενέργεια στο περιβάλλον» δράσης των ατόμων. Στην («αραιή») θετικιστική ιστορία της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής που ερεύνησε ο Φουκώ στα τέλη ’70, οι κυμαινόμενες διαδικασίες, οι διαφοροποιήσεις και οι επιθυμίες ατόμων ή συνόλων, η επιτρεπτικότητα για μη-ταυτοτική, μη-ιεραρχικής λογικής δράση μπορούν να παράγουν πλεονάσματα τα οποία δεν είναι απαραίτητα επικίνδυνα, εφόσον τα συστήματα διαφορών υπάγονται σε βελτιστοποιήσεις, μεταστροφές ή ιδιοποιήσεις από τους μηχανισμούς εξουσίας που καθορίζουν το περιβάλλον δράσης (βλ. Foucault 2012: 241[4]). Η κυβερνολογική μορφή εξουσίας αποτελεί μορφή εξουσίας που δομεί το πεδίο δράσης από τα πριν και παρεμβαίνει μετά: την ίδια στιγμή που ανέχεται τις μειονοτικές και ατομικές διαφορές, τις διαχειρίζεται εκ των υστέρων επιχειρώντας να διορθώσει μη-εξατομικευμένα, να απορροφήσει ή να αιχμαλωτίσει τις διαφοροποιήσεις ή τα αποτελέσματα των αντιθέσεων. Η διαφοροποίηση με τους κλασικούς μηχανισμούς ασφάλειας έγκειται στο ότι, καθώς ο ίδιος ο κίνδυνος (και η ασφάλεια έναντι αυτού) τίθεται σε διαρκή αξιολόγηση, η διακυβέρνηση μέσω ρίσκου είναι μια διαρκής, και κατά τούτο επίμονη αλλά και ευάλωτη, διαδικασία.

(γ) Προκύπτει λοιπόν, ότι η κυβερνολογική γεφύρωσε επίπεδα ανάλυσης, αλλά ήταν και μια έννοια γέφυρα στην πορεία της φουκωικής έρευνας για την εξουσία από την εξουσία-διάγραμμα στις διαδικασίες υποκειμενοποίησης, τις διαδικασίες συγκρότησης των υποκειμένων από την εξουσία.

Για ένα μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας, η κατάληξη της έρευνας για την εξουσία στις διαδικασίες υποκειμενοποίησης ήταν μια τομή που οδηγούσε πίσω στην αντίληψη του αυτόνομου υποκειμένου, ήταν μια επιστροφή στο υποκείμενο με ιδιότητες και εσωτερικότητα, στο υποκείμενο-πρόσωπο. Είναι γνωστό ότι ο Φουκώ στα 1976-77 «βρέθηκε σε κρίση». «Είναι αλήθεια ότι έχω βαρεθεί λιγάκι» [τις έρευνές μου], λέει στη διάλεξη της 7.1.1976 Για την υπεράσπιση της κοινωνίας (Foucault 2002: 16). Στις αρχές του 1977 ανατρέπει το σχέδιο έρευνας για την ιστορία της σεξουαλικότητας· ακολουθεί μια περίοδος μακροχρόνιων, τεθλασμένων ερευνών χωρίς το έξεργο ενός βιβλίου. Το ζήτημα όμως δεν είναι ότι ο Φουκώ έβαλε από το παράθυρο το ζήτημα του υποκειμένου με τους «παλιούς όρους», αλλά ότι ανασυγκρότησε την προβληματική του υποκειμένου. Το ρήγμα στη φουκωική έρευνα, ή η μετατόπιση που αρχίζει με τη χρήση του εργαλείου της κυβερνολογικής δεν είχε ως τέρμα την επιστροφή στο Υποκείμενο. Πρόκειται για ένα αναποδογύρισμα της μεθόδου του, και όχι μια έξοδο από αυτήν για την επιστροφή προς στο Υποκείμενο∙ ένα αναποδογύρισμα το οποίο προαναγγέλθηκε σε ένα όχι τόσο γνωστό κείμενο, δημοσιευμένο στις 15.1.1977:

«Όλες αυτές οι ζωές [των κακόφημων ανθρώπων], προορισμένες […] να εξαφανιστούν χωρίς ποτέ να μιλήσουν, κατάφεραν να αφήσουν ίχνη – σύντομα, αιχμηρά, συχνά αινιγματικά – μόνο στο σημείο της στιγμιαίας επαφής τους με την εξουσία. Έτσι, είναι αναμφίβολα αδύνατο να τις συλλάβουμε ποτέ, όπως θα μπορούσαν να είναι “σε μια ελεύθερη κατάσταση”∙ δεν μπορούν πλέον να διαχωριστούν από τις διακηρύξεις, τις τακτικές, τις τακτικές της προκατάληψης, τα υποχρεωτικά ψέματα που προϋποθέτουν τα παιχνίδια εξουσίας και οι σχέσεις εξουσίας.

Θα μου πουν: “Αυτό σου μοιάζει τόσο πολύ, πάντα η ίδια αδυναμία να περάσεις τη γραμμή, να περάσεις στην άλλη πλευρά, να ακούσεις και να μεταφέρεις τη γλώσσα που έρχεται από αλλού ή από κάτω∙ πάντα η ίδια επιλογή, από την πλευρά της εξουσίας, αυτού που λέγεται ή προκαλείται να ειπωθεί προκειμένου να ειπωθεί. Γιατί να μην πάτε και να ακούσετε αυτές τις ζωές όπου μιλούν στη δική τους γλώσσα; Τη δική τους φωνή;”» (Foucault 2001: 161).

Η έννοια της κυβερνολογικής (ως πολιτική διακυβέρνηση και διακυβέρνηση του εαυτού και των άλλων) επέτρεψε στον Φουκώ να ενοποιήσει κάποια επίπεδα ανάλυσης της εξουσίας, να μετατοπίσει κάποιες έννοιες, να κάνει κάποια περάσματα και εντέλει να αναποδογυρίσει τον δικό του τρόπο προσέγγισης της εξουσίας. Η ενοποίηση των επιπέδων και το αναποδογύρισμα της προοπτικής άνοιξαν τη δυνατότητα διερεύνησης των διαδικασιών υποκειμενοποίησης ως διπλή διαδικασία ή διαδικασία με δύο όψεις. Αφενός ως διαδικασίες με τις οποίες το υποκείμενο συγκροτείται μέσω της καθυπόταξης στους κανόνες (διαδικασίες υποκειμενοποίησης∙ τεχνολογίες του εαυτού). Αφετέρου ως διαδικασία αυτο-υποκειμενοποίησης: πρόκειται για τη δυνατότητα παραγωγής του εαυτού ως ηθικού (éthique) υποκειμένου της διαγωγής του, μέσω των ασκήσεων επί του εαυτού, ταυτόχρονα και σε ένταση με τη διαδικασία συμμόρφωσής του στους κανόνες (η άσκηση επί του εαυτού η επιμέλεια του εαυτού). Όλο αυτό θα μπορούσε να μοιάζει με μια ορισμένη επιστροφή της συνείδησης στον Φουκώ, αλλά πρόκειται για κίνηση διαχωρισμού από τη λογική του καρτεσιανού (βέβαιου) υποκειμένου της γνώσης. Στην εντατική κίνηση του εαυτού προς τον εαυτό, «δεν μπορεί να υπάρχει αλήθεια χωρίς μετατροπή ή μεταμόρφωση του υποκειμένου. […] Αυτή η μεταστροφή μπορεί να λάβει χώρα με τη μορφή μιας κίνησης που αποσπά το υποκείμενο από το τρέχον καθεστώς και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται» (Foucault 2005, 14-15). Πρόκειται για μια πρακτική «αλλοίωσης» του εαυτού που επιτρέπει την πρόσβαση στην αλήθεια, ως αποτέλεσμα της ανακατεύθυνσης του βλέμματος από το έξω προς τον εαυτό και άσκησης πίεσης επί του εαυτού (ό.π., 10-11[5]). Ο εαυτός γίνεται σημείο έντασης καθώς πτυχώνεται: αναδιπλασιάζεται νοούμενος ως σχέση μιας δύναμης με τον εαυτό της. Ο Ντελέζ ξεκαθαρίζει το τοπίο (αν και του προκαλούσε αμηχανία η προσφυγή του Φουκώ στην έννοια της αλήθειας: «H διάβαση της γραμμής της δύναμης, το πέρασμα πέρα από την εξουσία, συνεπάγεται κατά κάποιον τρόπο την κάμψη της δύναμης, κάνοντάς την να προσκρούει στον εαυτό της, και όχι σε άλλες δυνάμεις: μια “πτύχωση”, σύμφωνα με τους όρους του Φουκώ, μια δύναμη που παίζει με τον εαυτό της. Είναι ζήτημα “διπλασιασμού” του παιχνιδιού των δυνάμεων, των σχέσεων με τον εαυτό που μας επιτρέπει να αντιστεκόμαστε, να ξεγλιστράμε από την εξουσία, να στρέφουμε τη ζωή ή τον θάνατο ενάντια στην εξουσία» (Deleuze 1995: 98).

Ο αναδιπλασιασμός του εαυτού δεν είναι η αναδίπλωση ενός εαυτού που έχει αποσυρθεί από την πολιτική ζωή προτιμώντας την καλλιέργεια μιας ατομικής αισθητικής αυτονομίας. Η ξεπερασμένη ιστοριογραφική εικόνα μιας α-πολιτικής (ά-πολης), εσωστρεφούς ελληνιστικής αρχαιότητας συγχρονίστηκε με την επιδερμική απόδοση στον ύστερο Φουκώ μιας καταφυγής στην αισθητική του εαυτού. Αλλά αντίθετα, η επιμέλεια του εαυτού, η άσκηση δύναμης επί του εαυτού, είναι ήδη ο τρόπος να υπάρχουμε με τον άλλον, να «συγκροτήσουμε τον εαυτό μας ως ηθικό υποκείμενο σε σχέση με τις κοινωνικές, δημόσιες και πολιτικές δραστηριότητες» (Φουκώ 1992: 110). Κι ακόμη: «Η επιμέλεια του εαυτού είναι μια στάση απέναντι στον εαυτό μας, στους άλλους και στον κόσμο» (Foucault 2005: 10). Η επιμέλεια εαυτού είναι ήδη (κοινωνική) πρακτική και κατά τούτο ο εαυτός είναι ήδη μέσα στον κόσμο της εξουσίας και των αντιστάσεων.[6]

Η έννοια που γεφυρώνει τις βαθμίδες είναι η κυβερνολογική: η διακυβέρνηση του εαυτού (και η δυνατότητα έντασης στις διαδικασίες υποκειμενοποίησης) είναι και ο τρόπος διακυβέρνησης των άλλων. Σε αυτή τη σχέση ζεύξης τοποθετείται το αίτημα της κριτικής. Με την επιμέλεια του εαυτού ο Φουκώ επιχείρησε να εγκαθιδρύσει μια ακόμη γενεαλογία της κριτικής στην οποία το σημείο εκκίνησης θα είναι ο εαυτός στη σχέση του με την επιβολή ενός τρόπου διακυβέρνησης: Στο παιχνίδι ανάμεσα στην επιμέλεια του εαυτού (σημείο έντασης υποκειμενοποίησης και αυτο-υποκειμενοποίησης) και την επιβαλλόμενη ορθολογικότητα και τεχνολογία διακυβέρνησης, παράγεται το διαρκές ερώτημα της πολιτικής κριτικής, που με τους όρους του Φουκώ είναι: «πώς να μην κυβερνηθούμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, από εκείνους, στο όνομα αυτών εδώ των αρχών, με τέτοιους στόχους και μέσω τέτοιων διαδικασιών, όχι έτσι, όχι γι’ αυτό, όχι από αυτούς» (Foucault 2016α: 12). Μια κριτική που ο Φουκώ ωθεί ως το κατώφλι της μη-κυβερνολογικής.

Όταν η έρευνα του Φουκώ έφτασε στο τέλος της, όπως σταμάτησε με τον θάνατό του, κατέστη δυνατόν να τεθεί, μέσα από την παράκαμψη της ιστορικής μελέτης της (ύστερης) Αρχαιότητας, η συναρμογή του υποκειμένου με τις συλλογικές δυνάμεις. Η μακρά ιστορική και φιλοσοφική έρευνα του Φουκώ για την κυβερνολογική (από τη νεοφιλελεύθερη κυβερνολολογική ως την κυβέρνηση του εαυτού) είχε πολιτική στόχευση, ήταν προσανατολισμένη σε ένα επικείμενο παρόν: Με προκείμενη τη θέση ότι οι αριστερές κυβερνολογικές αναπαράγουν τους ήδη υπάρχοντες αστικούς τρόπους διακυβέρνησης, ο στόχος της έρευνάς του ήταν η διάνοιξη ενός νέου τρόπου κριτικής προς την πιθανότητα μιας άλλης κυβερνολογικής.[7]

Σε αυτή τη παρέκβαση επιχειρήθηκε μια ανασύσταση της πορείας της έρευνας του Φουκώ μετά την Ιστορία της σεξουαλικότητας-1 με οδηγητικό νήμα την έννοια της κυβερνολογικής∙ μια ιστορία των ερωτημάτων της έρευνας, χωρίς να τίθενται οι απαντήσεις που έδινε, παρά μόνο στον βαθμό που οδηγούσαν σε νέα ερωτήματα.[8]

Filippos Theos, Jeanne, 2022 (Daniel de Roulet, Dix petites anarchists, 2018) μαρκαδόροι σε χαρτί 29,7×21

4. Η κυβερνολογική της φυλακής

Η παρέκβαση για την κυβερνολογική ήταν μακρά, αλλά ίσως απαραίτητη για την κατανόηση της δυναμικής του βιβλίου του Κόρου, και την τοποθέτησή του με τέτοιο τρόπο ώστε να παραχθούν κάποιες σκέψεις με πιθανή ευρετική αξία πέραν του κλειστού Συστήματος (apparatus) της φυλακής.

Αν η φυλακή είναι το παραδειγματικό πεδίο μελέτης της άσκησης της πειθαρχικής εξουσίας, ο Κόρος τολμά να τη διερευνήσει με όρους διακυβέρνησης. Η κυβερνολογική είναι εκείνος ο τρόπος της εξουσίας στον οποίο ο στόχος είναι η διακυβέρνηση της διαγωγής του πληθυσμού, και ο οποίος επιχειρείται να επιτευχθεί μέσω της από μακριά δόμησης του πεδίου δράσης των κυβερνώμενων. Ο Κόρος βάζει τον όρο να δουλέψει στο πεδίο της φυλακής και ψάχνει να δει πώς η φυλακή δομεί το πεδίο δράσης των φυλακισμένων δημιουργώντας δυνατότητες ελευθερίας επιλογών. Πώς οι εξουσιαστικές (και αγωνιστικές) σχέσεις στη φυλακή παράγονται και κυκλοφορούν σε ένα παιχνίδι δράσης πάνω στη δράση του άλλου, πώς απαντούν οι φυλακισμένοι, ποια συγκεκριμένη διαγωγή (ή αντι-διαγωγή[9]) διαλέγουν να επιδείξουν για να πετύχουν τον σκοπό τους, και συγκεκριμένα, να πάρουν άδεια, να επιτύχουν πλασματικό χρόνο δια της εργασίας, να καταφέρουν να απολυθούν πρόωρα. Και ακολούθως, πώς οι θεσμοί ανταπαντούν πάνω στη δράση-διαγωγή των φυλακισμένων. Όλα αυτά τα «παιχνίδια εξουσίας» της δράσης πάνω στη δράση διερευνώνται με οδηγό την έννοια του πειθαρχικού συμπλέγματος: τη «συναρμογή́ του πειθαρχικού́ μηχανισμού́ με τα παραπειθαρχικά του συμπληρώματα» (Κόρος 2020: 317), την «αλληλεπίδραση της πειθαρχίας με την εργασία και τις τακτικές άδειες και [τον] καθοριστικό́ επηρεασμό τους στην προοπτική́ της απόλυσης» (ό.π.: 366).

Διαπιστώνεται ότι και στη φυλακή υπάρχει ένα παιχνίδι δράσης πάνω στη δράση των δύο όρων της σωφρονιστικής σχέσης, και συνεπώς, σε αντίθεση με την «ανατομοπολιτική της πειθαρχίας», υπάρχει ένα στοιχείο ελευθερίας, με την έννοια της ελευθερίας ορισμένων επιλογών στη δράση των εγκλείστων. Αναπάντεχη σκέψη για τη φυλακή.

Ήδη αναφέρθηκε ότι ο συγγραφέας δεν βλέπει αυτές τις δύο μορφές εξουσίας, την πειθαρχική και την κυβερνολογική ως διάδοχες, αλλά ούτε και ως προσθετικές μορφές. Η κυβερνολογική δεν είναι ένα συμπλήρωμα απλώς στην έρευνα. Ο Κόρος χρησιμοποιεί την κυβερνολογική ως παραπλήρωμα για να δείξει τι έλειπε από την έρευνα∙ δεν προσθέτει απλώς, αλλά συμπλέκει, μιλά για συντροπικότητα των τρόπων εξουσίας, για στρατηγική συνεργασία αυτών των δύο μορφών και των συνακόλουθων τεχνικών τους, προς επίτευξη των στόχων της φυλακής. Η σύγχρονη φυλακή δεν θεωρείται απλώς πειθαρχική, αλλά την ονομάζει μεταπειθαρχική. Και αυτό δεν είναι ένα ακόμη εύκολο μετα-. Αν η εξατομικευμένη πολιτική της πειθαρχικής εξουσίας «καταστατικά αδυνατεί να ανεχθεί την παρέκκλιση» (Κόρος 2017: 126) και επιχειρείται η διόρθωσή της, σήμερα «υπάρχει μια τάση απο-πειθαρχοποίησης της φυλακής» (ό.π.)∙ μια τάση επίτευξης πειθαρχίας χωρίς πολιτικές διόρθωσης σύμφωνα με τους κανόνες. Η σύγχρονη φυλακή τείνει να είναι μεταπειθαρχική καθώς η πειθαρχία επιτυγχάνεται και η διαγωγή παράγεται με βασική τεχνική την υπόσχεση της πιθανότητας της ελευθερίας (Κόρος 2020: 383), και όχι μέσα από την εξατομικευμένη πειθαρχοποίηση του φυλακισμένου για τη βελτίωσή του.

Ειδικότερα, «το πειθαρχικό σύμπλεγμα [οι πειθαρχικοί και παρα-πειθαρχικοί τρόποι καθυπόταξης των φυλακισμένων] στηρίζεται στη διαχείριση αδρανών κρατουμένων, οι οποίοι τιμωρήθηκαν με συνήθως μεγάλη ποινή αλλά πρόκειται κατά πάσα περίπτωση να απολυθούν πρόωρα αν επιδείξουν την κατάλληλη διαγωγή – ήτοι στην ουσία, στις περισσότερες περιπτώσεις, αν δεν έχουν σε βάρος τους ενεργή πειθαρχική ποινή. […Με αυτό τον τρόπο παράγονται] στρατηγικά αποτελέσματα τόσο στην ατομική συμπεριφορά του κρατουμένου, όσο και στην συμπεριφορά του [φυλακισμένου] πληθυσμού» (ό.π.: 367).

Η φυλακή δεν προσφέρει «κάποιο περιεχόμενο στην έκτιση της ποινής κατά της ελευθερίας [αλλά ο στόχος της] είναι να προληφθούν τόσο οι στάσεις και οι εξεγέρσεις των κρατουμένων όσο και ο έλεγχος από θεσμούς, όργανα (εθνικά και υπερεθνικά) και οργανώσεις, αλλά και οι καταδίκες της χώρας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τις συνθήκες κράτησης στις φυλακές» (ό.π.: 378).

 Από τη μεριά των φυλακισμένων, για να επιτευχθούν οι σκοποί τους (χρόνος άδειας, πρόωρη απόλυση) πρέπει να επιλέξουν μια διαγωγή σύμφωνη με το κέλυφος των επιταγών. Σε αυτή τη συνθήκη, ο κρατούμενος ωθείται να συγκροτήσει τον εαυτό του στο σημείο μηδέν της δράσης: «Τίποτα δεν γίνεται στη φυλακή. Όλοι περιμένουν να βγουν […]» (αποφυλακισμένος κρατούμενος, ο οποίος συμμετείχε ενεργά στο κίνημα των φυλακισμένων, στο Κόρος ό.π.: 397). Αυτό που έχει να κάνει ένας κρατούμενος είναι να μην κάνει τίποτα.[10]

Αν η πράξη της αξιολόγησης προϋποθέτει ένα μέτρο, κάποιες αρχές βάσει των οποίων εκτιμάται ο αξιολογούμενος, στη μεταπειθαρχική φυλακή η αξιολόγηση των φυλακισμένων δεν θεμελιώνεται σε κάποιους κανόνες, παρά μόνο στην απαίτηση ο αξιολογούμενος να μην κάνει τίποτα, ώστε με αυτόν τον τρόπο να επιτυγχάνεται η υπακοή. Οι δέσμες κανόνων συμμόρφωσης αδειάζουν από την απαίτηση συμμόρφωσης σε μια συγκεκριμένη διαγωγή, και εντέλει το νόημα της διαγωγής παράγεται από αυτή την ίδια διαδικασία της αξιολόγησης. Το νόημα της δράσης των κυβερνώμενων φυλακισμένων δεν παράγεται από κάποια προτεινόμενη δέσμη κανόνων, αλλά από μια τεχνολογία (την αξιολόγηση) που γεμίζει με νόημα τη δράση (η μεταπειθαρχική φυλακή είναι μάλλον νιτσεϊκή, παρά διαφωτιστική). Η απαίτηση για σωφρονιστική δράση του κράτους έχει εγκαταλειφθεί, και συνεπώς, έχει αποσυρθεί η απαίτηση για μια ηθική θεμελίωση της στέρησης ελευθερίας των κυβερνώμενων (αν βέβαια αυτή υπήρξε ποτέ στην πράξη).[11]

Η υποταγή των φυλακισμένων επιχειρείται να αντληθεί ως προεξόφληση μιας μελλοντικής ανταλλαγής (άδεια, πρόωρη απόλυση). Η σύγχρονη φυλακή δεν ασφαλίζεται από την αταξία μέσω μιας ορθολογικής επιβολής κανονικοποιητικών πρακτικών, αλλά ασφαλίζεται από την αταξία μέσω της υπόσχεσης παροχής μελλοντικών ελεύθερων στιγμών ή ελευθερίας. Στον βαθμό που συμβαίνει αυτό (καθώς σε ένα Σύστημα εξουσίας συμβαίνουν πολλά, αλλά εδώ τονίζουμε αυτό το σημαντικό σημείο του βιβλίου), η εξασφάλιση της τάξης καθίσταται ένα υποθετικά ισχύον μέγεθος σε αναζήτηση∙ δεν συνιστά το παράγωγο του κανονιστικού καθεστώτος της πειθαρχικής φυλακής στην οποία η τάξη και η αταξία υπάγονταν σε έναν δυαδικό διαμοιρασμό βεβαιότητας-αβεβαιότητας, και άρα ο κίνδυνος της αταξίας ήταν ο κίνδυνος ενός ατυχήματος, η παρέκκλιση από μια υπολογισμένη διαδικασία. Τώρα, η ασφάλεια της καθυπόταξης, και συνεπώς το μέτρο της παροχής κρατικής εμπιστοσύνης και ασφάλειας, είναι ένα υποθετικά ισχύον μέγεθος, καθώς μια αξιολόγηση επιχειρεί να εξασφαλίσει την πειθαρχία στο παρόν μέσω μιας μελλοντικής πράξης ανταμοιβής ή στέρησης. Από την επισφαλή αυτή συνθήκη, σε περίπτωση αταξίας η λύση καταφυγής για την εξασφάλιση της τάξης είναι η άσκηση γυμνής κρατικής βίας.

5. Οι ελλιπείς κρατικοποιήσεις των εξουσιαστικών σχέσεων και η κρατική επισφάλεια

«Μεταξύ του, ιδωμένου ως ελεύθερου υποκειμένου που αποφασίζει μόνο του για το μέλλον του και μιας μη παντοδύναμης εξουσίας σχηματίζεται μια σχέση η οποία στηρίζεται στην κρατική αδυναμία, και στη συνεπακόλουθη περιορισμένης εμβέλειας και αποτελεσματικότητας παρέμβαση. Έτσι όσον αφορά την απόλυση υπό όρο των κρατουμένων, ενεργοποιείται αυτή η εμψύχωση στην αδράνεια: η κρατική αδυναμία μεταφράζεται σε παρώθηση προς τον κρατούμενο ώστε να “μην κάνει τίποτε”» (ό.π.: 394).

Οι φυλακισμένοι ωθούνται στο να μην κάνουν τίποτα, παρά μόνο να επιδεικνύουν μια δράση προσχηματικής υπακοής ώστε να απολαμβάνουν οφέλη – άδειες, πλασματικός υπολογισμός ημερών, και εντέλει πρόωρη απόλυση. Έχουμε, συνεπώς, έναν παράξενο συνδυασμό έντονης, βίαιης παρουσίας ενός κρατικού μηχανισμού στη ζωή του πληθυσμού και την ίδια στιγμή, απόσυρσής του από την επιβολή κανόνων συμμόρφωσης και συρρίκνωσης της παρουσίας του στο απλό αίτημα για μη-δράση των κρατουμένων.

Για τον συγγραφέα, αυτή η συνθήκη αδράνειας δεν αποτελεί μόνο μια ένδειξη αποτυχίας της φυλακής – όπως θα μπορούσαμε, σύμφωνα με τη συνήθη σκέψη, να πούμε. Μάλλον πρόκειται για κάτι άλλο, πιο ενδιαφέρον: για την κρατική αμηχανία και αδυναμία να προσφερθεί «κάποιο περιεχόμενο στην έκτιση της ποινής κατά της ελευθερίας» (ό.π.: 386). Κρατική αδυναμία που συνδέεται με μια περιορισμένη χαρτογράφηση της δράσης του πληθυσμού: είτε αυτή αποτελεί εγκατάλειψη του πληθυσμού είτε είναι θεσμική αμηχανία κατανόησης και υπολογισμού της δράσης του, το αποτέλεσμα είναι αυτή η κρατική αδυναμία παρέμβασης.

Αν είναι έτσι, τότε η φυλακή είναι ένας κρατικός μηχανισμός που έχει απολέσει τη δύναμη να αποτελεί εστία κανονικοποίησης και οργάνωσης της διαγωγής του φυλακισμένου πληθυσμού. Αλλά αν συμβαίνει αυτό, τότε δεν αρκεί ο θρήνος μιας κάποιας ελλειμματικής δράσης του κράτους που πρέπει να καλυφθεί, ώστε να επανέλθουμε στη συνθήκη της προνοιακής και ορθολογικής κρατικής παρέμβασης. Νομίζω ότι συμβαίνει κάτι περισσότερο, και η παρούσα, όπως μας δείχνει το βιβλίο, συνθήκη αυτού του κρατικού τμήματος συνδέεται με κάποιες γενικότερες τάσεις εξάντλησης της κρατικής δύναμης (χρησιμοποιώ τη λέξη εξάντληση ως το αποτέλεσμα εξωτερικών του κράτους διαδικασιών και δυνάμεων, και όχι ως τη συνθήκη μιας εσωτερικής δυναμικής του κράτους).

Η σύγχρονη φυλακή δείχνει από τη μια τη συνήθη ισχύ των κρατικών μηχανισμών να ορίζουν και να περιφράσσουν τη ζωή των υποκειμένων, από την άλλη όμως, δείχνει και μια αδυναμία να λειτουργούν ως εντατικό σημείο παραγωγής και διόρθωσης της δράσης των υποκειμένων. Η φυλακή είναι ένα κλειστό Σύστημα εξουσίας όπου η σχέση κράτους-υποκειμένων είναι άμεση, χωρίς τον (ισχυρό) δεσμό ενδιάμεσων κρατικών ή μη-κρατικών μορφών εξουσίας, οι οποίες δύναται να χρηματοδοτούν με δύναμη, να ενδυναμώνουν, την κρατική μορφή. Στη σύγχρονη μεταπειθαρχική φυλακή, σε αυτόν τον οριακό μηχανισμό άγριας ισχύος, το κράτος δείχνει την αδυναμία του γιατί φαίνεται ότι δεν έχει καμιά δύναμη να εκφράσει (παρά μόνο αυτή του νόμου), καμιά δύναμη να ιδιοποιηθεί ή να μετασχηματίσει, ή να μεταφερθεί σε αυτό από άλλους τομείς∙ δεν υπάρχει καμιά δύναμη που να ολοκληρώνεται σε αυτό (πέρα από τον νόμο) ώστε τείνει να μην είναι, πλέον, παρά ένας χώρος: (α) απλής κυριαρχικής ισχύος, (β) αδύναμης επιδίωξης, στα όρια της παραίτησης, της παραγωγής του κυβερνώμενου πληθυσμού της.

Όμως, η κρατική αδυναμία παραγωγής πειθαρχίας και μέριμνας δείχνει και κάτι ακόμη: μια κρίση της κρατικής ικανότητας όρασης και εκφοράς επί των πραγμάτων και των στοιχείων ζωής του πληθυσμού. Η κρατική διακυβέρνηση έχει συγκροτηθεί ιστορικά με στόχο την επιβολή ειδικών και σφαιρικών, «εξατομικευτικών και ολοκληρωτικών» (Foucault 2016β: 206) κανονικοποιητικών πολιτικών επί του πληθυσμού οι οποίες είναι ρητά θεμελιωμένες σε ορθολογικές γνώσεις, αποτέλεσμα της παρατήρησης του κυβερνώμενου πληθυσμού και των διαδικασιών (βλ. σχ. Φουκώ 2020: 36 & Foucault 2012: 16). Με τη σειρά της, η ορθολογικά θεμελιωμένη παρέμβαση επί του πληθυσμού νομιμοποιεί και ενισχύει την ίδια την ύπαρξη της κρατικής διακυβέρνησης και την ισχύ των κρατικών μηχανισμών, σε αντίθεση με τη θεολογική ή την κυριαρχική θεμελίωση.

Το βιβλίο του Κόρου δείχνει την κρίση «ορθολογικοποίησης» των τεχνικών εξουσίας σε αυτόν τον, όχι κρίσιμο πλέον, κρατικό τομέα. Συνέπεια της εφαρμογής των νόμων, ένα μέρος του πληθυσμού κλείνεται στις φυλακές ως αποθηκευμένη ύλη, και παραμένει απαξιωμένο, και εντέλει ακατανόητο και άτακτο, έως ότου βγει, πρόωρα συνήθως, χωρίς επιμέλεια διόρθωσης.

 Εντός αυτού του πλαισίου αναφοράς, αυτό που συμβαίνει είναι, από τη μεριά του κράτους, η από μακριά δόμηση ενός πεδίου (μη) δράσης των φυλακισμένων με κύρια χαρακτηριστικά την ταυτόχρονη άσκηση κυριαρχικότητας και την απόσυρση από τη μέριμνα της κυβερνώμενης ύλης, και από τη μεριά των κυβερνώμενων φυλακισμένων η επίδειξη υπακοής και η ελλιπής διαδικασία καθυπόταξης. Όταν ο Μαρξ γράφει ότι από το εργοστασιακό σύστημα «βλάστησε το φύτρο της αγωγής του μέλλοντος, που θα συνδυάζει για όλα τα παιδιά πέρα από μια ορισμένη ηλικία την παραγωγική εργασία με την εκπαίδευση και τη γυμναστική, όχι μόνο σαν μέθοδο για την αύξηση της κοινωνικής παραγωγής, μα και σαν μοναδική μέθοδο για την δημιουργία ολόπλευρα αναπτυγμένων ανθρώπων» (Μαρξ 1978: 501), βρίσκεται ήδη εντός της γραμμής σκέψης του Φουκώ για την ανατομοπολιτική πειθαρχία του σώματος στο ισόμορφο του εργοστασίου Σύστημα της φυλακής, αλλά και εντός της αντίληψης του Ντελέζ για τον μηχανισμό εξουσίας ως ένα είδος σχηματισμού σχέσεων «δύναμης, υποκειμενοποίησης και καμπυλών ορατότητας και εκφοράς» (Deleuze 1992: 159-160). Η μεταπειθαρχική φυλακή υπάρχει στη συντροπικότητα άσκησης πειθαρχικής και κυβερνολογικής εξουσίας, αλλά αυτή η συντροπικότητα δεν υπάρχει εντός μιας τάσης νεοφιλελευθεροποίησης της φυλακής, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας.[12] Η εξουσιαστική συντροπικότητα λειτουργίας της φυλακής υπάρχει εντός της κρατικής κρίσης της δυνατότητας όρασης, με την έννοια της δυσκολίας ελέγχου (υπολογίζω, συμμετροποιώ, προβλέπω, ανταποκρίνομαι) και παρέμβασης επί του φυλακισμένου πληθυσμού. Το βιβλίο δείχνει πώς εντός αυτής της αδυναμίας ορατότητας και χαρτογράφησης παράγεται παρ’ όλα αυτά η πειθαρχία και η διακυβέρνηση της φυλακής.

Όλο αυτό δεν σημαίνει ότι σε κάποιον ορισμένο προηγούμενο χρόνο υπήρχε μια δυνατότητα γνώσης που πλέον είναι αδύνατον να παραχθεί λόγω αύξησης της πολυπλοκότητας ή της ταχύτητας και της μεταβλητότητας των πραγμάτων και των σχέσεων. Αυτά είναι μεγέθη με έντονη παρουσία, αλλά όμως τα ίδια τα μεγέθη δεν εξηγούν την παρουσία του πράγματος που εξετάζουμε – την κρατική αδυναμία γνώσης και παρέμβασης. Μάλλον, εν προκειμένω για τη φυλακή, πρόκειται για συνθήκη που σχετίζεται με την εγκατάλειψη ύλης κρατικής μέριμνας και πειθαρχίας. Εγκατάλειψη η οποία πηγάζει από το γεγονός ότι η μέριμνα αυτή δεν θεωρείται κρίσιμη για την αναπαραγωγή. Αυτή η συνθήκη δεν πρέπει να ερμηνεύεται με μια (εύκολη) προσφυγή στον νεοφιλελευθερισμό ως ιδεολογία, όχι μόνο γιατί μια ιδεολογία έχει διαφορικά αποτελέσματα στις πρακτικές των διαφόρων τομέων, αλλά και γιατί αυτή η ίδια η κίνηση της προσφυγής στην ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού απαιτείται να ερμηνευθεί ως (μια) επίλυση του τρόπου που συμβαίνουν τα πράγματα και υπάρχουν οι διάφορες μορφές πρακτικών. Φαίνεται, λοιπόν, ότι οι πολιτικές σωφρονισμού και κανονικοποίησης, οι οποίες αποτελούν την ίδια στιγμή πολιτικές μέριμνας του φυλακισμένου πληθυσμού, δεν αποτελούν κυρίαρχο στοιχείο των πολιτικών υποταγής, και άρα δεν συνιστούν κρίσιμο στοιχείο της ίδιας της νομιμοποίησης της κρατικής παρουσίας και ενδυνάμωσής της.

Η κρατική αδυναμία και αμηχανία που ανιχνεύει ο συγγραφέας στη φυλακή συναντά την κρατική ευαλωτότητα που παράγεται από αλλού και για άλλους λόγους.

«Το κεφάλαιο (ή μια κρίσιμη πλέον τροπικότητά του [το χρηματιστικό κεφάλαιο]) κινείται με έναν τρόπο που δεν το αφορά η κρατική εγγύηση (που εκφεύγει αυτής) γιατί δεν είναι προαπαιτούμενα ούτε η συναίνεση και οριακά ούτε και η νομιμότητα για να μπορέσει να κινηθεί, να παραχθεί και να συσσωρευτεί. Αν είναι έτσι, και στο βαθμό που το κεφάλαιο κινείται με τέτοιο τρόπο, η οικονομία δεν αποτελεί τόπο εγγυητικής παραπομπής του κράτους στον πληθυσμό. Αντίθετα, οι οικονομικές θεσμίσεις του κράτους στόχο έχουν τη μετατροπή του κοινωνικού σώματος σε χέρσο τόπο ανοιχτών ροών: η οικονομία [ως τόπος κρατικής παρέμβασης], δεν αποτελεί πλέον τόπο παραγωγής συναίνεσης» (Εμμανουηλίδης 2013: 78).

«Όλοι οι εταίροι της οικονομίας, στον βαθμό που αποδέχονται αυτό το οικονομικό παιχνίδι, το οικονομικό παιχνίδι της ελευθερίας, παράγουν μια συναίνεση που είναι πολιτική» (Foucault 2012: 94), χωρίς την εγγυητική παραπομπή του κράτους που δεν μπορεί να λειτουργήσει ως κύριος τόπος παραγωγής εμπιστοσύνης, και άρα εξουσίας. «Πρόκειται για τη συνθήκη όπου το κράτος πλέον αδυνατεί να κατανοήσει και να ελέγξει τις ροές του κεφαλαίου, καθώς αυτές αδιαφορούν για το κράτος, το παρακάμπτουν ή το διασχίζουν, το διαπερνούν, το δε κεφαλαιακό ρίσκο, ως ανάληψη και επιμερισμός των κινδύνων, το εγγυώνται τα στοιχεία εργασίας και περιουσίας του πληθυσμού, η ίδια του η ζωή. Αυτή η παράκαμψη του κράτους από το χρηματιστικό κεφάλαιο θέτει σε κρίση το κράτος που καταφεύγει στον πληθυσμό και στην εργασία του για τη διατήρηση της ύπαρξής του» (Εμμανουηλίδης ό.π.: 21).[13]

Το κρίσιμο για την αναπαραγωγή του συστήματος μέγεθος της εμπιστοσύνης (που συνδέεται και με την ορατότητα και κρίση επί των πραγμάτων και των σχέσεων) πηγάζει από τον διάσπαρτο, και εκτός κρατικής εγγυητικής προσφυγής, μηχανισμό της χρηματιστικοποίησης. Αυτός ο μηχανισμός, όπως αναλύθηκε από τους Σωτηρόπουλο-Μηλιό-Λαπατσιώρα (2019), αποτελεί ένα κρίσιμο για τον καιρό μας σύστημα κυβερνολογικής εξουσίας το οποίο δια της «συμμετροποίησης»[14] ενοποιεί τα επίπεδα της μικρο- και μακρο- ανάλυσης της εξουσίας με δύο τρόπους: (α) Καθώς αποτελεί την τεχνολογία που εξασφαλίζει τη συγκρισιμότητα των συγκεκριμένων, εξατομικευμένων κινδύνων διαφορετικών τόπων και χρονικοτήτων συνιστά ήδη, με εσωτερικό τρόπο, μια μορφή άσκησης εξουσίας που ενοποιεί τα μικρο- και μάκρο- επίπεδα ανάλυσης: Τεκμαίρεται από το απόσπασμα για τη συμμετροποίηση (βλ. υποσημείωση 14) των Σωτηρόπουλου-Μηλιού-Λαπατσιώρα, ότι ο αναπαραστατικός της χαρακτήρας αποτελεί τεχνική «αναγωγής» της χωροχρονικής διάστασης των συμβάντων (τα οποία συμβάντα αποτελούν στοιχεία διαμόρφωσης της τιμολόγησης των χρηματιστικών αγαθών) στο αριθμητικό ένα της τιμής του χρηματιστικού αγαθού. Δια της συμμετροποίησης συνεπώς, η μη αριθμητική πολλαπλότητα των συμβάντων μετατρέπεται σε μια αριθμητική ενικότητα, η οποία φαίνεται σαν να παρασταίνει μόνο τον ενικό εαυτό του. Η κίνηση από το χάος, από τα διάσπαρτα συμβάντα των κοινωνικών σχέσεων στο στιγμιαίο αριθμητικό ένα της τιμολόγησης του χρηματιστικού αγαθού, αποτελεί κίνηση μιας αέναα στιγμιαίας ενοποίησης των διαφωροποιήσεων. (β) Όμως, η ενοποίηση των βαθμίδων παράγεται και ευθέως στο επίπεδο των πρακτικών, «καθώς το άτομο γίνεται φορέας χρηματοπιστωτικών σχέσεων, και το (δανειζόμενο) νοικοκυριό ισολογισμός με ενεργητικό-παθητικό όπως η επιχείρηση. Τα άτομα και τα νοικοκυριά υπάρχουν σαν το υποκείμενο δικαίου που ενοποιείται με (εντάσσεται στο) κράτος» (Μηλιός 2022).

Πέρα, όμως, από τη διερεύνηση των ευρετικών δυνατοτήτων της κυβερνολογικής τροπικότητας της εξουσίας στην ενοποίηση των βαθμίδων ανάλυσης, για τους στόχους αυτού του κειμένου το κρίσιμο ζήτημα που προκύπτει είναι ότι: το χρηματοπιστωτικό σύστημα αποτελεί δραστικό σύστημα κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής, αλλά αποτελεί τέτοιου χαρακτήρα σύστημα που μόνο εφάπτεται (ή μπορεί και να μην εφάπτεται), αλλά πάντως δεν εντάσσεται στους μηχανισμούς του κράτους ή των υπερεθνικών θεσμών (η διαφοροποίησή τους στο σημείο αυτό δεν έχει σημασία). Κατά τούτο, το χρηματοπιστωτικό σύστημα παράγει κυβερνησιμότητα η οποία δεν οδηγεί σε μια ολοκληρωμένη διαδικασία κρατικοποίησης. Η συμμετροποίηση των διαφοροποιημένων τοπικών συμβάντων είναι μεταβαλλόμενη και εντοπισμένη χρονικά, με αποτέλεσμα η ίδια η ελλιπούς χαρακτήρα κρατικοποίηση της κυβερνησιμότητας που παράγει να είναι άρρυθμη και επισφαλής. Όμως, από την άλλη, δεν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το κράτος αιχμαλωτίζεται πλήρως από τη χρηματιστική μηχανή. Θα ήταν πιο παραγωγικό να ορίσουμε τη σχέση τους ως σχέση διεπαφής (που σημαίνει, ανισομερή προφανώς, προσαρμογή των προδιαγραφών λειτουργίας και κινήσεις εισόδου και εξόδου των δύο όρων της σχέσης)∙ τέτοια σχέση από την οποία το κράτος αντλεί με επισφάλεια, και σε συνεχή διακύμανση, δύναμη ή αδυναμία, και κατά τούτο ορίζεται η ευαλωτότητα του σύγχρονου κράτους.

Διακρίνεται, συνεπώς, μια συνάντηση διαφορετικών γραμμών που έρχονται από τα διακριτά πεδία της ποινικής καταστολής και της οικονομίας, αλλά καταλήγουν στην ίδια μορφή έκφρασης του κράτους, την κρατική επισφάλεια, σε έναν κοινό χαρακτήρα της ισχύουσας πολιτικής οικονομίας δύο διαφορετικών τομέων της κρατικής εξουσίας.

Αν ισχύει η θέση της κρατικής επισφάλειας, ή στον βαθμό που ισχύει καθώς εδώ αναγνωρίζουμε μια τάση, τότε οδηγούμαστε σε μια αντίληψη για το κράτος πέρα από την επιθυμία ή τον φόβο του κρατικού αυταρχισμού ως έκφρασης και τρόπου σύνταξης της κρατικής δύναμης και ισχύος.Ο Κόρος το επισημαίνει και για την περίπτωση της φυλακής, τον κατεξοχήν χώρο όπου το κράτος μπορεί να επιδεικνύει τη δύναμη της απόφασης για άσκηση μονομερών ενεργειών: «Με βάση αυτά τα ευρήματα μπορούμε να πούμε ότι η φυλακή, τουλάχιστον στην Ελλάδα των αρχών του 21ου αιώνα, δεν μπορεί να περιγραφεί ούτε μόνο με όρους βίας, αλλά ούτε και με όρους σωφρονισμού» (Κόρος ό.π.: 367). Η επίκληση του σύγχρονου αυταρχικού κράτους είναι μάλλον μια έωλη αναπαραγωγή σχημάτων σκέψης του παρελθόντος, καθώς η έντονη κυριαρχική άσκηση κρατικής εξουσίας αποτελεί τώρα την έκφραση ενός ευάλωτου κράτους, και όχι ενός αυταρχικού κράτους κατόχου ισχυρής ποσότητας δύναμης.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η κυρίαρχη και συνήθης εικόνα σκέψης για το αυταρχικό κράτος είναι ίδια ή παρόμοια, είτε το σκεφτόμασταν ως κεϋνσιανό είτε τώρα ως νεοφιλελεύθερο.[15] Ενώ υπάρχουν τόσες ενδείξεις «κρίσης του κράτους»: εγκατάλειψη ύλης ελέγχου και πρόνοιας του πληθυσμού, στοιχεία κρατικής αδυναμίας ελέγχου και διαχείρισης, αλλά και αντίστροφα, από τα κάτω, ελλιπής απεύθυνση ή προσφυγή του πληθυσμού στο κράτος στα όρια της συμβολικής ή πραγματικής απαξίωσής του, και ολοκληρώσεις των υλικών σχέσεων ύπαρξης της κοινωνίας πέραν των ορίων του, παρόλα αυτά συνεχίζουμε να αναγνωρίζουμε θεωρητικά και να ασκούμε κριτική στο κράτος με τον ίδιο συνήθη τρόπο: ως κάτι αυταρχικό, ή αλλιώς – αλλά με την ίδια λογική βάση – ως κάτι ελλιπές που πρέπει να συμπληρωθεί. Μπορεί να μάθαμε από τον Φουκώ ότι «δεν υπάρχει μια πρώτη και θεμελιώδης αρχή Εξουσίας» (Φουκώ 1991: 97), ότι το κράτος είναι μια ολοκλήρωση δυνάμεων και σχέσεων εξουσίας που έρχονται από διάφορα σημεία, αλλά ίσως να βρισκόμαστε πέρα από αυτό το σημείο. Ίσως να είμαστε στο σημείο των διάσπαρτα ελλειπουσών κρατικοποιήσεων των από τα κάτω σχέσεων εξουσίας και δύναμης οι οποίες εκφεύγουν από το κράτος, δεν αναφέρονται σε αυτό και το διαπερνούν.

Η ισχυρή παρουσία αυτών των γραμμών και συνόλων δυνάμεων που εκφεύγουν του κράτους και δεν ολοκληρώνονται σε αυτό, οδηγεί στην κρίση του εξατομικευτικού και ολοκληρωτικού τρόπου άσκησης της δύναμής του. Πέρα από όσα ειπώθηκαν, παραδειγματικά κατ’ αυτό τον τρόπο μπορούμε να αναγνωρίσουμε το έντονο, αν και μειοψηφικό, αντι-εμβολιαστικό κίνημα που σχηματικά θέλει να υπερασπίσει το ιδιωτικό σώμα έναντι μιας θεωρούμενης εξατομικευμένης ολοκληρωτικής επιβολής του κράτους. Επίσης, πώς αλλιώς μπορούμε να διαβάσουμε την αδιανόητη για το παρελθόν πρόσφατη άρνηση των ατόμων να απογραφούν στο κράτος, να δεχθούν να υπαχθούν στη στατιστική του κράτους-έθνους για το οποίο φαντάζομαι ότι, την ίδια στιγμή, θα νιώθουν ηλιθιωδώς υπερήφανοι. Κι ακόμη περισσότερο, από τη θέση της κρατικής ευαλωτότητας θα μπορούσε να ξεκινήσει μια ανάλυση για την ιδιαίτερη μορφή της πολιτικής κυβερνολογικής του καιρού μας και τη δυναμική τού, μάλλον λανθασμένα ονομαζόμενου, μεταφασιστικού φαινομένου.

Αναφέρθηκα σε προηγούμενο σημείο στη φυλακή ως περιθωριακό κοινωνικό πεδίο, υπονοώντας μια μετατόπιση της κρισιμότητας της θέσης του στο εξουσιαστικό διάγραμμα. Αυτό το κείμενο δεν μπορεί παρά να εκφέρει αφοριστικά αυτή την κρίση, παρόλο που μπορεί να προκύπτει από την προηγούμενη ανάλυση. Το κοινωνικό σώμα δεν είναι ένα «αρχιπέλαγος των φυλακών»[16] καθώς η λογική της σωφρονιστικής κανονικοποίησης δεν διαχέεται σε όλο το σώμα. Σε αντίθεση με ό,τι έγραφε ο Φουκώ στα 1975 (για μια άλλη εποχή), η φυλακή δεν είναι ένα κοινό «σημαινόμενο που κυβερνά το σχολείο, το δικαστήριο, το άσυλο» (Φουκώ 1989: 399), το νοσοκομείο, την εργατούπολη, το εργοστάσιο.[17] Και κατά τούτο, η φυλακή δεν αποτελεί μια παραδειγματική μορφή έκφρασης, ή αλλιώς, δεν είναι ο παραδειγματικός τομέας του κράτους (ούτε αντιστοίχως το εργοστάσιο ως «φύτρα αγωγής», ούτε το νοσοκομείο ως τόπος θεραπείας), όσο κι αν ακόμη (τόσο καιρό «μετά») θέλουμε να είναι έτσι για να εξάγουμε με ευκολία την καθαρότητα μιας μάχης.

Συνεπώς, η φυλακή και οι αγώνες γι’ αυτήν, δεν έχουν πλέον παραδειγματικό χαρακτήρα, κι ας αποτελούν έναν τόπο του ισχύοντος εξουσιαστικού διαγράμματος. Τώρα, ο παραδειγματικός, ο κατεξοχήν παραβάτης, δεν είναι ο παραβάτης του νόμου, αλλά ο παραβάτης των εθνικών συνόρων. Και αυτή η παράβαση δεν οδηγεί στη φυλακή, αλλά στις δολοφονικές τακτικές επαναπροώθησης ή στα στρατόπεδα «υποδοχής» μεταναστών. Εδώ η άσκηση της (τρανς)κρατικής εξουσίας βρίσκει τη συνάντησή της με άλλα θεμελιώδη σημεία του εξουσιαστικού διαγράμματος.

Αλλά παρόλα αυτά από την ίδια την υποβάθμιση της φυλακής, από αυτό το παραμελημένο άκρο, ίσως μπορούμε να εξάγουμε συμπεράσματα για την παρούσα κατάσταση του συστήματος εξουσιών. Διάβασα είναι αλήθεια μεροληπτικά αυτό το βιβλίο που ερευνά τη φυλακή με έναν μη αναμενόμενο τρόπο, εισάγοντας ένα απροσδόκητο και στον τρόπο της εξουσίας εκεί που θεωρούμε δεδομένη την κρατική δύναμη άσκησης πειθαρχικής εξουσίας, προκειμένου να εξάγω το πλεόνασμα που παρέχει και να υπερβώ τα όρια της θεματικής του, ώστε να θίξω το ζήτημα της κρατικής μορφής με χοντροκομμένο, έστω, και σχηματικό τρόπο. Ο στόχος ήταν να θέσω μέσα από μερικά, λιγοστά ίσως στοιχεία, τα οποία όμως έρχονται από πολλές μεριές και με ισόμορφο τρόπο, το αίτημα της ανασυγκρότησης των νοητικών κανόνων βάσει των οποίων αναγνωρίζουμε το κράτος. Γιατί το κράτος δεν αποτελεί αχρονική, απρόσβλητη μορφή, αλλά ιστορική. Επαναλαμβάνοντας και διαφοροποιώντας μια προηγούμενη πρόταση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κράτος είναι εντέλει μια επισφαλής προκύπτουσα επίλυση, αν και το μέγεθος της επισφάλειας κρύβεται από τη δύναμη αδράνειας της παγιωμένης του μορφής. Η αναφορά στην επισφάλεια θέλει να δείξει τον τρωτό και εξωγενή χαρακτήρα της διατήρησης της δύναμης και της μορφής του κράτους. Εξάλλου η άρθρωση της κεφαλαιακής σχέσης με τη μορφή και λειτουργία του κυρίαρχου έθνους-κράτους είναι ιστορικής και όχι λογικής τάξης.

Βιβλιογραφία

Balibar, Ε. (2010), «Φουκώ και Μαρξ. Το διακύβευμα του νομιναλισμού», σε Ο φόβος των μαζών. Σπινόζα, Μαρξ, Φουκώ, Αθήνα: Πλέθρον, 91-126.

Βεν, Π. (2008), «Ο Μ. Φουκώ φέρνει την επανάσταση στην ιστοριογραφία», σε Βεν, Π. Π. Βιλλάρ κ.ά., O Μισέλ Φουκώ και οι ιστορικοί, Αθήνα: Νήσος, 59-124.

Bryan, D. και Μ. Rafferty (2006), «Το χρήμα στον καπιταλισμό ή το καπιταλιστικό χρήμα;», Θέσεις, τ. 97: 49-74.

Deleuze, G. (1992), «What is a dispositif?», σε Armstrong, Τ. (ed.), Michel Foucault: Philosopher, Hemel Hempstead: Harvester Wheatsheaf, 159-168.

Deleuze, G. (1995), «Life as a Work of Art», σε Negotiations 1972-1990, Νέα Υόρκη: Columbia University Press, 94-101.

Deleuze, G. (2005), Φουκώ, Αθήνα: Πλέθρον.

Deleuze, G. (2005α), «Επιθυμία και ηδονή» [σημειώσεις του Ντελέζ για τον Φουκώ, 1977], σε Φουκώ, Αθήνα: Πλέθρον, 229-244.

Eμμανουηλίδης, Μ. (2013), «Οικονομία και κρίση της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής. Η στρατηγική λειτουργία του ρατσιστικού Συστήματος», σε Εμμανουηλίδης, Μ. και Α. Κουκουτσάκη, Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης, Αθήνα: Futura, 15-100.

Eμμανουηλίδης, Μ. (2020), «Άνθρωποι-ζώα, κράτη και μηχανές που έρχονται από έξω. Ομολογίες ιού και χρηματιστικού κεφαλαίου», Θέσεις, τ. 152: 15-52.

Foucault, M. (2001), «Lives of Infamous Men» [1977], σε Faubian, J. (ed.), Power (The Essential Works of Foucault, 1954-1984, Vol. 3), Νέα Υόρκη: The New Press, 157-175.

Foucault, M. (2002), Για την υπεράσπιση της κοινωνίας, Αθήνα: Ψυχογιός.

Foucault, M. (2005), The Hermeneutics of the Subject. Lectures at the Collège de France,
1981–1982
, Νέα Υόρκη: Palgrave Macmillan.

Foucault, M. (2007), «What Our Present Is?», σε The Politics of Truth, Λος Άντζελες: Semiotext(e), 129-143.

Foucault, M. (2012), Η γέννηση της βιοπολιτικής, Αθήνα: Πλέθρον.

Foucault, M. (2016α), Τι είναι Κριτική;, Αθήνα: Πλέθρον.

Foucault, M. (2016β), «Omnes et Singulatim: Προς μια κριτική του “πολιτικού ορθολογισμού”», Σύγχρονα Θέματα, τ. 134-135: 193-207.

Κακολύρης, Γ. (2018), «Ο Φουκώ για την κυβερνολογική. Για το βιβλίο: Μισέλ Φουκώ, Φυλακή/Κυβερνολογική: δύο κείμενα», Σύγχρονα Θέματα, τ. 142: 83-86.

Κόρος, Δ. (2017), «Για τον μαρξισμό, την αποτυχία της φυλακής και την κυβερνολογική», επίμετρο σε Φουκώ, Φυλακή/Κυβερνολογική: δύο κείμενα, Θεσσαλονίκη: Ακυβέρνητες πολιτείες, 89-138.

Κόρος, Δ. (2020), Η πειθαρχία και τα όριά της στην ελληνική φυλακή, Αθήνα: Νήσος.

Μαρξ, K. (1978), Το Κεφάλαιο, τ. 1ος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μηλιός, Γ. και Δ. Π. Σωτηρόπουλος (2011), Ιμπεριαλισμός, χρηματοπιστωτικές αγορές, κρίση, Αθήνα: Νήσος.

Μηλιός, Γ. (2022), «Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον γράφοντα», [15.1.2022].

Ντελέζ, Ζ. (2019), Διαφορά και επανάληψη, Αθήνα: Εκκρεμές.

Protevi, J. (2009), «What does Foucault think is New about Neoliberalism?», Pli, τ. 21: 1-25. [final draft: http://www.protevi.com/john/Foucault_28June2009.pdf].

Σωτηρόπουλος, Δ.Π., Γ. Μηλιός και Σ. Λαπατσιώρας (2019), Το χρηματοπιστωτικό σύστημα στον σύγχρονο καπιταλισμό, Αθήνα: angelus novus.

Φουκώ, M. (1989), Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Αθήνα: Ράππα.

Φουκώ, M. (1989α), Ιστορία της σεξουαλικότητας, τ. 2: Η χρήση των απολαύσεων, Αθήνα: Ράππα.

Φουκώ, M. (1991), «Δύο δοκίμια για το υποκείμενο και την εξουσία», σε Η μικροφυσική της εξουσίας, Αθήνα: Ύψιλον, 75-100.

Φουκώ, M. (1992), Ιστορία της σεξουαλικότητας, τ. 3: Η μέριμνα για τον εαυτό μας, Αθήνα: Ράππα.

Φουκώ, M. (2020), Για την κυβέρνηση των ζωντανών. Μαθήματα στο Κολέγιο της Γαλλίας, 1979-1980, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Φουρτούνης, Γ. (2009), «Η απορία του υποκειμένου: Φουκώ, Αλτουσέρ, Μπάτλερ», Σύγχρονα Θέματα, τ. 106: 51-58.


[1] Πρώτη δημοσίευση, Θέσεις, τ. 159 (2022): 85-108.

[2] Στην Ελλάδα η κυβερνολογική (κυβερνησιμότητα, κυβερνητότητα, κυβερνοτροπία) έγινε γνωστή από τη δημοσιολογική και πολιτική της χρήση λίγο πριν και στους πρώτους μήνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το 2015, ως δήλωση και επιθυμία μιας αριστερής κυβερνησιμότητας, για να χαθεί σύντομα από τον δημόσιο λόγο, με τις εξαιρέσεις του Κ. Δουζίνα και του Σ. Γουργουρή («Preliminary Thoughts on Left Governmentality», Critical Times, 1.1: 99–107, 2018). Εντός αυτής της λογικής, εκδόθηκε πρόσφατα ο συλλογικός τόμος: Δουζίνας, Κ. και Μ. Μπαρτσίδης (επ.), Αριστερή Κυβερνησιμότητα. Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, Αθήνα: Νήσος, 2021.

Η αναλυτική χρήση της έννοιας είναι μάλλον περιορισμένη. Οι Μηλιός-Σωτηρόπουλος (2011) και Σωτηρόπουλος-Μηλιός-Λαπατσιώρας [2013] (2019) την χρησιμοποίησαν στην ανάλυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η Α. Αθανασίου έκανε «ανοιχτή» χρήση της στο: Η κρίση ως “κατάσταση έκτακτης ανάγκης” (2012), και την έχει αναφέρει στην εισαγωγή του: Μπάτλερ, Τ., Ευάλωτη Ζωή (2009). Βλ. επίσης, και το Εμμανουηλίδης (2013). Για τη μεθοδολογική διαπραγμάτευση της έννοιας, βλ. Κόρος (2017) και Κακολύρης (2018). Από όσο μπόρεσα να ελέγξω, η πρώτη αναφορά στον όρο ίσως έγινε στην εισαγωγή με υπογραφή Flesh Machine των μεταφράσεων δυο σεμιναρίων του Φουκώ που κυκλοφόρησαν το 2007 σε φωτοτυπημένα αντίτυπα με τίτλο Βιοπολιτική Ασφάλεια και η Γέννηση της Αστυνομίας.

[3] Είναι κρίσιμο ότι ο Ντελέζ αναγνωρίζει μια «επιπλέον δυναμική της δύναμης σε σχέση με το διάγραμμα που υπάγεται» η οποία είναι αυτή που αναστατώνει τα εξουσιαστικά διαγράμματα. Η επιπλέον δυναμική της υπαγόμενης στο διάγραμμα δύναμης αποτελεί το μη διαστρωματικό στοιχείο, την α-μορφική δύναμη του έξω (βλ. σχ. Deleuze 2005: 149, 152). Αυτό το α-μορφικό και μη-ήδη-καθορισμένο στοιχείο αναδιατάσσει τη θέση των αντιστάσεων στο εξουσιαστικό διάγραμμα ορίζοντάς τες ως μη-καθρεφτισμένες σε αυτό. Αυτή η τοποθέτηση των αντιστάσεων οδηγεί και στη θέση ότι κάθε αντίσταση στο διάγραμμα δεν αποτελεί στοιχείο αναταραχής του διαγράμματος.

Όπως θα δούμε παρακάτω, με την κυβερνολογική, η κίνηση του έξω προς τη συγκρότηση του μέσα νοείται πλέον ως πτύχωση (για το ζήτημα αυτό, βλ. και Εμμανουηλίδης 2020: 24-26, 33).

[4] Βλ. ιδίως το συμπληρωματικό χειρόγραφο του μαθήματος της 21.3.79 (Foucault 2012: 241-242). Σε αυτά τα στοιχεία της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής βρίσκεται το σκάνδαλο, αλλά και η παρανάγνωση της γοητείας που θεωρείται ότι ασκεί ο νεοφιλελευθερισμός στον Φουκώ.

[5] Για το θέμα, βλ. και Φουκώ (1989α: 34-42) όπου εκθέτει συμπυκνωμένα τη μέθοδο της διπλής όψης των διαδικασιών υποκειμενοποίησης.

[6] Με αυτή την έννοια, η μέθοδος του Φουκώ παραμένει, μόνο κατά ένα μέρος πια, ντελεζιανή, σύμφωνα με το προαναφερθέν σημείο: «Τέσσερις όροι είναι συνώνυμοι: Υλοποίηση, διαφωροποίηση, ολοκλήρωση και επίλυση. Κάθε διαφωροποίηση είναι μια τοπική ολοκλήρωση ή μια τοπική λύση η οποία στη συνέχεια συνδέεται με άλλες στη γενική λύση ή την καθολική ολοκλήρωση» (Ντελέζ 2019: 300). Κατά ένα μέρος, στον βαθμό που μετά τη μετατόπιση του ύστερου Φουκώ από τη μέθοδο του διαγράμματος, το ζήτημα της γενικής λύσης είναι υπό αίρεση ή τίθεται με άλλους όρους (βλ. σχ. Balibar 2010: 104 και Deleuze 2005α: 242-244).

Δεν θέτουμε το θέμα της συναρμογής ή της αρχής ενοποίησης στον Φουκώ, καθώς η εύκολη διαπραγμάτευσή του (και μετά την παγκόσμια εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας) αποτελεί λαβή για μια ράθυμη διανοητικά παραμονή σε μια θέση του κράτους (και των αντι-καθρεφτισμένων σε αυτό αντιστάσεων) η οποία είναι εγκαταλειμμένη.

[7] Το ερευνητικό σχέδιο του Φουκώ, όπως μπορεί να κριθεί αν το δούμε σε μια λεπτομερή ανασυγκρότησή του, είχε μεγαλύτερη ενότητα από ό,τι μπορεί να δείξει μια επιδερμική, αλλά πολιτικά φορτισμένη, ανάλυση που βλέπει στον ύστερο Φουκώ την απομάκρυνση από το ζήτημα των συλλογικών δυνάμεων και την επιστροφή στο Υποκείμενο. Όπως προαναφέραμε, η εισαγωγή της κυβερνολογικής συνιστά μετατόπιση ως συνέπεια αναποδογυρίσματος, και όχι εγκατάλειψη της διαγραμματικής λογικής της εξουσίας. Έτσι, ίσως να αποτελεί έκπληξη για όσους-ες θέλουν να βλέπουν έναν διαχωρισμένο Φουκώ, η επιθυμία που διατύπωσε στα 1981 να επιστρέψει σε μια ανάλυση του πολέμου (μετά τα όσα λίγα, αλλά σημαντικά είχε γράψει στις διαλέξεις Για την υπεράσπιση της κοινωνίας, 1975-76): «Και αν ο Θεός μου χαρίσει ζωή, μετά την τρέλα, την ασθένεια, το έγκλημα, τη σεξουαλικότητα, το τελευταίο πράγμα που θα ήθελα να μελετήσω θα ήταν το πρόβλημα του πολέμου και του θεσμού του πολέμου σε αυτό που θα μπορούσε κανείς να ονομάσει στρατιωτική διάσταση της κοινωνίας. […] Τι κάνει ένα έθνος να έχει το δικαίωμα να ζητήσει από κάποιον να πεθάνει γι’ αυτό;» (Foucault 2007: 143). Η αντίληψη της της ενότητας του ερευνητικού του σχεδίου δεν διαγράφει τη δύναμη και τον πλούτο των εντάσεων των διαφορετικών γραμμών που δημιουργήθηκαν στην πορεία του.

[8] Ας πω με την ευκαιρία, ότι για τις διαδικασίες υποκειμενοποίησης κρίσιμα είναι τα προβλήματα που ανέδειξε η Μπάτλερ στο Ψυχική ζωή της εξουσίας (2009)(βλ. και Φουρτούνης 2009), εκτός αν παρακαμφθούν από τον Φουκώ του Ντελέζ.

Σε όλη αυτή την παρέκβαση κυκλοφορεί η ντελεζιανή παραγωγή για τον Φουκώ, όχι μόνο σαν μια γραμμή που υποβαστάζει ό,τι γράφω για το θέμα, αλλά γιατί νομίζω ότι το φουκιανό ερευνητικό σχέδιο από την δεκαετία του ’70 και έπειτα αποτελούσε και μια συνεχή, κρυφή συνομιλία και απάντηση στον Ντελέζ.

[9] Όπως ρητά αναφέρεται στο βιβλίο (Κόρος 2020: 39), το ζήτημα των αντι-διαγωγών και των εξεγέρσεων είναι εκτός του αντικειμένου του.

[10] «Έχουμε λοιπόν ένα ιδιαίτερο νεοφιλελεύθερο υποκείμενο: σε εγρήγορση μεν (ως προς την ανάγκη να επιδείξει την κατάλληλη διαγωγή), αλλά καταδικασμένο στην αδράνεια» (Κόρος ό.π.: 386). Πρόκειται για το αντι-παραγωγικό παράγωγο της γενικής νεοφιλελεύθερης ρύθμισης, το οποίο δεν ανιχνεύεται μόνο εντός της φυλακής.

[11] «Στο πλαίσιο αυτό, η πειθαρχική συμμόρφωση έχει το νόημα αυτού που ο Weber ονομάζει υπακοή, η οποία “σημαίνει: ότι το πράττειν του υπακούοντος εξελίσσεται με τέτοιο τρόπο ως εάν να έχει καταστήσει το περιεχόμενο της διαταγής χάριν της ιδίας, αρχή της συμπεριφοράς του, και μάλιστα απλώς χάριν της τυπικής σχέσης υπακοής, χωρίς συμπερίληψη της δικής του άποψης περί αξίας ή απαξίας της διαταγής”. Έχουμε δηλαδή όχι το ηθικό υποκείμενο, αλλά το πειθαρχικό και κυβερνολογικό υποκείμενο, πειθαρχικό γιατί πρέπει να υπακούει και να παρουσιάζει την κατάλληλη για την επίτευξη των σχετικών προνομίων διαγωγή και κυβερνολογικό, καθώς κατασκευάζεται, όπως ειπώθηκε παραπάνω, ως ένα πεδίο πρωτοβουλιών και αυτο-διακυβέρνησης, πέρα από τη διχοτομική προσέγγιση περί ελευθερίας και καταναγκασμού, συναίνεσης και καταπίεσης. Αυτή η κρατική αδυναμία διαχείρισης των πραγμάτων του επιφέρει, με τη συχνότατη πρακτική της ψήφισης διατάξεων για την εφάπαξ διαγραφή των πειθαρχικών ποινών, μια απο-πειθαρχοποίηση της φυλακής» (Κόρος: 379).

[12] Σύμφωνα με τον συγγραφέα: «Δεν πρόκειται για μια νεοφιλελεύθερη κυβερνολογική [της φυλακής] που επικουρεί την πειθαρχία, εμψυχώνοντας το υποκείμενο που, σε καθεστώς ελευθερίας των επιλογών, θα μπορέσει να γίνει ηθικό – οπότε η ποινή θα είχε ως σκοπό την αναμόρφωση – ούτε μια σωφρονιστική συνθήκη όπου ο κρατούμενος θα αναπτύξει μόνος του, με ιδιωτική πρωτοβουλία (enterprise) την επανακοινωνικοποίησή του, μέσα από ένα σύνολο δοθεισών» (Κόρος, 2019: 378).

[13] Το απόσπασμα αυτό υποβάσταζε η εργασία για την χρηματιστικοποίηση των Μηλιός-Σωτηρόπουλος (2011), καθώς και των D. Bryan και P. Rafferty (ενδεικτικά: 2006).

[14] Η συμμετροποίηση αποτελεί την τεχνολογία του χρηματοπιστωτικού συστήματος που εξασφαλίζει τη συγκρισιμότητα των συγκεκριμένων, εξατομικευμένων συγκεκριμένων κινδύνων: «Οι αγορές παραγώγων διαμορφώνουν τη διάσταση του αφηρημένου κινδύνου, επιβάλλοντας τη συμμετρία (ένα κοινό μέτρο σύγκρισης) των διαφόρων συγκεκριμένων κινδύνων και καθιερώνοντας μια αντικειμενική μέτρησή τους» (Σωτηρόπουλος-Μηλιός-Λαπατσιώρας 2019: 304) «Εξαιτίας της παρέμβασης της ιδεατής ανταλλαγής του παραγώγου με χρήμα, ένας συγκεκριμένος και ιδιαίτερος κίνδυνος μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ίδιος με οποιονδήποτε άλλο. Επομένως, οι αγορές παραγώγων ορίζουν τη διάσταση του αφηρημένου κινδύνου, καθιστώντας όλους τους συγκεκριμένους κινδύνους σύμμετρους. Η μορφή του αφηρημένου κινδύνου είναι ο κίνδυνος που αποτιμάται σε αξία, δηλαδή σε χρήμα. Ο αφηρημένος κίνδυνος είναι ο μεσολαβητικός παράγων που επιτρέπει σε όλους τους συγκεκριμένους κινδύνους να καταστούν κοινωνικοί και σύμμετροι, επομένως συγκρίσιμοι μεταξύ τους» (ό.π.: 143-144).

[15] Η επίκληση της αυταρχικότητας του κράτους αποτελεί κομβικό περιγραφικό στοιχείο πολλών διαφορετικών, θεωρητικών και πολιτικών, προσεγγίσεων του σύγχρονου κράτους σε σχέση με την οικονομική και βιολογική κρίση, αλλά και πριν από αυτές. Αλλά η επίκληση αυτή αποτελεί περισσότερο σύμπτωμα διαψευσμένων προσδοκιών ή αυτοεκπληρούμενων προφητειών κρατικής κυριαρχικότητας και φασιστικοποίησης, το οποίο αναδεικνύει την ίδια την απαίτηση ανάλυσης της θέσης και της λειτουργίας του σύγχρονου κράτους, παρά μιλά πραγματικά γι’ αυτές.

[16] Για την έννοια του αρχιπελάγους των φυλακών, βλ. Φουκώ (1989: 395, 397-401).

[17] Αυτή η τάση αναγνωρίστηκε τόσο νωρίς από τον Ντελέζ, το 1990, βλ. Deleuze (1992).

Κλασσικό
Πολιτική,Τέχνη,Φιλοσοφία,καπιταλισμός

Πουλιά όλου του κόσμου, ενωθείτε!

του Τζέισον Ρηντ

Στις συζητήσεις του με τον Φρανσουά Τρυφφώ, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ επέμεινε ότι τα πουλιά στην ομώνυμη ταινία έπρεπε να είναι συνηθισμένα πουλιά, γλάροι, κοράκια, σπουργίτια και όχι τα πιο θεαματικά και αναμφισβήτητα πιο τρομακτικά γεράκια και αετοί. Το βιβλίο τού Jun Fujita Le Ciné-Capital επανέρχεται σε αυτό το ιδιαίτερο περιστατικό και το χρησιμοποιεί κατά κάποιο τρόπο ως άξονα που συνδέει την κατανόηση του κινηματογράφου από τον Ντελέζ, την κατανόηση του Κεφαλαίου από τον Μαρξ και την επαναστατική πολιτική.

Screen Shot 2022-02-21 at 12.31.32 PM

Ως προς το πρώτο, όπως υποστηρίζει ο Ντελέζ στον πρώτο τόμο του βιβλίου του για το σινεμά, η ταινία ή ο κινηματογράφος αντιπροσωπεύει μια θεμελιώδη μεταμόρφωση του τρόπου με τον οποίο απεικονίζεται η κίνηση. Άλλοτε, στον παλαιό κόσμο, μπορούσαμε να απεικονίσουμε την κίνηση μόνο αποσπώντας μια σειρά από ακίνητες πόζες που μετέδιδαν παράδοξα την κίνηση μέσω της δικής τους Συνέχεια

Κλασσικό
Ανάλυση λόγου,Μουσική,Πολιτική

Η μουσική τραπ και το χειραφετητικό της δυναμικό

του Jernej Kaluža

Η ραπ μουσική, και η κουλτούρα διασημότητας που την συνοδεύει, παρουσίαζε πάντοτε μια πραγματικότητα συνδεδεμένη με δύο άκρα: την πραγματικότητα της ζωής που ζουν τα «αλάνια» στους δρόμους, από τη μια πλευρά, και μια συγκεκριμένη εκδοχή του «αμερικάνικου ονείρου» που συνίσταται στην αναρρίχηση από κάτω προς τα πάνω, από την άλλη. Το παρόν άρθρο διερευνά τους λόγους για τους οποίους η μουσική τραπ, η οποία ξεκίνησε ως μια παραλλαγή της ραπ στα νότια των ΗΠΑ, με το συγκεκριμένο μείγμα ηδονισμού και μηδενισμού, σκοταδιού και χαράς, αρχίζει να γίνεται η μουσική των καιρών μας. Υποστηρίζει ότι αυτό δεν είναι τυχαίο: η διπλή πραγματικότητα, η σκληρή πραγματικότητα του να ζεις σε μια «παγίδα» [trap] από τη μια και η εξιδανικευμένη, ονειρική πραγματικότητα γεμάτη χρυσάφι και διαμάντια από την άλλη, είναι η κύρια αλληγορία της «πραγματικής» ζωής στον ύστερο καπιταλισμό. Πώς να βγούμε από την παγίδα; Στο άρθρο, διερευνώ ορισμένα κρίσιμα προβλήματα της σύγχρονης θεωρίας σχετικά με τις ταξικές και φυλετικές διαφορές και υποστηρίζω ότι μπορούμε να εξαγάγουμε εκτεταμένα κοινωνικά, πολιτικά και θεωρητικά συμπεράσματα από την ερμηνεία μιας μουσικής που συχνά παρουσιάζεται ως απολιτική, κενή και κακής ποιότητας. Η ερμηνεία της σύγχρονης εξέλιξης στην ποπ κουλτούρα θα συνδυαστεί με αναγνώσεις θεωρητικών όπως οι Φουκώ, M’μπέμπε, Μπαλιμπάρ, Mαρξ, Moρέττι και Ντελέζ-Γκουατταρί. Υποστηρίζω ότι η ταύτιση με την τραπ μουσική, ακόμα κι αν φαίνεται κομφορμιστική και Συνέχεια

Κλασσικό
πόλεμος,Πλήθος

Η Ουκρανία είναι ένα ψευδο-έθνος, αλλά τόσο το καλύτερο. Ας γίνουμε κι εμείς

του Άκη Γαβριηλίδη

Ένα από τα επιχειρήματα με τα οποία ο Πούτιν –ή/ και οι θαυμαστές του στην Ελλάδα- επιχειρούν να δικαιολογήσουν την επίθεση στην Ουκρανία, είναι ότι η Ουκρανία «δεν είναι πραγματικό έθνος» αλλά «τεχνητό»: δεν έχει δική της γλώσσα, ιστορία, παραδόσεις και πολιτισμό, αλλά όλα αυτά τα στοιχεία είναι πολύ παρόμοια με τα αντίστοιχα της Ρωσίας από την οποία αποσπάστηκε αυθαίρετα. Ο πόλεμος είναι ένας τρόπος να επανορθωθεί αυτή η αδικία.

Αντίστοιχα, οι επικριτές της εισβολής βασίζουν την αντίθεσή τους αποκλειστικά στο ότι η Ουκρανία είναι ένα κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος με αναγνωρισμένα διεθνώς σύνορα, των οποίων η παραβίαση είναι αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο.

Αυτό το δεύτερο είναι βεβαίως ορθό, αλλά δεν εξαντλεί το ζήτημα. Το νομικό επιχείρημα είναι χρήσιμο στη νομική-διπλωματική συζήτηση. Εάν μείνουμε σε αυτό, ή, ακόμα περισσότερο, εάν το επεκτείνουμε Συνέχεια

Κλασσικό
Δημοσιεύσεις αρχείου,Πολιτική,Φιλοσοφία

Deleuze-Negri: To επαναστατικό γίγνεσθαι και τα πολιτικά δημιουργήματα

Μια συνέντευξη του Zιλ Ντελέζ στον Tόνι Νέγκρι

Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος (άνοιξη 1990) του περιοδικού Futur Anterieur [τετελεσμένος μέλλων], το οποίο εξέδιδε ο Νέγκρι μετά τη φυγή του στο Παρίσι μαζί με μία ομάδα συνεργατών. Μία πρώτη μορφή της συνέντευξης, με αρκετές περικοπές και μετατροπές λόγω χώρου, είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Εποχή το 1995, αμέσως μετά το θάνατο του Ντελέζ. Την αναδημοσιεύουμε εδώ συμπληρωμένη ώστε να υπάρχει και διαδικτυακά στα ελληνικά.

 

Στην πνευματική σας ζωή το πρόβλημα της πολιτικής φαίνεται να ήταν πάντα παρόν. Από τη μια, η συμμετοχή σε κινήματα (φυλακές, ομοφυλόφιλοι, ιταλική αυτονομία, Παλαιστίνιοι), από την άλλη, η συνεχής προβληματοποίηση των θεσμών αλληλοδιαδέχονται και αλληλοδιαπλέκονται μέσα στο έργο σας, από το βιβλίο για τον Χιουμ μέχρι αυτό για τον Φουκώ. Από πού γεννιέται αυτή η συνεχής προσέγγιση στο ζήτημα της πολιτικής και πώς καταφέρνει να παραμείνει εκεί σε όλη την πορεία της δουλειάς σας; Γιατί η σχέση κίνημα/ θεσμοί είναι πάντα προβληματική; Συνέχεια

Κλασσικό
Γλώσσα,Μουσική,Πολιτισμικές σπουδές

Ο αντι-Μιθριδάτης: από την υποκουλτούρα στην κουλτούρα (και πάλι πίσω)

του Άκη Γαβριηλίδη

Όταν ο Σεφέρης έκανε τη δήλωσή του κατά της χούντας, το 69, σχεδόν όλοι αντέδρασαν ανεπιφύλακτα θετικά. Φυσικά όχι η ίδια η χούντα, ούτε το ημιεπίσημο όργανό της, που άρχισαν να ψάχνουν για να βρουν ψεγάδια στον προηγούμενο βίο και πολιτεία του Σεφέρη. Επίσης όμως, επιφυλακτικά, έως αρνητικά, αντέδρασαν από άλλη σκοπιά –κυρίως αργότερα, μερικοί μέχρι και σήμερα- κάποιοι ανόητοι, διατυπώνοντας γκρίνιες του τύπου «ναι, αλλά γιατί τώρα», «πού ήταν αυτός τόσον καιρό», «σιγά, και τι λέει αυτή η δήλωση, κοινοτοπίες», «υπερεκτιμήθηκε, υπάρχουν άλλοι που έκαναν το ίδιο με πιο ριζοσπαστικό και συνεπή τρόπο αλλά αγνοήθηκαν» κ.λπ.[1].

Σήμερα, «άλλοι ανόητοι, ή οι ίδιοι μετενσαρκωμένοι», όπως έλεγε ο Ντελέζ, προσπαθούν με ανάλογα ψελλίσματα και σοφίσματα να αποδυναμώσουν και να χωνέψουν το δηλητήριο που τους σέρβιρε αφειδώς και μονοκοπανιά (σε αντίθεση με τη συνήθεια που αποδίδεται στον διάσημο συνονόματό του βασιλέα του Πόντου κατά την Συνέχεια

Κλασσικό
Μουσική,ανθρωπολογία

Ζάχος Παπαζαχαρίου: οδηγίες χρήσεως

του Άκη Γαβριηλίδη

Ο Εμμανουήλ/ Eυάγγελος Ζάχος/ Ζάχος Ε. Παπαζαχαρίου είναι η μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία της ελληνικής ακαδημαϊκής κοινότητας.

Το έργο του ως επί το πλείστον μέχρι σήμερα μένει αναξιοποίητο, χωρίς συνεχιστές και χωρίς προεκτάσεις στο χώρο της έρευνας, επειδή οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί δεν πολυήξεραν, ούτε και ξέρουν τι να το κάνουν.

Αν αποβλέψουμε στα ίδια τα αντικείμενα, στο άμεσο περιεχόμενο των βιβλίων του, αυτά εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να δικαιολογούν αυτή την παντελή αδιαφορία και έλλειψη επικοινωνίας. Τα βιβλία (τουλάχιστον ορισμένα απ’ αυτά, αλλά και τα υπόλοιπα κατά τρόπο έμμεσο –όπως και τα μη αναλυτικά του κείμενα, π.χ. μυθιστορήματα ή τραγούδια) μιλάνε για θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο διάφορων δραστήριων επιστημών και κλάδων: της λαογραφίας, της εθνογραφίας-ανθρωπολογίας, της γλωσσολογίας, της ιστορίας, της μουσικολογίας … Ωστόσο, η γραφή τους, αλλά και η ίδια η σύλληψή τους, φαίνεται συνήθως αταίριαστη, περίεργη, όχι καθώς πρέπει με βάση τις συμβάσεις και τον τρόπο λειτουργίας της «επιστήμης».

Με βάση την εκπαίδευσή τους, τα μέλη της επιστημονικής κοινότητας, όταν πιάνουν στα χέρια τους ένα βιβλίο που περιέχει ισχυρισμούς για θέματα αυτών των πεδίων, έχουν μάθει ως πρώτη αντίδραση να το «ξεψαχνίζουν» με άξονες ερωτήματα του τύπου: ποιες είναι οι πηγές σου; Ποια έρευνα έκανες, πού, πότε; Με ποια πρωτόκολλα; Πού Συνέχεια

Κλασσικό
Γλώσσα,Χρέος

Το κομποζίσιον σκέιλ είναι κινεζοελληνική λέξη

του Άκη Γαβριηλίδη

Σήμερα, σε μία από τις πολλές γλωσσικές ομάδες του φέισμπουκ η οποία δεν κρύβει, αλλά αντιθέτως προβάλλει υπερήφανα ήδη με τον τίτλο της τις ρυθμιστικές της φιλοδοξίες, δημοσιεύτηκε η κάτωθι ανάρτηση:

cebacebfcebccf80cebfcf83ceb9cf83ceb9cebfcebd

Την ανάρτηση αυτή ακολούθησαν δεκάδες σχόλια –τη στιγμή του παραπάνω σκρην σοτ ήδη 70, αλλά συνεχίζονται- που όλα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ήταν επικριτικά έως χλευαστικά για την «φαντασμένη» Συνέχεια

Κλασσικό
Φιλοσοφία,κομμουνισμός

Κρυπτοκομμουνισμός

του Μαρκ Αλιζάρ

Δημοσιεύουμε παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο: Mark Alizart, Cryptocommunisme, PUF, Παρίσι 2019 (σελ. 9-13, 43-57). Οι σημειώσεις μέσα σε αγκύλες είναι του μεταφραστή.

Οι κωδικοί του μέλλοντος

Το 1968, μια ομάδα χίππηδων ξεκινά ένα οραματικό περιοδικό με τον τίτλο Whole Earth Catalog, το οποίο αναμιγνύει κυβερνητική, οικολογία και σοσιαλισμό, και όλο αυτό υπό την καθοδήγηση της ενόρασης ότι η πληροφορική μπορεί να σώσει τον πλανήτη και να επαναφέρει στο προσκήνιο τον κομμουνισμό.

Κατά τον ιδρυτή του, τον Στιούαρτ Μπραντ, οι υπολογιστές προορίζονται να θέσουν τέρμα στην αέναη εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των εθνών· είναι επίσης σε θέση να ανακουφίσουν την ανθρωπότητα από το βάρος της εργασίας· είναι μάλιστα ικανοί να επινοήσουν μία νέα φύση όπου, όπως λέει ο ποιητής Ρίτσαρντ Μπράουτιγκαν, «θηλαστικά και υπολογιστές θα ζουν μαζί σε μια αμοιβαία προγραμματισμένη αρμονία υπό τα βλέμματα μηχανών γεμάτων αγάπη και χάρη»[1].

H επιθεώρηση αυτή γνώρισε αμέσως επιτυχία. Κυκλοφόρησε ταχύτατα στους κύκλους της αντικουλτούρας, αλλά επίσης ανάμεσα στους μηχανικούς και τους προγραμματιστές, και μάλιστα, σύμφωνα με τον ιστορικό Φρεντ Τέρνερ, αυτή η κυβερνο-κομμουνιστική ή «κυβερνο-κοινοτική» ουτοπία συνέβαλε στη διαμόρφωση της κοινωνίας της πληροφορίας στην οποία ζούμε σήμερα. Υπήρξε το φόντο για να εφευρεθεί το διαδίκτυο· αρδεύει τα κοινωνικά δίκτυα και την δημοκρατική τους κουλτούρα. Αποτέλεσε τη βάση για προτάγματα open-source όπως το Linux και η Wikipedia. Και κυρίως, είναι ο λόγος για τον οποίο η Σίλικον Βάλλεϋ μπορεί να αυτοθεωρείται επιφορτισμένη με μία οιονεί θεϊκή αποστολή ευαγγελισμού ανεπίδεκτη αμφισβήτησης.

Πενήντα χρόνια μετά το πρώτο τεύχος του Whole Earth Catalog, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αισιοδοξία των τεχνο-χίππηδων υπήρξε αδικαιολόγητη. Είμαστε μάρτυρες του γεγονότος ότι από το διαδίκτυο πλούτισαν οι τράπεζες, οι πολυεθνικές των τηλεπικοινωνιών, οι γίγαντες της διανομής, το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και οι κεραίες της κοινωνίας του ελέγχου. Στο εμπόριο και τη διαφήμιση συγκροτήθηκαν απίθανα μονοπώλια, τα οποία απειλούν την ίδια τη δημοκρατία που υποτίθεται ότι το Web θα αναζωογονούσε. Τα τείχη μεταξύ των λαών ξαναϋψώθηκαν σχεδόν εξίσου γρήγορα όσο είχαν πέσει. Ο διαπολιτισμικός διάλογος εκφυλίστηκε σε ταυτοτική σύγκρουση. Τα κοινωνικά δίκτυα έγιναν αλγοριθμικές φούσκες όπου η αγανάκτηση αυτοσυντηρείται σε ένα κλειστό κύκλωμα. Για κάποιους, ακόμα και η οικονομία του μερισμού και της συνεισφοράς το μόνο που πέτυχε είναι να εξασφαλίσει δωρεάν εργατικά χέρια στον «γνωσιακό καπιταλισμό»[2]. Oι γονιδιακές τεχνολογίες παραμόρφωσαν την «κυβερνητική οικολογία» του ποιητή. Με δυο λόγια, τις τρελές ελπίδες της δεκαετίας του 70 διαδέχθηκε μία απέραντη απογοήτευση, σε βαθμό που έχουμε χάσει πια το μέτρημα των διανοουμένων που μας καλούν να αποσυνδεθούμε από το διαδίκτυο, να σπάσουμε το μονοπώλιο των GAFA ή των FAΝG[3] ή να διαλύσουμε τα  big data όπως κάποτε είχαμε διαλύσει το big oil[4].

Αντικείμενο του βιβλίου αυτού δεν είναι να αρνηθεί τη διαπίστωση αυτής της αποτυχίας, αλλά ούτε είναι να προσθέσει ακόμα μία φωνή στην ήδη πληθωρική χορωδία αυτών των κατηγοριών. Πράγματι, παρά τις ανεπάρκειές τους, θεωρούμε ότι οι τεχνο-χίππυς είχαν δίκιο να πιστεύουν στη σύζευξη του σοσιαλισμού και της κυβερνητικής.

Κατά πρώτο λόγο, ξέρουμε πολύ καλύτερα τώρα ότι ο ίδιος ο Μαρξ είχε υποθέσει ότι μία «κοινωνία της γνώσης» θα υπερνικούσε τον καπιταλισμό[5]. Ειδικότερα, ξαναανακαλύπτουμε τους δεσμούς που διατηρούσε ο μαρξισμός με μία επιστήμη γεννημένη την ίδια εποχή, τη «θερμοδυναμική»[6], οι εργασίες της οποίας οδήγησαν στην καθιέρωση της έννοιας της ενέργειας, αλλά επίσης στην πραγματικότητα της έννοιας της πληροφορίας, από την οποία εν μέρει απορρέει η σύγχρονη πληροφορική.

Έπειτα, οι ίδιοι οι πληροφορικοί άντλησαν τα διδάγματα από την αποτυχία τους. Από τη δεκαετία του 1980, οι κυβερνο-πανκ και ιδίως οι cypher-punks[7] βάλθηκαν να κάνουν ξανά κατοικήσιμο το ψηφιακό σύμπαν. Ανέπτυξαν πρωτόκολλα προστασίας της ιδιωτικής ζωής βασισμένα στην κρυπτογράφηση, από τα οποία προέκυψαν τα «κρυπτονομίσματα», που μπορούν να διορθώσουν σε μεγάλο βαθμό τις αυταρχικές και εμπορευματικές εκτροπές του Web, αν όχι και να προσδώσουν στις κυβερνο-κομμουνιστικές ιδέες την ουσία που τους έλειπε.

Οι κυβερνο-πανκ και οι cypher-punks σίγουρα θα βρουν εξωφρενικό να τους ανατεθεί ο ρόλος του ελλείποντος κρίκου ανάμεσα στην ιδέα του κομμουνισμού και την πραγματοποίησή της. Εκείνοι προτιμούν να αυτοπεριγράφονται ως πειρατές, ως ελευθεριακοί ή ως «κρυπτο-αναρχικοί»[8], όταν δεν εκδηλώνουν μία ξεκάθαρη απέχθεια για οτιδήποτε έχει στενή ή χαλαρή σχέση με το σοσιαλισμό. Από την άλλη, οι μαρξιστές, καθώς θεωρούν τα κρυπτονομίσματα μία τερατογένεση της πληροφορικής και της χρηματοοικονομίας, δεν θα εκτιμούσαν καθόλου την ιδέα ότι ο Μαρξ θα μπορούσε να ενθουσιαστεί με το Bitcoin.

Ωστόσο, ο ίδιος ο Μαρξ (και ο Χέγκελ) μίλησαν για τις «πανουργίες» του Λόγου και της «διαλεκτικής» … Η ιστορία προχωρά ως τυφλοπόντικας, σκάβοντας στα τυφλά στοές κάτω απ’ τη γη, έλεγαν. Στο κάτω κάτω, αυτή η απρόσμενη συνάντηση μεταξύ «κρυπτο-» και «κομμουνισμού» θα ήταν απλώς μία ακόμα απόδειξη. Ποιος ξέρει, η λέξη «κρυπτοκομμουνιστής», που άλλοτε προσδιόριζε τους συγκαλυμμένους μαρξιστές, ίσως έχει γίνει ήδη το λάβαρο υπό το οποίο υπηρετούν χωρίς να το γνωρίζουν όλοι όσοι δεν έχουν ακόμα πάψει να ελπίζουν στον κωδικό για ένα ευτυχισμένο αύριο[9].

(…)

Σοβιέτ συν wifi

Oι κυβερνο-κοινοτιστές της δεκαετίας του 1960 είχαν σκεφτεί την άρθρωση μεταξύ κομμουνισμού και κυβερνητικής κατά τρόπο όχι πολύ διαφορετικό από τον Μαρξ του “General Intellect”. Είχαν σκεφτεί το διαδίκτυο ως ένα “World Brain”[10] το οποίο, συσσωρεύοντας μια ποσότητα πληροφορίας οιονεί άπειρη και διαχέοντάς την σε μια ταχύτητα οιονεί άπειρη, θα παρήγαγε μία αξία οιονεί άπειρη.

Είναι ενδιαφέρον ότι στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο Νόρμπερτ Βήνερ, ο πατέρας της κυβερνητικής. Στο βιβλίο του Cybernétique et société[11] διακηρύσσει ότι θα πρέπει να μεταφερθούν σε κλίμακα ολόκληρων κοινωνιών οι αρχές που διέπουν την επεξεργασία της πληροφορίας. Η δημοκρατία θεωρεί ότι μπορεί να περιγραφεί ως ένα θερμοδυναμικό σύστημα που επιτυγχάνει την ισορροπία (την «ομοιόσταση») χάρη σε θετικούς βρόγχους ανάδρασης. Aπό αυτό συνάγει ότι η κατάστασή της είναι τόσο καλύτερη, όσο ενθαρρύνουμε το σχηματισμό παρόμοιων βρόγχων μέσα στην κοινωνία και όσο πολλαπλασιάζουμε τους διαύλους εκπομπής και υποδοχής της πληροφορίας.

Η θέση αυτή, διατυπωμένη μέσα σε ένα κλίμα ψυχρού πολέμου σημαδεμένου από διώξεις κομμουνιστών, ερμηνεύτηκε ως μία δήλωση πίστης του κύκλου των πληροφορικάριων στην ιδεολογία της «αόρατης χειρός» που δημιουργεί αυθορμήτως ισορροπίες εντός μιας ελεύθερης αγοράς όπου τα άτομα συμπεριφέρονται ως μόρια κάποιου αερίου. Τα γεγονότα διαψεύδουν αυτή την ερμηνεία. Κάποιες σελίδες του βιβλίου του Βήνερ απορρίπτουν εξίσου τον καπιταλισμό όσο και το σταλινισμό, κατά τρόπο αρκετά καινοφανή και προκλητικό για την εποχή[12]. Αυτό που ανησυχεί τον Βήνερ –όπως και όλους τους διανοουμένους που είχαν τρομοκρατηθεί από τον κίνδυνο πυρηνικής σύγκρουσης πυροδοτημένης από κάποιον Dr. Strangelove- είναι η ιδιωτικοποίηση της εξουσίας, και αυτή κάλλιστα μπορεί να συμβεί υπό καπιταλιστικό καθεστώς, με τα εργαλεία που προσφέρει η πληροφορική. Αλλά το καλύτερο αντίδοτο για τους κινδύνους που θέτει η πληροφορική είναι, κατ’ αυτόν, η ίδια η πληροφορική, εφόσον εφαρμοστεί ολικά, πράγμα που τον οδηγεί να ονειρεύεται μία «ενοποιημένη κυβέρνηση της Γης» βασισμένη σε αλγορίθμους που να ενεργούν κατά τρόπο ουδέτερο, αυτόματο και αποκεντρωμένο –ένα σχέδιο άλλωστε που θα τεθεί σε εφαρμογή με πρωτοβουλία ενός κομμουνιστή πολιτικού, του Σαλβαδόρ Αλιέντε, τη δεκαετία του 70. Το πρόγραμμα CyberSyn, από τις λέξεις Cybernetic Synchronisation, που συνέλαβε ο Στάφφορντ Μπήρ, ένας ερευνητής αρκετά εκκεντρικός (κυκλοφορούσε με λιμουζίνα και κάπνιζε πούρα), προέβλεπε ότι συλλέγονται δεδομένα στα εργοστάσια και διαβιβάζονται με τέλεξ σε ένα κέντρο εντολών όπου ένας υπολογιστής αναλαμβάνει να εξασφαλίζει τη συστημική σταθερότητα της οικονομίας αυτόματα και αποκεντρωμένα.

Καθώς η αποτυχία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» γινόταν όλο και πιο φανερή, η κυβερνητική άρχισε να προσελκύει κομμουνιστές οι οποίοι δεν δίσταζαν πλέον να παίρνουν αποστάσεις από το ενεργειοκρατικό δόγμα του κόμματος. Έτσι, βρίσκουμε ίχνη κυβερνητικής στον Λουί Αλτουσέρ, τα οποία ίσως προέρχονται από τον στρουκτουραλισμό του: ο Κλωντ Λεβί-Στρως ήταν ακροατής στις «διαλέξεις Macy» οι οποίες συγκέντρωναν τον ανθό της μεταπολεμικής κυβερνητικής, ο Ζακ Λακάν ήταν παθιασμένος με την πληροφορική, ενώ ο Νόαμ Τσόμσκι χρησιμοποίησε γλώσσες προγραμματισμού για να αναπτύξει τη γλωσσολογική δουλειά του πάνω στη γενετική γραμματική. Eφοδιασμένος με αυτές τις αποσκευές, ο Αλτουσέρ ισχυρίστηκε ότι ο κομμουνισμός δεν υπέφερε τόσο από το ότι είχε περιπέσει στην ομηρία αυταρχικών και κοινωνιοπαθών ηγετών που θα έπρεπε να εξαλειφθούν ώστε να αναδυθεί ένας «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο», όπως πίστευαν ο Σαρτρ και ο Μερλώ-Ποντύ, όσο από το ότι παρέμεινε εγκλωβισμένος σε μία «ανθρωπιστική» θέαση της πολιτικής. Με αυτό δεν εννοούσε ότι ο Μάο ή ο Στάλιν ήταν υπερβολικά συναισθηματικοί, αλλά ότι ήταν το γελοιογραφικό παράδειγμα του «μεγάλου ανδρός» ο οποίος πρόδιδε την ιδέα που έτρεφε ο Μαρξ για μια διαφορική πολιτική. Αντίστροφα, ο Αλτουσέρ σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος για να σώσουμε τον κομμουνισμό συνίστατο στο να γυρίσουμε την πλάτη στην «μεταφυσική του υποκειμένου» και να ασπαστούμε τη ριζοσπαστική ιδέα κατά την οποία η ιστορία κατευθύνεται από μόνη της, ότι είναι μια «διαδικασία χωρίς υποκείμενο». Ο κομμουνισμός του είναι μία δομή: ένα σύστημα με πολλές εισόδους, χωρίς κέντρο, χωρίς διοίκηση, που περιέχει πολλαπλά υπο-συστήματα τα οποία αρθρώνονται το ένα με το άλλο κατά τρόπο «επικαθορισμένο», πράγμα που σημαίνει ότι δεν καθορίζονται «μονόπλευρα» αλλά μέσω βρόγχων που εξασφαλίζουν τη συνοχή του, κατά το παράδειγμα που δίνει η κυβερνητική με τις «λούπες» και τις «ανατροφοδοτήσεις» της.

Τέλος, η ίδια η υπόθεση του Μαρξ περί του General Intellect τράβηξε την προσοχή ενός ρεύματος της ριζοσπαστικής αριστεράς τη δεκαετία του 70. Εκκινώντας από την αρχή ότι η εργασία καταλήγει πάντοτε να ευνοεί τον καπιταλισμό, καθότι του παρέχει την ενέργεια με την οποία τρέφεται, το εξαιρετικά πρωτότυπο κίνημα των «εργατιστών», στο οποίο πρωτοστατούσαν ο Αντόνιο Νέγκρι και ο Μάριο Τρόντι, κήρυξε την αυτοκαταστροφή της εργατικής τάξης. Το ζητούμενο ήταν να διαρρήξουμε το δεσμό μεταξύ μαρξισμού και ενεργειοκρατίας, προς όφελος εκείνης της πληροφορικής υπεραξίας της οποίας ο Μαρξ αναγγέλλει την έλευση. Πλην όμως, οι εργατιστές δεν συνδέθηκαν με τους κυβερνο-κοινοτιστές. Όπως ο Μαρξ, έτσι και αυτοί παρέμειναν επιφυλακτικοί όσον αφορά την ικανότητα μιας κοινωνίας της πληροφορίας να οδηγήσει από μόνη της στην ανάδυση του κομμουνισμού. Έτσι, δεν αιφνιδιάστηκαν όσο εκείνοι από την αποτυχία της πληροφορικής επανάστασης την οποία διαπιστώνουμε σήμερα.

Σύμφωνα  με τους εργατιστές και τους κληρονόμους τους, υπάρχουν δύο κύριοι λόγοι για αυτή την αποτυχία. Ο πρώτος είναι ότι οι υπολογιστές δεν μετέβαλαν την κυριότητα του πάγιου κεφαλαίου. Και μάλιστα, την αξία την οποία παράγει η πληροφορία την καρπώνονται όλο και λιγότερα χέρια. Σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Πρωτόκολλο. Πώς ο έλεγχος εξακολουθεί να υπάρχει μετά την αποκέντρωση»[13], ο Αλεξάντερ Γκάλλογουέι υπενθυμίζει ότι ξεχνάμε εύκολα πόσο το διαδίκτυο βασίζεται σε ένα σύστημα υποδομών [logistique] πολύ ιδιαίτερο, και πολύ συγκεκριμένο, εν προκειμένω ένα σύστημα άκρως συγκεντρωτικό. Εστιάζοντας στο ψηφιακό στοιχείο, οι κυβερνο-κοινοτιστές ξέχασαν τις πραγματικές οικονομικές συνθήκες παραγωγής του, εμφανίζοντας την παραγωγή των αλγορίθμων που μας κυβερνούν σαν έργο του Αγίου Πνεύματος, ενώ αυτή προφανώς εμπλέκεται με την παραγωγή ανθρώπινων και ιδεολογικών προκαταλήψεων.

Όπως σωστά είπε ο Ζιλ Ντελέζ, σε μια συζήτησή του ακριβώς με τον Τόνι Νέγκρι: «Σε κάθε τύπο κοινωνίας μπορούμε προφανώς να αντιστοιχίσουμε έναν τύπο μηχανής: απλές ή δυναμικές μηχανές για τις κοινωνίες κυριαρχίας, μηχανές ενεργείας για τις πειθαρχίες, κυβερνητική και υπολογιστές για τις κοινωνίες ελέγχου. Αλλά οι μηχανές δεν εξηγούν τίποτε, πρέπει να αναλύσουμε τα συλλογικά συναρμολογήματα, μέρος μόνο των οποίων αποτελούν οι μηχανές. Μπροστά στις προσεχείς μορφές ασταμάτητου ελέγχου σε ανοιχτό χώρο, οι σκληρότεροι εγκλεισμοί μπορεί να μας φαίνεται ότι ανήκουν σε ένα ξένοιαστο και ευτυχισμένο παρελθόν. Η αναζήτηση ‘καθολικών εννοιών της επικοινωνίας’ πρέπει να μας κάνει να τρέμουμε»[14].

(…)

Όσο παράδοξο όμως κι αν ακούγεται, είναι πιθανό το πρόβλημα της «κοινωνίας της πληροφορίας», όπως αποκαλούμε τις κοινωνίες μας, να είναι ακριβώς η έλλειψη πληροφορίας.

Κατά της επικοινωνίας

(…)

Στη συζήτησή του με τον Νέγκρι, ο Ντελέζ χρησιμοποιεί αυτή την παράξενη διατύπωση: ότι, αν οι κοινωνίες ελέγχου ή επικοινωνίας γεννήσουν μορφές αντίστασης, αυτό δεν θα συμβεί «στο βαθμό που οι μειονότητες θα μπορούσαν να ξαναπάρουν το λόγο. Ίσως ο λόγος, η επικοινωνία έχει διαφθαρεί». Το πρόβλημα, συνεχίζει ο Ντελέζ, έγκειται στη σχέση επικοινωνίας και χρήματος. «Μέσα στο λόγο και την επικοινωνία έχει πλήρως διεισδύσει το  χρήμα –όχι συμπτωματικά, αλλά εκ φύσεως». Η ανάλυση αυτή εν μέρει συναντάται με εκείνη των εργατιστών. Για εκείνους, το κεφάλαιο δεν κατανέμει τον πλούτο της παραγόμενης πληροφορίας κατά τη δίκαιη αξία του. Αλλά οι δύο κριτικές δεν επικαλύπτονται πλήρως. Στη σκέψη του εργατισμού, το πρόβλημα είναι ότι η πληροφορία δεν μετατρέπεται ορθώς σε μετρητά, χειροπιαστά και κουδουνιστά. Ο Ντελέζ αντίθετα σκέφτεται ότι θα έπρεπε η πληροφορία να μην αφήνεται ποτέ να μετατραπεί σε χρήμα. «Απαιτείται μια υπεξαίρεση του λόγου. Η επικοινωνία ποτέ δεν ήταν δημιουργία. Το σημαντικό θα είναι ίσως να δημιουργήσουμε κενά μη-επικοινωνίας, διακόπτες, για να ξεφεύγουμε από τον έλεγχο».

Η διατύπωση αυτή ωστόσο μπορεί να νοηθεί κατά δύο αντίθετους τρόπους. Μπορούμε να σκεφτούμε ότι ο Ντελέζ οραματίζεται μια πληροφορία που θα αντιστεκόταν στη χρηματική της οικειοποίηση, μια κοινωνία της πληροφορίας που θα είχε «χακαριστεί», προκειμένου να διατηρηθούν μέσα της ζώνες αποσύνδεσης, μη εμπορευματικές. Αλλά μπορούμε και να σκεφτούμε ότι ο Ντελέζ ενδιαφέρεται για το γεγονός ότι ανταλλάσσουμε απλώς πληροφορία «φτωχή» σε πληροφορίες («επικοινωνία»), δίπλα στην οποία υπάρχει μια πληροφορία «πλούσια» σε πληροφορίες («η δημιουργική πράξη»). Αυτή λοιπόν η «πλούσια» πληροφορία, στο μέτρο που «αξίζει», θα μπορούσε να έχει την ικανότητα να είναι από μόνη της η μορφή-χρήμα του εαυτού της. Θα μπορούσε να ανταλλάσσεται χωρίς να περνά από το στάδιο της μετατροπής σε χρήμα, εκεί όπου ασκείται ο «έλεγχος», εκεί όπου βρίσκεται πράγματι το ρήγμα απ’ το οποίο οι φορείς της μετατροπής, οι χρηματιστές και οι κεφαλαιούχοι, μπορούν να εισέλθουν μέσα στην κοινωνία της πληροφορίας.

(…)

Από τα τέλη της δεκαετίας του 60, μετά την ανακάλυψη του DNA, καταλάβαμε ότι ο γενετικός κώδικας δεν είναι καθόλου ένα καθαρό πρόγραμμα συγκείμενο από bits: δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός αν δεν ενταχθεί στο χώρο, αν δεν γειωθεί στη χημεία των μορίων που τον εκφράζουν και, επιπλέον, είναι αδιαχώριστος από μία μορφή τυχαιότητας η οποία επιλέγει τα γονίδια που πρέπει να εκφραστούν εκ των υστέρων, επιγενετικά[15]. (…) Με δυο λόγια, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι, στη φύση, τα πράγματα δεν ανταλλάσσουν απλώς πληροφορία μεταξύ τους όπως εμείς μιλούσαμε στο τηλέφωνο –καλά μονωμένοι από τον εξωτερικό θόρυβο μέσα σε μια καμπίνα-, αλλά είναι πληροφορία, και επιπλέον κολυμπάνε σε έναν τρομερό ορυμαγδό που προκαλούν οι συγκρούσεις των ατόμων μεταξύ τους, τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία, η αρτηριακή πίεση, οι χτύποι της καρδιάς, η θερμοκρασία του σώματος …

Η επιστημονική κοινότητα αναγκάστηκε να αναθεωρήσει τον τρόπο με τον οποίο αναπαριστούσε έναν κόσμο διεπόμενο από καθαρές ανταλλαγές πληροφορίας πολύ πριν αποκαλύψει τα όριά του το Web. Μάλιστα, οι φυσικές επιστήμες για ένα διάστημα εξέτασαν το ενδεχόμενο να εγκαταλείψουν τελείως το πληροφορικό μοντέλο, όπως άλλωστε και οι ανθρωπιστικές. Η κριτική του στρουκτουραλισμού από την οποία προέρχεται ο Ντελέζ είναι κριτική της κυβερνητικής. Αλλά ήταν την ίδια στιγμή φανερό ότι αυτό που χρειαζόταν ήταν όχι τόσο μια εγκατάλειψη, όσο μια εμβάθυνση της κυβερνητικής. Προφανώς, αυτό που έθετε πρόβλημα ήταν ο επικοινωνιακός αναγωγισμός της. Δεν επέτρεπε να θέσουμε το δάκτυλο πάνω σε αυτή την πιο βαθιά και μυστηριώδη πραγματικότητα της πληροφορίας που είναι ότι δεν αποτελεί ένα στρώμα νοήματος που τίθεται πάνω στην ενέργεια, αλλά μια έκφραση της ίδιας της ενέργειας, η ενέργεια υπό άλλη μορφή.

Πώς μπορούμε να πετύχουμε η κοινωνία της πληροφορίας να μην είναι ένας μύλος φλυαρίας, αλλά ένας μύλος που αλέθει, για να επαναλάβουμε την έκφραση του Μαρξ; (…)

Κατά μία έννοια, αυτό επιχείρησαν να διακρίνουν οι μετα-δομιστές υποστηρίζοντας ότι πρέπει να συμπληρώσουμε το πληροφορικό παράδειγμα με αυτό που του λείπει: το «συμβάν», την «διαφο/ωρά» ή την «ασυμφωνία» [différend]. Κατά τα λοιπά, ποτέ δεν έκοψαν τις γέφυρες ούτε με τον κομμουνισμό, ούτε με την κυβερνητική. Ο Ντελέζ, σε ένα κείμενο σύγχρονο με τη συνέντευξή του στον Νέγκρι, επιδόθηκε σε έναν εντυπωσιακό έπαινο του ανθρώπου προσαυξημένου από την πληροφορική[16]. Ομοίως, ο Ζακ Ντερριντά εξήγησε στο Περί γραμματολογίας ότι η εργασία του επέβαλλε να ριζοσπαστικοποιήσουμε την κυβερνητική του Βήνερ, η οποία θεωρούσε ότι είναι ακόμα πολύ «ανθρωπιστική». Ο Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ προσπάθησε, με το Η μεταμοντέρνα κατάσταση και με Τα άυλα, να σκεφτεί μια νέα πληροφορική για την οποία ελπίζει ότι θα επιτρέψει την έλευση ενός νέου κομμουνισμού.

Δεν είναι όμως μειωτικό για τους συγγραφείς αυτούς να πούμε ότι δεν ήταν ικανοί να πάνε πέρα από την φιλοσοφική τους διαίσθηση. Μόνο ένα τελευταίο πέρασμα από τη θεωρία της πληροφορίας μπορεί στην πραγματικότητα να δώσει σάρκα και οστά στον κυβερνο-κομμουνισμό.

Μετάφραση: Α.Γ.


[1] R. Brautigan, All Watched over by Machines of Loving Grace, 1967.

[2] Yann Moulier Boutang, Le Capitalisme Cognitif: La Nouvelle Grande Transformation, ed. Amsterdam, Paris 2008.

[3] [Ακρωνύμια από τα ονόματα των κολοσσών της ηλεκτρονικής επικοινωνίας: Google, Amazon, Facebook, and Apple και Facebook/ Αmazon/ Netflix/ GOOG αντίστοιχα – Σ.τ.μ.].

[4] Θα αναφέρουμε τους Εβγκένυ Μορόζοβ, Κάρμεν Ερμοσίγιο, Μπέρναρντ Στίγκλερ, Ρίτσαρντ Μπάρμπρουκ, ή τον Άνταμ Κέρτις, δημιουργό ενός πετυχημένου ντοκυμανταίρ που πήρε τον τίτλο του από το κυβερνο-βουκολικό ποίημα του Μπράουτιγκαν, All Watched over by Machines of Loving Grace, ο οποίος όμως εδώ χρησιμοποιήθηκε με καθαρά ειρωνική σημασία.

[5] Σκέφτομαι ιδίως την αξιοθαύμαστη δουλειά που έχει γίνει πάνω στο θέμα αυτό εδώ και είκοσι περίπου χρόνια από τους διανοούμενους που συγκεντρώνονται γύρω από το περιοδικό Multitudes, το οποίο ίδρυσε ο Yann Moulier Boutang.

[6] Βλ. Daniel Bensaïd, Marx l’intempestif, Paris, Fayard 1995· A. Tosel, Communisme de la finitude, Paris, Kimé 1996· J.B. Foster, Marx’s Ecology, New York, Monthly Review Press, 1999.

[7] Από την αγγλική λέξη cypher, «κρυπτογράφηση».

[8] Πρβλ. το Crypto-anarchist Manifesto του Τίμοθυ Μέι, διαθέσιμο ηλεκτρονικά.

[9] [Στο πρωτότυπο, εδώ, όπως και στον τίτλο της συγκεκριμένης ενότητας, χρησιμοποιείται η φράση les lendemains qui codent. Πρόκειται για λογοπαίγνιο αμετάφραστο στα ελληνικά, το οποίο παραλλάσσει μία πολύ γνωστή φράση που χρησιμοποιείται κοινώς στα γαλλικά για να δηλώσει την ελπίδα σε ένα καλύτερο αύριο, les lendemains qui chantent (κατά λέξη: «οι επαύριο που τραγουδούν»), αλλάζοντας το ρήμα σε «που κωδικοποιούν». Σ.τ.μ.].

[10] Έκφραση του H.G. Wells.

[11] Πρωτοκυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1950 με τίτλο The Human Use of Human Beings.

[12] Οι σελίδες άλλωστε αυτές αφαιρέθηκαν από τον εκδότη κατά τη δεύτερη έκδοση, την περίοδο του μακκαρθισμού.

[13] Alexander R. Galloway, How Control Exists after Decentralization, ΜΑ MIT Press 2004.

[14] Gilles Deleuze, «Contrôle et devenir, entretien avec Toni Negri», στο: Pourparlers, Παρίσι, Minuit 2003.

[15] J. Monod, Le Hasard et la Nécessité, Paris, Seuil 1970 [Ζακ Μονό, Η τύχη και η αναγκαιότητα, Ράππα, Αθήνα 2008].

[16] Στο έργο του Foucault (1986).

Cryptocommunisme - Mark Alizart - Perspectives critiques - Format Physique  et Numérique | PUF
Κλασσικό