Εθνικισμός,Ιστορία,επιστημολογία

«Κρίση εθνικής ολοκλήρωσης» ή επιθυμία τού μη έθνους;

του Άκη Γαβριηλίδη

  • Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, Εθνική ολοκλήρωση και διχόνοια. Η ελληνική περίπτωση, Πατάκης 2020

Το βιβλίο αυτό αποτελεί ακόμα μία προσθήκη σε μια σειρά βιβλίων, και άλλων δημοσιεύσεων, του συγγραφέα τα τελευταία χρόνια για την ίδια θεματική.

Το παρόν σημείωμα δεν γράφεται με προορισμό να αποτελέσει βιβλιοκριτική του με την συμβατική έννοια του όρου. Όπως είχα κάνει και με την αφορμή ενός προηγούμενου δείγματος της σειράς αυτής[1], θα σταθώ σε ένα σημείο το οποίο κατά τη γνώμη μου προσφέρεται για μια κριτική που δεν είναι ακριβώς εσωτερική, αλλά ούτε και τελείως εξωτερική, στο βαθμό που βασίζεται μεν σε επισημάνσεις τις οποίες κάνει το ίδιο το κείμενο, αλλά τις προεκτείνει πέρα από το σημείο μέχρι το οποίο είναι διατεθειμένος να προχωρήσει ο συγγραφέας. Η κριτική δεν αφορά μόνο –ίσως ούτε καν κυρίως- το συγκεκριμένο βιβλίο· παίρνει αυτό ως πιο πρόσφορη αφορμή, αλλά πιστεύω ότι έχει μια γενικότερη αξία για το πεδίο της ιστορικής έρευνας και της πολιτικής επιστήμης, και επιπλέον για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και ασκούμε την πολιτική εκτός της επιστήμης.

 

Η νομοτέλεια των συγκρούσεων και η τελεολογία του έθνους

Στα κείμενά του αυτά ο Γ.Θ.Μ. εκκινεί, όπως λέει και ο τίτλος εδώ, από την «ελληνική περίπτωση», την οποία επιχειρεί καταρχάς να εντάξει σε ένα ευρύτερο σύνολο παρόμοιων περιπτώσεων και εν συνεχεία να χρησιμοποιήσει ως βάση για την εξαγωγή γενικότερων συμπερασμάτων. Τα συμπεράσματα αυτά απολήγουν –ή βασίζονται- σε μία διακηρυγμένη φιλοσοφία της ιστορίας.

Αυτό γίνεται φανερό από την επίμονη και επανειλημμένη χρήση του όρου «νομοτέλεια», ο οποίος εμφανίζεται ήδη από την πρώτη φράση του Προλόγου του βιβλίου:

Υπάρχει μία γενική νομοτέλεια στην ιστορία των εθνών και του εθνικισμού.

Η νομοτέλεια λοιπόν αυτή, κατά τον συγγραφέα, είναι η εμφάνιση σφοδρών συγκρούσεων, συχνά ένοπλων, η οποία συνοδεύει την πορεία κάθε έθνους προς την «ολοκλήρωσή» του.

Στην πληθωρική, και αναιτιολόγητη, χρήση αυτής ακριβώς της λέξης – ολοκλήρωση– έγκειται η πρώτη μου ένσταση. Η βασικότερη, και η πιο προβληματική, νομοτέλεια που κατευθύνει τις αναλύσεις τού Γ.Θ.Μ. δεν είναι τόσο, ή μόνο, εκείνη που διατυπώνεται ρητά στο κείμενο, αλλά μία άλλη, άρρητη, την οποία η πρώτη έχει ως προϋπόθεση: το ίδιο το έθνος. Η επιλογή της λέξης «ολοκλήρωση», με όλη την τελεολογική/ εσχατολογική φόρτιση που κουβαλάει, εμφανίζει το έθνος ως μονόδρομο, την δε ουσία του ως δεδομένη και γνωστή εκ των προτέρων. Με βάση μόνο μία τέτοια ιδεαλιστικά ορισμένη ουσία είναι δυνατό να αξιολογήσουμε τις εκάστοτε a posteriori εμπειρικές πραγματώσεις της εθνικής ιδέας και να διαπιστώσουμε εάν αυτές είναι πλήρεις ή ακόμα ημιτελείς.

Άρα, η αναμφίβολα τολμηρή ανάδειξη, και η αναλυτική περιγραφή, των υπαρκτών εμπειρικών συγκρούσεων στο εσωτερικό του έθνους, παραδόξως εμπεδώνει την ισχύ και την κανονιστική αίγλη του έθνους ως κατευθυντήριας ιδέας της ιστορίας και δεν την υπονομεύει. Οι συγκρούσεις αυτές ερμηνεύονται σε τελική ανάλυση κεντρομόλα, εφόσον είναι συγκρούσεις εντός του έθνους, αλλά με επίδικο αντικείμενο πάλι το έθνος. Ναι μεν τα μέλη του έθνους συχνά –ή μάλλον πάντα: «νομοτελειακά»- συγκρούονται, πλην όμως οι συγκρούσεις αυτές αφορούν μόνο την ενσάρκωση της ιδέας, όχι την ιδέα καθαυτή την οποία ως τέτοια συμμερίζονται όλοι οι συγκρουόμενοι.

 

«Κάποια εθνική ομοφωνία»

Η ένσταση δεν είναι απλώς μεθοδολογική ή φιλοσοφική. Επίσης, όπως ήδη ανέφερα, δεν είναι απλώς εξωτερική. Για να γίνει σαφέστερη η πρακτική της κρισιμότητα, και η αγκύρωσή της στα ίδια τα γραπτά τού Γ.Θ.Μ., θα αρχίσω να παραθέτω κάποια απ’ αυτά.

Εκτός από την πρώτη πρόταση του Προλόγου, παρόμοιες ιδέες εκφράζονται και στις πρώτες φράσεις της Εισαγωγής:

Η έννοια του έθνους αναφέρεται εξ ορισμού σε ένα ενιαίο και αδιαφοροποίητο σύνολο. Κατά συνέπεια, το αίτημα [υπογραμμίζω εγώ –Α.Γ.] της εθνικής ολοκλήρωσης και ειδικότερα της δημιουργίας εθνικού κράτους λογικά προϋποθέτει και υποδηλώνει κάποια εθνική ομοφωνία. Αυτό όμως ισχύει μόνο σε ένα πολύ γενικό και αφηρημένο επίπεδο. Με άλλα λόγια, ισχύει μόνο σε επίπεδο διακηρύξεων. Πρακτικά και συγκεκριμένα, η πορεία προς την εθνική ολοκλήρωση συνεπάγεται αναπόφευκτα διαμάχη και σύγκρουση –σύγκρουση ιδεών, αλλά και σύγκρουση συμφερόντων (σ. 19).

Στο σημείο αυτό, δηλαδή στην αφετηρία των αναλύσεων τόσο με την κυριολεκτική όσο και με την ευρύτερη έννοια, υπάρχει ένα λογικό άλμα: η πρώτη πρόταση μιλάει για μία έννοια και για τον ορισμό της. Η αμέσως επόμενη μιλάει για ένα αίτημα, δηλαδή για το χώρο της πρακτικής. Το πρακτικό αυτό αίτημα όμως πουθενά δεν μας λέγεται ποιος, πότε, γιατί (αν) το θέτει. Αυτό είναι λήψη του ζητουμένου: θεωρείται αυτονόητη η επιθυμία των ανθρώπων για έθνος, για εθνικό κράτος. Αλλά και πάλι, ποιων ανθρώπων και για ποιο έθνος; Πουθενά δεν εξετάζεται, ούτε προβληματοποιείται η επιθυμία αυτή.

Ο Μαυρογορδάτος πρόθυμα παραδέχεται (αμέσως επόμενη πρόταση) ότι:

Ευθύς εξαρχής (αλλά και στη συνέχεια) προκύπτει αναγκαστικά το ζήτημα: ποιοι ανήκουν στο συγκεκριμένο έθνος; Με ποια (αντικειμενικά) κριτήρια; Τη θρησκεία; Τη γλώσσα; Την καταγωγή; Ανάλογα με το κριτήριο, ευνοούνται συγκεκριμένα συμφέροντα –υλικά και άυλα- σε βάρος άλλων (ό.π.· η υπογράμμιση στο πρωτότυπο).

Αυτή η αρχή όμως, εκ της οποίας προκύπτει αυτό το ζήτημα και της οποίας έπεται η «συνέχεια», ποια είναι; Είναι μια χρονική στιγμή κατά την οποία όλοι, το σύνολο ενός πληθυσμού, εμφανίζονται να επιθυμούν να ανήκουν στο έθνος, και το μόνο που μένει είναι να βρεθεί το κριτήριο για να κρίνουμε εάν και πώς όλες αυτές οι επιθυμίες θα ικανοποιηθούν –ή, αν όχι όλες, ποιες. (Αφού όμως το κριτήριο δεν έχει βρεθεί, και μάλιστα προκαλεί σφοδρές συγκρούσεις, τότε πώς ξέρουμε ότι όλοι έχουν αυτή την επιθυμία; Ποιοι «όλοι»; Είναι σαν να λέμε, «άναψε πρώτα το φως και μετά ψάχνεις πού είναι ο διακόπτης).

Ισχυρίζομαι, εν πάση περιπτώσει, ότι το εμπειρικό υλικό που επικαλείται και αναλύει ο Μαυρογορδάτος δεν επιβεβαιώνει αυτές τις αξιωματικά τιθέμενες βεβαιότητες και θεωρητικές γενικεύσεις.

Ένα υλικό που ξεχειλίζει από το πλαίσιο

Η «ελληνική περίπτωση» στο βιβλίο στοιχειοθετείται με την αναφορά σε όλες τις κρίσιμες από πολιτικο-στρατιωτική άποψη περιόδους των 200 χρόνων της ύπαρξης ελληνικού κράτους. Για τις ανάγκες αυτού του κειμένου δεν μπορούμε να εξετάσουμε όλες αυτές τις αναφορές, γι’ αυτό θα επικεντρωθώ σε τρεις τέτοιες περιπτώσεις «διχόνοιας» στον 20ό αιώνα –τον διχασμό της δεκαετίας του 10 και του 20, τον εμφύλιο της δεκαετίας του 40 και το θέμα της Κύπρου- για να αναδείξω ότι το σχετικό υλικό που προσκομίζεται κάθε φορά δεν πείθει ότι υπάρχει αυτή η ομοφωνία έστω και «στην αρχή», «σε πολύ γενικό επίπεδο» ή «διακηρυκτικά». Στα παραδείγματα «διχόνοιας» [2] που αναφέρει το βιβλίο, καθώς και σε άλλα που δεν αναφέρει[3], οι πράγματι σφοδρές συγκρούσεις δεν ξεσπούν λόγω διαφωνίας για το κριτήριο ένταξης στο εθνικό κράτος, αλλά επειδή μία ή περισσότερες πληθυσμιακές ομάδες εκδηλώνουν μία εμφανή αδιαφορία για το εθνικό κράτος και την «αποστολή» του, ή ακόμη και απροθυμία να ενταχθούν και να ανήκουν σε αυτό.

Το ενδεχόμενο όμως αυτό δεν ανήκει στον νοητικό ορίζοντα, δεν περιλαμβάνεται στο συμβολικό σύμπαν του Μαυρογορδάτου. (Ούτε και κανενός άλλου Έλληνα ιστορικού, καθόσον γνωρίζω).

Η νοητική πλαισίωση των συγκρούσεων περί το έθνος γίνεται με διατυπώσεις όπως η εξής:

η πορεία προς την εθνική ολοκλήρωση θέτει αναγκαστικά και πιεστικά το ζήτημα: με ποια μορφή και με ποια στρατηγική, δηλαδή σε τελευταία ανάλυση από ποιον ιστορικό φορέα, εντός του συγκεκριμένου έθνους, θα αναληφθεί και θα ελεγχθεί η πορεία αυτή (σ. 21-22).

Καμία όμως από τις τρεις περιπτώσεις δεν «κάθεται» καλά σε αυτή την περιγραφή.

 

Με ποια έννοια ήταν «εθνικός» ο διχασμός;

Όσον αφορά την πρώτη περίπτωση «διχόνοιας» του 20ού αιώνα, ειδικότερα, κατ’ αυτήν πληροφορούμαστε ότι

ο Αντιβενιζελισμός θα συνεχίσει και θα βιώσει τη Μικρασιατική Εκστρατεία περισσότερο σαν καθαρά στρατιωτική επιχείρηση του Κράτους παρά σαν αλυτρωτική προσπάθεια του Έθνους (σ. 174-5).

Πώς όμως είναι δυνατό να καταγράφουμε ως απλή διαφωνία περί του «ιστορικού φορέα» που θα αναλάβει την «πορεία προς την εθνική ολοκλήρωση» μια σύγκρουση στην οποία ο ένας πόλος, ο ένας εκ των δύο υποτιθέμενων αντίπαλων «ιστορικών φορέων της εθνικής ολοκλήρωσης», δεν θεωρούσε καν ο ίδιος τον εαυτό του τέτοιο φορέα;

Ο ίδιος ο συγγραφέας, λίγο νωρίτερα (172), παραδέχεται ότι

ένα μέρος του Έθνους εξακολουθούσε να βλέπει αδιάφορα ή και εχθρικά το μεγάλωμα της Ελλάδας (υπογραμμίζω εγώ –Α.Γ.). Τον χάρτη της Ελλάδας «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» ξέσκιζε επιδεικτικά ο φανατικός Αντιβενιζελικός Κ.Α. Κουμουνδούρος, προκαλώντας ενθουσιασμό στους Μεσσήνιους ψηφοφόρους. «Δεν-τα-θέλουμε!» κραύγαζε ρυθμικά στην Αθήνα το Αντιβενιζελικό πλήθος για τη Θράκη και τη Σμύρνη, όπως σημειώνει αγανακτισμένη η Πηνελόπη Δέλτα στο ημερολόγιό της (…). Και αναρωτιέται:

Με τι δικαίωμα η άμορφη αυτή αγέλη ρίχνει στη σκλαβιά εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες; Με τι δικαίωμα παραιτείται από ελληνικά μέρη; «Δεν-τα-θέλομε!» Ποιος σας ρώτησε αν τους θέλετε; Και με τι δικαίωμα, Πλακιώτες στενόψυχοι, αποφασίζετε πως δεν θέλετε την ένωση της φυλής;

Τα λόγια αυτά, που είναι πολύ βαριά, στα όρια του ρατσισμού, ο Μαυρογορδάτος τα παραθέτει τελείως ασχολίαστα· δεν επιχειρεί να τα ερμηνεύσει. Φαίνεται να τα θεωρεί ατυχήματα, συμβεβηκότα κατά την προδιαγεγραμμένη πορεία προς την «ολοκλήρωση» του έθνους τα οποία δεν αλλάζουν την ουσία του: «Παρά το αγεφύρωτο χάσμα που τις χωρίζει, οι δύο αντίπαλες παρατάξεις μένουν πάντως δέσμιες του ίδιου υπερκείμενου εθνικισμού» (σ. 171· η υπογράμμιση δική μου).

Ωστόσο, αυτή η αγανάκτηση είναι ένα στοιχείο που οφείλουμε να εξηγήσουμε αιτιωδώς. Ακόμη και αν δεχθούμε ότι η συντάκτρια υπερέβαλλε στο πλαίσιο μιας πολεμικής όξυνσης των πολιτικών παθών, το γεγονός ότι αυτή ήταν τόσο έντονη ώστε να καταλαμβάνει τους ανθρώπους ακόμη και όταν αυτοί γράφουν ημερολόγιο, άρα δεν απευθύνονται σε κανένα ακροατήριο παρά μόνο στον εαυτό τους και ίσως στην αιωνιότητα, μας θέτει προ του καθήκοντος να σκεφτούμε πάνω σε αυτό το υβρεολόγιο και να αναρωτηθούμε τι σημαίνει. Όχι τίποτε άλλο, αλλά ο συγγραφέας γνωματεύει νωρίτερα (σ. 22) ότι ο εθνικισμός «υπήρξε, στην αρχέγονη εκδοχή του, εγγενώς φιλελεύθερος και δημοκρατικός» διότι «η έννοια του έθνους συνεπάγεται επίσης την ισότητα των μελών του», ψέγει δε την «λεγόμενη ‘πολιτική ορθότητα’» που «έχει επιβάλει σήμερα να αποφεύγεται σαν αναθεματισμένος ο όρος ‘εθνικισμός’» (24). Ο εθνικισμός που εκφράζεται στην καταγραφή της Δέλτα, όμως, είναι δεδηλωμένα ιεραρχικός – ανισωτικός. Είναι λοιπόν αρκετά προβληματικό να αποφαινόμαστε ότι εκείνοι που κηρύσσουν άλλους όχι μόνο εκτός συζήτησης («ποιος σας ρώτησε»), αλλά και εκτός του ανθρώπινου είδους συνολικά («άμορφη αγέλη»), ανήκουν ταυτόχρονα στην ίδια ανθρώπινη ομάδα και συμμερίζονται την ίδια ιδεολογία με αυτούς τους άλλους. Και πάντως, εδώ η διχόνοια σίγουρα δεν αφορά αυτά τα εξωτερικά στοιχεία (τη μορφή, τη στρατηγική ή τον ιστορικό φορέα) της ανάληψης και του ελέγχου της πορείας εντός του συγκεκριμένου έθνους, αλλά την ίδια την πορεία ως τέτοια: το αν θα αναληφθεί καν, το αν είμαστε τόσο αυτονόητα όλοι «εντός» του έθνους. Εάν ως «ολοκλήρωση» του ελληνικού έθνους νοούμε την ενσωμάτωση όλων των ελληνόφωνων ή/ και ορθόδοξων πληθυσμών υπό ένα ενιαίο κράτος, όπως με σαφήνεια κάνει ο Μαυρογορδάτος, τότε είναι σαφές ότι μεγάλο μέρος του ελληνικού έθνους δεν επιθυμούσε αυτή την ολοκλήρωση, όπως επίσης με σαφήνεια παραδέχεται ο ίδιος.

«Η άποψη έχει βαρύτητα»

Την ίδια την εποχή που συνέβαιναν αυτά, οι πρωταγωνιστές είχαν σαφή συνείδηση του είδους και του εύρους της ασυνεννοησίας. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πάντως, είχε. «Θα μοι επιτρέψητε να θεωρήσω ακατανόητον την πολιτικήν υμών», παρατίθεται να λέει το 1915 στη βουλή προς τους αντιπάλους του (σ. 159). Κατ’ ιδίαν, όμως, και μάλιστα ακριβώς σε μία συζήτηση με την Δέλτα, και σε αντίθεση με την τελευταία[4], δείχνει ότι κατανοούσε πολύ καλά την αντίπαλη προς την δική του πολιτική και ότι η «ακατανοησία» αυτή ήταν ρητορική.

Αφορμή και αρχικό θέμα για τη συζήτησή τους είναι ο Ίων Δραγούμης. Ο Βενιζέλος διαβεβαιώνει την Δέλτα ότι θα ήθελε τον Ίωνα συνεργάτη του, αλλά εκείνος δεν θέλει. Ακολουθεί μία αρκετά παθιασμένη συζήτηση, η οποία έχει πολλά ενδιαφέροντα σημεία αλλά δεν είναι εδώ η κατάλληλη στιγμή να αναφερθούμε σε αυτά. Το βασικό πάντως είναι ότι η Δέλτα προσπαθεί να πείσει τον συνομιλητή της ότι κατά βάθος εκείνος και ο Δραγούμης ήθελαν το ίδιο πράγμα και ότι η διαφωνία τους ήταν επιφανειακή. Ο Βενιζέλος απορρίπτει κατηγορηματικά αυτή την ερμηνεία, με την εξής λιτή και ακριβέστατη περιγραφή: «Εκείνος ήθελε συγκυριαρχία με τους Τούρκους σε όλη την Ανατολή. Εγώ κάνω πόλεμο του Τούρκου. Η άποψή του έχει βαρύτητα. Μα ήλθαν αλλιώς τα πράματα».

Είναι κρίσιμο ότι εδώ συζητούν δύο άνθρωποι οι οποίοι, στον διχασμό της δεκαετίας του 1910, βρίσκονταν από την ίδια πλευρά, και μάλιστα ήταν από τους πρωτεργάτες της πλευράς αυτής· αλλά ακόμα και αυτοί δεν μπορούν καν να συνεννοηθούν για ποια ακριβώς ήταν και τι σήμαινε η έκβασή του. Τα πράγματα ήλθαν αλλιώς· αυτό το «αλλιώς» όμως ήταν αλλιώς για τον ένα και αλλιώς για την άλλη.

Σε αντίθεση με τον σημερινό βενιζελιστή Μαυρογορδάτο, ο οποίος βγάζει τον Δραγούμη αλαφρόμυαλο και εθνοπροδότη[5], ο ίδιος ο Ελευθέριος απέδιδε βαρύτητα στην άποψή του. Και ποια ήταν αυτή η άποψη; Δεν ήταν μία άλλη μέθοδος ή ένας άλλος φορέας για την ολοκλήρωση του έθνους, αλλά ήταν η προτίμηση προς την μη ολοκλήρωσή του, προς την μη καθαρότητα· προς τη διατήρηση ή/ και ανασύσταση της αυτοκρατορίας.

 

Οι τουρκόσποροι

Aπό τη στιγμή πάντως που «ήλθαν αλλιώς τα πράγματα» και δεν ευνόησαν τη συγκυριαρχία των Ελλήνων με τους Τούρκους, αλλά την εθνική κυριαρχία των μεν και των δε, οι «μικρόψυχοι Πλακιώτες» της Δέλτα βρέθηκαν να συνυπάρχουν αναγκαστικά με τους Ρωμιούς της Μικράς Ασίας στην «Πλάκα», μέσα στα ελληνικά σύνορα ως έχουν σήμερα, χωρίς αυτό να το έχουν επιδιώξει ή επιθυμήσει ούτε οι μεν ούτε οι δε. Πράγμα που προκάλεσε αρκετές εντάσεις και βιαιοπραγίες τα πρώτα χρόνια.

Ο Μαυρογορδάτος δεν αποσιωπά, αλλά καταγράφει εκτενώς (όπως άλλωστε και αρκετοί άλλοι τα τελευταία χρόνια) την εχθρική αντιμετώπιση των δευτέρων από τους πρώτους. Ούτε γι’ αυτήν, όμως, δεν αναρωτιέται κατά πόσο συμβιβάζεται με το σχήμα του περί «γενικής συμφωνίας για την εθνική ολοκλήρωση και συγκρούσεων για τη μορφή και το φορέα της»· αν το έκανε, πιθανότατα θα κατέληγε στην απάντηση «ελάχιστα». Διότι αν κάποιες ομάδες επιθυμούν να ενταχθούν στο έθνος αλλά οι ήδη ενταγμένες δεν θέλουν να τους το επιτρέψουν, η διαμάχη αυτή δεν είναι διαμάχη περί της «μορφής ή του φορέα της εθνικής ολοκλήρωσης».

Και πάλι, αυτό είναι το εύκολο μέρος. Κάτι πιο πολύπλοκο, που ουδόλως εξετάζει ο Γ.Θ.Μ. –ή οποιοσδήποτε άλλος που να έχω υπόψη μου- είναι το ενδεχόμενο οι ίδιες οι προσφυγικές πληθυσμιακές ομάδες, ή κάποιες εξ αυτών, ή ως προς ορισμένες διαστάσεις της ταυτότητάς τους, να μην επιθυμούν να είναι μέρος της εθνικής/ κρατικής οικοδόμησης (ή «ολοκλήρωσης»).

Και όμως, η μη ταύτιση με το ελληνικό εθνικό κράτος, η αποστασιοποίηση απ’ αυτό, είναι κάτι που σαφώς υπήρχε στους ίδιους αυτούς τους προσφυγικούς πληθυσμούς, και ως ένα βαθμό συνεχίζει να υπάρχει ακόμα και στην τέταρτη γενιά. Μπορεί να μην παίρνει διαστάσεις ανοιχτής σύγκρουσης, μπορεί να μην έχει καν κάποιον αμφισβητησιακό ή πολιτικοποιημένο χαρακτήρα, αλλά εμφανώς επιβιώνει π.χ. ως μία παραλλαγή της καθολικά αποδεκτής, και καθόλου διχαστικής, εντύπωσης ότι «δεν έχουμε κράτος», ότι το «ελλαδικό κρατίδιο» είναι κάτι μη ικανοποιητικό, κατώτερο των προσδοκιών και των επιθυμιών μας[6].

Οι μικρασιατικοί πληθυσμοί, όσο ήταν στη Μικρά Ασία, δεν θεωρούσαν ότι πατρίδα τους είναι –ή πρέπει να γίνει- το ελληνικό εθνικό κράτος, ούτε είχαν κάποια ιδιαίτερη άποψη για το πώς, με ποια στρατηγική ή «από ποιον ιστορικό φορέα εντός του συγκεκριμένου έθνους» θα αναληφθεί η «εθνική ολοκλήρωση». Η ίδια η έκφραση «εθνική ολοκλήρωση» τους ήταν μάλλον άγνωστη και αδιάφορη. Μετά δε τον ξεριζωμό τους, και επί αρκετό καιρό ακόμη, συντάχθηκαν μεν κατά πλειοψηφία με τον βενιζελισμό, αλλά ως πραγματική πατρίδα τους εξακολουθούσαν να θεωρούν την εκάστοτε πόλη ή χωριό της καταγωγής τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όχι το ελληνικό εθνικό κράτος[7]. Ως ένα βαθμό ακόμη και σήμερα οι απόγονοί τους αυτό εξακολουθούν να θεωρούν, όπως δείχνουν και εκφράσεις όπως «χαμένες πατρίδες», «άγια χώματα» κ.λπ. ή το διαρκές πήγαινε-έλα των πληθυσμών που κατάγονται από τους «ανταλλαγμένους» της Λωζάννης για προσκύνημα στις γενέτειρες των παππούδων και των προγιαγιάδων τους. Στο εθνο/κρατοκεντρικό σχήμα του Μαυρογορδάτου δεν βρίσκουμε καμία υποδοχή, κανέναν τρόπο και κανένα ενδιαφέρον να ερμηνευθούν όλα αυτά.

 

Εμφύλιος/ κυπριακό: νέες εθνοπροδοσίες

«Μήπως όμως είχε σχέση με την εθνική ολοκλήρωση και ο νέος διχασμός που ξέσπασε στη διάρκεια της Κατοχής»; ερωτά ο Μαυρογορδάτος. Και απαντά αμέσως ο ίδιος: «Στο μέτρο που αφορούσε την ελληνική Μακεδονία και τη διατήρησή της υπό το ελληνικό κράτος, ασφαλώς είχε σχέση. Είχε σχέση αρνητική, αφού απειλούσε να αναστρέψει και να ακυρώσει ένα μεγάλο μέρος της εθνικής ολοκλήρωσης» (σ. 191· η υπογράμμιση στο πρωτότυπο).

Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, ο συγγραφέας παραδέχεται ότι η εθνική ολοκλήρωση είναι δυνατό να αναστραφεί και να ακυρωθεί. Δεν μπαίνει όμως και στον κόπο να αναρωτηθεί τι σημαίνει αυτό για το σχήμα του και ενδεχομένως να το τροποποιήσει αναλόγως: αν κάτι είναι αντιστρέψιμο, τότε δεν μπορεί να είναι νομοτέλεια.

Επιπλέον:

ενώ προηγουμένως επέκρινε τους αντιβενιζελικούς ότι «έβλεπαν την εκστρατεία του 22 ως υπόθεση του κράτους και όχι του έθνους», ο ίδιος εδώ συγχέει τεχνηέντως τα δύο, όταν εμφανίζει ως κρίσιμο για την εθνική ολοκλήρωση να διατηρηθεί υπό το ελληνικό κράτος μια περιοχή στην οποία, όπως ο ίδιος ευθαρσώς παραδέχεται, ο εθνοτικά ελληνικός πληθυσμός ήταν απλώς η σχετική ή η οριακά απόλυτη πλειοψηφία, και ότι ακόμα κι αυτό είχε επιτευχθεί λίγα μόλις χρόνια νωρίτερα με τη χρήση των Μικρασιατών προσφύγων ως εποίκων[8].

Δεν είναι όμως αυτό το μόνο πρόβλημα της πραγμάτευσης του εμφυλίου όσον αφορά τη συνοχή της προσέγγισης.

Η απειλή αναστροφής της εθνικής ολοκλήρωσης, κατά την ανάλυση, οφείλεται στην «προδοτική» επιλογή του ΚΚΕ να ερωτοτροπεί με την ιδέα της αυτόνομης Μακεδονίας ήδη από το 1931. Οι εξελίξεις κατά τον εμφύλιο αναφέρεται ότι επιβεβαίωσαν «όλες τις υποψίες και τις κατηγορίες σε βάρος του ΚΚΕ για επιδίωξη απόσπασης ‘μέρους εκ του όλου της Επικρατείας’, που είναι η αρχέγονη έννοια της εσχάτης προδοσίας» (206· η υπογράμμιση στο πρωτότυπο).

Σε άλλο σημείο, οι διατυπώσεις περί προδοσίας δεν είναι τόσο κατηγορηματικές, αλλά μεταφέρονται με κάποια πρόθεση αποστασιοποίησης: στη σελ. 202 η θέση του ΚΚΕ χαρακτηρίζεται «’προδοτική’ από την ελληνική σκοπιά» (εντός εισαγωγικών μεν το προδοτική, αλλά η προσθήκη περί «ελληνικής σκοπιάς» μάλλον εξουδετερώνει την ουδετερότητα).

Για την προδοσία αυτή, το βιβλίο δεν παρέχει κάποια εξήγηση. Αναφέρει μόνο ότι το κόμμα αυτό «υποχρεώθηκε να ασπαστεί την πολιτική» της Κομμουνιστικής Διεθνούς (193). Αυτό όμως δεν αποτελεί απάντηση, αλλά απλώς μετάθεση του ερωτήματος: τότε λοιπόν πού οφείλεται η υιοθέτηση αυτής της πολιτικής; Πώς εξηγείται ότι κάποιοι που ήταν Έλληνες ασπάσθηκαν μία πολιτική που δεν καθοριζόταν από το εθνικό-κρατικό συμφέρον, και μάλιστα σε βαθμό να προκληθεί εξ αυτού πενταετής εμφύλιος με περισσότερα θύματα απ’ όσα προκάλεσε ο αμέσως προηγούμενος διεθνικός πόλεμος;

Αυτό που με ενδιαφέρει εδώ δεν είναι να εξετάσω αν ευσταθεί η κατηγορία περί προδοσίας του ΚΚΕ ή όχι· είναι να αναδείξω το ρήγμα που προκαλείται στη συνοχή και στην πειστικότητα του σχήματος που μας παρέχει το βιβλίο για να σκεφτούμε τις εθνικές συγκρούσεις, εάν δεχθούμε ότι ευσταθεί. Διότι τότε προκύπτει ότι δεν υπήρχε ομοφωνία εντός (και περί) του έθνους ούτε καν σε επίπεδο διακηρύξεων.

Οι (Ελληνο)Κύπριοι ως ανωμαλία

Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά την Κύπρο.

Καταρχάς, ολόκληρο το πρώτο μέρος της σχετικής αφήγησης του βιβλίου (εκείνο που αφορά το διάστημα 1915-1940), κατά τον τυπικά  αποικιοκρατικό τρόπο που συνηθίζεται στην Ελλάδα, δεν ασχολείται καθόλου με όσα έγιναν στην ίδια την Κύπρο, με το τι σκέφτονταν ή επιθυμούσαν οι κάτοικοί της και τι έκαναν γι’ αυτό, αλλά με το τι έκαναν οι ιθύνοντες στην Ελλάδα για να την ενσωματώσουν στο κράτος τους. Ειδικότερα: με το τι έκανε ο πάνσοφος εθνάρχης Ελευθέριος Βενιζέλος, διότι μόνο αυτός έπραττε· οι άλλοι αδρανούσαν.

Για να είμαστε ακριβείς, στην εισαγωγή (σ. 225-6) υπάρχει μία –εύστοχη- κριτική στο ρόλο και στις υπερεξουσίες της ορθόδοξης εκκλησίας της Κύπρου. Αλλά στη συνέχεια γίνεται σαφές ότι, για τον συγγραφέα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ιεραρχία· είναι το σύνολο των Κυπρίων, εκ των οποίων κανείς δεν φαίνεται να στέκεται στο ύψος της αποστολής του. Και όταν λέμε «των Κυπρίων», εννοούμε φυσικά «των Ελληνοκυπρίων»· οι Τουρκοκύπριοι δεν υπάρχουν καν στην αφήγηση, παρά μόνο καθόσον θέτουν τον ελληνισμό μπροστά στο δίλημμα εάν ενδείκνυται η προσέλκυση ή η αγνόησή τους (σ. 224). Οι δε ιθαγενείς Ελληνοκύπριοι αναφέρονται μόνο για να επιπληχθούν επειδή υπονόμευσαν τις προσπάθειες του Βενιζέλου προς προσάρτηση του νησιού στο ελληνικό κράτος, άλλοτε οργανώνοντας «αστόχαστες εξεγέρσεις» όπως εκείνη του 1931 (σ. 237) και άλλοτε μένοντας πιστοί στον Κωνσταντίνο, σε σημείο που να καλούν μαζικά αυτόν ή τον εκπρόσωπό του να βαφτίσει τα παιδιά τους. «Βασιλοκομμουνιστές» με άλλα λόγια και οι (Ελληνο)Κύπριοι.

Στα παραδείγματα αυτά, βλέπουμε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, επί πολλά χρόνια (στη δεύτερη περίπτωση δεκαετίες), να καθορίζουν τη συμπεριφορά τους με βάση άλλες επιθυμίες, όχι με βάση όσα επέβαλλε η «ολοκλήρωση» του ελληνικού έθνους κράτους. Και αυτό όχι επειδή εντάσσονταν ή ήθελαν να ενταχθούν σε κάποιο άλλο υπαρκτό έθνος κράτος ή να αποσχισθούν και να αποτελέσουν ένα καινούριο. Στο ελληνικό έθνος ανήκαν. Απλώς δεν έβλεπαν την ένταξη αυτή ως το αποκλειστικό ή έστω το κύριο κριτήριο για τη στάση τους· είχαν άλλες προτεραιότητες. Αυτό ο Μαυρογορδάτος δεν ξέρει τι να το κάνει, πέρα από το να το καταγγείλει σκανδαλισμένος.

Όπως πάντοτε, αυτός ο πληθωρισμός ηθικολογίας και νουθεσιών απέναντι στην απείθαρχη πραγματικότητα είναι συνώνυμος με ένα έλλειμα αιτιολόγησης. Ομολογημένο άλλωστε:

Εκείνο που είναι δύσκολο να εξηγηθεί είναι γιατί οι Έλληνες της Κύπρου αποτελούσαν εξαίρεση και ανωμαλία μεταξύ των «αλυτρώτων», αφού οι περισσότεροι φαίνεται ότι υποστήριζαν τον Κωνσταντίνο ακόμα και μετά την απόρριψη της άμεσης Ένωσης από τον ίδιο το 1915 (238· υπογραμμίζω εγώ).

Όμως, με όλα αυτά αρχίζουν να μαζεύονται υπερβολικά πολλά δυσεξήγητα φαινόμενα και πολλοί «προδότες» –ή πάντως πολλοί που ακολουθούν την λάθος πολιτική σε σχέση με τα εθνικά ζητήματα. Όσοι δε ακολουθούν την ορθή (δηλ. την βενιζελική) αρχίζουν να μην φαίνονται τόσο πολλοί. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, αρχίζει να γίνεται δυσδιάκριτο γιατί (εάν) πρέπει να αποκαλέσουμε «εθνική ολοκλήρωση» την εφαρμογή αυτής της πολιτικής, δηλαδή την συνένωση σε έναν πολιτικό οργανισμό διαφόρων μερίδων πληθυσμού, εκ των οποίων πολλές είναι απρόθυμες να συνενωθούν, και διαφόρων εδαφών, τα οποία δεν είχαν όλα αποκλειστικά ή, ενίοτε, ούτε καν κατά πλειοψηφία ελληνικό πληθυσμό.

 

Ο εθνικισμός βλάπτει σοβαρά την πολιτική φαντασία

Στο κεφάλαιο για τη δεκαετία του 40, ο Μαυρογορδάτος αναφέρεται σε εκδηλώσεις των Τσάμηδων, των Κουτσοβλάχων και των Σλαβομακεδόνων της Ελλάδας υπέρ των στρατών κατοχής στις αντίστοιχες περιοχές τους. Και κλείνει την αναφορά αυτή με ακόμη μία ομολογία αδυναμίας:

 

Είναι  δύσκολο να φανταστεί κανείς ποια ακριβώς μειονοτική πολιτική θα μπορούσε να είχε αποτρέψει εντελώς την ανθελληνική στροφή αυτών των τριών εθνικών μειονοτήτων (199· υπογραμμίζω εγώ).

Εδώ, ακόμη μία φορά, έχουμε μια διατύπωση που προβάλλεται με την αξίωση του «ρεαλισμού» ή της «ειλικρίνειας» αλλά γειτνιάζει επικίνδυνα με τον κυνισμό, στο ηθικό επίπεδο, και με την αφέλεια στο αναλυτικό.

Την πολιτική αυτή την οποία δηλώνει ότι «δυσκολεύεται να φανταστεί» ο Μαυρογορδάτος την έχει μπροστά του, αναφέρεται ο ίδιος σε αυτή. Όχι μία, αλλά δύο φορές, με αφορμή δύο διαφορετικά ιστορικά παραδείγματα. Αλλά την προσπερνά, διότι δεν του περνά από το μυαλό ότι εκεί μπορεί να βρίσκεται η απάντηση στην αναζήτησή του.

Στην αμέσως επόμενη σελίδα μετά το παραπάνω απόσπασμα, υποστηρίζεται ότι:

Στη μεγάλη τους πλειονότητα, αυτοί [όσοι Σλαβόφωνοι απέρριπταν την ελληνική ταυτότητα] ταυτίζονταν μέχρι τότε με τη Βουλγαρία, ως ομοεθνείς της. Ήσαν όμως συγκεντρωμένοι στη Δυτική Μακεδονία, που οι Γερμανοί δεν άφησαν να καταληφθεί και να προσαρτηθεί από τη Βουλγαρία, όπως η Ανατολική. Διαφορετικά, τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί αλλιώς [μια πρόταση απολύτως ταυτολογική, παρεμπιπτόντως –Α.Γ.]. Αυτή η άμεση διάψευση αλυτρωτικών προσδοκιών στο πλαίσιο του βουλγαρικού εθνικισμού διευκόλυνε τους Γιουγκοσλάβους κομμουνιστές να κερδίσουν την πλειονότητα των Σλαβοφώνων της Ελλάδας με το εναλλακτικό όραμα της χωριστής Σλαβομακεδονικής εθνότητας και κρατικής οντότητας, στο πλαίσιο ομοσπονδιακού συστήματος.

Ιδού λοιπόν ποια πολιτική ήταν δυνατό να κερδίσει –και πράγματι κέρδισε- την εμπιστοσύνη των Μακεδόνων και να τους πάρει με το μέρος της: η ομοσπονδία, ή/ και (δηλαδή) η αναγνώριση της εθνοτικής τους διαφοράς[9]. Αλλά φυσικά, όποιος θεωρεί μονόδρομο τον εθνικισμό, δηλαδή την αρχή ένας λαός – ένα έθνος – ένα (ενιαίο) κράτος, όποιος έχει προαποφασίσει ότι η πιο φυσική, η τελειότερη, η μόνη δυνατή μορφή πολιτικής συγκρότησης είναι το έθνος κράτος, έχει εκ προοιμίου αποκλείσει από τη σκέψη του μια τέτοια λύση. Όπως επίσης έχει αποκλείσει την, κατά Βενιζέλο, «σοβαρή» ιδέα του Δραγούμη περί συνύπαρξης και συγκυριαρχίας περισσοτέρων εθνοτήτων στο πλαίσιο της ίδιας πολιτικής οντότητας, στην οποία όπως είδαμε επίσης αναφέρεται ο Μαυρογορδάτος μόνο και μόνο για να την χαρακτηρίσει τρέλα.

Η αφλογιστία λοιπόν αυτή της φαντασίας είναι αποτέλεσμα αυτοακρωτηριασμού: την προκάλεσε ο ίδιος ο συγγραφέας με τις επιλογές του. Και εκείνη, με τη σειρά της, προκαλεί άλλα, εξίσου σοβαρά αποτελέσματα: πρακτικά απολήγει σε κυνική δικαιολόγηση –έστω διά της σιωπής ή της άτοπον απαγωγής, του «δε γινόταν αλλιώς»- της εθνοκάθαρσης, της καταστολής και της παραβίασης των δικαιωμάτων των μειονοτήτων.

Τι είναι οι εθνικοί αγώνες;

Το βιβλίο του Μαυρογορδάτου, και οι λοιπές σχετικές παρεμβάσεις του γύρω από το ζήτημα του (των) διχασμού (-ών) του έθνους, χωρίς αμφιβολία συνιστά μία τολμηρή και ειλικρινή προσπάθεια να αντιμετωπιστούν κατάματα κάποια ιστορικά γεγονότα τα οποία ως τώρα η ακαδημαϊκή αντιμετώπιση συνήθως συγκάλυπτε, απέφευγε ή παρερμήνευε.

Στο παρόν κείμενο ισχυρίστηκα ότι η προσπάθεια αυτή φτάνει μέχρι ένα ορισμένο σημείο· μετά προσκρούει σε αξεδιάλυτες ανακολουθίες και εσωτερικές εντάσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κακώς αναλήφθηκε και ότι μπορεί ή πρέπει να αγνοηθεί. Το να ασχοληθεί κανείς μαζί της έχει νόημα. Όχι βέβαια για να της «βάλει κακό βαθμό» ή να την αντιδιαστείλει με άλλα κείμενα τα οποία υποτίθεται ότι θα ήταν απαρεγκλίτως συνεκτικά και απαλλαγμένα από εντάσεις. Τέτοια κείμενα δεν υπάρχουν, και αν υπήρχαν δεν είναι σίγουρο ότι θα ήταν πιο παραγωγικά ή χρήσιμα. Αντιθέτως, αυτό που αξίζει τον κόπο είναι όχι να κατασιγάσει κανείς αυτές τις εντάσεις, αλλά να πατήσει πάνω τους και να τις εξωθήσει ως τα όριά τους ώστε να εκραγούν. Έτσι μπορεί να παραγάγουν μία καλύτερη κατανόηση των διαφωνιών τις οποίες το βιβλίο θέλει να περιγράψει και να αναλύσει, αλλά συνειδητά ή ασυνείδητα τις παρατείνει και μετέχει σε αυτές.

Ποια θα ήταν αυτή η κατανόηση;

Σε μια συνέντευξή του, ο φιλόσοφος της «ασυνεννοησίας» [mésentente] Ζακ Ρανσιέρ χρησιμοποίησε μια αποφθεγματική διατύπωση την οποία έχω ήδη πολλές φορές παραθέσει: ότι «ο σημαντικότερος ταξικός αγώνας των εργατών είναι ο αγώνας τους να μην αποτελούν τάξη»[10]. Ισχυρίζομαι ότι θα μπορούσαμε να επαναλάβουμε τη φράση αυτή παραλλαγμένη για την περίπτωση και των εθνών· να πούμε δηλαδή ότι ο σημαντικότερος εθνικός αγώνας που δίνουν οι άνθρωποι είναι η προσπάθειά τους να μην είναι έθνος.

[1] Στο σημείωμά μου «1915: Ο διχασμός ως έξοδος και ως λιποταξία», https://wp.me/p1eY1R-Fs.

[2] Η ίδια η χρήση του όρου «διχόνοια», που όπως είδαμε εμφανίζεται ήδη στον τίτλο, προετοιμάζει για μία μάλλον κανονιστική παρά αναλυτική πραγμάτευση· διότι με τον όρο αυτό συνήθως ονομάζουμε τις συγκρούσεις μεταξύ ανθρώπων που «κανονικά» δεν θα έπρεπε να συγκρούονται αλλά να ομονοούν.

[3] Όπως, κυρίως, η διαδικασία ένταξης στο ελληνικό κράτος (ή «απελευθέρωσης», όπως επικράτησε να αποκαλείται) πολλών νησιών του Αιγαίου, και πρωτίστως της Κρήτης, της Σάμου και της Νάξου. Στις ένοπλες και αιματηρές συγκρούσεις που συνόδευσαν αυτή τη διαδικασία αναφέρομαι αναλυτικότερα στο πρόσφατο βιβλίο μου Ο Ασιάτης Σεφέρης (Ασίνη, 2021).

[4] Η συζήτηση καταγραμμένη φυσικά από την ίδια, έχει δημοσιευθεί στον τόμο Π.Σ. Δέλτα, Αναμνήσεις 1940, επιμ. Π.Α. Ζάννα, Ερμής, Αθήνα 2007, σ. 268-269.

[5] Στο βιβλίο χρησιμοποιείται δύο φορές (σ. 155 και 156) το επίθετο «ψυχοπαθολογικός» για να περιγράψει τη συμπεριφορά του Δραγούμη. Στα ίδια χωρία υποστηρίζεται ότι κακώς ο Δραγούμης θεωρείται «υπερεθνικιστής». Η διάγνωση είναι βεβαίως ορθή, αλλά διατυπώνεται ως ψόγος.

[6] Για αναλυτική τεκμηρίωση του ισχυρισμού αυτού ο αναγνώστης μπορεί να συμβουλευθεί το βιβλίο μου Εμείς οι έποικοι. Ο νομαδισμός των ονομάτων και το ψευδοκράτος του Πόντου, Ισνάφι, Ιωάννινα 2014.

[7] Ας μου επιτραπεί εδώ να παραπέμψω ακόμα μια φορά στον Ασιάτη Σεφέρη.

[8] Στη σελ. 200 διαβάζουμε τα εξής: «Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς τι θα σήμαινε, στη συγκυρία της Κατοχής, η απουσία των προσφύγων και η συνακόλουθη κατοχή της γης αποκλειστικά από γηγενείς μειονότητες σε αρκετές περιοχές της Βόρειας Ελλάδας. Δεν θα υπήρχε κανένα εμπόδιο, κανένα ‘αντίπαλο δέος’ για την εφαρμογή σχεδίων κάθε λογής και προέλευσης σε βάρος της εδαφικής ακεραιότητας του ελληνικού κράτους» (υπογραμμίζω εγώ). Ωστόσο, η «εδαφική ακεραιότητα του ελληνικού κράτους» δεν ταυτίζεται με την «ολοκλήρωση του ελληνικού έθνους», ιδίως όταν αφορά την πιθανότητα αφαίρεσης εδαφών τα οποία είχαν περιέλθει στο ελληνικό κράτος μόλις πρόσφατα, επίσης μετά από στρατιωτική εισβολή και κατοχή.

[9] Ίσως πει κανείς ότι για τη Γιουγκοσλαβία κάτι τέτοιο «ήταν πιο εύκολο» απ’ ό,τι για την Ελλάδα, διότι Σλάβοι οι μεν, Σλάβοι και οι δε. Ωστόσο, το δικαίωμα να προβάλει αυτή την αντίρρηση το έχει προκαταβολικά στερήσει από τον εαυτό του ο συγγραφέας, εφόσον μόλις πριν έχει ισχυριστεί ότι «οι Σλαβομακεδόνες ταυτίζονταν με τη Βουλγαρία». Άλλωστε, αν ήταν ομοεθνείς με τους υπόλοιπους Γιουγκοσλάβους, δεν θα υπήρχε λόγος να συγκροτήσουν, ακριβώς, χωριστό κρατίδιο στο πλαίσιο μιας ομοσπονδίας η οποία, επί μισό αιώνα, είχε ψυχρές έως εχθρικές σχέσεις με τις λοιπές χώρες της ανατολικής Ευρώπης, παρά την κατά τεκμήριο κοινή καταγωγή των κατοίκων τους.

[10] « 1968 : Le plaisir de la métamorphose politique », Libération 24 Mαΐου 2008.

Πρώτη δημοσίευση: Θέσεις, τεύχος 159 (Απρίλιος – Ιούνιος 2022)

Κλασσικό
Ελληνική κρίση,Πολιτική

«Η πολιτική δεν ήταν ποτέ ζήτημα αξιών» (συνέντευξη στο Unfollow)

Μια συζήτηση για την πολιτική και το πολιτικό ανάμεσα στον Άκη Γαβριηλίδη, την Ελισάβετ Κυρτσόγλου και τον Αυγουστίνο Ζενάκο, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό  Unfollow (τεύχος Δεκεμβρίου 2017)

 

Ε.Κ.: Θεωρείς ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πρόδωσε τα οράματα της Αριστεράς;

Α.Γ.: Όχι.

Προσωπικά, εδώ και πολύ καιρό, από τότε που το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης με κορμό την αριστερά ανήκε στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, απέφευγα με προσοχή να μιλάω με όρους «οράματος» και «πιστότητας». Δεν ήταν κάποια δική μου προσωπική προτίμηση: θεωρούσα πάντα ότι το πλήθος δεν σκέφτεται και δεν ενεργεί με βάση αυτές τις έννοιες στην πολιτική, έστω και αν μερικές φορές χρησιμοποιεί τις λέξεις.

Ακόμη περισσότερο, σε μια σειρά άρθρων και δημόσιων παρεμβάσεων λίγο πριν και λίγο μετά την εκλογική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, είχα αναπτύξει αυτή την ιδέα ενόψει της Συνέχεια

Κλασσικό
σεξουαλικότητα,Πολιτική,Queer

Αντιcisτημική αστυνόμευση

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Το περιστατικό με τους/τις «αντιcisτημικές» (κατά την αυτοπεριγραφή τους) που αντιτάχθηκαν στη συμμετοχή των ομοφυλόφιλων αστυνομικών στο χθεσινό Pride, και μάλιστα επιχείρησαν έμπρακτα να τους εκδιώξουν, είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα για όποιον θέλει να κατανοήσει τη διάκριση πολιτικής/ αστυνομίας στο έργο του Ρανσιέρ. Και αυτό διότι είναι ακραίο και δείχνει τις έννοιες στην καθαρότητά τους.

Ο ίδιος ο συγγραφέας συχνά επιμένει ότι, όταν χρησιμοποιεί τον όρο «αστυνομία», δεν εννοεί έναν κρατικό θεσμό, αλλά μία «συμβολική συγκρότηση του κοινωνικού». Αστυνόμευση δεν έχουμε (μόνο/ απαραίτητα) κάθε φορά που βλέπουμε κάποιους κυρίους Συνέχεια

Κλασσικό
ρατσισμός,σεξουαλικότητα,Ανάλυση λόγου,Γλώσσα,Τέχνη,μετανάστευση

Ο «εφαψίας Αϋλάν» και η χειραφέτηση των θεατών

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Για το γνωστό πλέον σκίτσο τού Charlie Hebdo, οι τοποθετήσεις που έχουν κατατεθεί στον ελληνικό ιδίως κυβερνοχώρο είναι κυρίως δύο:

α) το σκίτσο είναι ρατσιστικό.

β) Το σκίτσο είναι αντιρατσιστικό, διότι ναι μεν παρουσιάζει ρατσιστικές απόψεις αλλά αυτό το κάνει για να τις ανατρέψει και για να καταγγείλει την υποκρισία της Δύσης.

Και οι δύο τοποθετήσεις μοιράζονται το ίδιο αξιακό σύστημα για το ρόλο της τέχνης του λόγου ή/ και της εικόνας και των χειριστών της: η τέχνη οφείλει να αποκαλύπτει και να καταγγέλλει φαινόμενα καταπίεσης και ανελευθερίας. Εξάλλου, αυτό λέγεται ρητά από τους υποστηρικτές της πρώτης άποψης: αν η γελοιογραφία πράγματι «αποκάλυπτε» το ρατσισμό, δεν θα υπήρχε πρόβλημα[1]. Η διαφωνία δεν αφορά τους γενικούς κανόνες, αλλά μόνο την υπαγωγή της ατομικής περίπτωσης σε αυτούς.

Το κοινό αυτό αξιακό σύστημα είναι ο διαφωτισμός. Η πεποίθηση δηλαδή ότι η ιστορία είναι μία Συνέχεια

Κλασσικό
Αυτονομία,μετανάστευση

Oι πρόσφυγες και η δημοκρατία

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Όσοι βρισκόμαστε εδώ*, φαντάζομαι ότι έχουμε απαντημένο αν πρέπει ή όχι να συμπαρασταθούμε στους πρόσφυγες και να τους βοηθήσουμε να περάσουν από την Ελλάδα προς τα εκεί που οι ίδιοι θέλουν. Δεν χρειάζεται λοιπόν να σπαταλήσουμε χρόνο συζητώντας το ερώτημα αυτό.

Κάτι που θα ήταν ωστόσο χρήσιμο, είναι να αναρωτηθούμε: γιατί θεωρούμε ότι πρέπει να το κάνουμε αυτό; πώς αιτιολογούμε, στον εαυτό μας ή/ και σε άλλους, αυτό το καθήκον;

Θα μπορούσαμε να φανταστούμε διάφορες εναλλακτικές ή συμπληρωματικές αιτιολογήσεις:

Α) Η ταξική αλληλεγγύη. Συμπαραστεκόμαστε στους πρόσφυγες επειδή είμαστε Συνέχεια

Κλασσικό
Πάλη των τάξεων,Πολιτική

Σκουριές: τα συμφέροντα της μη εργασίας

 του Άκη Γαβριηλίδη

Στους τοίχους της ανοιξιάτικης Αθήνας, μπορεί κανείς μεταξύ άλλων να δει την αφίσα του ΣΕΚ για το φετινό τριήμερο «Μαρξισμός 2015». Ως γενικός τίτλος των εκδηλώσεων εμφανίζεται το ερώτημα: «Μπορούν οι εργάτες να κυβερνήσουν;».

Διαβάζοντάς το, μου γεννήθηκε αυθόρμητα ένα άλλο ερώτημα: Θέλουν οι εργάτες να κυβερνήσουν; Ποιοι εργάτες; Και πώς το ξέρουμε; Το είπαν ή το εκδήλωσαν κάπου, κάπως, κάποτε;

Αμέσως μετά όμως μου γεννήθηκε και μία δεύτερη αντίδραση, η εξής: Ας δεχθούμε χάριν της υπόθεσης ότι οι «εργάτες» –ό,τι και αν εννοούμε με τον όρο αυτό- θέλουν και μπορούν να κυβερνήσουν. Πώς θα έμοιαζε πρακτικά μια τέτοια κυβέρνηση; Τι είδους μέτρα θα έπαιρνε;

Ένα παράδειγμα από την επικαιρότητα ακριβώς αυτών των ημερών φαίνεται να υποβάλλει Συνέχεια

Κλασσικό
Πάλη των τάξεων,έξοδος

Αταξία εναντίον τάξης

του Άκη Γαβριηλίδη

Μετά το ξέσπασμα της πρόσφατης δημοσιονομικής κρίσης στην Ελλάδα, υπήρξε μία προσμονή ότι τώρα επιτέλους θα έρθει η στιγμή της αφύπνισης των μαζών που είχαν «συντηρητικοποιηθεί», «ενσωματωθεί» ή «παρασυρθεί από την πλαστή ευημερία του καταναλωτισμού». Καθώς οι προοπτικές κοινωνικής κινητικότητας και πρόσβασης στο επίπεδο ζωής των «μεσαίων στρωμάτων» εξανεμίζονται, θα μπει κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, θα ξεκαθαρίσουν τα μέτωπα και θα έχουμε μία αντιπαράθεση του τύπου «τάξη εναντίον τάξης».

Μια πρόχειρη ματιά σε έντυπες ή ηλεκτρονικές ανακοινώσεις και ανταλλαγές του παραδοσιακού αντιεξουσιαστικού και ακροαριστερού χώρου, δείχνει μια διάχυτη απογοήτευση για αυτό που βιώνεται ως «απουσία» ή «συνθηκολόγηση» των μαζών και ως χλιαρή αντίδρασή τους στην πρόσφατη υπαγωγή των δημόσιων οικονομικών της Ελλάδας στην «τεχνογνωσία» του ΔΝΤ. Ενίοτε, οι ομιλούντες προσφέρουν ως παρηγορία στους εαυτούς τους και τους αναγνώστες τους τη χιλιαστική βεβαιότητα ότι «μετά το καλοκαίρι όμως θα γίνει χαμός». Από πολλούς μάλιστα η αντιπαράθεση αυτή βαφτίστηκε προκαταβολικά «εργατικός Δεκέμβρης», σε αντιδιαστολή με τον «νεολαιίστικο» Δεκέμβρη του 2008 ο οποίος ήταν ελλειμματικός, δευτερεύων, «απλώς πολιτισμικός», αφορούσε παράπλευρες αντιφάσεις και όχι την κύρια, το εποικοδόμημα και όχι τη βάση. Συνέχεια

Κλασσικό