Αρχείο

Tag Archives: αντισημιτισμός

του Ιλάν Παππέ

 

Το 2017, η ισραηλινή κατοχή της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας συμπληρώνει πενήντα χρόνια. Μετά από τόσον καιρό, ο όρος «κατοχή» αρχίζει να γίνεται κάπως περιττός και άτοπος. Δύο γενιές Παλαιστινίων έχουν ήδη ζήσει υπ’ αυτό το καθεστώς. Αν και οι ίδιοι το αποκαλούν ακόμα κατοχή, αυτά που περνάνε είναι ριζωμένα σε κάτι άλλο, πολύ πιο δύσκολο να κατανικήσεις ή να αλλάξεις: τον αποικισμό. Ο όρος αποικισμός δεν είναι εύκολο να εφαρμοστεί στο παρόν –τις περισσότερες φορές συνδέεται με γεγονότα του παρελθόντος. Για το λόγο αυτό, με τη συμβολή πρόσφατων και συναρπαστικών ερευνών, αναλυτές που γράφουν για το Ισραήλ χρησιμοποιούν συχνότερα έναν άλλο όρο: εποικιοκρατία[1].

H αποικιοκρατία μπορεί να περιγραφεί ως η μετακίνηση Ευρωπαίων σε διάφορα μέρη Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη έγινε αφορμή για μια τεράστια εκστρατεία αγιοποίησης, δικαίωσης και ηρωοποίησης.

Επίσης όμως, έγινε αφορμή για να εκφραστεί ακόμα μια φορά ο αντισημιτισμός που χαρακτηρίζει τμήματα (και) της ελληνικής αριστεράς, ακόμα και σε ένα θέμα τελείως άσχετο με τους Εβραίους. (Ο αντισημιτισμός όμως είναι ακριβώς αυτό: η εμμονή, και η ικανότητα, να ανακαλύπτεις «Εβραίους» πίσω από οτιδήποτε κακό, και να τους εμφανίζεις ως σύμβολα και αιτίες αυτού του κακού).

Αυτό δεν έγινε μέσω του λόγου με τη στενή έννοια, αλλά μέσω εικόνων –το φαντασιακό χειρίζεται κυρίως εικόνες, και το αντισημιτικό φαντασιακό δεν αποτελεί εξαίρεση. Και ειδικότερα, μίας μόνο εικόνας: αυτής που συνοδεύει ανακοίνωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ –της Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Από τη στιγμή που άρχισαν οι εκδηλώσεις τής ανά πενταετία έκθεσης σύγχρονης τέχνης που φέτος γίνεται και στην Αθήνα, οι αντιδράσεις στην ελληνόφωνη έντυπη και ηλεκτρονική δημόσια σφαίρα υπήρξαν στην πλειοψηφία τους δύσπιστες και αρνητικές, έως –το πολύ- αμφίσημες. Προσωπικά δεν έχω υπόψη μου έστω και μία που να μπορεί να θεωρηθεί ανεπιφύλακτα θετική.

Οι αρνήσεις όμως αυτές μπορούν με σχετική ακρίβεια να περιοδολογηθούν σε δύο ευδιάκριτες φάσεις. Στην αρχή του έτους, οι επικρίσεις κατά των εκδηλώσεων ήταν όλες απ’ τα δεξιά: η Ντοκουμέντα κατηγορήθηκε ότι φέρνει στην Αθήνα «Το ζόμπι της Αριστεράς». Με άλλα λόγια, ότι θέλει «να μιλήσει για τα ιδεώδη της συλλογικής δράσης και της αναστολής της κρατικής βίας σε ένα μέρος όπου αναρχοαυτόνομοι καταλαμβάνουν πανεπιστήμια και ιδιωτικά κτίρια ενώ ξυλοκοπούν τον διευθυντή της Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Η δημόσια δήλωση συγνώμης του Αδώνιδος Γεωργιάδη προς την εβραϊκή κοινότητα για την αντισημιτική ρητορεία που χρησιμοποίησε στο παρελθόν, είναι το ισχυρότερο πλήγμα που έχει δεχθεί ο διάχυτος ρατσισμός της νεοελληνικής κοινωνίας μετά την ανάδυση του «πατριωτισμού της αλληλεγγύης» (υιοθετώ εδώ τον όρο του Ευθύμιου Παπαταξιάρχη) σε σχέση με την υποδοχή των Σύρων προσφύγων. Και εξίσου όσο και εκείνη, προσφέρεται για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τον νεολληνικό ρατσισμό, αλλά και αντιρατσισμό.

Για το πρώτο: η δήλωση αυτή αποτελεί πλήγμα διότι, πρώτα απ’ όλα, είναι μία αρκετά σπάνια ενέργεια στο πολιτικό τοπίο της Ελλάδας. Δεν μπορώ να θυμηθώ πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας Έλληνας πολιτικός –ή και μη πολιτικός, εδώ που τα λέμε- βγήκε δημόσια και αναθεώρησε μία στάση που είχε ακολουθήσει με ιδιαίτερη επιμονή επί πολλά χρόνια και η οποία ουσιαστικά είχε διαμορφώσει τη φυσιογνωμία του. Ακόμα και το αρκετά μακρινό πλέον mea culpa του Ανδρέα Παπανδρέου, αφορούσε μία στιγμιαία ήσσονος σημασίας απόφαση. Ένας Ανδρέας χωρίς Νταβός, είναι πάντα ο Ανδρέας. Ένας Άδωνις μη αντισημίτης όμως είναι ένας άλλος Άδωνις.

Αυτή η μεταστροφή αποκτά επιπλέον μεγαλύτερη αξία σε μια χώρα όπου η δήλωση μετανοίας, σε όλο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, υπήρξε συνώνυμο του εξευτελισμού και της παραίτησης· ένα «τρόπαιο» που αποτέλεσε επί δεκαετίες επίδικο αντικείμενο της πιο λυσσώδους πολιτικής (αλλά και στρατιωτικής) αντιπαράθεσης και έδωσε αφορμή για τη δημιουργία τερατωδών και μαζικότατων μηχανισμών διοικητικής καταστολής. Η δε πραγματοποίηση τέτοιας δήλωσης βιώθηκε συχνά ως κάτι τρομερά επαίσχυντο και ταπεινωτικό, ένας οιονεί πολιτικός θάνατος.

Σε ένα τέτοιο φόντο, η αυτόβουλη και χωρίς καμία πίεση δημόσια δήλωση αναθεώρησης της προηγούμενης κοσμοθεωρίας αποκτά μεγαλύτερη αξία, το δε ρήγμα και η σύγχυση που προκαλεί στο μέχρι τώρα συμπαγές αντισημιτικό στρατόπεδο είναι αξιοσημείωτη.

Image result for mea culpa

Αυτό τώρα το οποίο προσφέρεται για συμπεράσματα, είναι η τρομερή δυσπιστία και απόρριψη η οποία εκφράστηκε από πολλούς στα κοινωνικά μέσα για τη δήλωση αυτή, και ειδικότερα για την «ειλικρίνειά» της.

Η δυσπιστία αυτή αποτελεί φυσικά έκφραση μίας γενικότερης κρίσης εμπιστοσύνης που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης. Οι άνθρωποι –ασφαλώς για υπαρκτούς και κατανοητούς λόγους- έχουν πλέον πολύ λίγα αποθέματα υπομονής και κατανόησης, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια ο ένας στον άλλο, αλλά με την πρώτη ευκαιρία εκρήγνυνται, ή απλώς παραμένουν κουμπωμένοι και αρνούνται να αφεθούν και να πιστέψουν σε κάτι.

Αυτή είναι η συγκυριακή και «διαθετική» περιγραφή της δυσκολίας. Η πιο μόνιμη και μεθοδολογική της διατύπωση όμως είναι η επίμονα εδραιωμένη, και πριν την κρίση, ουσιοκρατία, και ο ιδεαλισμός με τον οποίο αντιμετωπίζουν όλοι τις πολιτικές αποφάνσεις, παραγνωρίζοντας σκανδαλωδώς τον επιτελεστικό χαρακτήρα τους και εμμένοντας σε έναν δυισμό λόγων και έργων.

Ο ιδεαλισμός αυτός εκδηλώνεται ως μανιώδης διερώτηση περί του «αληθούς περιεχομένου» κάθε δήλωσης, και εν προκειμένω ως διερώτηση περί του αν ο δηλών «έχει πραγματικά μεταμεληθεί» ή το κάνει μόνο «για να κερδίσει ψήφους». Εάν συμβαίνει το δεύτερο, η αυτονόητη συνεπαγωγή είναι ότι πρέπει να κλείσουμε τα αυτιά μας στη δήλωση αυτή, ως άλλοι Οδυσσείς απέναντι στο τραγούδι των Σειρήνων, και να συνεχίσουμε την μοναχική μας πορεία απαράλλαχτη όπως και πριν.

Η προσέγγιση αυτή είναι μία πολιτικά αυτοκτονική ένδειξη αναλφαβητισμού. Τα λόγια –ιδίως οι πολιτικές δηλώσεις- δεν είναι ποτέ χωρίς συνέπειες, όπως έχω γράψει και στο παρελθόν με άλλη αφορμή. Η αποτελεσματικότητα των πολιτικών –και των μη πολιτικών εξάλλου- λεκτικών πράξεων δεν εξαρτάται από την ειλικρίνειά τους. Αυτήν άλλωστε είναι αδύνατο να τη γνωρίσουμε με βεβαιότητα, παρεκτός εάν είμαστε ο ψυχαναλυτής ή ο εξομολογητής του ενδιαφερομένου (μερικές φορές ούτε και τότε). Ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται, ακριβώς, για μία συγνώμη, η οποία είναι ένα από τα πιο τυπικά παραδείγματα επιτελεστικότητας.

Δεν αποκλείεται, πράγματι, τα εσώτερα κίνητρα αυτής της συγκεκριμένης συγνώμης του Γεωργιάδη να είναι η επιθυμία του να κερδίσει ψήφους. Και λοιπόν; Εάν είναι έτσι, τόσο το καλύτερο: νικήσαμε! Αυτό δείχνει ότι ο αντισημιτισμός έχει υποχωρήσει στην κοινωνία· φέρνει πλέον λιγότερες ψήφους απ’ όσες φέρνει η απάρνησή του.
Το αντίθετο θα σήμαινε αριστερή μελαγχολία και συντηρητισμό: όποιος υπήρξε μέχρι τώρα ρατσιστής, θα παραμείνει –και πρέπει να παραμείνει- για πάντα ρατσιστής· δεν θέλουμε να μετασχηματιστεί, γιατί τότε δεν θα μπορούμε να τον καταγγέλλουμε και να αναδεικνυόμαστε εμείς ως οι μόνοι συνεπείς αντιρατσιστές.

Βέβαια, ο χαρακτηρισμός της μελαγχολίας αυτής ως «αριστερής» είναι συζητήσιμος. Διότι υπάρχουν διάφορα άτομα και χώροι τής (εξωκοινοβουλευτικής ιδίως) αριστεράς, οι οποίοι βαρύνονται με αρκετές –για να το πούμε κομψά- ατυχείς διατυπώσεις σχετικές με τους Εβραίους, και οι οποίοι μέχρι στιγμής δεν έκαναν κάποια χειρονομία ανάλογη με του Γεωργιάδη, έστω και ανειλικρινή.

Από την άποψη της αντιρατσιστικής πολιτικής, λοιπόν, η συγνώμη αυτή είναι μία σημαντική επιτυχία, και ένα εξαιρετικό εργαλείο για τη συνέχιση της προσπάθειας. Ακόμη και αν ευσταθεί το σενάριο ότι ο συγκεκριμένος «από μέσα του» παραμένει αντισημίτης, είναι θαυμάσιο νέο ότι παραμένει, ακριβώς, από μέσα του και ντρέπεται να το δηλώσει και απ’ έξω. Δεν κερδίζουμε τίποτα με το να απορρίπτουμε και να λογοκρίνουμε τη δήλωσή του στη βάση της «ασυνέπειάς» της με προηγούμενες δηλώσεις. Αντιθέτως, έχουμε κάθε λόγο να αξιοποιήσουμε αυτή την ένταση και την ασυνέπεια ως εργαλείο για να ξηλώσουμε το πλεκτό· για να κάνουμε και τους υπόλοιπους ρατσιστές να ντρέπονται για το ρατσισμό τους.

 

 του Άκη Γαβριηλίδη

 

Πρόσφατα, οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς δημοσίευσαν «αποκαλύψεις» σχετικά με τη σύνοδο κορυφής τής ΕΕ το 2011, και ειδικότερα με την ιδέα για δημοψήφισμα που είχε προτείνει εκεί ο Γ. Παπανδρέου και η οποία είχε απορριφθεί σκαιώς από λίγο-πολύ όλους, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Οι σχετικές πληροφορίες ήταν εδώ και καιρό γνωστές, ίσως όχι σε τόση λεπτομέρεια αλλά πάντως ως προς τα ουσιώδη, μεταξύ άλλων μέσα από τις σχετικές αναφορές σε βιβλίο που εξέδωσε προ μηνών ο Χοσέ Λουίς Θαπατέρο. Ωστόσο, ο γνωστός συνωμοσιολόγος δημοσιογράφος Γιώργος Δελαστίκ, λίγες μέρες πριν τις εκλογές στις οποίες κατέρχεται υποψήφιος με έναν συνασπισμό που αυτοτοποθετείται στην «συνεπή αριστερά» και μάλιστα βασίζει την καμπάνια του σε διαρκείς κατηγορίες προς άλλους ότι δεν είναι αρκετά αριστεροί, είδε το δημοσίευμα αυτό ως μια χρυσή ευκαιρία που δεν πρέπει να πάει χαμένη. Αφιέρωσε λοιπόν ολόκληρο άρθρο στο Έθνος –με τίτλο «Γιατί αποκαλύπτουν τώρα το παρασκήνιο της πτώσης Γιώργου;»- σε αυτά ακριβώς τα στοιχεία, τα οποία χαρακτηρίζει απ’ την πρώτη φράση «πραγματικά συγκλονιστικά».

Το όλο κείμενο του Δελαστίκ είναι γραμμένο στο σύνηθες απολίτικο και εντυπωσιοθηρικό ύφος που έχουν μάθει να αναμένουν από αυτόν οι αναγνώστες του, με αποκλειστική γραμμή ερμηνείας των εξελίξεων την πάλη των εθνών και με αποκλειστικό μέσο επιχειρηματολογίας τις «γεμάτες νόημα» ρητορικές ερωτήσεις («είναι Read More