υποκειμενικότητα,Πολιτική,Ψυχανάλυση

H ψυχοπαθολογία του Σάκη Μουμτζή (και του Δοξιάδη)

                   του Άκη Γαβριηλίδη

 

«Γιατί επιτίθενται στην Δόμνα Μιχαηλίδου;» διερωτάται ο κ. Σάκης Μουμτζής από τις στήλες ενός εντύπου που αυτοαποκαλείται (ψευδεπίγραφα) «Φιλελεύθερο».

Το ίδιο το ερώτημα δεν είναι ιδιαίτερα φιλελεύθερο –παρά μόνο σύμφωνα με μία αδύναμη ανάγνωση του φιλελευθερισμού. Όποιος το θέτει, φαίνεται να μη γνωρίζει ή να μην αποδέχεται το γεγονός ότι στην πολιτική υπάρχουν αντιπαραθέσεις· να φαντάζεται ότι, όταν υπάρχουν, αυτό είναι κάτι εξαιρετικό που απαιτεί ειδική εξήγηση.

Αλλά και η ειδική εξήγηση που κομίζει το άρθρο (: η Μιχαηλίδου είναι γυναίκα, νέα και ωραία), είναι ελάχιστα πειστική. Πολιτική κριτική, έως και πολεμική, υπέστησαν τις ίδιες μέρες και άλλες γυναίκες, όπως π.χ. η κυρία Μενδώνη και η κυρία Παναγιωταρέα, οι Συνέχεια

Κλασσικό
σεξισμός,Ανάλυση λόγου,Κινήματα,Πολιτική,Ψυχανάλυση

Το πολιτικό ύφος της αναίδειας

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Για όσους διατηρούν έστω απόμακρες μνήμες από τη δεκαετία του 70, ή ακόμα περισσότερο από τη χούντα, ήταν μέχρι πρόσφατα αυτονόητο ότι ο πολιτικός συντηρητισμός ανέκαθεν –ίσως από τότε που υπάρχει- πάει χέρι-χέρι με τον κοινωνικό, και απαραίτητο στοιχείο του είναι η εμμονή στις αξίες της ευπρέπειας, της αυτοσυγκράτησης και της σεμνότητας –έως σεμνοτυφίας. Σε όλο τον κόσμο, και στην Ελλάδα. Ακόμη και μετά την πτώση του καθεστώτος που πολιτεύτηκε με το τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια, συνέχιζε να λειτουργεί επί χρόνια στο υπουργείο προεδρίας επίσημη διοικητική υπηρεσία που λεγόταν λογοκρισία, και που αστυνόμευε αυστηρά τι επιτρέπεται να περάσει στον δημόσιο λόγο και τι όχι.

Προσωπικά, έχω στη δισκοθήκη μου δίσκο –βινυλίου, φυσικά- από εκείνα τα χρόνια, και συγκεκριμένα από το 1980, στον οποίο περιλαμβάνεται ένα κομμάτι που στους στίχους του υπήρχε η λέξη «σκατά». Η προαναφερθείσα υπηρεσία δεν ανέχθηκε να κυκλοφορήσει δίσκος που να χρησιμοποιεί τη λέξη αυτή έστω και μεταφορικά, και έτσι στο κομμάτι όπως τελικά ηχογραφήθηκε ακούγεται «και το κονιάκ να ’ναι [απροσδιόριστος ηλεκτρονικός ήχος] κι ο εργολάβος πουθενά δεν φάνηκε».

Εξάλλου, αυτός ακριβώς ο «απροσδιόριστος ηλεκτρονικός ήχος» απέκτησε σύντομα δικό του αυτοτελές όνομα, και οι καλλιτέχνες, ιδίως οι σατιρικοί, εν συνεχεία δε όλοι οι άνθρωποι, άρχισαν να χρησιμοποιούν το «μπιπ» για να υποδηλώσουν ότι στο αντίστοιχο σημείο, εάν είχαν το ελεύθερο, θα ήθελαν να χρησιμοποιήσουν μία λέξη για την οποία η επίσημη ή η εσωτερικευμένη λογοκρισία θα είχε αντιρρήσεις.

 

Τα τελευταία αρκετά χρόνια, ο πουριτανισμός αυτός μοιάζει να αποτελεί μακρινό και Συνέχεια

Κλασσικό
Έθνος κράτος,Γλώσσα,Ιστορία,Τραύμα,Ψυχανάλυση

Η Ελλάδα δεν έχει ιστορία και πολιτισμό (και ευτυχώς)

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Μετά την οριστική έγκριση της συμφωνίας των Πρεσπών, διαπιστώνω ότι πολλοί συμπολίτες μας είναι συγχυσμένοι, αποπροσανατολισμένοι και ενοχλημένοι. Ενίοτε και οργισμένοι. Παρουσιάζουν όλα τα συμπτώματα ενός ανθρώπου που αισθάνεται ότι του έκλεψαν την απόλαυση, που ξυπνά έκθετος σε μια ενδεχομενικότητα εκεί που νόμιζε ότι είχε κοιμηθεί αγκαλιά με την αναγκαιότητα. Κάποιοι εξωτερικεύουν αυτή την ένταση και το άγχος εκστομίζοντας –αλλά και υλοποιώντας- απειλές εις βάρος όσων θεωρούν υπευθύνους για αυτή την κλοπή, άλλοι απλώς διαβεβαιώνουν ότι μεσοπρόθεσμα φοβερά πράγματα πρόκειται να επακολουθήσουν «αντικειμενικά», χωρίς να εννοούν ότι θα τα επιφέρουν οι ίδιοι.

Επειδή είναι καλό να βοηθάμε τους συνανθρώπους μας όταν έχουν ανάγκη, από τη θέση αυτή σπεύδω να τους καθησυχάσω και να τους διαβεβαιώσω ότι καμία κλοπή και καμία Συνέχεια

Κλασσικό
Ανάλυση λόγου,Τραύμα,Τέχνη,Ψυχανάλυση

«Το λύνεις και δε λύνεται»: η συνάντηση του Άκη Πάνου με το Πραγματικό

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί απόσπασμα της παρέμβασης του συγγραφέα στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου Λένε όχι, λέω ναι. Τρία κείμενα για τον Άκη Πάνου (εκδ. Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2013).

 

Στα τρία δοκίμια του βιβλίου αυτού, και ιδίως στο δεύτερο, ο αναγνώστης θα δει ότι, ακολουθώντας μία λίγο-πολύ φιλολογική μέθοδο ανάλυσης, δείχνω πώς ο Άκης Πάνου αναπτύσσει δύο αντίθετες όψεις ή διαστάσεις του ίδιου θέματος, την κάθε μια σε ένα διαφορετικό τραγούδι, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται έτσι ζεύγη τραγουδιών που φαίνεται να απαντάνε το ένα στο άλλο, ή να προεκτείνουν το ένα το άλλο. Ενίοτε μάλιστα αυτό συμβαίνει και στο εσωτερικό του ίδιου τραγουδιού.

Ταυτόχρονα, όπως ήδη σημειώθηκε και από τους άλλους ομιλητές, αυτό το σύντομο βιβλιαράκι κάθε άλλο παρά εξαντλεί το θέμα.

Προεκτείνοντας λοιπόν αυτή τη γραμμή ανάλυσης, θα εξετάσω παρακάτω ακόμη ένα τέτοιο παράδειγμα, ένα ζεύγος «δίδυμων» τραγουδιών από τις αρχές της δεκαετίας του 70, στα οποία δεν αναφέρομαι καθόλου στο βιβλίο, και τα οποία θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει αντικείμενο ενός άλλου, τέταρτου μέρους. Πρόκειται για το ζεύγος που σχηματίζουν τα τραγούδια «Εγώ καλά σου τα ΄λεγα», με τον Στράτο Διονυσίου, και «Τι Συνέχεια

Κλασσικό
Εθνικισμός,Κινήματα,Πολιτική,Ψυχανάλυση,κουλτούρα

Περί εθνικισμού & άλλων δαιμονίων … (μια συζήτηση με τον Άκη Γαβριηλίδη)

Αναδημοσίευση από το μπλογκ «Ελευθερία ή τίποτα»

Συνέχεια

Κλασσικό
Ψυχανάλυση,ανθρωπολογία

Ο γενικός φετιχισμός των αδελφών Μαρξ

του Πέτερ Σέντυ

 

Το σύντομο άρθρο περί φετιχισμού που δημοσιεύει το 1927 ο Φρόιντ διαπερνάται από προβληματισμούς σχετικά με την όραση και την ορατότητα[1]. Έτσι, η πρώτη «περίπτωση» που αναφέρεται είναι εκείνη «ενός νέου άντρα ο οποίος είχε αναδείξει σε προϋπόθεση του φετίχ μια ορισμένη λάμψη πάνω στη μύτη, δηλαδή στα γερμανικά: Glanz auf der Nase. Πράγμα που η ανάλυση κατάφερε να αναμεταφράσει στην ξεχασμένη μητρική γλώσσα του ασθενούς, ήτοι τα αγγλικά, ως ένα «βλέμμα (glance) πάνω στη μύτη». Παρακάτω, μπορούμε να διαβάσουμε έναν μεταξύ των γραμμών διάλογο με τον Γάλλο ψυχίατρο Ρενέ Λαφόργκ για το θέμα του «σκοτισμού», ο οποίος δηλώνει τη δημιουργία ενός τυφλού σημείου στην όραση[2]. Αν λοιπόν το ορατό και το αόρατο είναι μοτίβα που επανέρχονται στο κείμενο, αυτό που εντούτοις πρέπει να συγκρατήσει την προσοχή μας είναι η σχεδόν κινηματογραφική περιγραφή που δίνει ο Φρόιντ για τη γένεση του φετίχ.

Αφού παρατηρήσει ο ίδιος ότι υπάρχει κίνδυνος να «απογοητεύσει» ορίζοντας το φετίχ Συνέχεια

Κλασσικό
σεξουαλικότητα,Γλώσσα,Ψυχανάλυση

Η επινόηση της «ετεροφυλοφιλίας»

του Μπράντον Αμπροζίνο

Το ιατρικό λεξικό Dorland του 1901 όριζε την ετεροφυλοφιλία ως «ανώμαλη ή διεστραμμένη όρεξη προς το αντίθετο φύλο». Πάνω από δυο δεκαετίες αργότερα, το 1923, το λεξικό Merriam Webster την όριζε ομοίως ως «νοσηρό σεξουαλικό πάθος για ένα άτομο του αντίθετου φύλου». Μόλις το 1934 αξιώθηκε η ετεροφυλοφιλία το νόημα με το οποίο είμαστε εξοικειωμένοι σήμερα: «εκδήλωση σεξουαλικού πάθους για ένα άτομο του αντίθετου φύλου· ομαλή σεξουαλικότητα».

Όποτε το λέω αυτό σε κάποιους, αρνούνται κατηγορηματικά να το πιστέψουν. Δεν είναι δυνατόν! Σίγουρα, δεν συμφωνεί με την αίσθησή τους· την αίσθηση ότι η ετεροφυλοφιλία «ήταν πάντα εκεί».

Πριν λίγα χρόνια, κυκλοφόρησε ένα ερασιτεχνικό βίντεο, όπου ο δημιουργός ρωτούσε διάφορους Συνέχεια

Κλασσικό
υποκειμενικότητα,Αρχαιογνωσία,Γλώσσα,Ψυχανάλυση

Περί λυκανθρωπίας. Μυθολογία και κλινική

του Ζαν-Μισέλ Ζαντιζόν

 

Πολύ κοντά, ως εκ της δομής του, προς τη θυσία του Αβραάμ, ο μύθος του Λυκάονος είναι μία αφήγηση περί απαρχών, η οποία σκηνοθετεί διαδοχικά την απαγόρευση του κανιβαλισμού και της παιδοκτονίας, πριν επεξεργαστεί, μέσω της ζωικής θυσίας που εδώ συμβολίζεται από την εξορία και προηγουμένως από τη μεταμόρφωση, το θέμα της διαγενεακής βίας.

Και στις δύο μυθικές διηγήσεις, της θυσίας του Ισαάκ και του Λυκάονος, μία θεία αρχή απαιτεί από έναν πατέρα τη θυσία του γιου του. Και στις δύο περιπτώσεις, η θυσία του infans [νηπίου], του αθώου, αποφεύγεται (ο Ισαάκ τελικά απαλλάσσεται, ο Αρκάς ανασυναρμολογείται) και μετατίθεται στο αρχαϊκό ζώο: ο κριός θα σκοτωθεί, ο λύκος θα εξοριστεί σε αυτόν τον άλλο κόσμο που είναι το Συνέχεια

Κλασσικό
Έθνος κράτος,Αρχαιογνωσία,Λογοτεχνία,Ψυχανάλυση,αποικιοκρατία,νεωτερικότητα

Στοιχειωμένες κοινότητες: το ελληνικό βαμπίρ ή το ανοίκειο στον πυρήνα της κατασκευής του έθνους

του Álvaro García Marín*

Αν δεχθούμε τον ισχυρισμό του Ντερριντά ότι «όλες οι εθνικές ρίζες […] είναι ριζωμένες πρώτα απ’ όλα στη μνήμη ή την αγωνία ενός εκτοπισμένου –ή εκτοπίσιμου- πληθυσμού»[1], η έννοια των «φαντασιακών κοινοτήτων» του Μπένεντικτ Άντερσον[2] θα μπορούσε εύκολα να εκλεπτυνθεί με τις «στοιχειωμένες κοινότητες» της Ρενέ Μπέργκλαντ[3]. (…) Σε αντίθεση με μια κοινότητα της οποίας απλώς τα μέλη προϋποθέτουν και προωθούν την αφηρημένη ιδέα του αμοιβαίου ανήκειν, η στοιχειωμένη κοινότητα συνοδεύεται από την ενεργή, μολονότι φασματική, επίδραση κάποιας ανεπιθύμητης κληρονομιάς από το παρελθόν –διαγραμμένης ή ξεπερασμένης, υποτίθεται, από την ίδια τη δράση της φαντασίας- η οποία υπονομεύει τη σταθερότητα της κρατούσας, μονολογικής ταυτότητας. Έτσι, η μετάθεση και ο διπλασιασμός που είναι εγγενής στο ανοίκειο, όπως το θεωρητικοποίησε ο Φρόιντ, θα ήταν αδιάσπαστα συνδεδεμένος με την ίδια τη διαδικασία της κατασκευής του έθνους. Κατά τον Φρόιντ, το ανοίκειο Συνέχεια

Κλασσικό
Φιλοσοφία,Ψυχανάλυση,ανθρωπολογία,ναζισμός

Νανσύ: να διακόψουμε το ναζιστικό μύθο

 

Ένα δεύτερο απόσπασμα από το βιβλίο τού Jean-Luc Nancy La communauté désoeuvrée, Christian Bourgois, Παρίσι 2004 [1986], σ. 109-120, μετά το Ζαν-Λυκ Νανσύ: Η κοινότητα δεν υπήρξε ποτέ. Επιλογή αποσπασμάτων και ελληνικού τίτλου, μετάφραση : Α.Γ.

 

Γνωρίζουμε τη σκηνή: κάποιοι άνδρες είναι συναθροισμένοι, και κάποιος τους αφηγείται κάτι. Αυτοί οι συναθροισμένοι άνδρες δεν ξέρουμε ακόμη αν αποτελούν μια συνέλευση, αν είναι μία ορδή ή μία φυλή [tribu]. Aλλά τους λέμε «αδελφούς», επειδή είναι συναθροισμένοι, και επειδή ακούν την ίδια αφήγηση.

Εκείνος που διηγείται, δεν ξέρουμε ακόμη αν είναι δικός τους, ή αν είναι ξένος. Τον λέμε δικό τους, αλλά διαφορετικό απ’ αυτούς, επειδή έχει το χάρισμα, ή απλώς το δικαίωμα –εκτός κι αν είναι το καθήκον- να αφηγείται.

Δεν ήταν συναθροισμένοι πριν από την αφήγηση, η εξιστόρηση είναι αυτό που τους συναθροίζει. Πριν, ήταν διασκορπισμένοι (τουλάχιστον αυτό λέει, ενίοτε, η ίδια η αφήγηση), έσμιγαν, συνεργάζονταν ή αντιπαρατίθενταν χωρίς να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο. Αλλά ένας απ’ αυτούς στάθηκε ακίνητος μια μέρα, ή ίσως εμφανίστηκε, σαν να γύριζε από μια παρατεταμένη απουσία, από μια μυστήρια εξορία. Στάθηκε σε έναν μοναδικό τόπο, παράμερα από τους άλλους αλλά σε κοινή θέα, σε έναν λοφίσκο ή σε ένα δέντρο κεραυνοβολημένο, και ξεκίνησε την εξιστόρηση που συνάθροισε τους άλλους.

Τους λέει την ιστορία τους, ή τη δική του, μια ιστορία που όλοι ξέρουν, αλλά που μόνο αυτός έχει το χάρισμα, το Συνέχεια

Κλασσικό