Archive

Ψυχανάλυση

του Μπράντον Αμπροζίνο

Το ιατρικό λεξικό Dorland του 1901 όριζε την ετεροφυλοφιλία ως «ανώμαλη ή διεστραμμένη όρεξη προς το αντίθετο φύλο». Πάνω από δυο δεκαετίες αργότερα, το 1923, το λεξικό Merriam Webster την όριζε ομοίως ως «νοσηρό σεξουαλικό πάθος για ένα άτομο του αντίθετου φύλου». Μόλις το 1934 αξιώθηκε η ετεροφυλοφιλία το νόημα με το οποίο είμαστε εξοικειωμένοι σήμερα: «εκδήλωση σεξουαλικού πάθους για ένα άτομο του αντίθετου φύλου· ομαλή σεξουαλικότητα».

Όποτε το λέω αυτό σε κάποιους, αρνούνται κατηγορηματικά να το πιστέψουν. Δεν είναι δυνατόν! Σίγουρα, δεν συμφωνεί με την αίσθησή τους· την αίσθηση ότι η ετεροφυλοφιλία «ήταν πάντα εκεί».

Πριν λίγα χρόνια, κυκλοφόρησε ένα ερασιτεχνικό βίντεο, όπου ο δημιουργός ρωτούσε διάφορους Read More

του Ζαν-Μισέλ Ζαντιζόν

 

Πολύ κοντά, ως εκ της δομής του, προς τη θυσία του Αβραάμ, ο μύθος του Λυκάονος είναι μία αφήγηση περί απαρχών, η οποία σκηνοθετεί διαδοχικά την απαγόρευση του κανιβαλισμού και της παιδοκτονίας, πριν επεξεργαστεί, μέσω της ζωικής θυσίας που εδώ συμβολίζεται από την εξορία και προηγουμένως από τη μεταμόρφωση, το θέμα της διαγενεακής βίας.

Και στις δύο μυθικές διηγήσεις, της θυσίας του Ισαάκ και του Λυκάονος, μία θεία αρχή απαιτεί από έναν πατέρα τη θυσία του γιου του. Και στις δύο περιπτώσεις, η θυσία του infans [νηπίου], του αθώου, αποφεύγεται (ο Ισαάκ τελικά απαλλάσσεται, ο Αρκάς ανασυναρμολογείται) και μετατίθεται στο αρχαϊκό ζώο: ο κριός θα σκοτωθεί, ο λύκος θα εξοριστεί σε αυτόν τον άλλο κόσμο που είναι το Read More

του Álvaro García Marín*

Αν δεχθούμε τον ισχυρισμό του Ντερριντά ότι «όλες οι εθνικές ρίζες […] είναι ριζωμένες πρώτα απ’ όλα στη μνήμη ή την αγωνία ενός εκτοπισμένου –ή εκτοπίσιμου- πληθυσμού»[1], η έννοια των «φαντασιακών κοινοτήτων» του Μπένεντικτ Άντερσον[2] θα μπορούσε εύκολα να εκλεπτυνθεί με τις «στοιχειωμένες κοινότητες» της Ρενέ Μπέργκλαντ[3]. (…) Σε αντίθεση με μια κοινότητα της οποίας απλώς τα μέλη προϋποθέτουν και προωθούν την αφηρημένη ιδέα του αμοιβαίου ανήκειν, η στοιχειωμένη κοινότητα συνοδεύεται από την ενεργή, μολονότι φασματική, επίδραση κάποιας ανεπιθύμητης κληρονομιάς από το παρελθόν –διαγραμμένης ή ξεπερασμένης, υποτίθεται, από την ίδια τη δράση της φαντασίας- η οποία υπονομεύει τη σταθερότητα της κρατούσας, μονολογικής ταυτότητας. Έτσι, η μετάθεση και ο διπλασιασμός που είναι εγγενής στο ανοίκειο, όπως το θεωρητικοποίησε ο Φρόιντ, θα ήταν αδιάσπαστα συνδεδεμένος με την ίδια τη διαδικασία της κατασκευής του έθνους. Κατά τον Φρόιντ, το ανοίκειο Read More

 

Ένα δεύτερο απόσπασμα από το βιβλίο τού Jean-Luc Nancy La communauté désoeuvrée, Christian Bourgois, Παρίσι 2004 [1986], σ. 109-120, μετά το Ζαν-Λυκ Νανσύ: Η κοινότητα δεν υπήρξε ποτέ. Επιλογή αποσπασμάτων και ελληνικού τίτλου, μετάφραση : Α.Γ.

 

Γνωρίζουμε τη σκηνή: κάποιοι άνδρες είναι συναθροισμένοι, και κάποιος τους αφηγείται κάτι. Αυτοί οι συναθροισμένοι άνδρες δεν ξέρουμε ακόμη αν αποτελούν μια συνέλευση, αν είναι μία ορδή ή μία φυλή [tribu]. Aλλά τους λέμε «αδελφούς», επειδή είναι συναθροισμένοι, και επειδή ακούν την ίδια αφήγηση.

Εκείνος που διηγείται, δεν ξέρουμε ακόμη αν είναι δικός τους, ή αν είναι ξένος. Τον λέμε δικό τους, αλλά διαφορετικό απ’ αυτούς, επειδή έχει το χάρισμα, ή απλώς το δικαίωμα –εκτός κι αν είναι το καθήκον- να αφηγείται.

Δεν ήταν συναθροισμένοι πριν από την αφήγηση, η εξιστόρηση είναι αυτό που τους συναθροίζει. Πριν, ήταν διασκορπισμένοι (τουλάχιστον αυτό λέει, ενίοτε, η ίδια η αφήγηση), έσμιγαν, συνεργάζονταν ή αντιπαρατίθενταν χωρίς να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο. Αλλά ένας απ’ αυτούς στάθηκε ακίνητος μια μέρα, ή ίσως εμφανίστηκε, σαν να γύριζε από μια παρατεταμένη απουσία, από μια μυστήρια εξορία. Στάθηκε σε έναν μοναδικό τόπο, παράμερα από τους άλλους αλλά σε κοινή θέα, σε έναν λοφίσκο ή σε ένα δέντρο κεραυνοβολημένο, και ξεκίνησε την εξιστόρηση που συνάθροισε τους άλλους.

Τους λέει την ιστορία τους, ή τη δική του, μια ιστορία που όλοι ξέρουν, αλλά που μόνο αυτός έχει το χάρισμα, το Read More

 του Massimo Recalcati[1]

 

1. Το μη αφομοιώσιμο κατάλοιπο

 

Το κόκκινο νήμα που ενώνει τις δύο μεγάλες ενότητες του φροϋδικού στοχασμού γύρω από το ανθρώπινο πάθος του μίσους, δηλαδή εκείνη που αναπτύσσεται στο Ενορμήσεις και πεπρωμένα των ενορμήσεων του 1915 και εκείνη που αναπτύσσεται στο Πέρα από την αρχή της ηδονής του 1919, συγκροτείται από την ιδέα ότι το μίσος πηγάζει από ένα κατάλοιπο ετερότητας εμμενές στο υποκείμενο και, ταυτόχρονα, μη αφομοιώσιμο στην ταυτότητα του εγώ. Στη θεωρία τού 1915, ο Φρόιντ στοχάζεται αυτό το κατάλοιπο εκκινώντας από την ιδέα ότι είναι αδύνατο να απελευθερώσουμε το ψυχικό όργανο από τις δυσάρεστες εντάσεις ή, αν προτιμάτε, να το καταστήσουμε τελείως ομογενές προς το νόμο της αρχής της ηδονής: ο εχθρός, εξαιτίας της ίδιας της διάρθρωσης του ψυχικού οργάνου, δεν μπορεί να Read More

Aν μπορούσαμε να χειραφετηθούμε από τις συσκοτιστικές επιδράσεις των εθίμων … θα βλέπαμε να υπάρχουν στους δρόμους του Λονδίνου και του Παρισιού τόσες πολλές φυλές που λατρεύουν φετίχ, όσες ακούμε ότι υπάρχουν στις ακτές της Αφρικής.

 Samuel Taylor Coleridge

Το 1760, ένας Γάλλος philosophe, o Charles de Brosses, κατασκεύασε τον όρο fetishisme** για να δηλώσει την έννοια «πρωτόγονη θρησκεία»[1]. Το 1867, ο Μαρξ υιοθέτησε τον όρο φετιχισμός του εμπορεύματος και την ιδέα της πρωτόγονης μαγείας για να εκφράσει την κεντρική κοινωνική μορφή της νεωτερικής βιομηχανικής οικονομίας. Το 1905, ο Φρόιντ μετέφερε τον όρο φετίχ στο βασίλειο της σεξουαλικότητας και στον τομέα των ερωτικών «διαστροφών». Οι «επιστήμες του ανθρώπου» –η φιλοσοφία, ο μαρξισμός και η ψυχανάλυση- πήραν μορφή γύρω από την επινόηση του πρωτόγονου φετίχ. Η θρησκεία (η διευθέτηση του χρόνου και του υπερβατικού), το χρήμα (η διευθέτηση της οικονομίας) και η σεξουαλικότητα (η διευθέτηση του σώματος) διαρρυθμίστηκαν γύρω από την κοινωνική ιδέα του φυλετικού φετιχισμού, η οποία μετέθετε ό,τι δεν μπορούσε να ενσωματώσει η νεωτερική φαντασία πάνω στο επινοημένο βασίλειο τού πρωτόγονου. Ο ιμπεριαλισμός επέστρεφε για Read More

εισήγηση του Άκη Γαβριηλίδη στο συνέδριο με τίτλο

«Θεσσαλονίκη, πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα»

Όπως είναι γνωστό, ο τίτλος του συνεδρίου είναι μία φράση που επινόησε –ή πάντως που έκανε διάσημη- ο λογοτέχνης Γιώργος Ιωάννου, βάζοντάς την ο ίδιος ως τίτλο σε βιβλίο του[1].

Η φράση αυτή έχει γνωρίσει γενικότερη απήχηση, ιδίως στα ΜΜΕ, εφόσον έχει χρησιμοποιηθεί αρκετές ακόμα φορές σε τίτλους ή στο περιεχόμενο διάφορων άρθρων, αλλά και ως τίτλος για μία τηλεοπτική εκπομπή.

Στην παρουσίασή μου, σκέφτηκα να καταπιαστώ με αυτήν ακριβώς τη φράση και με τη γενεαλογία της· να αναρωτηθώ από πού έρχεται, τι σημαίνει, τι μας βοηθάει να φανερώσουμε ή να κρύψουμε, με τι άλλο Read More