Φιλοσοφία,κομμουνισμός

Κρυπτοκομμουνισμός

του Μαρκ Αλιζάρ

Δημοσιεύουμε παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο: Mark Alizart, Cryptocommunisme, PUF, Παρίσι 2019 (σελ. 9-13, 43-57). Οι σημειώσεις μέσα σε αγκύλες είναι του μεταφραστή.

Οι κωδικοί του μέλλοντος

Το 1968, μια ομάδα χίππηδων ξεκινά ένα οραματικό περιοδικό με τον τίτλο Whole Earth Catalog, το οποίο αναμιγνύει κυβερνητική, οικολογία και σοσιαλισμό, και όλο αυτό υπό την καθοδήγηση της ενόρασης ότι η πληροφορική μπορεί να σώσει τον πλανήτη και να επαναφέρει στο προσκήνιο τον κομμουνισμό.

Κατά τον ιδρυτή του, τον Στιούαρτ Μπραντ, οι υπολογιστές προορίζονται να θέσουν τέρμα στην αέναη εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των εθνών· είναι επίσης σε θέση να ανακουφίσουν την ανθρωπότητα από το βάρος της εργασίας· είναι μάλιστα ικανοί να επινοήσουν μία νέα φύση όπου, όπως λέει ο ποιητής Ρίτσαρντ Μπράουτιγκαν, «θηλαστικά και υπολογιστές θα ζουν μαζί σε μια αμοιβαία προγραμματισμένη αρμονία υπό τα βλέμματα μηχανών γεμάτων αγάπη και χάρη»[1].

H επιθεώρηση αυτή γνώρισε αμέσως επιτυχία. Κυκλοφόρησε ταχύτατα στους κύκλους της αντικουλτούρας, αλλά επίσης ανάμεσα στους μηχανικούς και τους προγραμματιστές, και μάλιστα, σύμφωνα με τον ιστορικό Φρεντ Τέρνερ, αυτή η κυβερνο-κομμουνιστική ή «κυβερνο-κοινοτική» ουτοπία συνέβαλε στη διαμόρφωση της κοινωνίας της πληροφορίας στην οποία ζούμε σήμερα. Υπήρξε το φόντο για να εφευρεθεί το διαδίκτυο· αρδεύει τα κοινωνικά δίκτυα και την δημοκρατική τους κουλτούρα. Αποτέλεσε τη βάση για προτάγματα open-source όπως το Linux και η Wikipedia. Και κυρίως, είναι ο λόγος για τον οποίο η Σίλικον Βάλλεϋ μπορεί να αυτοθεωρείται επιφορτισμένη με μία οιονεί θεϊκή αποστολή ευαγγελισμού ανεπίδεκτη αμφισβήτησης.

Πενήντα χρόνια μετά το πρώτο τεύχος του Whole Earth Catalog, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αισιοδοξία των τεχνο-χίππηδων υπήρξε αδικαιολόγητη. Είμαστε μάρτυρες του γεγονότος ότι από το διαδίκτυο πλούτισαν οι τράπεζες, οι πολυεθνικές των τηλεπικοινωνιών, οι γίγαντες της διανομής, το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και οι κεραίες της κοινωνίας του ελέγχου. Στο εμπόριο και τη διαφήμιση συγκροτήθηκαν απίθανα μονοπώλια, τα οποία απειλούν την ίδια τη δημοκρατία που υποτίθεται ότι το Web θα αναζωογονούσε. Τα τείχη μεταξύ των λαών ξαναϋψώθηκαν σχεδόν εξίσου γρήγορα όσο είχαν πέσει. Ο διαπολιτισμικός διάλογος εκφυλίστηκε σε ταυτοτική σύγκρουση. Τα κοινωνικά δίκτυα έγιναν αλγοριθμικές φούσκες όπου η αγανάκτηση αυτοσυντηρείται σε ένα κλειστό κύκλωμα. Για κάποιους, ακόμα και η οικονομία του μερισμού και της συνεισφοράς το μόνο που πέτυχε είναι να εξασφαλίσει δωρεάν εργατικά χέρια στον «γνωσιακό καπιταλισμό»[2]. Oι γονιδιακές τεχνολογίες παραμόρφωσαν την «κυβερνητική οικολογία» του ποιητή. Με δυο λόγια, τις τρελές ελπίδες της δεκαετίας του 70 διαδέχθηκε μία απέραντη απογοήτευση, σε βαθμό που έχουμε χάσει πια το μέτρημα των διανοουμένων που μας καλούν να αποσυνδεθούμε από το διαδίκτυο, να σπάσουμε το μονοπώλιο των GAFA ή των FAΝG[3] ή να διαλύσουμε τα  big data όπως κάποτε είχαμε διαλύσει το big oil[4].

Αντικείμενο του βιβλίου αυτού δεν είναι να αρνηθεί τη διαπίστωση αυτής της αποτυχίας, αλλά ούτε είναι να προσθέσει ακόμα μία φωνή στην ήδη πληθωρική χορωδία αυτών των κατηγοριών. Πράγματι, παρά τις ανεπάρκειές τους, θεωρούμε ότι οι τεχνο-χίππυς είχαν δίκιο να πιστεύουν στη σύζευξη του σοσιαλισμού και της κυβερνητικής.

Κατά πρώτο λόγο, ξέρουμε πολύ καλύτερα τώρα ότι ο ίδιος ο Μαρξ είχε υποθέσει ότι μία «κοινωνία της γνώσης» θα υπερνικούσε τον καπιταλισμό[5]. Ειδικότερα, ξαναανακαλύπτουμε τους δεσμούς που διατηρούσε ο μαρξισμός με μία επιστήμη γεννημένη την ίδια εποχή, τη «θερμοδυναμική»[6], οι εργασίες της οποίας οδήγησαν στην καθιέρωση της έννοιας της ενέργειας, αλλά επίσης στην πραγματικότητα της έννοιας της πληροφορίας, από την οποία εν μέρει απορρέει η σύγχρονη πληροφορική.

Έπειτα, οι ίδιοι οι πληροφορικοί άντλησαν τα διδάγματα από την αποτυχία τους. Από τη δεκαετία του 1980, οι κυβερνο-πανκ και ιδίως οι cypher-punks[7] βάλθηκαν να κάνουν ξανά κατοικήσιμο το ψηφιακό σύμπαν. Ανέπτυξαν πρωτόκολλα προστασίας της ιδιωτικής ζωής βασισμένα στην κρυπτογράφηση, από τα οποία προέκυψαν τα «κρυπτονομίσματα», που μπορούν να διορθώσουν σε μεγάλο βαθμό τις αυταρχικές και εμπορευματικές εκτροπές του Web, αν όχι και να προσδώσουν στις κυβερνο-κομμουνιστικές ιδέες την ουσία που τους έλειπε.

Οι κυβερνο-πανκ και οι cypher-punks σίγουρα θα βρουν εξωφρενικό να τους ανατεθεί ο ρόλος του ελλείποντος κρίκου ανάμεσα στην ιδέα του κομμουνισμού και την πραγματοποίησή της. Εκείνοι προτιμούν να αυτοπεριγράφονται ως πειρατές, ως ελευθεριακοί ή ως «κρυπτο-αναρχικοί»[8], όταν δεν εκδηλώνουν μία ξεκάθαρη απέχθεια για οτιδήποτε έχει στενή ή χαλαρή σχέση με το σοσιαλισμό. Από την άλλη, οι μαρξιστές, καθώς θεωρούν τα κρυπτονομίσματα μία τερατογένεση της πληροφορικής και της χρηματοοικονομίας, δεν θα εκτιμούσαν καθόλου την ιδέα ότι ο Μαρξ θα μπορούσε να ενθουσιαστεί με το Bitcoin.

Ωστόσο, ο ίδιος ο Μαρξ (και ο Χέγκελ) μίλησαν για τις «πανουργίες» του Λόγου και της «διαλεκτικής» … Η ιστορία προχωρά ως τυφλοπόντικας, σκάβοντας στα τυφλά στοές κάτω απ’ τη γη, έλεγαν. Στο κάτω κάτω, αυτή η απρόσμενη συνάντηση μεταξύ «κρυπτο-» και «κομμουνισμού» θα ήταν απλώς μία ακόμα απόδειξη. Ποιος ξέρει, η λέξη «κρυπτοκομμουνιστής», που άλλοτε προσδιόριζε τους συγκαλυμμένους μαρξιστές, ίσως έχει γίνει ήδη το λάβαρο υπό το οποίο υπηρετούν χωρίς να το γνωρίζουν όλοι όσοι δεν έχουν ακόμα πάψει να ελπίζουν στον κωδικό για ένα ευτυχισμένο αύριο[9].

(…)

Σοβιέτ συν wifi

Oι κυβερνο-κοινοτιστές της δεκαετίας του 1960 είχαν σκεφτεί την άρθρωση μεταξύ κομμουνισμού και κυβερνητικής κατά τρόπο όχι πολύ διαφορετικό από τον Μαρξ του “General Intellect”. Είχαν σκεφτεί το διαδίκτυο ως ένα “World Brain”[10] το οποίο, συσσωρεύοντας μια ποσότητα πληροφορίας οιονεί άπειρη και διαχέοντάς την σε μια ταχύτητα οιονεί άπειρη, θα παρήγαγε μία αξία οιονεί άπειρη.

Είναι ενδιαφέρον ότι στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο Νόρμπερτ Βήνερ, ο πατέρας της κυβερνητικής. Στο βιβλίο του Cybernétique et société[11] διακηρύσσει ότι θα πρέπει να μεταφερθούν σε κλίμακα ολόκληρων κοινωνιών οι αρχές που διέπουν την επεξεργασία της πληροφορίας. Η δημοκρατία θεωρεί ότι μπορεί να περιγραφεί ως ένα θερμοδυναμικό σύστημα που επιτυγχάνει την ισορροπία (την «ομοιόσταση») χάρη σε θετικούς βρόγχους ανάδρασης. Aπό αυτό συνάγει ότι η κατάστασή της είναι τόσο καλύτερη, όσο ενθαρρύνουμε το σχηματισμό παρόμοιων βρόγχων μέσα στην κοινωνία και όσο πολλαπλασιάζουμε τους διαύλους εκπομπής και υποδοχής της πληροφορίας.

Η θέση αυτή, διατυπωμένη μέσα σε ένα κλίμα ψυχρού πολέμου σημαδεμένου από διώξεις κομμουνιστών, ερμηνεύτηκε ως μία δήλωση πίστης του κύκλου των πληροφορικάριων στην ιδεολογία της «αόρατης χειρός» που δημιουργεί αυθορμήτως ισορροπίες εντός μιας ελεύθερης αγοράς όπου τα άτομα συμπεριφέρονται ως μόρια κάποιου αερίου. Τα γεγονότα διαψεύδουν αυτή την ερμηνεία. Κάποιες σελίδες του βιβλίου του Βήνερ απορρίπτουν εξίσου τον καπιταλισμό όσο και το σταλινισμό, κατά τρόπο αρκετά καινοφανή και προκλητικό για την εποχή[12]. Αυτό που ανησυχεί τον Βήνερ –όπως και όλους τους διανοουμένους που είχαν τρομοκρατηθεί από τον κίνδυνο πυρηνικής σύγκρουσης πυροδοτημένης από κάποιον Dr. Strangelove- είναι η ιδιωτικοποίηση της εξουσίας, και αυτή κάλλιστα μπορεί να συμβεί υπό καπιταλιστικό καθεστώς, με τα εργαλεία που προσφέρει η πληροφορική. Αλλά το καλύτερο αντίδοτο για τους κινδύνους που θέτει η πληροφορική είναι, κατ’ αυτόν, η ίδια η πληροφορική, εφόσον εφαρμοστεί ολικά, πράγμα που τον οδηγεί να ονειρεύεται μία «ενοποιημένη κυβέρνηση της Γης» βασισμένη σε αλγορίθμους που να ενεργούν κατά τρόπο ουδέτερο, αυτόματο και αποκεντρωμένο –ένα σχέδιο άλλωστε που θα τεθεί σε εφαρμογή με πρωτοβουλία ενός κομμουνιστή πολιτικού, του Σαλβαδόρ Αλιέντε, τη δεκαετία του 70. Το πρόγραμμα CyberSyn, από τις λέξεις Cybernetic Synchronisation, που συνέλαβε ο Στάφφορντ Μπήρ, ένας ερευνητής αρκετά εκκεντρικός (κυκλοφορούσε με λιμουζίνα και κάπνιζε πούρα), προέβλεπε ότι συλλέγονται δεδομένα στα εργοστάσια και διαβιβάζονται με τέλεξ σε ένα κέντρο εντολών όπου ένας υπολογιστής αναλαμβάνει να εξασφαλίζει τη συστημική σταθερότητα της οικονομίας αυτόματα και αποκεντρωμένα.

Καθώς η αποτυχία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» γινόταν όλο και πιο φανερή, η κυβερνητική άρχισε να προσελκύει κομμουνιστές οι οποίοι δεν δίσταζαν πλέον να παίρνουν αποστάσεις από το ενεργειοκρατικό δόγμα του κόμματος. Έτσι, βρίσκουμε ίχνη κυβερνητικής στον Λουί Αλτουσέρ, τα οποία ίσως προέρχονται από τον στρουκτουραλισμό του: ο Κλωντ Λεβί-Στρως ήταν ακροατής στις «διαλέξεις Macy» οι οποίες συγκέντρωναν τον ανθό της μεταπολεμικής κυβερνητικής, ο Ζακ Λακάν ήταν παθιασμένος με την πληροφορική, ενώ ο Νόαμ Τσόμσκι χρησιμοποίησε γλώσσες προγραμματισμού για να αναπτύξει τη γλωσσολογική δουλειά του πάνω στη γενετική γραμματική. Eφοδιασμένος με αυτές τις αποσκευές, ο Αλτουσέρ ισχυρίστηκε ότι ο κομμουνισμός δεν υπέφερε τόσο από το ότι είχε περιπέσει στην ομηρία αυταρχικών και κοινωνιοπαθών ηγετών που θα έπρεπε να εξαλειφθούν ώστε να αναδυθεί ένας «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο», όπως πίστευαν ο Σαρτρ και ο Μερλώ-Ποντύ, όσο από το ότι παρέμεινε εγκλωβισμένος σε μία «ανθρωπιστική» θέαση της πολιτικής. Με αυτό δεν εννοούσε ότι ο Μάο ή ο Στάλιν ήταν υπερβολικά συναισθηματικοί, αλλά ότι ήταν το γελοιογραφικό παράδειγμα του «μεγάλου ανδρός» ο οποίος πρόδιδε την ιδέα που έτρεφε ο Μαρξ για μια διαφορική πολιτική. Αντίστροφα, ο Αλτουσέρ σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος για να σώσουμε τον κομμουνισμό συνίστατο στο να γυρίσουμε την πλάτη στην «μεταφυσική του υποκειμένου» και να ασπαστούμε τη ριζοσπαστική ιδέα κατά την οποία η ιστορία κατευθύνεται από μόνη της, ότι είναι μια «διαδικασία χωρίς υποκείμενο». Ο κομμουνισμός του είναι μία δομή: ένα σύστημα με πολλές εισόδους, χωρίς κέντρο, χωρίς διοίκηση, που περιέχει πολλαπλά υπο-συστήματα τα οποία αρθρώνονται το ένα με το άλλο κατά τρόπο «επικαθορισμένο», πράγμα που σημαίνει ότι δεν καθορίζονται «μονόπλευρα» αλλά μέσω βρόγχων που εξασφαλίζουν τη συνοχή του, κατά το παράδειγμα που δίνει η κυβερνητική με τις «λούπες» και τις «ανατροφοδοτήσεις» της.

Τέλος, η ίδια η υπόθεση του Μαρξ περί του General Intellect τράβηξε την προσοχή ενός ρεύματος της ριζοσπαστικής αριστεράς τη δεκαετία του 70. Εκκινώντας από την αρχή ότι η εργασία καταλήγει πάντοτε να ευνοεί τον καπιταλισμό, καθότι του παρέχει την ενέργεια με την οποία τρέφεται, το εξαιρετικά πρωτότυπο κίνημα των «εργατιστών», στο οποίο πρωτοστατούσαν ο Αντόνιο Νέγκρι και ο Μάριο Τρόντι, κήρυξε την αυτοκαταστροφή της εργατικής τάξης. Το ζητούμενο ήταν να διαρρήξουμε το δεσμό μεταξύ μαρξισμού και ενεργειοκρατίας, προς όφελος εκείνης της πληροφορικής υπεραξίας της οποίας ο Μαρξ αναγγέλλει την έλευση. Πλην όμως, οι εργατιστές δεν συνδέθηκαν με τους κυβερνο-κοινοτιστές. Όπως ο Μαρξ, έτσι και αυτοί παρέμειναν επιφυλακτικοί όσον αφορά την ικανότητα μιας κοινωνίας της πληροφορίας να οδηγήσει από μόνη της στην ανάδυση του κομμουνισμού. Έτσι, δεν αιφνιδιάστηκαν όσο εκείνοι από την αποτυχία της πληροφορικής επανάστασης την οποία διαπιστώνουμε σήμερα.

Σύμφωνα  με τους εργατιστές και τους κληρονόμους τους, υπάρχουν δύο κύριοι λόγοι για αυτή την αποτυχία. Ο πρώτος είναι ότι οι υπολογιστές δεν μετέβαλαν την κυριότητα του πάγιου κεφαλαίου. Και μάλιστα, την αξία την οποία παράγει η πληροφορία την καρπώνονται όλο και λιγότερα χέρια. Σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Πρωτόκολλο. Πώς ο έλεγχος εξακολουθεί να υπάρχει μετά την αποκέντρωση»[13], ο Αλεξάντερ Γκάλλογουέι υπενθυμίζει ότι ξεχνάμε εύκολα πόσο το διαδίκτυο βασίζεται σε ένα σύστημα υποδομών [logistique] πολύ ιδιαίτερο, και πολύ συγκεκριμένο, εν προκειμένω ένα σύστημα άκρως συγκεντρωτικό. Εστιάζοντας στο ψηφιακό στοιχείο, οι κυβερνο-κοινοτιστές ξέχασαν τις πραγματικές οικονομικές συνθήκες παραγωγής του, εμφανίζοντας την παραγωγή των αλγορίθμων που μας κυβερνούν σαν έργο του Αγίου Πνεύματος, ενώ αυτή προφανώς εμπλέκεται με την παραγωγή ανθρώπινων και ιδεολογικών προκαταλήψεων.

Όπως σωστά είπε ο Ζιλ Ντελέζ, σε μια συζήτησή του ακριβώς με τον Τόνι Νέγκρι: «Σε κάθε τύπο κοινωνίας μπορούμε προφανώς να αντιστοιχίσουμε έναν τύπο μηχανής: απλές ή δυναμικές μηχανές για τις κοινωνίες κυριαρχίας, μηχανές ενεργείας για τις πειθαρχίες, κυβερνητική και υπολογιστές για τις κοινωνίες ελέγχου. Αλλά οι μηχανές δεν εξηγούν τίποτε, πρέπει να αναλύσουμε τα συλλογικά συναρμολογήματα, μέρος μόνο των οποίων αποτελούν οι μηχανές. Μπροστά στις προσεχείς μορφές ασταμάτητου ελέγχου σε ανοιχτό χώρο, οι σκληρότεροι εγκλεισμοί μπορεί να μας φαίνεται ότι ανήκουν σε ένα ξένοιαστο και ευτυχισμένο παρελθόν. Η αναζήτηση ‘καθολικών εννοιών της επικοινωνίας’ πρέπει να μας κάνει να τρέμουμε»[14].

(…)

Όσο παράδοξο όμως κι αν ακούγεται, είναι πιθανό το πρόβλημα της «κοινωνίας της πληροφορίας», όπως αποκαλούμε τις κοινωνίες μας, να είναι ακριβώς η έλλειψη πληροφορίας.

Κατά της επικοινωνίας

(…)

Στη συζήτησή του με τον Νέγκρι, ο Ντελέζ χρησιμοποιεί αυτή την παράξενη διατύπωση: ότι, αν οι κοινωνίες ελέγχου ή επικοινωνίας γεννήσουν μορφές αντίστασης, αυτό δεν θα συμβεί «στο βαθμό που οι μειονότητες θα μπορούσαν να ξαναπάρουν το λόγο. Ίσως ο λόγος, η επικοινωνία έχει διαφθαρεί». Το πρόβλημα, συνεχίζει ο Ντελέζ, έγκειται στη σχέση επικοινωνίας και χρήματος. «Μέσα στο λόγο και την επικοινωνία έχει πλήρως διεισδύσει το  χρήμα –όχι συμπτωματικά, αλλά εκ φύσεως». Η ανάλυση αυτή εν μέρει συναντάται με εκείνη των εργατιστών. Για εκείνους, το κεφάλαιο δεν κατανέμει τον πλούτο της παραγόμενης πληροφορίας κατά τη δίκαιη αξία του. Αλλά οι δύο κριτικές δεν επικαλύπτονται πλήρως. Στη σκέψη του εργατισμού, το πρόβλημα είναι ότι η πληροφορία δεν μετατρέπεται ορθώς σε μετρητά, χειροπιαστά και κουδουνιστά. Ο Ντελέζ αντίθετα σκέφτεται ότι θα έπρεπε η πληροφορία να μην αφήνεται ποτέ να μετατραπεί σε χρήμα. «Απαιτείται μια υπεξαίρεση του λόγου. Η επικοινωνία ποτέ δεν ήταν δημιουργία. Το σημαντικό θα είναι ίσως να δημιουργήσουμε κενά μη-επικοινωνίας, διακόπτες, για να ξεφεύγουμε από τον έλεγχο».

Η διατύπωση αυτή ωστόσο μπορεί να νοηθεί κατά δύο αντίθετους τρόπους. Μπορούμε να σκεφτούμε ότι ο Ντελέζ οραματίζεται μια πληροφορία που θα αντιστεκόταν στη χρηματική της οικειοποίηση, μια κοινωνία της πληροφορίας που θα είχε «χακαριστεί», προκειμένου να διατηρηθούν μέσα της ζώνες αποσύνδεσης, μη εμπορευματικές. Αλλά μπορούμε και να σκεφτούμε ότι ο Ντελέζ ενδιαφέρεται για το γεγονός ότι ανταλλάσσουμε απλώς πληροφορία «φτωχή» σε πληροφορίες («επικοινωνία»), δίπλα στην οποία υπάρχει μια πληροφορία «πλούσια» σε πληροφορίες («η δημιουργική πράξη»). Αυτή λοιπόν η «πλούσια» πληροφορία, στο μέτρο που «αξίζει», θα μπορούσε να έχει την ικανότητα να είναι από μόνη της η μορφή-χρήμα του εαυτού της. Θα μπορούσε να ανταλλάσσεται χωρίς να περνά από το στάδιο της μετατροπής σε χρήμα, εκεί όπου ασκείται ο «έλεγχος», εκεί όπου βρίσκεται πράγματι το ρήγμα απ’ το οποίο οι φορείς της μετατροπής, οι χρηματιστές και οι κεφαλαιούχοι, μπορούν να εισέλθουν μέσα στην κοινωνία της πληροφορίας.

(…)

Από τα τέλη της δεκαετίας του 60, μετά την ανακάλυψη του DNA, καταλάβαμε ότι ο γενετικός κώδικας δεν είναι καθόλου ένα καθαρό πρόγραμμα συγκείμενο από bits: δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός αν δεν ενταχθεί στο χώρο, αν δεν γειωθεί στη χημεία των μορίων που τον εκφράζουν και, επιπλέον, είναι αδιαχώριστος από μία μορφή τυχαιότητας η οποία επιλέγει τα γονίδια που πρέπει να εκφραστούν εκ των υστέρων, επιγενετικά[15]. (…) Με δυο λόγια, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι, στη φύση, τα πράγματα δεν ανταλλάσσουν απλώς πληροφορία μεταξύ τους όπως εμείς μιλούσαμε στο τηλέφωνο –καλά μονωμένοι από τον εξωτερικό θόρυβο μέσα σε μια καμπίνα-, αλλά είναι πληροφορία, και επιπλέον κολυμπάνε σε έναν τρομερό ορυμαγδό που προκαλούν οι συγκρούσεις των ατόμων μεταξύ τους, τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία, η αρτηριακή πίεση, οι χτύποι της καρδιάς, η θερμοκρασία του σώματος …

Η επιστημονική κοινότητα αναγκάστηκε να αναθεωρήσει τον τρόπο με τον οποίο αναπαριστούσε έναν κόσμο διεπόμενο από καθαρές ανταλλαγές πληροφορίας πολύ πριν αποκαλύψει τα όριά του το Web. Μάλιστα, οι φυσικές επιστήμες για ένα διάστημα εξέτασαν το ενδεχόμενο να εγκαταλείψουν τελείως το πληροφορικό μοντέλο, όπως άλλωστε και οι ανθρωπιστικές. Η κριτική του στρουκτουραλισμού από την οποία προέρχεται ο Ντελέζ είναι κριτική της κυβερνητικής. Αλλά ήταν την ίδια στιγμή φανερό ότι αυτό που χρειαζόταν ήταν όχι τόσο μια εγκατάλειψη, όσο μια εμβάθυνση της κυβερνητικής. Προφανώς, αυτό που έθετε πρόβλημα ήταν ο επικοινωνιακός αναγωγισμός της. Δεν επέτρεπε να θέσουμε το δάκτυλο πάνω σε αυτή την πιο βαθιά και μυστηριώδη πραγματικότητα της πληροφορίας που είναι ότι δεν αποτελεί ένα στρώμα νοήματος που τίθεται πάνω στην ενέργεια, αλλά μια έκφραση της ίδιας της ενέργειας, η ενέργεια υπό άλλη μορφή.

Πώς μπορούμε να πετύχουμε η κοινωνία της πληροφορίας να μην είναι ένας μύλος φλυαρίας, αλλά ένας μύλος που αλέθει, για να επαναλάβουμε την έκφραση του Μαρξ; (…)

Κατά μία έννοια, αυτό επιχείρησαν να διακρίνουν οι μετα-δομιστές υποστηρίζοντας ότι πρέπει να συμπληρώσουμε το πληροφορικό παράδειγμα με αυτό που του λείπει: το «συμβάν», την «διαφο/ωρά» ή την «ασυμφωνία» [différend]. Κατά τα λοιπά, ποτέ δεν έκοψαν τις γέφυρες ούτε με τον κομμουνισμό, ούτε με την κυβερνητική. Ο Ντελέζ, σε ένα κείμενο σύγχρονο με τη συνέντευξή του στον Νέγκρι, επιδόθηκε σε έναν εντυπωσιακό έπαινο του ανθρώπου προσαυξημένου από την πληροφορική[16]. Ομοίως, ο Ζακ Ντερριντά εξήγησε στο Περί γραμματολογίας ότι η εργασία του επέβαλλε να ριζοσπαστικοποιήσουμε την κυβερνητική του Βήνερ, η οποία θεωρούσε ότι είναι ακόμα πολύ «ανθρωπιστική». Ο Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ προσπάθησε, με το Η μεταμοντέρνα κατάσταση και με Τα άυλα, να σκεφτεί μια νέα πληροφορική για την οποία ελπίζει ότι θα επιτρέψει την έλευση ενός νέου κομμουνισμού.

Δεν είναι όμως μειωτικό για τους συγγραφείς αυτούς να πούμε ότι δεν ήταν ικανοί να πάνε πέρα από την φιλοσοφική τους διαίσθηση. Μόνο ένα τελευταίο πέρασμα από τη θεωρία της πληροφορίας μπορεί στην πραγματικότητα να δώσει σάρκα και οστά στον κυβερνο-κομμουνισμό.

Μετάφραση: Α.Γ.


[1] R. Brautigan, All Watched over by Machines of Loving Grace, 1967.

[2] Yann Moulier Boutang, Le Capitalisme Cognitif: La Nouvelle Grande Transformation, ed. Amsterdam, Paris 2008.

[3] [Ακρωνύμια από τα ονόματα των κολοσσών της ηλεκτρονικής επικοινωνίας: Google, Amazon, Facebook, and Apple και Facebook/ Αmazon/ Netflix/ GOOG αντίστοιχα – Σ.τ.μ.].

[4] Θα αναφέρουμε τους Εβγκένυ Μορόζοβ, Κάρμεν Ερμοσίγιο, Μπέρναρντ Στίγκλερ, Ρίτσαρντ Μπάρμπρουκ, ή τον Άνταμ Κέρτις, δημιουργό ενός πετυχημένου ντοκυμανταίρ που πήρε τον τίτλο του από το κυβερνο-βουκολικό ποίημα του Μπράουτιγκαν, All Watched over by Machines of Loving Grace, ο οποίος όμως εδώ χρησιμοποιήθηκε με καθαρά ειρωνική σημασία.

[5] Σκέφτομαι ιδίως την αξιοθαύμαστη δουλειά που έχει γίνει πάνω στο θέμα αυτό εδώ και είκοσι περίπου χρόνια από τους διανοούμενους που συγκεντρώνονται γύρω από το περιοδικό Multitudes, το οποίο ίδρυσε ο Yann Moulier Boutang.

[6] Βλ. Daniel Bensaïd, Marx l’intempestif, Paris, Fayard 1995· A. Tosel, Communisme de la finitude, Paris, Kimé 1996· J.B. Foster, Marx’s Ecology, New York, Monthly Review Press, 1999.

[7] Από την αγγλική λέξη cypher, «κρυπτογράφηση».

[8] Πρβλ. το Crypto-anarchist Manifesto του Τίμοθυ Μέι, διαθέσιμο ηλεκτρονικά.

[9] [Στο πρωτότυπο, εδώ, όπως και στον τίτλο της συγκεκριμένης ενότητας, χρησιμοποιείται η φράση les lendemains qui codent. Πρόκειται για λογοπαίγνιο αμετάφραστο στα ελληνικά, το οποίο παραλλάσσει μία πολύ γνωστή φράση που χρησιμοποιείται κοινώς στα γαλλικά για να δηλώσει την ελπίδα σε ένα καλύτερο αύριο, les lendemains qui chantent (κατά λέξη: «οι επαύριο που τραγουδούν»), αλλάζοντας το ρήμα σε «που κωδικοποιούν». Σ.τ.μ.].

[10] Έκφραση του H.G. Wells.

[11] Πρωτοκυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1950 με τίτλο The Human Use of Human Beings.

[12] Οι σελίδες άλλωστε αυτές αφαιρέθηκαν από τον εκδότη κατά τη δεύτερη έκδοση, την περίοδο του μακκαρθισμού.

[13] Alexander R. Galloway, How Control Exists after Decentralization, ΜΑ MIT Press 2004.

[14] Gilles Deleuze, «Contrôle et devenir, entretien avec Toni Negri», στο: Pourparlers, Παρίσι, Minuit 2003.

[15] J. Monod, Le Hasard et la Nécessité, Paris, Seuil 1970 [Ζακ Μονό, Η τύχη και η αναγκαιότητα, Ράππα, Αθήνα 2008].

[16] Στο έργο του Foucault (1986).

Cryptocommunisme - Mark Alizart - Perspectives critiques - Format Physique  et Numérique | PUF
Κλασσικό
Πόλεμος,Πολιτική,Φιλοσοφία

Κουλτούρα μαρτυρίου και επαναστατική αριστερά στη Μέση Ανατολή

της Γκιζέμ Σαιζέν

 

Στην πολιτική φιλοσοφία των Ντελέζ και Γκουατταρί, η αρχή [principle] του κράτους –την οποία αποκαλούν «μορφή κράτος»- εμφανίζεται ως μια αφηρημένη μηχανή που λειτουργεί μέσα από διαφορετικές συγκεκριμένες εκδηλώσεις στην ιστορία. Οι «πολεμικές μηχανές» κηρύσσουν τον πόλεμο στην ίδια την αρχή του κράτους και αναγκαία λειτουργούν πάντοτε έξω από το κράτος· άρα, οφείλουν να αντισταθούν στην κρατική αιχμαλώτιση [capture] με όλα τα διαθέσιμα μέσα. Πράγματι, ένα από τα βασικά ερωτήματα για την πολιτική φιλοσοφία των Ντελέζ και Γκουατταρί ήταν: «Πώς η πολεμική μηχανή αποφεύγει τον κρατικό μηχανισμό αιχμαλώτισης;». Παράλληλα προς αυτό, με ενδιαφέρει το ζήτημα της δυνατότητας μιας επαναστατικής πολεμικής μηχανής που να τοποθετείται απέναντι όχι μόνο σε συγκεκριμένες εκδηλώσεις της μορφής κράτος, αλλά και στην ίδια την αρχή του κράτους, και που επίσης ξέρει πώς να αντιμετωπίζει την εμφάνιση της μορφής κράτος μέσα στους κόλπους της. Τι είδους επαναστατικό κίνημα θα μπορούσε να φτιαχτεί που να είναι απαλλαγμένο τόσο από τις καταπιεστικές αρχές της μορφής κράτος, όσο και από τις φαντασιώσεις που συνδέονται με αυτή; Η τέχνη υπήρξε ο Συνέχεια

Κλασσικό
Ιδεολογία,Πολιτική,Φιλοσοφία

Τραμπ/ Αγκάμπεν/ Εκκλησία της Ελλάδος/ Autonome Antifa: η πανδημία της κατασταλτικής υπόθεσης

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Περί τα τέλη της δεκαετίας του 60, στα γραπτά μιας σειράς στοχαστών, κυρίως Γάλλων, εν μέρει και Ιταλών, συντελέστηκε απρογραμμάτιστα (όπως συμβαίνει πάντα) μία αλλαγή παραδείγματος όσον αφορά τη σκέψη μας για την πολιτική και την ιδεολογία. Η τομή αυτή ήταν η σχεσιακή σύλληψη της εξουσίας, η οποία διέρρηξε αυτό που φαινόταν ως ο «αξεπέραστος ορίζοντας» της εποχής εκείνης, και που οριζόταν από το δίδυμο κατασταλτική θεωρία της εξουσίας/ εργαλειακή θεωρία της ιδεολογίας. Το δίδυμο αυτό αποτελούσε προέκταση της φιλελεύθερης/ διαφωτιστικής πολιτικής σκέψης, κατά το οποίο αφετηρία και βασική μονάδα της κοινωνίας είναι «ο άνθρωπος», (ή ο άντρας: στις λατινογενείς γλώσσες η λέξη είναι η ίδια), ο οποίος από τη φύση είναι ελεύθερος, αλλά δυστυχώς μετά έρχεται η «εξουσία», του λέει ψέματα και τον υποδουλώνει, λογοκρίνοντας και απαγορεύοντας. Αυτή η «εξουσία» νοούνταν εξίσου ανθρωπομορφικά, Συνέχεια

Κλασσικό
Πολιτική,Φιλοσοφία

Ο εξαίρετος κ. Αγκάμπεν και οι εξαιρέσεις της εξαίρεσης

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Ι. Φιλοσοφία και πολιτική

Ο Αγκάμπεν είναι ένας φιλόσοφος-ποπ σταρ. Ίσως ο κατεξοχήν ποπ σταρ φιλόσοφος που αναδείχθηκε τον 21ο αιώνα.

Το γεγονός αυτό εκ πρώτης όψεως είναι αρκετά περίεργο. Το έργο του, μολονότι μιλά για θέματα που συχνά συγκεντρώνουν το δημόσιο ενδιαφέρον (την πολιτική, το δίκαιο, την τέχνη, τη γλώσσα), είναι αρκετά στριφνό, δυσπρόσιτο, χρησιμοποιεί νεολογισμούς ή μισοξεχασμένους όρους από τα λατινικά, τα αρχαία ελληνικά και άλλες γλώσσες, αγκαλιάζει εποχές, στοχαστές και θεματικές που δεν έχουν προσεχθεί ιδιαίτερα μέχρι τώρα και δεν παρουσιάζουν οικειότητα ούτε για το ευρύ κοινό, αλλά ενίοτε ούτε καν για τους συναφείς ακαδημαϊκούς κύκλους. Συχνά περιλαμβάνει εκτενείς φιλολογικές αναλύσεις πάνω σε κείμενα ετερόκλητων και ελάχιστα γνωστών συγγραφέων από όλες τις περιόδους της σκέψης, από την πρώιμη αρχαιότητα μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα. Επίσης, σε αντίθεση με άλλους στοχαστές του παρελθόντος που είχαν γνωρίσει τα φώτα της δημοσιότητας (ας πούμε, τον Αλτουσέρ), δεν πρόσκειται σε κάποια συγκροτημένη Συνέχεια

Κλασσικό
Τέχνη,Φιλοσοφία

Ωραιότητα που πέφτει: ο Αγκάμπεν για τον Σάι Τουόμπλυ

του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

 

Το γλυπτό Χωρίς Τίτλο, χρονολογημένο «Γκαέτα 1984», φέρει στη βάση του, γραμμένη πάνω σε έναν πάπυρο, την αγγλική μετάφραση κάποιων στίχων του Ρίλκε. Δεν είναι όποιοι κι όποιοι στίχοι, αλλά οι τέσσερις στίχοι που κλείνουν την ελεγεία Χ και, άρα, ολόκληρο τον κύκλο των Ελεγειών τού Ντουίνο. Και ακριβώς για την ελεγεία Χ ο Ρίλκε λέει ότι υπήρξε ένα «ανήκουστο δώρο» –αλλά και μία «καταιγίδα χωρίς όνομα, ένας κυκλώνας του πνεύματος, στον οποίο όλα όσα μέσα μου ήταν νήμα και ιστός, έτριξαν».

Οι τέσσερις στίχοι, τους οποίους η αγγλική μετάφραση που ανέγραψε ο Τουόμπλυ Συνέχεια

Κλασσικό
Γλώσσα,Φιλοσοφία

Michel Serres, [Η σιγή της γλώσσας]

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί αναδημοσίευση από τον –εξαντλημένο σήμερα- συλλογικό τόμο Τοπικά γ΄: Ανάγνωση και Γραφή στο Πανεπιστήμιο. Για τη χρήση της γλώσσας στις επιστήμες, επιμ. Γεράσιμος Κουζέλης, εκδ. Νήσος 2001. Ο τίτλος του αποσπάσματος έχει δοθεί από τους επιμελητές του τόμου.

 

Η μέθοδος, στις επιστήμες του ανθρώπου, που πραγματεύονται αποκλειστικά σχέσεις, ακολουθεί την υποψία, είναι αστυνομική ή ιεροεξεταστική. Κατασκοπεύει, παρακολουθεί, ετάζει καρδίας και νεφρούς.1 Θέτει τις ερωτήσεις και υποπτεύεται τις απαντήσεις, δεν αναρωτιέται ποτέ αν έχει το δικαίωμα να ενεργεί έτσι.

Στις θετικές επιστήμες, λένε, όπου το αντικείμενο, αθώο, εξακολουθεί να είναι τίμιο και αξιόπιστο, ο Θεός δεν είναι απατεώνας. Ο Θεός δεν κάνει απάτες, παραμένει μέσα στους κανόνες του παιχνιδιού που ο ίδιος έχει καθορίσει. Στις επιστήμες του ανθρώπου, ο άνθρωπος κάνει απάτες και, ακόμη χειρότερα, ζαβο­λιές. Στις θετικές επιστήμες, αν ο Θεός δεν κάνει καθόλου απάτες, πολύ περισ­σότερο δεν κάνει καθόλου ζαβολιές. Ο άνθρωπος, στις επιστήμες του ανθρώπου, χάνει και απάτες και ζαβολιές. Όχι μόνο οξυδερκής όπως ο Θεός των θετικών επιστημών, όχι μόνο πολύπλοκος και εκλεπτυσμένος, αλλά και κρύβοντας το παιχνίδι του, απάτη, αλλά και προσποιούμενος διαφορετική στρατηγική και αλ­λάζοντας απότομα τους κανόνες, ζαβολιά, εκτός παιδιάς. Ο άνθρωπος κάνει ζαβολιές στις κοινωνικές επιστήμες, όπου η κατάχρηση είναι νόμος. Όπου η αλλα­γή των κανόνων είναι νόμος.

Οι θετικές επιστήμες κατασκευάζουν θεωρίες οξυδερκείς αλλά έντιμες, φίνες και σταθερές. Στις θετικές επιστήμες, μια γάτα παραμένει γάτα, αρχή της ταυτό­τητας. Οι κοινωνικές επιστήμες και οι επιστήμες του ανθρώπου περιγράφουν θε­ωρίες πιο ανέντιμες κι από το δόλο, πιο ζαβολιάρες κι από τη ζαβολιά, για να ματαιώσουν το αντικείμενο τους. Εδώ όλα γίνονται δυνατά, μια αγελάδα είναι μια γυναίκα ή ένας θεός είναι ένας ταύρος, ακόμη και η αρχή της ταυτότητας ποικίλλει. Λογική που αγρυπνά όταν η λογική κοιμάται, λογική που κοιμάται όταν αγρυπνά, κόλαση των σχέσεων όπου ακόμη και η σταθερότητα έχει διακυμάνσεις.

Οι επιστήμες του ανθρώπου οφείλουν να προσπεράσουν τις χειρότερες πρακτι­κές από κάτω ή από πίσω. Ο όρος υποκρισία δηλώνει αρκετά καλά αυτή την κί­νηση: πίσω από το αντικείμενο ή τη σχέση, ή από κάτω του, η μέθοδος είναι κρι­τική, υποκριτική. Διαπράττει λωποδυσία στους λωποδύτες, εξαπατά τους απα­τεώνες, κρύβεται πίσω από την πλάτη όποιου κάνει ζαβολιές -αλλά όποιος κά­νει ζαβολιές τις κάνει πίσω από την πλάτη των παικτών-, κλέβει τους κλέφτες, παίζει τον αστυνόμο στους χωροφύλακες, κάνει το δάσκαλο στους πιο φημισμέ­νους ντετέκτιβ, εξετάζει και ερευνά το σπίτι του μεγάλου ιεροεξεταστή, δεν αφή­νει από το μάτι της τους ηδονοβλεψίες, προδίδει τους ψεύτες, μελετάει τους αδυνάτους και τους αθλίους, τους εκμεταλλεύεται εκμαιεύοντας τους πληροφο­ρίες, τα μικρά τους μυστικά, τα έσχατα αγαθά τους.

Με την υποκριτική μέθοδο τοποθετείσαι πάντα πίσω και δημιουργείται αμέσως μια ουρά. Πρέπει λοιπόν να πηδήσεις γρήγορα πίσω από τον τελευταίο της ουράς, να σταθείς πίσω από την πλάτη του τελευταίου που αφήνει ακόμη να φα­νεί η πλάτη του, ύστερα να σβήσεις τον δικό σου το φόβο μήπως σε τσακώσει κι εσένα με τη σειρά σου όποιος κατάλαβε το κόλπο. Εξού και οι κανόνες της με­θόδου: ψεύτης ο άλλος, ένας ψεύτης και μισός εσύ- διεστραμμένος αυτός, υπερ-διεστραμμένος εσύ, όπως λέγαμε παλιά υπερσυντέλικος· ηδονοβλεψίας εκείνος, θεωρητικός εσύ.

Η κίνηση  δεν έχει τέρμα και κατασκευάζει μακριές αλυσίδες λογικής, μονό­τονες και δύσκολες, που γυρεύουν να κλείσουν. Με άλλα λόγια, οι φιλοσοφίες που στηρίζονται στις επιστήμες του ανθρώπου προσπαθούν να βρουν τα μέρη που θα ξέφευγαν τελικά από κάθε κριτική, να ανακαλύψουν το όριο της αλυσί­δας ή την άκρη της ουράς. […]

Για να επανέλθει η ντροπαλότητα του δεδομένου, που έχει τραπεί σε φυγή, η υπομονή και η αναμονή δεν φτάνουν, χρειάζεται κάποια απόσταση. Μπορούμε να μετρήσουμε την απομάκρυνση του συλλογικού, που από κει και πέρα ξεκι­νούν να υπάρχουν παρατηρήσιμα στοιχεία; Μπορούμε να σπάσουμε τον κύκλο του θεάτρου, ν’ ανοίξουμε μια πόρτα που να βλέπει στο κύτος του πλοίου, να γλιτώσουμε από την κυριαρχία του ολκού, αν το σύμπαν ολόκληρο αντηχεί από την παράφορα μας; Το κλείσιμο μες στην ομάδα σε καταδικάζει στη γλώσσα και μόνο, αφού κι αυτή ακόμα η κοινωνική σιωπή τη γλώσσα παράγει. Το κλείσιμο μες στη γλώσσα σού απαγορεύει να αντιληφθείς ότι ο θόρυβός της επισκιάζει και θαμπώνει τα πράγματα του κόσμου διώχνοντας τα μακριά.

Ο κόσμος, βαρύς αλλά ελαφρύς, φοβίζει, μα κι ο ίδιος σκιάζεται· επιβάλλε­ται, μα το βάζει στα πόδια, φοβούμενος και τη σκιά του ακόμη· είναι αναγκαίος αλλά εύθραυστος.

Οι ερημίτες γνώρισαν αυτή την απόσταση, που πέρα απ’ τα όριά της μπορείς πια ν’ ακούσεις το φευγαλέο δεδομένο. Οι αναχωρητές, οι αποτραβηγμένοι σο­φοί το γύρεψαν αυτό το άκουσμα. Όχι μονάχα όσοι αγαπούν τον Θεό ή την αλή­θεια, αλλά κι εκείνοι που απλώς δίνουν προσοχή: οι κυνηγοί επίσης τηρούν σιω­πή, για ν’ αφήσουν τα παρατηρήσιμα στοιχεία ελθείν προς αυτούς.

Πλέω στη σιωπή ισοδυναμεί με το γιατρεύω· η μοναχικότητα ελευθερώνει τη σιωπή από την επικυριαρχία της γλώσσας. Αν ο κόσμος είναι γεμάτος θόρυβο, ποιος, σε λίγο, θα ψάξει; Η γλώσσα δημιούργησε την επιστήμη, η επιστήμη έκα­νε δυνατές χίλιες πρακτικές, κι αυτές θορυβούν αρκετά ώστε να μπορούμε επι­τέλους να πούμε ότι ο κόσμος βοά από τη γλώσσα. Η γλώσσα έκανε αρκετά ώστε να έχει επιτέλους λογική. Γυρεύω μια φωλιά έξω από αυτή τη λογική: στο χειμερινό ηλιοστάσιο, στην Επίδαυρο, εκτός εποχής.

Το δεδομένο δίνεται μόνο πέρα από αυτό το πρώτο κατώφλι: πρέπει να ζεις μόνος. Αν συνάζεστε στο όνομα της αναζήτησης, κάθε αναζήτηση θα τραπεί σε φυγή. Στη συγκέντρωση σας, το ρήμα θα κατέλθει, αλλά η προσοχή θα πετάξει μακριά. Ο αληθινός γυάλινος πύργος δεν περιβάλλει τον μοναχικό, περικλείει τη σύναξη. Η ομάδα κλείνεται σ’ ένα συμπαγή γλωσσικό τοίχο. Κανείς δεν μπορεί να δώσει προσοχή σε άλλο τίποτε πέρα από λέξεις. Ποτέ δεν άγγιξα με τα χέρια αυτό το γυαλί σαν έψαχνα, μόνος· το βλέπω, το αγγίζω και το ακούω, με πνίγει όταν το συλλογικό με περιστοιχίζει· αυτός ο σκληρός, ο λείος τοίχος, ο αδιάβατος, από τη γλώσσα του συλλογικού είναι φτιαγμένος. Οι ομάδες κλείνουν σαν φυλακές πίσω απ’ την ξύλινη, την αερόλογη, τη γυάλινη γλώσσα τους.

Μόνος, έξω, λουσμένος στον γαλανό κίτρινο αέρα, σιωπηλός, δίνω μια ευκαιρία στο δεδομένο που ο συλλογικός θόρυβος διώχνει, στα νοήματα που η γλώσσα αναισθητοποιεί. Η ομάδα επιδίδεται στις κραυγές της, νιώθει ικανοποιημένη μες στις επευφημίες της, λίγα μονάχα πράγματα αντιλαμβάνεται από τον έξω κόσμο, ένα άρρωστο σώμα, θά ‘λεγες, που αναπέμπει τη βουή των οργάνων του. Αν σιωπούσε, μια μέρα, τι υγεία θα ανακτούσε; Η υγιής σιωπή των οργά­νων ισχύει μόνο για ένα ατομικό σώμα; Αν είχα έρθει στην Επίδαυρο για μια θεραπεία, ομαδικά, δεν θα ‘χα μπορέσει να γιατρευτώ. Μες στο σκάφος της επικοινωνίας που κοχλάζει απ’ τους θορύβους, το συλλογικό μεθάει μάλλον παρά αρρωσταίνει, σκνίπα απ’ τα λόγια, ντοπαρισμένο απ’ το θόρυβο, αναισθητοποιημένο, ελλείψει αισθητικής. Καθένας, βράδυ και πρωί, περνάει και ξαναπερνάει από τα ίδια κυκλώματα των ίδιων σχέσεων με τα ίδια πρόσωπα στα ίδια κανάλια με τις ίδιες λέξεις, δεν μπορεί να μην το κάνει, σαν νά ‘χε να ξανα­φτιάξει ένα κομμάτι τοίχου που γκρεμίζεται αέναα, να ξαναϋφάνει ένα χαλί που θα ξηλωνόταν τη νύχτα. Γεμάτος παραισθήσεις, αναισθητοποιημένος στα πράγ­ματα. Δεν ζω διαφορετικά απ’ αυτό το ναρκομανή. Δοσμένος στη γλώσσα: αυτή αναισθητοποιεί τις πέντε αισθήσεις, όλες οι ομάδες όπου ζω έχουν την ανάγκη της ή ζουν απ’ αυτή. Νά η γιατρειά που ζητώ από το θεό Ασκληπιό, αυτό το χειμωνιάτικο πρωινό: σιγή των οργάνων, βέβαια, εναρμονισμένη με την εξωτερι­κή σιγή αλλά προπάντων σιγή εντός μου της γλώσσας. Η πρώτη μου, πιθανόν σκληρή, θεραπεία αποτοξίνωσης. Όποιος κατασκευάζει μια αισθητική προσεύχε­ται να του φύγουν οι αναισθησίες.

Μόνος στο τεράστιο αμφιθέατρο, κάτω απ’ τον γαλανό δυνατό ήλιο, θέλω να εξαγνιστώ με τρόπο αντίστροφο απ’ των προγόνων μου: να απαλλαγώ από τα παράσιτά μου μες στα ερείπια της τραγωδίας.

Συνθήκη αναγκαία, αλλά όχι ικανή: να καθίσω μόνος, κάτω απ’ τον χειμωνιάτι­κο ήλιο, μερικές ώρες προσεχτικός, μακριά από την ομήγυρη, σε μια μαρμάρινη κερκίδα, μες στη σιωπή, στην Επίδαυρο. Η ικανή συνθήκη ώστε ο κόσμος να δο­θεί στο γιατρεμένο σώμα, ώστε το δεδομένο, χαρίεν, να έρθει να καθίσει πλάι μου· όμως, για να προβάλουν παρατηρητέα, θα απαιτούνται ασφαλώς πολύ πε­ρισσότερα. Το δεδομένο μπορεί και να δοθεί πέρα από το πρώτο κατώφλι, τη μοναξιά και τη σιωπή, δίνεται σίγουρα μόνο πέρα από ένα δεύτερο κατώφλι: μπορώ να μετρήσω την απόσταση του και να σημειώσω τη θέση του; Μπορεί κα­νείς να βγει από τη γλώσσα του;

Ο θεός που περιμένω είναι απρόσμενος· αν έρθει, θα τον αναγνωρίσω; Από τον Ασκληπιό τον ιατρό δεν ακούω άλλο τίποτε πέρα από ένα όνομα ή μια μορ­φή, πέρα από ονομασίες και περιγραφές, τον ξέρω κιόλας και τον παραξέρω, δεν θα με γιατρέψει.

[…]

 

Σιωπή στη μητρόπολη της γιατρειάς, σιωπή σε απόσταση από την πληροφορία. Το να μην πίνω πια δεν φαίνεται δύσκολο, το να σταματήσω το κάπνισμα μου φάνηκε κάποτε ηρωικό, το να πετάξω τις εφημερίδες, ν’ αφήσω το ραδιόφωνο βουβό, κλειστή την τηλεόραση, αυτή είναι η στοιχειώδης και αληθινή αποτοξί­νωση. Ήρθα στην Επίδαυρο και γι’ άλλα ακόμη. Το να μην είμαι πια ενημερω­μένος, καθώς λένε, για την επιστήμη, το να μην κυλάω πια σ’ αυτό το ρεύμα δί­νει τη λύτρωση. Τέλος του πιο σκληρού ναρκωτικού, αρχίνισμα μιας σοφίας.

Αυτή η τόσο διαδεδομένη ιδέα ότι όλα πρέπει να λέγονται και να λύνονται με τη γλώσσα, ότι κάθε αληθινό πρόβλημα δίνει υλικό για λόγο και αντίλογο, ότι η φι­λοσοφία περιστέλλεται σε ερωταπαντήσεις, ότι δεν μπορούμε να βρούμε την υγειά μας παρά μονάχα μιλώντας, ότι η διδασκαλία περνάει αποκλειστικά μέσα απ’ το λόγο, αυτή η φλύαρη ιδέα, η θεατρική, η διαφημιστική, δίχως ντροπή δί­χως αιδώ, αγνοεί την πραγματική παρουσία του άρτου και του οίνου, την άρρη­τη γεύση τους, τη μυρωδιά τους, λησμονεί την ανατροφή μέσ’ από κινήσεις σχε­δόν αδιόρατες, την αλληλοσυνεννόηση, τη συνενοχή, αυτά που εννοούνται δίχως λόγια, την προσευχή για έναν εξαίσιο έρωτα, τις ανέφικτες διαισθήσεις που κροτούν σαν αστραπή, τη γοητεία που σέρνεται πίσω από μια περπατησιά, αυτή η ιδέα η δικαστική καταδικάζει τους συνεσταλμένους, εκείνους που δεν έχουν πά­ντοτε την προσωπική τους γνώμη και δεν ξέρουν τι σκέφτονται, εκείνους που ψάχνουν, αυτή η ιδέα η καθηγητική αποκλείει εκείνους που δεν παρακολουθούν το μάθημα, τους εφευρέτες και τους ταπεινούς, εκείνους που διστάζουν και συ­γκινούνται, τους πνευματώδεις και τους μεροκαματιάρηδες, τις τυραγνισμένες καρδιές και τους πτωχούς τω πνεύματι, γνώρισα τόσα πράγματα δίχως κείμενο και πρόσωπα δίχως γραμματική, παιδιά χωρίς λεξικό, γέρους χωρίς λεξιλόγιο, έζησα τόσο στα ξένα, βουβός, τρομοκρατημένος πίσω απ’ το παραπέτασμα των γλωσσών, θά ‘χα στ’ αλήθεια απολαύσει τη ζωή αν δεν είχα κάνει τίποτ’ άλλο απ’ το να ακούω ή να μιλώ, το πιο πολύτιμο απ’ όσα ξέρω μένει βυθισμένο στη σιωπή. Όχι, μήτε ο κόσμος μήτε η εμπειρία, μήτε η φιλοσοφία μήτε ο θάνατος αφήνονται να μαντρωθούν στο θέατρο, στο δικαστήριο ή σ’ ένα μάθημα. Αυτή η ιδέα η αληθινή ξεχνάει τη φυσική και τη ζωή, την επιστήμη και τη λογοτεχνία, την ντροπαλοσύνη και την ομορφιά.

Η σοφή γνώση γιατρεύει και διαπλάθει το σώμα, το ομορφαίνει. Όσο περισσότερο δίνω προσοχή και ψάχνω, τόσο περισσότερο σκέφτομαι. Σκέφτομαι, άρα είμαι ωραίος. Ο κόσμος είναι ωραίος, άρα σκέφτομαι. Η γνώση δεν μπορεί να κάνει δίχως την ομορφιά. Γυρεύω μια ωραία επιστήμη.

Από μια ηλικία της ιστορίας της και μετά, η επιστήμη οφείλει να εγγυάται  το πρόσωπο της, για την ομορφιά που αντιπροσωπεύει και παράγει. Εγκαταλείπω τη γνώση που έχει πάρει τη σημερινή της μορφή επειδή ασχημαίνει πράγματα κι ανθρώπους, επειδή κακογερνάει κι έχει αποτύχει να διαπλάσει τα παιδιά μας. Φέρνει την ασχήμια και το θάνατο, φοράει τη συσπασμένη μάσκα  τραγωδίας.

Από μια ηλικία και μετά, η επιστήμη οφείλει να εγγυάται για τα παιδιά. Να  ο σοφός, ιδού το παιδί.

 

Image result for Michel Serres

 

  1. Ό έτάζων καρδίας και νεφρούς (Παλαιά Διαθήκη): ο ερευνών το ασυνείδητο, το ένστικτο, τη θέληση. (Σ.τ.μ.).
Κλασσικό
Πολιτική,Τέχνη,Φιλοσοφία

Θέσεις για τη διακοπή

 

της Ιβάνα Μομτσίλοβιτς

 

0. Μια διακοπή μπορεί να μας προκαλεί αμηχανία, αλλά είναι και πολυμήχανη.

1. Σε αυτούς τους καιρούς εκφυλισμένου καπιταλισμού, κοινωνικών παγετών, πολιτικής απολίθωσης και ατομικών σπασμών, η διακοπή αναδύεται ως επείγουσα διαίσθηση. Η διακοπή κόβει το εύθραυστο νήμα απ’ το οποίο κρατιέται το αφήγημα μιας εποχής.

1α. Η διακοπή, η διάρρηξη, η θετική οπή στη φυσική, μοιάζουν να είναι πραγματικά ο χώρος απ’ όπου το Πραγματικό μιας εποχής εμφανίζεται στη σκηνή του κόσμου, όπου το καινούριο γεννιέται, η πολιτική ξεπηδά, το ανυπολόγιστο αναδύεται.

2.α Η διακοπή ακινητοποιεί το τραίνο τής Ι(ι)στορίας πριν αυτό φτάσει στο σταθμό. Σταματά τα βαγόνια της αφήγησης στο μέσο ενός εδάφους απροσδιόριστου, είναι «εφαρμοσμένη ανυπομονησία να αδράξουμε και να αιφνιδιάσουμε το μη αποφασίσιμο».

2.β Μια διακοπή δεν ενεργοποιεί ποτέ την ξεπερασμένη διαλεκτική της αποτυχίας ή της νίκης μιας στιγμής που υποτίθεται ότι παραμένει αδιάλειπτη. Εκλύει και παράγει Συνέχεια

Κλασσικό
Πολιτική,Φιλοσοφία,Χρέος

Το προφορικό δίδαγμα του Γεράσιμου Βώκου

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Ένα απόγευμα περί το 1990, ίσως λίγο νωρίτερα, βαδίζαμε με τον Γεράσιμο Βώκο στη νέα παραλία της Θεσσαλονίκης, προς τα ανατολικά, μάλλον για να πάει εκείνος σπίτι του –έμενε τότε στην Πιττακού 5, μία κάθετη στην Ανθέων-, κι εγώ να συνεχίσω προς Νέα Κρήνη. Είχε πρόσφατα επιστρέψει από ένα ταξίδι στο Παρίσι –ένα από τα πολλά. Συζητούσαμε για διάφορα θέματα, και κάποια στιγμή η συζήτηση πήγε στον Αλτουσέρ. Δεν θυμάμαι αν την πήγα εγώ ή εκείνος. Μάλλον και οι δύο. Εγώ τον ρώτησα αν ξέρει «τι κάνει τώρα». Γράφει, μου είπε ο Βώκος. Γράφει συνεχώς, έχει γεμίσει δωμάτια ολόκληρα με γραπτά. –Θα βγουν όμως; –Ε, τι να βγουν; Τώρα; Μόνο όταν πεθάνει πλέον. –Και … για ποιο θέμα; Τι τον απασχολεί; Τον έχεις δει, έχετε μιλήσει; –Τα πάντα. Τα πάντα τον Συνέχεια

Κλασσικό
Ανάλυση λόγου,Βία,Δίκαιο,Φιλοσοφία

Εκείνα που δεν ακούγονται: βλασφημία, λογοκρισία, βία

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Πες ό,τι θες. Δε με πειράζει, ό,τι να ’ναι.

Είν’ οι σιωπές, όχι τα λόγια που πονάνε.

Γεράσιμος Ευαγγελάτος

 

 

Στο τραγούδι του Άκη Πάνου από το οποίο είναι εν μέρει εμπνευσμένος ο τίτλος, «εκείνα που δεν λέγονται» ασφαλώς υπάρχουν. Εάν δεν υπήρχαν, δεν θα είχε γραφτεί το τραγούδι.

Άρα, σε αυτό κάποιος παίρνει το λόγο, μόνο για να πει ότι δεν μπορεί να μιλήσει.

Αυτό μας δίνει ήδη το μέτρο της πολυπλοκότητας του ερωτήματος: υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν εισέρχονται στο πεδίο του λόγου, αλλά αυτό το μπλοκάρισμα προκαλεί νέα έκλυση λόγων.

Γιατί όμως δεν εισέρχονται;

Το «δεν λέγονται» μπορεί να συνιστά διαπίστωση ενός αντικειμενικού γεγονότος: κανείς δεν μιλάει γι’ αυτά. Αλλά μπορεί και να είναι δυνητικός ενεστώτας: δεν μπορούν να λεχθούν. Και γιατί δεν μπορούν; Νέες διακλαδώσεις: ο λόγος περί αυτών ενδέχεται να είναι ανθρωπίνως αδύνατος, ή νομικώς απαγορευμένος, ή μπορεί απλώς η Συνέχεια

Κλασσικό
Ανάλυση λόγου,Πολιτική,Φιλοσοφία

Δυστυχώς, η φιλοσοφία δεν προστατεύει (την Βάσω Κιντή) από τη βλακεία

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Μία γυναίκα που, άγνωστο πώς, κατάφερε να γίνει καθηγήτρια φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ, διατύπωσε χθες με κάθε σοβαρότητα, χωρίς να κοκκινίζει, τον ισχυρισμό ότι στον όρο Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, «Η λέξη ‘πρώην’ σημαίνει στην ουσία άρνηση» (!?), και ως εκ τούτου είναι «βλακώδες» το επιχείρημα ότι η σύνθετη ονομασία ΠΓΔΜ εμπεριέχει τον όρο «Μακεδονία».

Μέχρι στιγμής δεν έχω υπόψη μου αν η κα Κιντή ερωτήθηκε μήπως ο γάιδαρος πετάει. Με τη φόρα που πήρε, είναι πολύ πιθανό να έλεγε ναι.

Για να μην θεωρηθεί ότι την αδικώ, παραθέτω την επιχειρηματολογία (;) της όπως την ανέπτυξε η ίδια:

Λες δηλαδή ότι δεν δέχεσαι το όνομα που είχε ως μέρος της Γιουγκοσλαβίας αυτή η Συνέχεια

Κλασσικό