Αρχείο

υποκειμενικότητα

του Ζαν-Μισέλ Ζαντιζόν

 

Πολύ κοντά, ως εκ της δομής του, προς τη θυσία του Αβραάμ, ο μύθος του Λυκάονος είναι μία αφήγηση περί απαρχών, η οποία σκηνοθετεί διαδοχικά την απαγόρευση του κανιβαλισμού και της παιδοκτονίας, πριν επεξεργαστεί, μέσω της ζωικής θυσίας που εδώ συμβολίζεται από την εξορία και προηγουμένως από τη μεταμόρφωση, το θέμα της διαγενεακής βίας.

Και στις δύο μυθικές διηγήσεις, της θυσίας του Ισαάκ και του Λυκάονος, μία θεία αρχή απαιτεί από έναν πατέρα τη θυσία του γιου του. Και στις δύο περιπτώσεις, η θυσία του infans [νηπίου], του αθώου, αποφεύγεται (ο Ισαάκ τελικά απαλλάσσεται, ο Αρκάς ανασυναρμολογείται) και μετατίθεται στο αρχαϊκό ζώο: ο κριός θα σκοτωθεί, ο λύκος θα εξοριστεί σε αυτόν τον άλλο κόσμο που είναι το Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Στο εκτενές Σχόλιο στο τέλος του πρώτου μέρους της Ηθικής, ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της ευρωπαϊκής (με κάποιες ασιατικές δόσεις) φιλοσοφίας, ο Σπινόζα εντοπίζει –και διακριτικά διακωμωδεί- την κατ’ αυτόν βασικότερη αιτία πλάνης: την βουλησιαρχική/ τελεολογική αυταπάτη, όπως θα λέγαμε σήμερα, δηλαδή την πεποίθηση ότι όλα τα φαινόμενα είναι αποτελέσματα ενός τελικού αιτίου, ενός σχεδιασμού. Η πεποίθηση αυτή οδηγεί τους ανθρώπους να φαντάζονται κάποιους rectores naturae, κάποιους «πρυτάνεις της φύσης», και να τους βλέπουν παντού ως κρυμμένη αιτία κάθε συμβάντος.

Καθώς ο Σπινόζα έγραφε πριν από τρεισήμισι αιώνες, δεν είχε ακόμα υπόψη του ένα νέο πεδίο που έμελλε να αναπτυχθεί αργότερα, ιδίως στο πλαίσιο του γερμανικού ιδεαλισμού, και να εξελιχθεί σε πραγματικό παράδεισο της βουλησιαρχίας/ τελεολογίας: την ιστορία, και (δηλαδή) την πολιτική. Εάν έγραφε σήμερα, ίσως πρόσθετε στο Σχόλιό του μια αναφορά στους rectores historiae, μια νέα παραλλαγή εκείνης της φαντασίωσης που τείνει να καταλαμβάνει σήμερα τη φαντασία του πλήθους.

 

Κοιτώντας κανείς όσα γράφονται στον κυβερνοχώρο γύρω από την πρόσφατη απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία, βλέπει ότι σε αυτά είναι εξαιρετικά διαδεδομένη η υπόνοια ότι «η ιστορία ήταν στημένη».

Όσοι το λεν αυτό, σπανίως εξηγούν με σαφήνεια τι ακριβώς εννοούν· ποιος δηλαδή θεωρούν ότι Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Πρόσφατα, άκουσα τυχαία μια διασκευή του παλαίμαχου Αφρικανού τραγουδιστή της ρέγκε Άλφα Μπλόντυ στο τραγούδι Le Métèque του Ζωρζ Μουστακί. Η διασκευή αφορούσε όχι μόνο τη μουσική, αλλά και τους στίχους: σε ένα σημείο –ή μάλλον σε αρκετά σημεία, γιατί ο στίχος επαναλαμβάνεται- ακούγεται η φράση «de rasta Grec».

Ο ασυνήθιστος αυτός συνδυασμός ουσιαστικού και επιθέτου, που κανείς Έλληνας καλλιτέχνης δεν τόλμησε, με παρακίνησε να ψάξω το πρωτότυπο. Προσωπικά, ήξερα το τραγούδι αυτό μόνο από την ελληνική του διασκευή της δεκαετίας του 70, που είχε τραγουδήσει ο Γιώργος Νταλάρας. Στη διασκευή αυτή, τους στίχους είχε γράψει ο ποιητής Δημήτρης Χριστοδούλου, ο οποίος ως στιχουργός είχε αξιόλογη συμβολή σε αυτό που αποκλήθηκε «έντεχνο λαϊκό τραγούδι» (συνεργασίες με Θεοδωράκη, Λοΐζο, Πλέσσα, Κόκκοτο) αλλά και στο καθαυτό λαϊκό, εφόσον έγραψε στίχους και για τον Γιώργο Ζαμπέτα. Ο Χριστοδούλου λοιπόν είχε αναλάβει σχεδόν αποκλειστικά και τις διασκευές των τραγουδιών του Μουστακί στα ελληνικά, (είχε βγει και ολόκληρος δίσκος με τέτοιες διασκευές, όπου τραγουδούσε ο Αντώνης Καλογιάννης), και σε αυτές κατέβαλλε ιδιαίτερη μέριμνα ώστε οι ελληνικοί στίχοι να είναι όσο το δυνατόν πιστή απόδοση των γαλλικών, αν όχι στο γράμμα τουλάχιστο στο πνεύμα. Π.χ.: La Méditerranée – Η Μεσόγειος, Ma Solitude – Μοναξιά, La mer m’ a donné – Η θάλασσα μου ‘πε …

Ακριβώς γι’ αυτό, διαβάζοντας σήμερα τους γαλλικούς στίχους του «Μετοίκου» μου έκανε εντύπωση η απόσταση που χωρίζει τη γαλλική από την ελληνική εκδοχή.

Την απόσταση αυτή δεν θα ήταν νομίζω άστοχο να την χαρακτηρίζαμε ως μια μικρή γλωσσική εθνοκάθαρση.

Πρώτα απ’ όλα, η ίδια η επιλογή του τίτλου έχει ένα σημασιολογικό βάρος το οποίο έχει τελείως εξαφανιστεί στην ελληνική εκδοχή.

Οι μέτοικοι, στην αρχαία Αθήνα, ήταν νομικοπολιτική κατηγορία η οποία χονδρικά ήταν λίγο κάτω από τους ελεύθερους πολίτες και λίγο πάνω Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Τις μέρες αυτές, διάβασα την οιονεί (μέχρι στιγμής) αυτοβιογραφία τού Νίκου Μπίστη Προχωρώντας και αναθεωρώντας[1]. Χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Το βιβλίο αυτό υπήρχε ανάμεσα στα χαρτιά μου επί αρκετό καιρό, και μάλιστα με προσωπική αφιέρωση (την οποία δεν είχα αντιληφθεί διότι ως τώρα δεν το είχα ανοίξει). Τον συγγραφέα δεν τον γνωρίζω –παρά μόνο μέσα από τη δημόσια παρουσία του- ούτε τον έχω συναντήσει ποτέ, γνωρίζω όμως τη γυναίκα του με την οποία ήμασταν συνάδελφοι επί πολλά χρόνια, και αυτή μου είχε δώσει προ καιρού το αντίτυπο με την αφιέρωση.

Η ανάγνωση αυτή υπήρξε αρκετά περίεργη εμπειρία. Καθώς το βιβλίο κάνει έναν απολογισμό του παρελθόντος, μεταξύ άλλων και του πρόσφατου, στάθηκε για μένα αφορμή να ξαναδώ, από μία άλλη οπτική αυτή τη φορά, κάποια σημεία της διαδρομής με τα οποία είχα και εγώ εμπλοκή –έστω απόμακρη. O διαφορετικός τρόπος με τον οποίο διαβάζει τις εμπειρίες αυτές ο Μπίστης, μου προκάλεσε ένα ξάφνιασμα, και αυτό το ξάφνιασμα θεωρώ ότι έχει ένα νόημα να δημοσιοποιηθεί, στο βαθμό που μπορεί να μας βοηθήσει να σκεφτούμε γόνιμα κάποια πράγματα στο πολιτικό μας Read More

 του Άκη Γαβριηλίδη

 

Περίπολοι της νικοτίνης.

Οι κάννες τόσων τσιγάρων

στραμμένες επάνω μου

Μιχάλης Γκανάς

 

Πρόσφατα, στην Καθημερινή δημοσιεύτηκε άρθρο σχετικά με την (μη) εφαρμογή του νόμου για τον περιορισμό του καπνίσματος στους κλειστούς χώρους στην Ελλάδα –ένα φαινόμενο αρκετά παράδοξο και ενδιαφέρον καθαυτό. Πριν πάμε εκεί, όμως, νομίζω ότι ακόμη πιο αξιοπρόσεκτος, από πολλές απόψεις, είναι ο τρόπος με τον οποίο αρχίζει το άρθρο:

 

«Υπάρχει και το φιλότιμο. Ή, μάλλον, υπάρχει μόνο το φιλότιμο». Με τον τρόπο αυτόν εξηγούν οι ειδικοί επιστήμονες το γεγονός ότι την τελευταία πενταετία έχει μειωθεί ο αριθμός των καπνιστών στη χώρα μας σε ποσοστό τουλάχιστον 30%, η κατανάλωση τσιγάρων, αλλά και η ρύπανση στους κλειστούς δημόσιους χώρους, χωρίς –ω του θαύματος…– να έχει τεθεί ουσιαστικά σε εφαρμογή ο αντικαπνιστικός νόμος.

 

Στα γνωστά ιογενή δημοσιεύματα που αναπαράγονται ακατασχέτως στο διαδίκτυο, ένα από τα βασικά παραδείγματα που επιστρατεύονται για να τεκμηριώσουν τη «μοναδικότητα της ελληνικής γλώσσας» είναι και η λέξη φιλότιμο, η οποία υποτίθεται ότι «δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα». Το άρθρο, προσπαθώντας να μιλήσει για μία άλλη μοναδικότητα της «χώρας μας», αρχίζει από αυτήν ακριβώς την έννοια, παραθέτοντάς την όμως εντός εισαγωγικών εφόσον την αποδίδει σε μη κατονομαζόμενους «ειδικούς επιστήμονες».

Το μήνυμα αυτής της πρώτης παραγράφου είναι σαφές –όμως, ουσιαστικά, αυτή η σαφήνεια είναι η ίδια η ασάφεια, η εκκρεμότητα του νοήματος, το μυστήριο: σα να λέμε, «η επιστήμη σηκώνει τα χέρια», οι ειδικοί σπάνε το κεφάλι τους διότι η εφαρμογή των επιστημονικών τους τεχνικών δεν τους βοηθάει να λύσουν το σταυρόλεξο. Έτσι, καταφεύγουν στο «θαύμα» ως (ταυτολογικό) μηχανισμό τελευταίας καταφυγής: εξηγούν μία άγνωστη μοναδικότητα με μία άλλη (που φανταζόμαστε) γνωστή.

 

Θεωρώ ότι πράγματι υπάρχει μία εκκρεμότητα του νοήματος σε σχέση με το κάπνισμα στην Ελλάδα, η οποία αποτελεί ένα ζήτημα ενδιαφέρον θεωρητικά και σημαντικό πολιτικά. Υπάρχει ένα χάσμα, την ύπαρξη του οποίου Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Στα λατινικά, η λέξη proles/ proletis σημαίνει «τέκνο, απόγονος».

Στην αρχαία Ρώμη, η λέξη αυτή αποτέλεσε τη ρίζα για έναν άλλο όρο που έμελλε να διαγράψει μακροχρόνια καριέρα στο ευρωπαϊκό λεξιλόγιο των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών. Στη δημοκρατία [respublica], και μετέπειτα στην αυτοκρατορία, proletarii αποκαλούνταν οι πολίτες οι οποίοι δεν είχαν καμία φορολογήσιμη περιουσία και, έτσι, το μόνο που μπορούσαν να εισφέρουν στην πολιτεία ήταν να γεννήσουν απογόνους.

Οι πολίτες αυτοί συνιστούσαν χωριστή κατηγορία φορολογουμένων. Το ομώνυμο λήμμα τής wikipedia αρχίζει ως εξής:

Η προέλευση του ονόματος συνδέεται μάλλον με την απογραφή, την οποία πραγματοποιούσαν κάθε πέντε χρόνια οι ρωμαϊκές αρχές προκειμένου να συντάξουν ένα μητρώο των πολιτών και της περιουσίας τους, από το οποίο θα καθορίζονταν οι στρατιωτικές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα Read More

του Άκη Γαβριηλίδη[1]

I.

O Μουσταφά[2] είναι ένας άντρας περίπου 40 χρονών, που γεννήθηκε στο Ντιγιάρμπακιρ και όταν ήταν 5 χρονών οι γονείς του μετανάστευσαν στην Καρπασία, στη βορειοανατολική Κύπρο.

Στην Καρπασία υπήρχαν, και υπάρχουν, αρκετοί Ελληνοκύπριοι (ή «Ρωμιοί» –Rum, όπως τους λένε στα τουρκικά), οι οποίοι στο politically correct λεξιλόγιο της Κυπριακής Δημοκρατίας αποκαλούνται ακόμη «εγκλωβισμένοι»· ένας όρος μάλλον αταίριαστος, καθόσον εδώ και καιρό κανείς δεν τους εμποδίζει να φύγουν από εκεί. Το 1974, στην Καρπασία δεν έγιναν συγκρούσεις –ο τουρκικός στρατός αποβιβάστηκε στην Κερύνεια και εν συνεχεία κατευθύνθηκε προς το νότο- και, όταν ηρέμησαν τα πράγματα, οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί προτίμησαν να παραμείνουν. Ο μικρός Μουσταφά, λοιπόν, μεγαλώνοντας, ερχόταν σε επαφή με τους ελληνόφωνους γείτονές του και έτσι έχει μάθει αρκετά καλά ελληνικά –για την ακρίβεια, έχει μάθει την ελληνοκυπριακή διάλεκτο, της οποίας διασώζει μια παλαιότερη μορφή που σε λίγα χρόνια ίσως να είναι δυσνόητη ακόμα και για τους ελληνοκύπριους του νότου, οι οποίοι όλο και περισσότερο προσαρμόζονται στην θεωρούμενη «υψηλή ποικιλία» της ελληνικής (αυτή που μιλιέται στην ΕΡΤ και γράφεται στις εφημερίδες, τα εκπαιδευτικά εγχειρίδια κ.λπ.).

Read More