Αρχείο

Τέχνη

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί απόσπασμα της παρέμβασης του συγγραφέα στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου Λένε όχι, λέω ναι. Τρία κείμενα για τον Άκη Πάνου (εκδ. Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2013).

 

Στα τρία δοκίμια του βιβλίου αυτού, και ιδίως στο δεύτερο, ο αναγνώστης θα δει ότι, ακολουθώντας μία λίγο-πολύ φιλολογική μέθοδο ανάλυσης, δείχνω πώς ο Άκης Πάνου αναπτύσσει δύο αντίθετες όψεις ή διαστάσεις του ίδιου θέματος, την κάθε μια σε ένα διαφορετικό τραγούδι, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται έτσι ζεύγη τραγουδιών που φαίνεται να απαντάνε το ένα στο άλλο, ή να προεκτείνουν το ένα το άλλο. Ενίοτε μάλιστα αυτό συμβαίνει και στο εσωτερικό του ίδιου τραγουδιού.

Ταυτόχρονα, όπως ήδη σημειώθηκε και από τους άλλους ομιλητές, αυτό το σύντομο βιβλιαράκι κάθε άλλο παρά εξαντλεί το θέμα.

Προεκτείνοντας λοιπόν αυτή τη γραμμή ανάλυσης, θα εξετάσω παρακάτω ακόμη ένα τέτοιο παράδειγμα, ένα ζεύγος «δίδυμων» τραγουδιών από τις αρχές της δεκαετίας του 70, στα οποία δεν αναφέρομαι καθόλου στο βιβλίο, και τα οποία θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει αντικείμενο ενός άλλου, τέταρτου μέρους. Πρόκειται για το ζεύγος που σχηματίζουν τα τραγούδια «Εγώ καλά σου τα ΄λεγα», με τον Στράτο Διονυσίου, και «Τι Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Ο Δημήτρης Δημητριάδης ήταν για πολλά χρόνια ένας συγγραφέας του οποίου το έργο αναγνωριζόταν περισσότερο εκτός παρά εντός Ελλάδος· ιδίως τα θεατρικά του ανέβαιναν μεταφρασμένα π.χ. στα γαλλικά και τα πορτογαλικά συχνότερα απ’ ό,τι στην πρωτότυπή τους μορφή.

Αυτή η ανισομέρεια είχε αρχίσει να εξισορροπείται τα τελευταία χρόνια. Ακριβώς γι’ αυτό, είναι άχαρο και απογοητευτικό να βλέπει κανείς τον συγγραφέα να αρχίζει να γκρινιάζει και να δυσανασχετεί δημόσια με υστερικό και αδέξιο τρόπο επειδή αισθάνεται ότι απειλείται να χάσει τον τίτλο του πιο πολυμεταφρασμένου σημερινού Έλληνα συγγραφέα. Διότι, πράγματι, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να υποθέσει ότι αυτός είναι ο βασικός λόγος για την πρόσφατη αψυχολόγητη εκτενή επίθεσή του εναντίον του Πέτρου Read More

του Ερίκ Μισώ

 

Η ιστορία της τέχνης άρχισε με τις εισβολές των βαρβάρων. Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι γράφτηκε από την εποχή των εισβολών στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία τις οποίες πραγματοποίησαν, τον 4ο και τον 5ο αιώνα της χρονολογίας μας, οι αποκαλούμενοι βάρβαροι ή γερμανογενείς[i] λαοί. Και ακόμα λιγότερο ότι η τέχνη δεν είχε ιστορία πριν από αυτές τις «μεγάλες» εισβολές. Σημαίνει ότι μία πραγματική ιστορία της τέχνης κατέστη δυνατή μόνο απ’ τη στιγμή που, το 18ο και τον 19ο αιώνα, οι εισβολές των βαρβάρων έγιναν αντιληπτές ως το αποφασιστικό συμβάν με το οποίο η Δύση εισήλθε στη νεωτερικότητα, δηλαδή στη συνείδηση της δικής της ιστορικότητας. Όχι πλέον ως η καταστροφή που βύθισε την Ευρώπη στα σκοτάδια του Μεσαίωνα, αλλά αντιθέτως ως η σωτήρια έξοδος από μια μακρά περίοδο στασιμότητας που μπορούσε να ολοκληρωθεί μόνο μέσα στην αποσύνθεση. Μέχρι περίπου τα μέσα του 18ου αιώνα, η εμφάνιση των βαρβάρων εντός της αυτοκρατορίας θεωρούνταν ότι είχε την οδηγήσει στην παρακμή και την πτώση. Από τη δεκαετία του 1800, το νέο αίμα των φυλών του Βορρά άρχισε να σημαίνει την ανανέωση, τη φυσιολογική, πολιτιστική και πολιτική αναζωογόνηση των λαών της αυτοκρατορίας: «Κύματα Βαρβάρων ξεχύνονταν μέσα στα απισχνασμένα έθνη· η σταματημένη μέχρι τότε ζωή αναζωογονούνταν με νέο αίμα, και τα ξεραμένα κλαδιά ξανάνθιζαν»[1]. Μια τέτοια εικόνα των εισβολών εδραιώθηκε για καιρό στα μυαλά των ανθρώπων. Και αυτή η ισχυρή εικόνα κουβαλούσε μαζί της παραστάσεις ρωμαλέων λαών, που έσφυζαν από ένα δημιουργικό ένστικτο το οποίο στερούνταν οικτρά οι παρηκμασμένοι Ρωμαίοι καθώς και οι λαοί που ήταν υποταγμένοι σ’ αυτούς. Όταν λοιπόν Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Μη μου δικαιολογηθείς, την ξέρω καλά την τέχνη της υποχώρησης. Όπως και της κωμωδίας, που την αντέγραψα από τους παλαιότερους. Όπου ακούς πολλά γέλια, λένε, ψάξε τα δάκρυα από κάτω … Μια ζωή στην παραλλαγή, να φυλαγόμαστε από τους ανιστόρητους.

Κατερίνα Μόντη, Η κατάθεση, Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 135

 

Ένας άλλος κωμικός ποντιακής καταγωγής που είχε τεράστια επιτυχία επί πολλά χρόνια στο χώρο της σόου-μπίζνες, ήταν ο Χάρρυ Κλυνν. Ο Χάρρυ Κλυνν επί πολύ καιρό υπήρξε μάλλον ο διασημότερος Πόντιος στην Ελλάδα. Το ληξιαρχικό του όνομα φυσικά δεν ήταν αυτό, ήταν Βασίλης Τριανταφυλλίδης. Αλλά για κάποια χρόνια, στα νιάτα του, μετανάστευσε και εργάστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου θα ήταν αυτοκαταστροφικό να επιδιώξει κανείς να γίνει γνωστός με ένα τέτοιο όνομα· έτσι υιοθέτησε το συγκεκριμένο ψευδώνυμο.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το συγκριτικό του πλεονέκτημα στο χώρο του θεάματος, αυτό που έκανε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον πριν απ’ αυτόν, ίσως και μετά απ’ αυτόν, ήταν η σχεδόν απεριόριστη ικανότητά του να μιμείται τέλεια τις φωνές άλλων, ιδίως πολιτικών.

Όπως είναι προφανές, και οι δύο αυτές δραστηριότητες, δηλαδή η αλλαγή του ονόματος και η υπόδυση-παρωδία άλλων χαρακτήρων, μας ξαναφέρνουν ακόμα μια φορά στο στοιχείο της παραλλαγής, του παιχνιδιού και της μετακίνησης μεταξύ ταυτοτήτων.

Ακολουθώντας αντίστροφη πορεία από εκείνη του Ψωμιάδη, του αθλητή/ επιχειρηματία Read More

μια συνέντευξη του Ζαν-Λυκ Μπανσάρ

 

Την Κυριακή 7 Ιουλίου 2017, στη Νοτρ-Νταμ-ντε-Λαντ, η οποία παραμένει ένα έδαφος προς υπεράσπιση[1], παιζόταν η αρχαιότερη από τις τραγωδίες του Αισχύλου, οι Ικέτιδες. Γυναίκες που ήρθαν από την Αίγυπτο καταφεύγουν στο Άργος και ικετεύουν τον Ηγεμόνα να τους χορηγήσει άσυλο: δεν θέλουν να υποχρεωθούν να παντρευτούν τους εξαδέλφους τους που τις καταδιώκουν. Ο Ηγεμόνας ταλαντεύεται, ζητά συμβουλές, ανθίσταται σε μια απειλή πολέμου … Οι ηθοποιοί δεν είναι επαγγελματίες, αλλά στηρίζουν με ιδιαίτερη πεποίθηση το επιχείρημα του ποιήματος, τόσο μάλλον που έτσι υπερασπίζονται τη δική τους μοίρα. Ο Jean-Luc Bansard, o σκηνοθέτης, μας εξηγεί.

 

– Μου έκανε εντύπωση αυτή η παράσταση των Ικέτιδων. Καθώς βγαίναμε, άκουγα πολλά άτομα να λένε ότι θα ήθελαν να φέρουν το θίασο να παίξει και στην περιοχή τους. Είχατε τέτοιες προτάσεις;

Ζ.Λ.Μ. Κάθε φορά που παίζουμε, οι αντιδράσεις είναι πολυάριθμες: δεν ξέρω αν αυτό Read More

του Γιώργου Κεραμιδιώτη

 

Πέρα από τις προθέσεις του σκηνοθέτη, η ταινία του Νόλαν θα μπορούσε να ‘ ναι μια αλληγορία για την ελληνική περίπτωση. Θα επανέλθω σ’ αυτό προς στο τέλος του κειμένου.

Κάθε αμερικάνικη ταινία άξια λόγου απαντά στο πρόβλημα «Αμερική», ή στο πρόβλημα του κόσμου, στοχαζόμενη τον πρωταγωνιστή και το κινηματογραφικό είδος, ενώ ταυτόχρονα εγγράφει και τη θεώρηση, την ιδέα που έχει ο σκηνοθέτης για τον άνθρωπο. Χωρίς το τελευταίο δεν υπάρχει σινεμά ως τέχνη. Υπάρχουν μόνο ιστορίες. Αλλά το σινεμά μεταξύ των άλλων αφηγείται και ιστορίες.

Το κινηματογραφικό είδος δίνει τις ιδιαίτερες καταστάσεις, την ανάλογη ατμόσφαιρα, τον τύπο του πρωταγωνιστή, το είδος των ιστοριών, έτσι ώστε να μπορεί να πλησιάσει καλύτερα την αλήθεια. Ο πρωταγωνιστής καλείται να απαντήσει σε ερωτήματα όπως: Πώς επιδιώκω τη ευτυχία; Σε ποιά σχέση βρίσκονται τα δυο φύλα; Υπάρχει αγάπη σ’ Read More

 

του Άκη Γαβριηλίδη

Προ ημερών που ήμουν στην Κύπρο, έτυχε να ακούσω έναν φίλο και σύντροφο να αφηγείται ότι μόλις είχε γυρίσει από την Αθήνα όπου μεταξύ άλλων παρακολούθησε «κάποιες εκδηλώσεις της Documenta». Όταν ρωτήθηκε ποιες συγκεκριμένα, απαρίθμησε έξι-εφτά, μεταξύ των οποίων και μία που γινόταν «σε ένα κτίριο κοντά στην Ομόνοια». Μετά από μία-δυο διευκρινιστικές ερωτήσεις, προέκυψε ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για την εκδήλωση «Ανάσταση με τα Δοκούμενα», την οποία ο νεαρός επισκέπτης έκανε το λάθος να θεωρήσει τμήμα της διεθνούς καλλιτεχνικής έκθεσης.

Είναι όμως τόσο σίγουρο ότι έκανε λάθος; Και ποιο ακριβώς ήταν αυτό το λάθος;

Τι είναι αυτό που ξεχωρίζει μία δραστηριότητα που εντάσσεται στο πλαίσιο της Read More