Αρχείο

Τέχνη

του Άκη Γαβριηλίδη

Μη μου δικαιολογηθείς, την ξέρω καλά την τέχνη της υποχώρησης. Όπως και της κωμωδίας, που την αντέγραψα από τους παλαιότερους. Όπου ακούς πολλά γέλια, λένε, ψάξε τα δάκρυα από κάτω … Μια ζωή στην παραλλαγή, να φυλαγόμαστε από τους ανιστόρητους.

Κατερίνα Μόντη, Η κατάθεση, Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 135

 

Ένας άλλος κωμικός ποντιακής καταγωγής που είχε τεράστια επιτυχία επί πολλά χρόνια στο χώρο της σόου-μπίζνες, ήταν ο Χάρρυ Κλυνν. Ο Χάρρυ Κλυνν επί πολύ καιρό υπήρξε μάλλον ο διασημότερος Πόντιος στην Ελλάδα. Το ληξιαρχικό του όνομα φυσικά δεν ήταν αυτό, ήταν Βασίλης Τριανταφυλλίδης. Αλλά για κάποια χρόνια, στα νιάτα του, μετανάστευσε και εργάστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου θα ήταν αυτοκαταστροφικό να επιδιώξει κανείς να γίνει γνωστός με ένα τέτοιο όνομα· έτσι υιοθέτησε το συγκεκριμένο ψευδώνυμο.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το συγκριτικό του πλεονέκτημα στο χώρο του θεάματος, αυτό που έκανε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον πριν απ’ αυτόν, ίσως και μετά απ’ αυτόν, ήταν η σχεδόν απεριόριστη ικανότητά του να μιμείται τέλεια τις φωνές άλλων, ιδίως πολιτικών.

Όπως είναι προφανές, και οι δύο αυτές δραστηριότητες, δηλαδή η αλλαγή του ονόματος και η υπόδυση-παρωδία άλλων χαρακτήρων, μας ξαναφέρνουν ακόμα μια φορά στο στοιχείο της παραλλαγής, του παιχνιδιού και της μετακίνησης μεταξύ ταυτοτήτων.

Ακολουθώντας αντίστροφη πορεία από εκείνη του Ψωμιάδη, του αθλητή/ επιχειρηματία Read More

μια συνέντευξη του Ζαν-Λυκ Μπανσάρ

 

Την Κυριακή 7 Ιουλίου 2017, στη Νοτρ-Νταμ-ντε-Λαντ, η οποία παραμένει ένα έδαφος προς υπεράσπιση[1], παιζόταν η αρχαιότερη από τις τραγωδίες του Αισχύλου, οι Ικέτιδες. Γυναίκες που ήρθαν από την Αίγυπτο καταφεύγουν στο Άργος και ικετεύουν τον Ηγεμόνα να τους χορηγήσει άσυλο: δεν θέλουν να υποχρεωθούν να παντρευτούν τους εξαδέλφους τους που τις καταδιώκουν. Ο Ηγεμόνας ταλαντεύεται, ζητά συμβουλές, ανθίσταται σε μια απειλή πολέμου … Οι ηθοποιοί δεν είναι επαγγελματίες, αλλά στηρίζουν με ιδιαίτερη πεποίθηση το επιχείρημα του ποιήματος, τόσο μάλλον που έτσι υπερασπίζονται τη δική τους μοίρα. Ο Jean-Luc Bansard, o σκηνοθέτης, μας εξηγεί.

 

– Μου έκανε εντύπωση αυτή η παράσταση των Ικέτιδων. Καθώς βγαίναμε, άκουγα πολλά άτομα να λένε ότι θα ήθελαν να φέρουν το θίασο να παίξει και στην περιοχή τους. Είχατε τέτοιες προτάσεις;

Ζ.Λ.Μ. Κάθε φορά που παίζουμε, οι αντιδράσεις είναι πολυάριθμες: δεν ξέρω αν αυτό Read More

του Γιώργου Κεραμιδιώτη

 

Πέρα από τις προθέσεις του σκηνοθέτη, η ταινία του Νόλαν θα μπορούσε να ‘ ναι μια αλληγορία για την ελληνική περίπτωση. Θα επανέλθω σ’ αυτό προς στο τέλος του κειμένου.

Κάθε αμερικάνικη ταινία άξια λόγου απαντά στο πρόβλημα «Αμερική», ή στο πρόβλημα του κόσμου, στοχαζόμενη τον πρωταγωνιστή και το κινηματογραφικό είδος, ενώ ταυτόχρονα εγγράφει και τη θεώρηση, την ιδέα που έχει ο σκηνοθέτης για τον άνθρωπο. Χωρίς το τελευταίο δεν υπάρχει σινεμά ως τέχνη. Υπάρχουν μόνο ιστορίες. Αλλά το σινεμά μεταξύ των άλλων αφηγείται και ιστορίες.

Το κινηματογραφικό είδος δίνει τις ιδιαίτερες καταστάσεις, την ανάλογη ατμόσφαιρα, τον τύπο του πρωταγωνιστή, το είδος των ιστοριών, έτσι ώστε να μπορεί να πλησιάσει καλύτερα την αλήθεια. Ο πρωταγωνιστής καλείται να απαντήσει σε ερωτήματα όπως: Πώς επιδιώκω τη ευτυχία; Σε ποιά σχέση βρίσκονται τα δυο φύλα; Υπάρχει αγάπη σ’ Read More

 

του Άκη Γαβριηλίδη

Προ ημερών που ήμουν στην Κύπρο, έτυχε να ακούσω έναν φίλο και σύντροφο να αφηγείται ότι μόλις είχε γυρίσει από την Αθήνα όπου μεταξύ άλλων παρακολούθησε «κάποιες εκδηλώσεις της Documenta». Όταν ρωτήθηκε ποιες συγκεκριμένα, απαρίθμησε έξι-εφτά, μεταξύ των οποίων και μία που γινόταν «σε ένα κτίριο κοντά στην Ομόνοια». Μετά από μία-δυο διευκρινιστικές ερωτήσεις, προέκυψε ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για την εκδήλωση «Ανάσταση με τα Δοκούμενα», την οποία ο νεαρός επισκέπτης έκανε το λάθος να θεωρήσει τμήμα της διεθνούς καλλιτεχνικής έκθεσης.

Είναι όμως τόσο σίγουρο ότι έκανε λάθος; Και ποιο ακριβώς ήταν αυτό το λάθος;

Τι είναι αυτό που ξεχωρίζει μία δραστηριότητα που εντάσσεται στο πλαίσιο της Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Από τη στιγμή που άρχισαν οι εκδηλώσεις τής ανά πενταετία έκθεσης σύγχρονης τέχνης που φέτος γίνεται και στην Αθήνα, οι αντιδράσεις στην ελληνόφωνη έντυπη και ηλεκτρονική δημόσια σφαίρα υπήρξαν στην πλειοψηφία τους δύσπιστες και αρνητικές, έως –το πολύ- αμφίσημες. Προσωπικά δεν έχω υπόψη μου έστω και μία που να μπορεί να θεωρηθεί ανεπιφύλακτα θετική.

Οι αρνήσεις όμως αυτές μπορούν με σχετική ακρίβεια να περιοδολογηθούν σε δύο ευδιάκριτες φάσεις. Στην αρχή του έτους, οι επικρίσεις κατά των εκδηλώσεων ήταν όλες απ’ τα δεξιά: η Ντοκουμέντα κατηγορήθηκε ότι φέρνει στην Αθήνα «Το ζόμπι της Αριστεράς». Με άλλα λόγια, ότι θέλει «να μιλήσει για τα ιδεώδη της συλλογικής δράσης και της αναστολής της κρατικής βίας σε ένα μέρος όπου αναρχοαυτόνομοι καταλαμβάνουν πανεπιστήμια και ιδιωτικά κτίρια ενώ ξυλοκοπούν τον διευθυντή της Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Ο Γιώργος Θεοτοκάς, στο Ελεύθερο Πνεύμα του, που θεωρήθηκε και ως μανιφέστο της γενιάς του 30, είχε διακηρύξει ότι «ένας οποιοσδήποτε Γιαγκούλας των ελληνικών βουνών» τον ενδιαφέρει πολύ περισσότερο από τον Καβάφη.

Ο Νίκος Γκάτσος, ένας εκπρόσωπος της ίδιας γενιάς που έγραψε κυρίως τραγούδια (τα περισσότερα σε συνεργασία με τον Μάνο Χατζιδάκι), υλοποίησε αυτή τη δήλωση προτίμησης φτιάχνοντας μεταξύ άλλων το κομμάτι «Ένας ευαίσθητος ληστής», το οποίο τραγούδησε σε πρώτη εκτέλεση ο Γιώργος Ρωμανός τη δεκαετία του 70, σε επόμενες δε πολλοί άλλοι. Τελευταία εξ αυτών η τραγουδίστρια που σταδιοδρομεί με το μικρό της μόνο όνομα, «Πάολα», σε γνωστή ψυχαγωγική τηλεοπτική εκπομπή. Η εκτέλεση αυτή προκάλεσε αρκετά δυσμενή σχόλια, μέχρι και την πρόβλεψη ότι «Θα τρίζουν τα κόκκαλα του Χατζιδάκι» –αλλά και απαντήσεις στα σχόλια αυτά που επισήμαιναν με διαφωτιστική και φιλελεύθερη ευρύτητα ότι «ο καθένας έχει δικαίωμα να τραγουδάει ό,τι θέλει αρκεί να το τραγουδάει καλά».

Η αμοιβαιότητα αυτή των αμφισβητήσεων-υπερασπίσεων είναι απολύτως κατοπτρική, και κάθε Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Στα μέσα της δεκαετίας του 70, ο Γιάννης Μαρκόπουλος είχε βγάλει έναν «κύκλο τραγουδιών» όπως λέγανε τότε, με τίτλο «Μετανάστες» και σε στίχους του Γιώργου Σκούρτη. Ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του δίσκου ξεκινούσε με τους εξής στίχους:

Εδώ στην ξένη χώρα,
αχ, τι στεναχώρια!
Τι θα φάω, τι θα πιω,
τι θα στείλω στο χωριό …
Κι οι γυναίκες είναι χύμα,
καίγομαι σαν τις κοιτώ.
Δεν με θέλουν κι είναι κρίμα.

Ακόμα παλιότερα από τότε που γράφτηκαν (ή πάντως που δισκογραφήθηκαν) οι «Μετανάστες», ο Μίκης Θεοδωράκης είχε γράψει τα «Γράμματα από τη Γερμανία», σε στίχους του Φώντα Λάδη. Εκεί, υπάρχει επίσης ένα τραγούδι όπου ο γκασταρμπάιτερ θεματοποιείται όχι ως οικονομικό, κοινωνικό ή πολιτικό, αλλά ως σεξουαλικό υποκείμενο. Και εδώ πρόκειται για τον άντρα μετανάστη, Read More