Εθνικισμός,Πολιτισμικές σπουδές,Πολιτική,Τέχνη,Φύλο

Spaghetti western: ένας κινηματογράφος λαϊκός, μαζικός … αλλά αεθνικός και queer

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Τις δεκαετίες του 60 και του 70 ήταν πολύ της μόδας ο όρος «εθνικές κινηματογραφίες». Στο πλαίσιο τότε της αποαποικιοποίησης και των κινημάτων αλληλεγγύης στον λεγόμενο «Τρίτο Κόσμο», ως «εθνικοί» νοούνταν συνήθως όσοι κινηματογράφοι (θεωρούνταν ότι) αντιστέκονται στην «πολιτισμική ισοπέδωση» και στα «ξενόφερτα μοντέλα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού» και αντλούσαν υλικό και θέματα από τις εκάστοτε τοπικές παραδόσεις, λαϊκές ή/ και λόγιες, για να εκφράσουν αυθεντικά τον «εθνικό χαρακτήρα».

Το ίδιο ακριβώς διάστημα, στην Ιταλία, και δευτερευόντως σε άλλες χώρες, άνθισε το φαινόμενο το οποίο κωδικοποιήθηκε με την ονομασία «ουέστερν-σπαγγέτι». Η οποία –όπως συχνά συμβαίνει- χρησιμοποιήθηκε στην αρχή ειρωνικά από τους επικριτές του φαινομένου, αλλά στη συνέχεια υιοθετήθηκε παιγνιωδώς από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους, δηλ. τους παραγωγούς και τους καταναλωτές των σχετικών ταινιών, και σήμερα κατέληξε να χρησιμοποιείται ως ουδέτερος περιγραφικός όρος.

To ουέστερν-σπαγγέτι υπήρξε η ακριβής άρνηση και αντιστροφή του προτάγματος του εθνικού κινηματογράφου. Αντί να αντιστέκεται στα «χολλυγουντιανά πρότυπα», τα υιοθέτησε πρόσχαρα και Συνέχεια

Κλασσικό
Πολιτική,Τέχνη,Φιλοσοφία,καπιταλισμός

Πουλιά όλου του κόσμου, ενωθείτε!

του Τζέισον Ρηντ

Στις συζητήσεις του με τον Φρανσουά Τρυφφώ, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ επέμεινε ότι τα πουλιά στην ομώνυμη ταινία έπρεπε να είναι συνηθισμένα πουλιά, γλάροι, κοράκια, σπουργίτια και όχι τα πιο θεαματικά και αναμφισβήτητα πιο τρομακτικά γεράκια και αετοί. Το βιβλίο τού Jun Fujita Le Ciné-Capital επανέρχεται σε αυτό το ιδιαίτερο περιστατικό και το χρησιμοποιεί κατά κάποιο τρόπο ως άξονα που συνδέει την κατανόηση του κινηματογράφου από τον Ντελέζ, την κατανόηση του Κεφαλαίου από τον Μαρξ και την επαναστατική πολιτική.

Screen Shot 2022-02-21 at 12.31.32 PM

Ως προς το πρώτο, όπως υποστηρίζει ο Ντελέζ στον πρώτο τόμο του βιβλίου του για το σινεμά, η ταινία ή ο κινηματογράφος αντιπροσωπεύει μια θεμελιώδη μεταμόρφωση του τρόπου με τον οποίο απεικονίζεται η κίνηση. Άλλοτε, στον παλαιό κόσμο, μπορούσαμε να απεικονίσουμε την κίνηση μόνο αποσπώντας μια σειρά από ακίνητες πόζες που μετέδιδαν παράδοξα την κίνηση μέσω της δικής τους Συνέχεια

Κλασσικό
ρατσισμός,Τέχνη

Η Ελλάδα είναι ο τελευταίος παράδεισος της ράτσας

του Άκη Γαβριηλίδη

Το γεγονός ότι η εκπομπή του «Μουσικού Κουτιού», στην οποία ήδη αναφέρθηκα μία φορά με αφορμή τα τσαλαβουτήματά της περί Μαουτχάουζεν, συνεχίζει επί μέρες να εξυμνείται ομοθυμαδόν, να προβάλλεται ως παράδειγμα προς μίμηση να αναγορεύεται μέχρι και «η καλύτερη μουσική εκπομπή στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης», μου γέννησε την περιέργεια και με παρακίνησε να συνεχίσω την παρακολούθησή της από την γνωστή ηλεκτρονική πλατφόρμα.

Έφτασα λοιπόν κάποια στιγμή και στο τραγούδι του Αλκίνοου Ιωαννίδη με τίτλο «Πατρίδα», το οποίο, όπως ανέφερε ο δημιουργός του, του ζήτησαν τα μέλη της ορχήστρας να παίξουν. Το τραγούδι αυτό ομολογώ ότι δεν το γνώριζα. Ακούγοντάς το λοιπόν για πρώτη φορά, με οδυνηρή έκπληξη Συνέχεια

Κλασσικό
ρατσισμός,Ανάλυση λόγου,Πολιτική,Τέχνη

Είναι «οικουμενικό» το Μαουτχάουζεν;  

του Άκη Γαβριηλίδη

Στην εκπομπή του «Μουσικού κουτιού» που προβλήθηκε στην ΕΡΤ στις 5-1 με καλεσμένους τη Μαρία Φαραντούρη και τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, ένα από τα πρώτα τραγούδια που παίχθηκαν ήταν η «Μπαλλάντα του Μαουτχάουζεν». Αμέσως μετά την εκτέλεση του τραγουδιού, η Φαραντούρη συνομίλησε γι’ αυτό με τους παρουσιαστές της εκπομπής επί περίπου τέσσερα λεπτά. Στα τέσσερα αυτά λεπτά, είναι αξιοπερίεργο ότι δεν πρόφερε ούτε μία φορά τη λέξη Εβραίοι.

Μόνο μία φορά, αναφερόμενη σε κάποια συναυλία που έγινε περί το 2000 στο χώρο του ίδιου του στρατοπέδου και στην οποία τραγούδησε αυτό το τραγούδι, είπε ότι συμμετείχε και η Elinoar Moav Συνέχεια

Κλασσικό
ρατσισμός,σεξισμός,Τέχνη

Γιατί πρέπει να αφαιρεθεί αναδρομικά το Νομπέλ από τον Ελύτη  

του Άκη Γαβριηλίδη

Το 1979, ο Οδυσσέας Ελύτης, μετά την απονομή του βραβείου Νομπέλ και ενόσω βρισκόταν ακόμα στη Σουηδία, έβγαλε έναν λόγο σε Έλληνες ομογενείς της χώρας αυτής. Το κείμενο της ομιλίας είναι διαθέσιμο σε πολλά σημεία στο διαδίκτυο, μεταξύ των οποίων και στην ιστοσελίδα «Hellenic Education Office/ Ελληνόγλωσση Εκπαίδευση στη Βόρεια Ευρώπη» όπου έχει δημοσιευθεί με τον τίτλο «Οδυσσέας Ελύτης – Η πατρίδα και η γλώσσα».

Στο κείμενο αυτό περιλαμβάνονται και οι εξής φράσεις:

Είπε ένας Γάλλος ποιητής, ο Ρεμπώ, πως η πράξη για τον ποιητή είναι ο λόγος του. Και είχε δίκιο. Αυτό έκανε ο Σολωμός, που για να γράψει το αθάνατο ποίημά του ”Ελεύθεροι Πολιορκημένοι”, έσωσε και παράδωσε στη φυλετική μας μνήμη (υπογραμμίζω εγώ) το Μεσολόγγι και τους αγώνες του.

Καταρχήν, στο απόσπασμα αυτό υπάρχει μία εμφανής παραποίηση, ή πάντως ψευδής επίκληση, της φράσης του Ρεμπώ. Όπως είναι φανερό, η πρώτη φράση δεν έχει καμία απολύτως σχέση με αυτό που φέρεται να «έκανε ο Σολωμός». Η φράση «η πράξη για τον ποιητή είναι ο λόγος του» από μόνη της δεν λέει κάτι ιδιαίτερο, και πάντως σίγουρα δεν λέει τίποτε για «φυλετικές μνήμες». Αυτά τα παρεισάγει ο Ελύτης αυθαίρετα.

Η αυθαιρεσία βέβαια είναι το μικρότερο ελάττωμα αυτής της προσθήκης.

Το κυριότερο είναι ο ρατσισμός της.

Η πρωτοφανής πεποίθηση ότι υπάρχει κάποια φυλετική [sic] μνήμη των ανθρώπινων ομάδων δεν νομίζω να έχει υποστηριχθεί ρητά ούτε καν από τους ναζί. Είναι πραγματικά αξιοπερίεργη η χαλαρότητα και η αφέλεια με την οποία ξεστομίζει ανερυθρίαστα τέτοιες κουβέντες κάποιος που, στην ίδια αυτή ομιλία, ρητορεύει περί «αγώνων για τη λευτεριά». Βεβαίως, αποποιείται την ιδιότητα «του ομιλητή, του δάσκαλου, του ηγέτη», αλλά στην πράξη –που είναι ο λόγος του- επαναλαμβάνει όσα λένε κάθε χρόνο οι δάσκαλοι στα σχολεία: αυτή η «λευτεριά» έχει μόνο εθνικό περιεχόμενο –είναι η απαλλαγή από ξένους γενικώς, από μη Έλληνες, από εκείνους που «το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους»· όχι από ναζιστές.

Επίσης –ουδεμία έκπληξη- η λευτεριά αυτή έχει ένα σαφές έμφυλο περιεχόμενο: το έθνος, αυτό το «εμείς» στο οποίο αναφέρεται ο ομιλητής, είναι το σύνολο των Ελλήνων ανδρών. Αυτό το ξεκαθαρίζει σε ένα άλλο δακρύβρεχτο απόσπασμα το οποίο κάνει τη γνωστή παρωδία για τα πιτόγυρα, τις μουστάρδες και τα κέτσαπ να μοιάζει λιγότερο παρωδία.

Για εμάς η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι καμένες στον ήλιο κι αυτά τα γαλάζια πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων. Είναι οι μελαχρινές ή καστανόξανθες κοπέλες, είναι τ’ άσπρα σπιτάκια τ’ ασβεστωμένα και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι. Είναι οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας με το τουφέκι στο χέρι, αυτοί που λευτερώσανε την πατρίδα μας και πιο πίσω, πιο παλιά, όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα μονάχα είχανε στο νου τους -όπως κι εμείς σήμερα: τον αγώνα για τη λευτεριά.

Οι γυναίκες λοιπόν εντάσσονται στο έθνος μόνο ως αποκτήματα, με τους ίδιους όρους όπως τα άψυχα αντικείμενα (και αυτό μόνο αν είναι νεαρές και έχουν συγκεκριμένο χρώμα μαλλιών. Εάν είναι π.χ. κοκκινομάλλες ή ώριμες, ούτε ως αντικείμενα γίνονται δεκτές).

Δεν προξενεί καμία αίσθηση αντίφασης, ούτε στον Ελύτη ούτε στους σημερινούς έλληνες και ελληνίδες εκπαιδευτικούς που αναπαράγουν με θαυμασμό και με διδακτική πρόθεση το λόγο του, το να μιλά κάποιος για την ελευθερία μιας φυλής. Την ίδια ακριβώς αδιαφορία για την ανακολουθία άλλωστε συναντάμε και σε ένα προγενέστερο κείμενο του «ποιητή του Αιγαίου», όπου περιγράφει το σοκ από τη συνάντησή του με τα «καλοζωισμένα Ελβετόπουλα» το 1948 και τη διαφορά τους από τα δυστυχισμένα και πεινασμένα πολεμόπληκτα ελληνόπουλα, με τα παρακάτω λόγια:

έβγαινα απ’ το άτομό μου και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου.

Σα να μην ήταν ακριβώς η πίστη σε «ανθρώπινες φυλές» αυτή που είχε αιματοκυλίσει την Ελλάδα, και όλη την υπόλοιπη Ευρώπη, λίγα μόλις χρόνια πριν.

Απ’ τη στιγμή που κάποιος λογοτέχνης καταπίνει αμάσητο και μας ξερνάει ξανά κατά πρόσωπο τον βιολογικό ρατσισμό, είναι αναμενόμενο ότι θα προσυπογράφει και όλα τα αντιεπιστημονικά κλισέ του πολιτισμικού/ γλωσσικού ελληνικού ρατσισμού (για να το πούμε με μια λέξη: του μπαμπινιωτισμού), τα οποία κάνουν λαμπρή καριέρα έκτοτε και αναπαράγονται διαρκώς, ιδίως από τη στιγμή που εμφανίστηκε το διαδίκτυο.

… αυτό είναι στο βάθος ή ποίηση: μια πάλη συνεχής με τη γλώσσα. Τη γλώσσα την ελληνική που είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου.

Είμαστε οι μόνοι σ’ ολόκληρη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο (υπογραμμίζω εγώ) να λέμε τον ουρανό “ουρανό” και τη θάλασσα “θάλασσα” …

κ.λπ. κ.λπ.

Νομίζω ότι, αν υπήρχε κάποια υποεπιτροπή της σουηδικής ακαδημίας η οποία να έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει την απονομή του βραβείου Νομπέλ μετά τη χορήγησή του, θα είχε κάθε λόγο να σκεφτεί σοβαρά να εφαρμόσει αυτή τη δυνατότητα εν προκειμένω με βάση αυτές τις δηλώσεις –και άλλες ανάλογες. Σίγουρα λόγω του ρατσισμού τους, και επίσης, ενδεχομένως, λόγω της ανυπόφορης κοινοτοπίας, της φλυαρίας και του ανορθολογισμού τους.

25 πράγματα που ο Οδυσσέας Ελύτης δεν είπε ΠΟΤΕ (αλλά ίσως θέλαμε να πει) |  LiFO

Κλασσικό
Ιστορία,Πολιτική,Τέχνη,νομαδισμός

O μύθος των απολίτιστων Μογγόλων

του Μόρρις Ροσάμπι

Τις μέρες εκείνες, όταν, με το θέλημα του Θεού, όλες οι γωνιές της γης είναι υπό τον έλεγχό μας και τον έλεγχο του Τζένγκις Χαν και της ένδοξης οικογένειάς του, και όταν φιλόσοφοι, αστρονόμοι, λόγιοι και ιστορικοί όλων των θρησκειών και των εθνών –Κατάι, Μα Τσιν [βόρεια και νότια Κίνα], Ινδία, Κασμίρ, Θιβετιανοί, Ουιγούροι, και από άλλα έθνη των Τούρκων, Αράβων και Φράγκων- μαζεύονται σαν κοπάδια στην ξακουστή αυλή μας, ο καθένας απ’ αυτούς κατέχει αντίγραφα από τις ιστορίες, τους θρύλους και την πίστη του δικού τους λαού.

Ρασίντ αλ Ντιν, Επιτομή Xρονικών

Η ευρέως διαδεδομένη εικόνα περί των Μογγόλων ως βάρβαρων καταστροφέων που καταγίνονταν μόνο με λεηλασίες και σφαγές βασίζεται κυρίως σε κινεζικές, περσικές και ρωσικές καταγραφές του 13ου και του 14ου αιώνα. Oι περιγραφές αυτές των συγχρόνων τους τονίζουν πόσο ραγδαία και ανελέητα οι Μογγόλοι, υπό την ηγεσία του φοβερού και τρομερού αρχηγού τους Τεμιουτζίν (γνωστού ως Τζένγκις Χαν, περίπου 1162-1227), διαμόρφωσαν τη μεγαλύτερη εδαφικώς συνεχή αυτοκρατορία στην παγκόσμια ιστορία. Ωστόσο, ελάχιστα προσέχθηκε η σημαντική Συνέχεια

Κλασσικό
Τέχνη,έξοδος

«Τι είναι το ρεμπέτικο;»

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Το βιβλίο του Κώστα Βλησίδη Όψεις του Ρεµπέτικου (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2004) αποτελεί συγκεντρωτική έκδοση τριών ανεξάρτητων κειμένων. Εξ αυτών, τo τρίτο (με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ρεμπέτες και ρεμπέτικο: από τη ρητορική των Άλλων στον αυτοπροσδιορισμό») έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με την αυτοπαρουσίαση του ίδιου του βιβλίου, την «ανασύσταση της αφηγηματικής αυτοπαρουσίασης των συντελεστών του ρεμπέτικου σε αντίστιξη με τον λόγο που άρθρωσε ο κυρίαρχος πολιτισμός για αυτούς και για το είδος που εκπροσωπούσαν».

Όσο με αφορά, αυτή η περιγραφή ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο ενδιαφέρθηκα να διαβάσω το βιβλίο. Επιτέλους, σκέφτηκα, καιρός να διαβάσουμε αδιαμεσολάβητα τι λέγανε οι ίδιοι οι ρεμπέτες για τον εαυτό τους αντί να ακούμε τι λέγανε οι άλλοι –ή οι Άλλοι- γι’ αυτούς· να δώσουμε φωνή σε όσους δεν είχαν ως τώρα φωνή.

Διαβάζοντας τα αποσπάσματα που ανθολογούνται στο άρθρο, αυτή η προσδοκία γνησιότητας και αυθορμησίας δεν επιβεβαιώνεται. Είναι εντυπωσιακό ότι ο λόγος των «ίδιων» δεν διαφέρει συγκλονιστικά από εκείνον των Συνέχεια

Κλασσικό
Αρχαιογνωσία,Μνήμη,Τέχνη

Ανδρομάχη, μαύρη χήρα

του Μισέλ Σερρ

Όποιος αφήνεται στη θύμηση γερνά, πέφτει άρρωστος και πεθαίνει, ανήμπορος: τι μπορεί να κάνει απέναντι στο παρελθόν του; Ας επινοήσει ένα σχέδιο για το μέλλον, ας ξαναβρεί υγεία, δύναμη, νιάτα και χαρά, ας σηκωθεί κι ας τρέξει όπως ο χρόνος. Οι συλλογικότητες, σε αυτό το σημείο, δεν διαφέρουν από τα άτομα. Μια κοινωνία χωρίς σχέδια χτίζει μουσεία, μηρυκάζει τα σφάλματα και τις ήττες της, ξεσχίζει τα σωθικά της, φθίνει … τι θα απογίνει;

Μαθαίνουμε στο Λύκειο να τιμούμε την Ανδρομάχη, ευσεβή και πιστή χήρα, αγαπητική μητέρα, αφοσιωμένη ολάκερη στη θύμηση του νεκρού συζύγου της, που την εικόνα του την ξαναβρίσκει στο γιο της Αστυάνακτα, όμηρο όπως κι εκείνη  των νικητών εχθρών. Η σταθερότητά της εκρήγνυται σε μια παραισθητική αφήγηση όπου λάμπουν η πτώση της Τροίας και τα φονικά εκείνης της νύχτας: η νύχτα εκείνη, λέει, ας παραμείνει αιώνια. Πρέπει να ξεχάσω; επαναλαμβάνει. Όχι, ζω στην αθανασία της μνήμης και άρα αρνούμαι την πορεία της ιστορίας: δεν θα ζω πλέον, δεν θα αγαπώ πλέον, θα ακούω τη φωνή του συζύγου μου πάνω απ’ τον τάφο του, σε εκείνον θα απευθύνομαι όταν μιλάω στους άλλους … τελικά θα αυτοκτονήσω, ήδη μετά τον δεύτερο γάμο μου … οι νεκροί απαιτούν μόνο το θάνατο.

Τραγωδία της θύμησης, της οποίας ο Ρασίν προσδιορίζει τους ήρωες με την ιδιότητα του γιου ή της κόρης: της Ελένης, του Αγαμέμνονα ή του Αχιλλέα, η Ανδρομάχη εξιστορεί τη δυστυχία της δεύτερης γενιάς. Τι πιο τρομακτικό, για ένα παιδί, από το να ακούει τη μητέρα του να του λέει: όταν σε παίρνω στα χέρια μου, Αστυάναξ, αγκαλιάζω τον Έκτορα, τον νεκρό πατέρα σου; Τι πιο τρομακτικό από το να το αναγκάζει να φέρει στο σώμα του έναν ενήλικα υπό μορφή πτώματος; Στις κόρες και στους γιους του περασμένου πολέμου, η μητέρα-χήρα μαθαίνει μόνο να κλαίνε ή να πεθαίνουν ακόμα από τον πόλεμο, όπως πέθαναν οι γονείς τους· όχι από την αιχμή των όπλων, αλλά από την θανάσιμη ασθένεια της θύμησης.

Ποιο είναι το σχέδιο της Ανδρομάχης; Στο τέλος του έργου, κατορθώνει τον άθλο να παντρευτεί τον εχθρό της και να γίνει χήρα του, ξανά, για να βασιλεύσει, κυρίαρχη, επί των νεκρών και της τρέλας που την περιβάλλει, χήρα με δύο κεφάλια, διπλή βασίλισσα, των Ελλήνων και των Τρώων, μαύρη υπεύθυνη για τα φονικά. Με μια ακινησία αράχνης, την οποία αποκαλούμε, τυφλοί, επιμονή. Τη χρονική της ασθένεια, αδιάφορη για κάθε αλλαγή, την κάνουμε αρετή –την πιστότητα- αλλά επίσης και γνώση –την ιστορία. Ωστόσο, πρέπει να υπολογίσουμε το κόστος της, που είναι θανάσιμο: γύρω από την Ανδρομάχη, και εξαιτίας της, πληθαίνουν διαρκώς οι φόνοι, τραγικοί, οι απελπισίες και η παραφροσύνη. Εκείνη μόνη θα επιζήσει και θα βασιλεύσει: μαύρη χήρα, κακοποιητική γεννήτρα, κεκορεσμένη από ένστικτο θανάτου, επαναληπτική αράχνη στο κέντρο του ιστού, καταβροχθίζει με γεροντικά δόντια αυτά τα νέα, όμορφα και δυνατά πρόσωπα που δεν ζητούσαν άλλο απ’ το να ζήσουν, να αγαπήσουν, να ελπίσουν στο μέλλον.

Ας υποθέσουμε ότι, αντίθετα, αφήνει τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους, συγκατατίθεται να ξεχάσει λίγο, όπως αναγγέλλει ο εραστής της –«αλλά τέλος πάντων συγκατατίθεμαι να ξεχάσω το παρελθόν», λέει ο Πύρρος-, δέχεται να ζήσει, ακολουθεί την πορεία του ζωντανού παρόντος, μαγεύεται από καινούριες αγάπες, επινοεί σχέδια … τότε, η ζωή παίρνει τη θέση της απελπισίας και το δράμα εξαφανίζεται. Οι αρχαίοι το είχαν δει σωστά: η Μνημοσύνη, η μητέρα Μνήμη γεννά τις Μούσες, και μεταξύ αυτών μία, τρομερή, την Τραγωδία.

Ποιος λέει όχι; Χωρίς ιστορία, ξαναγινόμαστε ζώα. Επιβάλλεται λοιπόν μία υποχρέωση θύμησης, δεσμός που μας κρατά στη γλώσσα και, πιθανότατα, στη συνείδηση· αλλά επιβάλλεται επίσης ένα καθήκον σχεδίου. Δυσκολότερο απ’ το πρώτο, το δεύτερο απαιτεί φαντασία, διάκριση, αίσθηση του παρόντος, προνοητικότητα, θέληση επιβίωσης για να ακολουθήσεις την πορεία που αποφάσισες, ενθουσιασμό, θάρρος … αρετές υπερβατικές σε σχέση με την επανάληψη, που, αυτή, γέρνει προς το ένστικτο του θανάτου.

Η ιστορία και η παράδοση μας στηρίζουν, ασφαλώς, αλλά βρίσκουν το νόημά τους μόνο από το πώς τις ξαναδιαβάζει ένα επιθυμητό μέλλον. Οδηγούμαστε στο χαμό όχι τόσο από τους εχθρούς ή τα εμπόδια, όσο από έλλειψη απογόνων ή παραγωγής, στο κρεβάτι της άπειρης λεπτομέρειας της ακίνητης αναμνημόνευσης. Χωρίς στέρεο σχεδιασμό, το παρελθόν πέφτει στο θάνατο και τη λήθη· μια συλλογικότητα χωρίς αποφασιστικότητα δεν ξέρει πια να γράψει την ιστορία της· χωρίς επινόηση και χωρίς σύγχρονα ζωντανά έργα, μια κουλτούρα βρίσκεται σε θανάσιμη αγωνία. Η μνήμη σκάβει τον τάφο μας και, σε αυτό το κλειστό θεμέλιο, το σχέδιο οικοδομεί την κατοικία μας.

andromaque racine pdf PDF Cours,Exercices ,Examens

Το παραπάνω κείμενο είναι το ομότιτλο απόσπασμα από το βιβλίο Michel Serres, Andromaque, veuve noire, L’Herne, Παρίσι 2011 (σ. 37-41). Μετάφραση: Α.Γ.

Κλασσικό
Μετακίνηση,Τέχνη

Ευρετήριο τοπωνυμίων στους στίχους του Κώστα Βίρβου

του Άκη Γαβριηλίδη

Ο στιχουργός Κώστας Βίρβος ήταν Τρικαλινός με βλάχικη καταγωγή. Ίσως αυτό να εξηγεί το ότι οι στίχοι του ενέχουν έντονα το στοιχείο του ταξιδιού, αλλά σίγουρα δεν εξηγεί το ότι το ταξίδι αυτό είναι συχνά θαλάσσιο.

Αυτά ίσως τα πούμε κάποια άλλη φορά. Στο παρόν σημείωμα, που δεν είναι κάτι παραπάνω από μία αυγουστιάτικη άσκηση, επιχείρησα να χαρτογραφήσω αυτές τις νοερές μετακινήσεις καταρτίζοντας έναν κατάλογο των τοπωνυμίων που αναφέρονται στους στίχους του. Ο κατάλογος δεν είναι κατά κανέναν τρόπο πλήρης, εφόσον βασίζεται μόνο στα τραγούδια που έχουν περιληφθεί στον δικτυακό τόπο stixoi.gr (τα οποία είναι 705, ενώ κατά δικούς του υπολογισμούς ο Βίρβος είχε γράψει περίπου 2.500), συμπληρωμένα με μερικές δικές μου προσθήκες από μνήμης.

Περιλήφθηκαν και όροι που δεν αντιστοιχούν σε κάποια σαφή γεωγραφική περιοχή (π.χ. Αραπιά) ή και σε καμία υπαρκτή περιοχή (Ουτοπία). Επίσης, σε χωριστό κατάλογο στο τέλος αναφέρονται οι ταχυδρομικές διευθύνσεις. Φυσικά, απουσιάζουν τραγούδια τα οποία ναι μεν έχουν θέμα τη μετακίνηση, αλλά δεν περιέχουν κάποιο όνομα συγκεκριμένου τόπου (όπως συμβαίνει με το «δεν με θαμπώνουν οι ουρανοξύστες», ή με τα δεκάδες τραγούδια που περιέχουν τη λέξη-φετίχ «ξενιτιά» ή τη σπανιότερη «μετανάστευση»).

Το ευρετήριο παραμένει ανοιχτό σε μεταγενέστερες συμπληρώσεις, από τον συντάκτη ή/ και από τον καθένα.

Ονόματα κρατών/ πόλεων/ συνοικιών, βουνών, ποταμών κ.λπ.

Αέρηδες

Αθήνα (2 φορές)

Αλεξάνδρεια

Αλκαζάρ 

Αμερική (2)

Αμπελόκηποι

Ανάβρα

Αντίρριο

Άουσβιτς 

Αραπιά (2)

Αργοστόλι

Άρτα

Άσπρα Χώματα

Αυστραλία (2)

Αφρική

Βέλγιο

Βεργίνα

Βέροια (2)

Βερολίνο

Βόλος

Βομβάη (2)

Βόσπορος

Βουδαπέστη

Βραζιλία (2)

Γαλατά Σεράι

Γερμανία (2)

Γιάννενα 

Γιάχο Βάχο

Γκύζη

Δούναβης

Δράμα

Έδεσσα

Ελευσίνα (2)

Ευρώπη (2 φορές, τη μία στον πληθυντικό: Ευρώπες)

Θεσσαλονίκη (2)

Ιωνία

Καβάλα

Καισαριανή (2)

Καλλιθέα

Καναδάς (3 φορές)

Καρδίτσα

Καρπενήσι

Καστοριά

Κατερίνη (2)

Κιλκίς

Κοζάνη (2)

Κοκκινιά (3)

Κόρινθος

Κύπρος

Κωνσταντινούπολη

Λάρισα (2)

Μακεδονία

Μεσολόγγι

Μπαρμπαριά

Μπελογιάννι

Μπουένος Άιρες

Μπρατισλάβα

Νάουσα

Νέα Ζηλανδία

Νέα Σμύρνη

Νέα Υόρκη

Όλυμπος

Ουγγαρία

Ουζμπεκιστάν

Ουρανόπολη

Ουτοπία

Παγκράτι

Πακιστάν

Παρίσι (3)

Πατήσια

Πάτρα

Πειραιάς (4)

Πέραν

Περιστέρι

Πλάκα

Πολύγυρος

Πράγα

Πριγκηπόνησος

Ραφήνα

Σαγκάη

Σαντιάγκο

Σέρρες

Σκόπια (2)

Σμύρνη

Σόφια

Σύρα

Τασκένδη

Τζιτζιφιές

Τόκιο

Τρίκαλα (3)

Τσεχοσλοβακία 

Φαληράκι

Φανάρι

Φάρσαλα 

Φιλαδέλφεια

Φλώρινα

Χαϊδάρι

Χιροσίμα

Ψυρρή (2)

Ταχυδρομικές διευθύνσεις

Λεωφόρος Αθηνάς

Γιαχνί σοκάκι

(πλατεία) Δημαρχείο(υ)

Εγνατίας 406

Ίωνος 5

Oμόνοια

οδός Σωκράτους

Κλασσικό
Δίκαιο,Πολιτική,Τέχνη

Λογοκρισία: Σαββόπουλος – Κοεμτζής

του Άκη Γαβριηλίδη

Το παρακάτω αποτελεί το κείμενο του λήμματος Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο στον συλλογικό τόμο Λεξικό λογοκρισίας στην Ελλάδα. Καχεκτική δημοκρατία, δικτατορία, μεταπολίτευση, που βγήκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2018 σε επιμέλεια Πηνελόπης Πετσίνη και Δημήτρη Χριστόπουλου

Επί δημοκρατικής κυβέρνησης Καραμανλή, η προληπτική λογοκρισία συνέχιζε να λειτουργεί κανονικά και επισήμως (αν και επί της ουσίας με χαλαρότερα κριτήρια). Κάθε δίσκος ή βιβλίο που επρόκειτο να κυκλοφορήσει, έπρεπε προηγουμένως να υποβληθεί στην αρμόδια υπηρεσία και να πάρει τη σχετική έγκριση.

Το 1978, στην υπηρεσία αυτή υποβλήθηκε μεταξύ άλλων ο δίσκος Η ρεζέρβα του Διονύση Σαββόπουλου, από τον οποίο, κατόπιν εξέτασης, κρίθηκαν απορριπτέοι ένας στίχος στην ολότητά του και δύο λέξεις από τον αμέσως προηγούμενο. Οι στίχοι αυτοί περιέχονταν στο Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο, ένα τραγούδι με θέμα την πραγματική ιστορία του Νίκου Κοεμτζή, καταδικασμένου τότε σε ισόβια κάθειρξη για τρεις ανθρωποκτονίες (μεταξύ των οποίων και δύο αστυνομικών).

Μέχρι τότε, η συνήθης πρακτική των καλλιτεχνών σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν να Συνέχεια

Κλασσικό