Archive

Τέχνη

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Από τη στιγμή που άρχισαν οι εκδηλώσεις τής ανά πενταετία έκθεσης σύγχρονης τέχνης που φέτος γίνεται και στην Αθήνα, οι αντιδράσεις στην ελληνόφωνη έντυπη και ηλεκτρονική δημόσια σφαίρα υπήρξαν στην πλειοψηφία τους δύσπιστες και αρνητικές, έως –το πολύ- αμφίσημες. Προσωπικά δεν έχω υπόψη μου έστω και μία που να μπορεί να θεωρηθεί ανεπιφύλακτα θετική.

Οι αρνήσεις όμως αυτές μπορούν με σχετική ακρίβεια να περιοδολογηθούν σε δύο ευδιάκριτες φάσεις. Στην αρχή του έτους, οι επικρίσεις κατά των εκδηλώσεων ήταν όλες απ’ τα δεξιά: η Ντοκουμέντα κατηγορήθηκε ότι φέρνει στην Αθήνα «Το ζόμπι της Αριστεράς». Με άλλα λόγια, ότι θέλει «να μιλήσει για τα ιδεώδη της συλλογικής δράσης και της αναστολής της κρατικής βίας σε ένα μέρος όπου αναρχοαυτόνομοι καταλαμβάνουν πανεπιστήμια και ιδιωτικά κτίρια ενώ ξυλοκοπούν τον διευθυντή της Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Ο Γιώργος Θεοτοκάς, στο Ελεύθερο Πνεύμα του, που θεωρήθηκε και ως μανιφέστο της γενιάς του 30, είχε διακηρύξει ότι «ένας οποιοσδήποτε Γιαγκούλας των ελληνικών βουνών» τον ενδιαφέρει πολύ περισσότερο από τον Καβάφη.

Ο Νίκος Γκάτσος, ένας εκπρόσωπος της ίδιας γενιάς που έγραψε κυρίως τραγούδια (τα περισσότερα σε συνεργασία με τον Μάνο Χατζιδάκι), υλοποίησε αυτή τη δήλωση προτίμησης φτιάχνοντας μεταξύ άλλων το κομμάτι «Ένας ευαίσθητος ληστής», το οποίο τραγούδησε σε πρώτη εκτέλεση ο Γιώργος Ρωμανός τη δεκαετία του 70, σε επόμενες δε πολλοί άλλοι. Τελευταία εξ αυτών η τραγουδίστρια που σταδιοδρομεί με το μικρό της μόνο όνομα, «Πάολα», σε γνωστή ψυχαγωγική τηλεοπτική εκπομπή. Η εκτέλεση αυτή προκάλεσε αρκετά δυσμενή σχόλια, μέχρι και την πρόβλεψη ότι «Θα τρίζουν τα κόκκαλα του Χατζιδάκι» –αλλά και απαντήσεις στα σχόλια αυτά που επισήμαιναν με διαφωτιστική και φιλελεύθερη ευρύτητα ότι «ο καθένας έχει δικαίωμα να τραγουδάει ό,τι θέλει αρκεί να το τραγουδάει καλά».

Η αμοιβαιότητα αυτή των αμφισβητήσεων-υπερασπίσεων είναι απολύτως κατοπτρική, και κάθε Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Στα μέσα της δεκαετίας του 70, ο Γιάννης Μαρκόπουλος είχε βγάλει έναν «κύκλο τραγουδιών» όπως λέγανε τότε, με τίτλο «Μετανάστες» και σε στίχους του Γιώργου Σκούρτη. Ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του δίσκου ξεκινούσε με τους εξής στίχους:

Εδώ στην ξένη χώρα,
αχ, τι στεναχώρια!
Τι θα φάω, τι θα πιω,
τι θα στείλω στο χωριό …
Κι οι γυναίκες είναι χύμα,
καίγομαι σαν τις κοιτώ.
Δεν με θέλουν κι είναι κρίμα.

Ακόμα παλιότερα από τότε που γράφτηκαν (ή πάντως που δισκογραφήθηκαν) οι «Μετανάστες», ο Μίκης Θεοδωράκης είχε γράψει τα «Γράμματα από τη Γερμανία», σε στίχους του Φώντα Λάδη. Εκεί, υπάρχει επίσης ένα τραγούδι όπου ο γκασταρμπάιτερ θεματοποιείται όχι ως οικονομικό, κοινωνικό ή πολιτικό, αλλά ως σεξουαλικό υποκείμενο. Και εδώ πρόκειται για τον άντρα μετανάστη, Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Περί τα τέλη της δεκαετίας του 90, είχε γίνει μία προσπάθεια για έκδοση ενός περιοδικού που να χρησιμεύσει ως πλαίσιο συνύπαρξης μεταξύ διαφόρων δυνάμεων της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς που το διάστημα εκείνο απέβλεπαν να μετάσχουν στις διεθνείς ζυμώσεις στο χώρο της εναλλακτικής (αντι)παγκοσμιοποίησης. Το περιοδικό τελικά εκδόθηκε, με το όνομα Μανιφέστο. Υπήρξε βραχύβιο και νομίζω ότι δεν πρέπει να πρόλαβε τον 21ο αιώνα. Δεν δημιούργησε ποτέ ηλεκτρονικό αρχείο. Το κείμενο που ακολουθεί υπήρξε η μόνη συμβολή μου στην προσπάθεια του Μανιφέστου, και το αναδημοσιεύω επειδή σήμερα δεν είναι διαθέσιμο πουθενά. Δεν είχα κρατήσει αρχείο και έτσι δεν είμαι σε θέση να αναφέρω όχι ημερομηνία, αλλά ούτε καν έτος δημοσίευσης. Ξαναδιαβάζοντάς το πάντως δύο δεκαετίες αργότερα, βρίσκω ότι άντεξε μια χαρά τη δοκιμασία του χρόνου και δεν θα είχα τίποτα να αλλάξω.

 

Ποιος άκουσε τα βήματα

απ’ του σκακιού το πιόνι;

Θ.Π.

 

Με τις διπλωματικές διατυπώσεις αποφεύγει κανείς να εκθέσει ή να εκτεθεί, αλλά οι απερίφραστες είναι προτιμότερες γιατί εξοικονομούμε χρόνο και υποκρισία. Σε μια τέτοια λοιπόν θα προβώ αμέσως τώρα. Μην ακούτε τι σας λένε: ήρθε η στιγμή να παραδεχτούμε ότι η σημαντικότερη νέα εμφάνιση στην ελληνική δισκογραφία κατά τη δεκαετία του 90 ήταν αναμφίβολα ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

Για να χρησιμοποιήσουμε μία εικόνα που σίγουρα θα εκτιμούσε ο ίδιος, ο Θανάσης Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Μετά τη συντριπτική ήττα του στην υπόθεση του «ρατσιστή» Ρίχτερ, ο ελληνικός μακαρθισμός δεν χρειάστηκε ούτε μία μέρα μέχρι να βρει τον επόμενο στόχο της αντεπίθεσής του, την επόμενη περίπτωση προσβολής των ιερών και των οσίων του έθνους: ο βέβηλος αυτή τη φορά ήταν ο τηλεπαρουσιαστής Κωνσταντίνος Μπογδάνος, ο οποίος, σε μια τρίλεπτη παρουσίαση της ζωής τού Διονύσιου Σολωμού με αφορμή κάποια επέτειο, ανέφερε ότι ο ποιητής του εθνικού ύμνου κατά πληροφορίες ήταν εβραϊκής καταγωγής, μασόνος, αλκοολικός και ομοφυλόφιλος. Η αναφορά αυτή του στοίχισε δριμύτατες επιθέσεις από ακροδεξιά σάιτ, καθώς και μία ανακοίνωση του δημάρχου Ζακύνθου η οποία τον κηρύσσει «ανεπιθύμητο πρόσωπο» στη Ζάκυνθο.

Το ότι οι επιθέσεις αυτές πηγάζουν από ό,τι το έθνος έχει μάθει να θεωρεί εθνικό και όχι από το αληθινό, προκύπτει μεταξύ άλλων από το εξής στοιχείο: η αναφορά του Μπογδάνου περιέχει πολλές κραυγαλέες ανακρίβειες και αστοχίες. Π.χ. ήδη από την πρώτη της πρόταση, Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Η επιτυχής απόπειρα λογοκρισίας του θεατρικού έργου «Η ισορροπία του Νας» που είχε προγραμματιστεί από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, υπήρξε η πρώτη νίκη του ακραίου κέντρου σε μία κεντρική πολιτική μάχη μετά από μία διαρκή σειρά ηττών.

Μόνο που η νίκη αυτή έρχεται με ένα κόστος.

Το κόστος είναι ότι ο χώρος αυτός, που αρέσκεται να αυτοαποκαλείται φιλελεύθερος, πέτυχε σε έναν στόχο κατεξοχήν αντιφιλελεύθερο, και έτσι ό,τι φαίνεται να κερδίζει βραχυπρόθεσμα σε επίπεδο αποτελεσματικότητας, το χάνει μακροπρόθεσμα –και ίσως στο πολλαπλάσιο- σε επίπεδο αξιοπιστίας.

Εάν κανείς διαβάσει τα επιχειρήματα με τα οποία έδωσαν τη μάχη κατά της παράστασης οι self-styled ευρωπαϊστές, μπαίνει πραγματικά στον πειρασμό να καταφύγει σε ένα δικό τους αγαπημένο Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Για το γνωστό πλέον σκίτσο τού Charlie Hebdo, οι τοποθετήσεις που έχουν κατατεθεί στον ελληνικό ιδίως κυβερνοχώρο είναι κυρίως δύο:

α) το σκίτσο είναι ρατσιστικό.

β) Το σκίτσο είναι αντιρατσιστικό, διότι ναι μεν παρουσιάζει ρατσιστικές απόψεις αλλά αυτό το κάνει για να τις ανατρέψει και για να καταγγείλει την υποκρισία της Δύσης.

Και οι δύο τοποθετήσεις μοιράζονται το ίδιο αξιακό σύστημα για το ρόλο της τέχνης του λόγου ή/ και της εικόνας και των χειριστών της: η τέχνη οφείλει να αποκαλύπτει και να καταγγέλλει φαινόμενα καταπίεσης και ανελευθερίας. Εξάλλου, αυτό λέγεται ρητά από τους υποστηρικτές της πρώτης άποψης: αν η γελοιογραφία πράγματι «αποκάλυπτε» το ρατσισμό, δεν θα υπήρχε πρόβλημα[1]. Η διαφωνία δεν αφορά τους γενικούς κανόνες, αλλά μόνο την υπαγωγή της ατομικής περίπτωσης σε αυτούς.

Το κοινό αυτό αξιακό σύστημα είναι ο διαφωτισμός. Η πεποίθηση δηλαδή ότι η ιστορία είναι μία Read More