Αρχείο

ρατσισμός

 

των Ερίκ Αλλιέζ – Μαουρίτσιο Λατζαράτο[i]

Η οξυδέρκεια του Κλάουζεβιτς θα τεθεί σε δοκιμασία χάρη σε ένα από τα μείζονα πολιτικά και στρατιωτικά συμβάντα της γαλλικής επανάστασης: την επανάσταση των νέγρων, που αποσπά το κόσμημα της γαλλικής αποικιακής αυτοκρατορίας, τη νήσο του Αγίου Δομίνικου. Η οποία ήταν επίσης, ούτε λίγο ούτε πολύ, η πιο πλούσια αποικία στον κόσμο[1]. Έτσι, είναι πιθανό να πρόκειται εδώ για το πλέον θεμελιώδες συμβάν της επανάστασης εξαιτίας της δύναμης κατεδάφισης (για να μιλήσουμε ντελεζιανά) που κομίζει: με αυτό, το αδιανόητο εισβάλλει αιφνιδιαστικά στην Ιστορία και την κάνει παγκόσμια σε μια επαναστατική προοπτική.

Η πρώτη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση είναι μία επανάσταση σκλάβων. Αφού η γαλλική δημοκρατία αναγκάστηκε να αναγνωρίσει αυτό το τετελεσμένο γεγονός, η επανάσταση όχι μόνο αντιστάθηκε στα στρατεύματα που απέστειλε στο νησί το 1801 ο Ναπολέων για να αποκαταστήσουν την τάξη και τη δουλεία του Μαύρου Κώδικα[2], αλλά και τα κατανίκησε (προκαλώντας 50.000 νεκρούς –δηλαδή πολύ περισσότερους από τις γαλλικές απώλειες στη μάχη του Βατερλώ), όπως είχε Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Η δημόσια δήλωση συγνώμης του Αδώνιδος Γεωργιάδη προς την εβραϊκή κοινότητα για την αντισημιτική ρητορεία που χρησιμοποίησε στο παρελθόν, είναι το ισχυρότερο πλήγμα που έχει δεχθεί ο διάχυτος ρατσισμός της νεοελληνικής κοινωνίας μετά την ανάδυση του «πατριωτισμού της αλληλεγγύης» (υιοθετώ εδώ τον όρο του Ευθύμιου Παπαταξιάρχη) σε σχέση με την υποδοχή των Σύρων προσφύγων. Και εξίσου όσο και εκείνη, προσφέρεται για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τον νεολληνικό ρατσισμό, αλλά και αντιρατσισμό.

Για το πρώτο: η δήλωση αυτή αποτελεί πλήγμα διότι, πρώτα απ’ όλα, είναι μία αρκετά σπάνια ενέργεια στο πολιτικό τοπίο της Ελλάδας. Δεν μπορώ να θυμηθώ πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας Έλληνας πολιτικός –ή και μη πολιτικός, εδώ που τα λέμε- βγήκε δημόσια και αναθεώρησε μία στάση που είχε ακολουθήσει με ιδιαίτερη επιμονή επί πολλά χρόνια και η οποία ουσιαστικά είχε διαμορφώσει τη φυσιογνωμία του. Ακόμα και το αρκετά μακρινό πλέον mea culpa του Ανδρέα Παπανδρέου, αφορούσε μία στιγμιαία ήσσονος σημασίας απόφαση. Ένας Ανδρέας χωρίς Νταβός, είναι πάντα ο Ανδρέας. Ένας Άδωνις μη αντισημίτης όμως είναι ένας άλλος Άδωνις.

Αυτή η μεταστροφή αποκτά επιπλέον μεγαλύτερη αξία σε μια χώρα όπου η δήλωση μετανοίας, σε όλο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, υπήρξε συνώνυμο του εξευτελισμού και της παραίτησης· ένα «τρόπαιο» που αποτέλεσε επί δεκαετίες επίδικο αντικείμενο της πιο λυσσώδους πολιτικής (αλλά και στρατιωτικής) αντιπαράθεσης και έδωσε αφορμή για τη δημιουργία τερατωδών και μαζικότατων μηχανισμών διοικητικής καταστολής. Η δε πραγματοποίηση τέτοιας δήλωσης βιώθηκε συχνά ως κάτι τρομερά επαίσχυντο και ταπεινωτικό, ένας οιονεί πολιτικός θάνατος.

Σε ένα τέτοιο φόντο, η αυτόβουλη και χωρίς καμία πίεση δημόσια δήλωση αναθεώρησης της προηγούμενης κοσμοθεωρίας αποκτά μεγαλύτερη αξία, το δε ρήγμα και η σύγχυση που προκαλεί στο μέχρι τώρα συμπαγές αντισημιτικό στρατόπεδο είναι αξιοσημείωτη.

Image result for mea culpa

Αυτό τώρα το οποίο προσφέρεται για συμπεράσματα, είναι η τρομερή δυσπιστία και απόρριψη η οποία εκφράστηκε από πολλούς στα κοινωνικά μέσα για τη δήλωση αυτή, και ειδικότερα για την «ειλικρίνειά» της.

Η δυσπιστία αυτή αποτελεί φυσικά έκφραση μίας γενικότερης κρίσης εμπιστοσύνης που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης. Οι άνθρωποι –ασφαλώς για υπαρκτούς και κατανοητούς λόγους- έχουν πλέον πολύ λίγα αποθέματα υπομονής και κατανόησης, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια ο ένας στον άλλο, αλλά με την πρώτη ευκαιρία εκρήγνυνται, ή απλώς παραμένουν κουμπωμένοι και αρνούνται να αφεθούν και να πιστέψουν σε κάτι.

Αυτή είναι η συγκυριακή και «διαθετική» περιγραφή της δυσκολίας. Η πιο μόνιμη και μεθοδολογική της διατύπωση όμως είναι η επίμονα εδραιωμένη, και πριν την κρίση, ουσιοκρατία, και ο ιδεαλισμός με τον οποίο αντιμετωπίζουν όλοι τις πολιτικές αποφάνσεις, παραγνωρίζοντας σκανδαλωδώς τον επιτελεστικό χαρακτήρα τους και εμμένοντας σε έναν δυισμό λόγων και έργων.

Ο ιδεαλισμός αυτός εκδηλώνεται ως μανιώδης διερώτηση περί του «αληθούς περιεχομένου» κάθε δήλωσης, και εν προκειμένω ως διερώτηση περί του αν ο δηλών «έχει πραγματικά μεταμεληθεί» ή το κάνει μόνο «για να κερδίσει ψήφους». Εάν συμβαίνει το δεύτερο, η αυτονόητη συνεπαγωγή είναι ότι πρέπει να κλείσουμε τα αυτιά μας στη δήλωση αυτή, ως άλλοι Οδυσσείς απέναντι στο τραγούδι των Σειρήνων, και να συνεχίσουμε την μοναχική μας πορεία απαράλλαχτη όπως και πριν.

Η προσέγγιση αυτή είναι μία πολιτικά αυτοκτονική ένδειξη αναλφαβητισμού. Τα λόγια –ιδίως οι πολιτικές δηλώσεις- δεν είναι ποτέ χωρίς συνέπειες, όπως έχω γράψει και στο παρελθόν με άλλη αφορμή. Η αποτελεσματικότητα των πολιτικών –και των μη πολιτικών εξάλλου- λεκτικών πράξεων δεν εξαρτάται από την ειλικρίνειά τους. Αυτήν άλλωστε είναι αδύνατο να τη γνωρίσουμε με βεβαιότητα, παρεκτός εάν είμαστε ο ψυχαναλυτής ή ο εξομολογητής του ενδιαφερομένου (μερικές φορές ούτε και τότε). Ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται, ακριβώς, για μία συγνώμη, η οποία είναι ένα από τα πιο τυπικά παραδείγματα επιτελεστικότητας.

Δεν αποκλείεται, πράγματι, τα εσώτερα κίνητρα αυτής της συγκεκριμένης συγνώμης του Γεωργιάδη να είναι η επιθυμία του να κερδίσει ψήφους. Και λοιπόν; Εάν είναι έτσι, τόσο το καλύτερο: νικήσαμε! Αυτό δείχνει ότι ο αντισημιτισμός έχει υποχωρήσει στην κοινωνία· φέρνει πλέον λιγότερες ψήφους απ’ όσες φέρνει η απάρνησή του.
Το αντίθετο θα σήμαινε αριστερή μελαγχολία και συντηρητισμό: όποιος υπήρξε μέχρι τώρα ρατσιστής, θα παραμείνει –και πρέπει να παραμείνει- για πάντα ρατσιστής· δεν θέλουμε να μετασχηματιστεί, γιατί τότε δεν θα μπορούμε να τον καταγγέλλουμε και να αναδεικνυόμαστε εμείς ως οι μόνοι συνεπείς αντιρατσιστές.

Βέβαια, ο χαρακτηρισμός της μελαγχολίας αυτής ως «αριστερής» είναι συζητήσιμος. Διότι υπάρχουν διάφορα άτομα και χώροι τής (εξωκοινοβουλευτικής ιδίως) αριστεράς, οι οποίοι βαρύνονται με αρκετές –για να το πούμε κομψά- ατυχείς διατυπώσεις σχετικές με τους Εβραίους, και οι οποίοι μέχρι στιγμής δεν έκαναν κάποια χειρονομία ανάλογη με του Γεωργιάδη, έστω και ανειλικρινή.

Από την άποψη της αντιρατσιστικής πολιτικής, λοιπόν, η συγνώμη αυτή είναι μία σημαντική επιτυχία, και ένα εξαιρετικό εργαλείο για τη συνέχιση της προσπάθειας. Ακόμη και αν ευσταθεί το σενάριο ότι ο συγκεκριμένος «από μέσα του» παραμένει αντισημίτης, είναι θαυμάσιο νέο ότι παραμένει, ακριβώς, από μέσα του και ντρέπεται να το δηλώσει και απ’ έξω. Δεν κερδίζουμε τίποτα με το να απορρίπτουμε και να λογοκρίνουμε τη δήλωσή του στη βάση της «ασυνέπειάς» της με προηγούμενες δηλώσεις. Αντιθέτως, έχουμε κάθε λόγο να αξιοποιήσουμε αυτή την ένταση και την ασυνέπεια ως εργαλείο για να ξηλώσουμε το πλεκτό· για να κάνουμε και τους υπόλοιπους ρατσιστές να ντρέπονται για το ρατσισμό τους.

 

της Τζούντιθ Μπάτλερ

 

Ας θυμηθούμε ότι τον Ντόναλντ Τραμπ τον ψήφισε λιγότερο από το ένα τέταρτο της αμερικανικής κοινωνίας, και ότι γίνεται πρόεδρος χάρη στο παρωχημένο εκλογικό σύστημα και μόνο. Δεν πρέπει να φανταστούμε ότι έχει κάποια διαδεδομένη λαϊκή υποστήριξη. Υπάρχει διαδεδομένη απογοήτευση με τη συμμετοχική πολιτική, και υπάρχει σοβαρή δυσπιστία και για τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα των ΗΠΑ. Αλλά η Χίλαρι Κλίντον πήρε περισσότερες ψήφους από τον Τραμπ. Έτσι, όταν ρωτάμε τι υποστήριξη έχει ο Τραμπ, ρωτάμε πώς μια μειοψηφία στις Ηνωμένες Πολιτείες κατόρθωσε να φέρει τον Τραμπ στην εξουσία. Μιλάμε για ένα έλλειμμα δημοκρατίας, όχι για μια κοσμοπλημμύρα.

Δική μου αίσθηση είναι ότι ο Τραμπ απελευθέρωσε μια οργή που έχει πολλά αντικείμενα και πολλές αιτίες, και μάλλον θα πρέπει να είμαστε δύσπιστοι απέναντι σε όσους ισχυρίζονται ότι ξέρουν την πραγματική αιτία και το μοναδικό της αντικείμενο. Η οικονομική ερήμωση και η απογοήτευση, η απώλεια της ελπίδας μπροστά σε ένα οικονομικό μέλλον και σε οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς χειρισμούς που αποδεκατίζουν ολόκληρες κοινότητες, είναι σίγουρα σημαντική. Εξίσου σημαντική όμως η αυξανόμενη δημογραφική πολυπλοκότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, και οι μορφές ρατσισμού –παλιές και νέες.

 

Ο Τραμπ ως φασίστας;

Ίσως είναι η στιγμή να διακρίνουμε μεταξύ παλαιών και νέων φασισμών. Βασικό σημείο αναφοράς Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Oι λόγοι γύρω από την τελευταία εκλογική αναμέτρηση στις ΗΠΑ έχουν ήδη αποκτήσει έναν τέτοιο όγκο, που είναι αντικειμενικά αδύνατο να τους παρακολουθήσει κανείς στο σύνολό τους. Πάντως είναι σαφές ότι η δομή τους συγγενεύει με εκείνη των λόγων –και των σιωπών- που πυροδοτούνται από ένα γεγονός τραυματικό: μπορούμε εκεί να βρούμε τα πάντα, και τα αντίθετά τους, χωρίς όμως να έχουμε την αίσθηση ότι το θέμα κλείνει, ότι έχει προκύψει ένα σημαίνον που να το αποδίδει ικανοποιητικά.

Νομίζω ότι τον «κόμβο» που δεν μπορούν να λύσουν όλοι αυτοί οι λόγοι, το βράχο στον οποίο προσκρούουν –αλλά και γύρω από τον οποίο αναγκαστικά περιστρέφονται- τα διαδοχικά κύματα αυτής της πλημμυρίδας, συνιστά η φράση:

«Τη νίκη στον Τραμπ την έδωσε η λευκή εργατική τάξη».

Η διατύπωση αυτή εμφανίστηκε σε άρθρα από το βράδυ των εκλογών –αν όχι και πριν ακόμα τις εκλογές- και προκάλεσε αμέσως σοβαρές ενστάσεις. Ή μάλλον αρνήσεις, όπως συμβαίνει συχνά με Read More

της Christine Delphy

 

Μήπως ο μέινστρημ γαλλικός φεμινισμός είναι ρατσιστικός; Προσωπικά, υπήρξα συνιδρύτρια του περιοδικού Nouvelles Questions Feministes μαζί με τη Σιμόν ντε Μποβουάρ το 1977 και εδώ και καιρό μετέχω στο Mouvement de Libération des Femmes (MLF), αλλά, όλο και περισσότερο, μου είναι σαφές ότι η γαλλική στάση απέναντι στο χιτζάμπ και τις μουσουλμάνες είναι όχι απλώς ακατανόητη, αλλά κατακριτέα.

Το 2004, ψηφίστηκε ο πρώτος ανοιχτά αντι-μουσουλμανικός νόμος που απαγόρευε στις μαθήτριες να φορούν μαντίλα, με βάση την πεποίθηση ότι « θρησκευτικά σημάδια» είναι αντίθετα προς την laïcité –την πολιτική εκκοσμίκευση. Αλλά η ιδεολογική εκστρατεία κατά του Ισλάμ ξεκίνησε πάνω Read More

του Ερίκ Φασσέν

 

Απέναντι στην καταστολή εις βάρος των «Πανεπιστημιακών υπέρ της Ειρήνης» στην Τουρκία, πρέπει να μιλήσουμε όχι μόνο για στήριξη αλλά και για αλληλεγγύη. Στηρίζουμε εκ των έξω –για παράδειγμα, προσκαλώντας Τούρκους συναδέλφους. Αλλά αν είμαστε αλληλέγγυοι, αυτό σημαίνει ότι τα πεπρωμένα μας συνδέονται. Οι απειλές για τη δημοκρατία δεν είναι εξωτερικές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε ξένες προς τη Γαλλία.

 

Όπως όλοι παρόντες σήμερα, ανησυχώ και αγανακτώ για την καταστολή που ασκείται σήμερα στην Τουρκία, εναντίον όχι μόνο συναδέλφων, βέβαια, αλλά και αυτών: η τύχη των ερευνητών και των καθηγητών, ή ακόμη και των δημοσιογράφων και των δικηγόρων, είναι ενδεικτική μιας πολύ ευρύτερης καταστολής –που πλήττει ιδίως, και ακόμη σκληρότερα, τους Κούρδους. Δηλώνω λοιπόν κι εγώ ενεργά συμμετοχή στη δημιουργία αυτής της Διεθνούς Επιτροπής Στήριξης προς τους Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Μετά τη συντριπτική ήττα του στην υπόθεση του «ρατσιστή» Ρίχτερ, ο ελληνικός μακαρθισμός δεν χρειάστηκε ούτε μία μέρα μέχρι να βρει τον επόμενο στόχο της αντεπίθεσής του, την επόμενη περίπτωση προσβολής των ιερών και των οσίων του έθνους: ο βέβηλος αυτή τη φορά ήταν ο τηλεπαρουσιαστής Κωνσταντίνος Μπογδάνος, ο οποίος, σε μια τρίλεπτη παρουσίαση της ζωής τού Διονύσιου Σολωμού με αφορμή κάποια επέτειο, ανέφερε ότι ο ποιητής του εθνικού ύμνου κατά πληροφορίες ήταν εβραϊκής καταγωγής, μασόνος, αλκοολικός και ομοφυλόφιλος. Η αναφορά αυτή του στοίχισε δριμύτατες επιθέσεις από ακροδεξιά σάιτ, καθώς και μία ανακοίνωση του δημάρχου Ζακύνθου η οποία τον κηρύσσει «ανεπιθύμητο πρόσωπο» στη Ζάκυνθο.

Το ότι οι επιθέσεις αυτές πηγάζουν από ό,τι το έθνος έχει μάθει να θεωρεί εθνικό και όχι από το αληθινό, προκύπτει μεταξύ άλλων από το εξής στοιχείο: η αναφορά του Μπογδάνου περιέχει πολλές κραυγαλέες ανακρίβειες και αστοχίες. Π.χ. ήδη από την πρώτη της πρόταση, Read More