Αρχείο

Πολιτική

της Τζένης Οικονομίδη

Είναι γνωστά πράματα αλλά ας τα ξαναπούμε. Ο υφυπουργός Παύλος Πολάκης σχολίασε το προτεταμένο μεσαίο δάχτυλο της κ. Βίκυς Σταμάτη στο fb και απάντησε στην χυδαιότητα της χειρονομίας με την χυδαιότητα του λόγου.

Είμαι πολύ παλιά στο κουρμπέτι για να πω ότι αυτό ήταν ένα γλίστρημα της γλώσσας, ένα παραστράτημα του λόγου, μια υπερβολή του τρόπου του άφοβου υφυπουργού. Ατυχώς, αυτή η ίδια αντρίκεια παλληκαριά που τον χαρακτηρίζει στις επιθέσεις του στα ΜΜΕ ή στις αποφάσεις του ΣΤΕ- επιθέσεις που πολλοί υποστηρίζουμε, μας βρίσκουν σύμφωνους και πολλοί υπερθεματίζουν «πες τα Πολάκη!», «να αγιάσει το στόμα σου!», «μια χαρά τα λέει, είναι λεβέντης!»- αυτή ακριβώς είναι που υπαγορεύει και τις φριχτές γραμμές του

Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Με αφορμή μια επίσκεψη στη Μακρόνησο που διοργανώθηκε από τις εφημερίδες «Αυγή» και «Εποχή» και το περιοδικό «Σπούτνικ», εκδηλώθηκε ακόμη μια φορά μια καμπάνια ηθικής αγανάκτησης και ονειδισμού εκ μέρους όσων πιστεύουν ότι η Μακρόνησος τους ανήκει και ότι μόνο αυτοί επιτρέπεται να την επισκέπτονται –άντε και όσοι τυγχάνουν της εγκρίσεώς τους ως έχοντες τα ενδεδειγμένα κοινωνικά φρονήματα. Μεταξύ αυτών και ο αρθρογράφος Νίκος Μπογιόπουλος, ο οποίος, σε ανάρτησή του στον ιστοχώρο «Ημεροδρόμος», με ύφος ανθρώπου που δεν τρέφει την παραμικρή αμφιβολία για το δίκιο του από ουσιαστική και ηθική άποψη, κατακεραυνώνει την «ξετσιπωσιά των ξετσίπωτων», την «πολιτική αλητεία» και τον … «πολιτικό τσογλανισμό» των επισκεπτών, με σκοπό να «υπερασπιστεί τη Μακρόνησο και τον ύψιστο συμβολισμό της» διότι «Το χώμα της Μακρονήσου ήταν, είναι και θα είναι ανέγγιχτο». Αλλά ούτε καν γι’ αυτό θεωρεί ότι αξίζει να «χαραμίσει πολλές κουβέντες».

Αφού λοιπόν έτσι θεωρεί, πολύ φυσικά το ούτως ή άλλως εξαιρετικά σύντομο κείμενό του δεν περιέχει τίποτε άλλο από παραπομπές στον «κοινό τόπο», σε αυτά που «όλοι Read More

του Πιέρ Σενγκαραβελού

 

Στην κρίση της ισπανικής μοναρχίας, ο Κάρλες Πούτζντεμόν, πρόεδρος της Generalitat της Καταλονίας, δήλωσε αρκετές φορές ότι η περιφέρειά του είναι «αποικία της Ισπανίας», οι δε υποστηρικτές του ενεργοποίησαν μια ρητορική κατοχής. Η κυβέρνηση της Μαδρίτης επέλεξε μια συγκεκριμένη μορφή δικαστικής και αστυνομικής καταστολής με τη σύλληψη πολιτικών ηγετών και το μπλοκάρισμα των τραπεζικών λογαριασμών της περιοχής. Επιπλέον, τα λόγια του Mariano Rajoy την Κυριακή –«Δεν υπήρξε δημοψήφισμα αυτοδιάθεσης»– φέρουν αναπάντεχα τον απόηχο από το «η Αλγερία είναι Γαλλία», μια διατύπωση που χρησιμοποίησε ο Φρανσουά Μιττεράν την 1η Δεκεμβρίου 1954, όταν η πραγματικότητα της αλγερινής κρίσης ήταν πλέον αναμφισβήτητη.

Τα πάντα στο λεξιλόγιο των πρωταγωνιστών φαίνεται να αναφέρονται στη διαδικασία αποαποικιοποίησης των δεκαετιών τού 40 και του 60. Σε τέτοιο βαθμό που στις 11 Read More

της Σιμόνα Λέβι

 

Όταν το 2010 η κεντρική κυβέρνηση απέρριψε το Καταστατικό της Αυτονομίας, παρά το γεγονός ότι υιοθετήθηκε ευρέως σε δημοψήφισμα που η ίδια η κυβέρνηση είχε επιτρέψει, δεν είπα τίποτα γιατί δεν είμαι Καταλανή[1]·

όταν ζήτησαν από το κράτος να ανοίξει διάλογο για την ομοσπονδιοποίηση και τους το αρνήθηκαν, δεν είπα τίποτα επειδή δεν ήμουν Καταλανή·

όταν ζήτησαν να συμφωνήσουν σε ένα νέο δημοψήφισμα και τους είπαν «ούτε να το σκέφτεστε», δεν είπα τίποτα επειδή δεν ήμουν Καταλανή·

όταν τους αρνήθηκαν κάθε ευκαιρία να εισακουστούν, όταν τορπίλλισαν τη δημόσια ασφάλειά τους, τα σχολεία τους, τα νοσοκομεία τους, τους φόρους και τη δημόσια διοίκησή τους, για να τα χρησιμοποιήσουν όλα αυτά ως δικαιολογίες ώστε να συγκαλύψουν τη διαφθορά τους παριστάνοντας τα θύματα, δεν είπα τίποτα γιατί δεν ήμουν Καταλανή· Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Πρόσφατα, από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, κυκλοφόρησε το εξαιρετικό βιβλίο τού Άλμπερτ Ο. Χίρσμαν Η αντιδραστική ρητορική. Αντίστροφο αποτέλεσµα, µαταιότητα, διακινδύνευση. Στο σημείωμα παρουσίασης του βιβλίου, οι εκδότες ισχυρίζονται ότι «αποτελεί έναν μοναδικό –και άκρως απολαυστικό– πιλότο στα θολά νερά του δημόσιου διαλόγου του καιρού μας». Ίσως ούτε κι οι ίδιοι όμως φαντάζονταν πόσο σύντομα, και πόσο πανηγυρικά, επρόκειτο να επιβεβαιωθεί αυτή η εκ πρώτης όψεως τετριμμένη επαινετική φράση.

Στο δημόσιο διάλογο αυτών των ημερών κυριαρχεί μια δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη, η εξής:

Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση. Όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα.

Η δήλωση αυτή αποτελεί την καλύτερη σύνοψη που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς για το βιβλίο· αν την είχε υπόψη του ο Χίρσμαν, σίγουρα θα τη χρησιμοποιούσε ως αρχετυπικό παράδειγμα που συνδυάζει σε μια πρόταση και τις τρεις βασικές γραμμές αντιδραστικής επιχειρηματολογίας τις οποίες αναλύει στις διακόσιες σελίδες του πονήματός του.

Όπως συνοψίζονται στο οπισθόφυλλο, οι τρεις αυτές γραμμές είναι:

1) το επιχείρημα του αντίστροφου αποτελέσματος – κάθε απόπειρα βελτίωσης των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών στην πραγματικότητα προκαλεί το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα·

2) το επιχείρημα της ματαιότητας – καμιά προσπάθεια αλλαγής της κοινωνίας δεν επηρεάζει έστω και ελάχιστα το status quo·

3) το επιχείρημα της διακινδύνευσης – οι νέες μεταρρυθμίσεις πρέπει να αποτρέπονται, γιατί θέτουν σε κίνδυνο σημαντικά επιτεύγματα του παρελθόντος.

Όπως γίνεται αντιληπτό, η δήλωση Μητσοτάκη λέει ακριβώς αυτά, και τίποτε άλλο από αυτά. Το μόνο στοιχείο που κάπως ξεφεύγει είναι η αναχρονιστική ανάσυρση της ανθρώπινης φύσης, μιας έννοιας που γνώρισε δόξες την εποχή των θεωριών κοινωνικού συμβολαίου, δηλαδή το 17ο αιώνα, αλλά έχει εγκαταλειφθεί πλέον εδώ και καιρό στη δυτική –και στην παγκόσμια- σκέψη. Ο Χίρσμαν δεν μιλάει πολύ γι’ αυτή, αλλά μιλάει για άλλες αυθαίρετες υποθέσεις τις οποίες χρησιμοποιούν οι αντιδραστικοί στοχαστές ως συνώνυμο ενός αδήριτου νόμου ή μιας ασυμπίεστης νομοτέλειας η οποία καταδικάζει σε αποτυχία και σε αναποτελεσματικότητα όποιον την αγνοήσει και επιχειρήσει να δράσει ερήμην της –όπως την «θεία πρόνοια» (ντε Μαιστρ) ή διάφορους «νόμους της κοινωνίας» που θεωρούσαν ότι είχαν ανακαλύψει διάφοροι αυτόκλητοι κοινωνικοί επιστήμονες (Παρέτο, Μίχελς, Στίγκλερ κ.λπ.). Ο Μητσοτάκης δεν επικαλείται τίποτε απ’ όλα αυτά, αλλά μας διαβεβαιώνει ότι με κάποια επιφοίτηση έλαβε γνώση της «ανθρώπινης φύσης» και διαπίστωσε ότι αυτή είναι αντίθετη προς την ισότητα, άρα δε γίνεται τίποτε.

 

Το να εντάξουμε τον Μητσοτάκη σε ένα κουτάκι αυτής της γενεαλογίας, είναι κάτι χρήσιμο και διασκεδαστικό ίσως, αλλά είναι αλήθεια ότι δεν μας μαθαίνει κάτι που δεν ξέραμε.

Μια πιο ουσιαστική βοήθεια που θα μπορούσε να μας δώσει το βιβλίο του Χίρσμαν είναι η εξής: ότι μας δείχνει έναν τρόπο να χρησιμοποιήσουμε εμείς τη δύναμη της αντιδραστικής ρητορείας, τον καταιγισμό των λόγων της, εναντίον των σκοπών της και υπέρ των δικών μας.

Σε μία πολύ σημαντική ενότητα ακριβώς στο κέντρο του βιβλίου του, ο Χίρσμαν αναδεικνύει πόσο η εμμονική επανάληψη αυτών των μονολεκτικών αποφάνσεων –«οι εξισωτικές προσπάθειες δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα, ή έχουν αρνητικά αποτελέσματα, καταστρέφουν προηγούμενες κατακτήσεις»- υποτιμά η ίδια τον εαυτό της και τη δραστικότητα που έχει η κριτική της σε υπαρκτές και εν εξελίξει τέτοιες προσπάθειες.

Γιατί η περιγραφή αυτού του ολοένα διευρυνόμενου χάσματος ανάμεσα στους διακηρυγμένους στόχους και στα πραγματικά κοινωνικά αποτελέσματα δεν είναι χωρίς συνέπειες. Καθώς οι ακροατές υιοθετούν αυτή την περιγραφή, γεννιέται μέσα τους ένταση που ενεργοποιεί μια δυναμική η οποία οδηγεί είτε στην αυτοεκπλήρωση είτε στην αυτοακύρωση. Η δυναμική οδηγεί στην αυτοεκπλήρωση όταν ο ισχυρισμός πως οι προτεινόμενες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις είναι μάταιες εξασθενίζει κάθε αντίσταση στην περαιτέρω περιστολή τους ή και στην εγκατάλειψή τους –υπό την έννοια αυτή θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι Μόσκα και Παρέτο συνέβαλαν στην άνοδο του φασισμού στην Ιταλία χλευάζοντας και απαξιώνοντας τους νεοσύστατους δημοκρατικούς θεσμούς της. Και, αντίστροφα, η δυναμική αυτή μπορεί να οδηγεί στην αυτοακύρωση, καθώς η ίδια η ένταση που γεννά το επιχείρημα της ματαιότητας ωθεί τους ανθρώπους σε καινούριες, πιο αποφασιστικές και πιο συγκροτημένες προσπάθειες να επιτύχουν την πραγματική αλλαγή (σ. 102-3· η πρώτη υπογράμμιση του συγγραφέα, η δεύτερη δική μου).

Θα είχε τη χρησιμότητά του να αναρωτηθούμε μήπως ο χλευασμός και η απαξίωση του Μητσοτάκη προς τις εξισωτικές προσπάθειες συμβάλλει στην άνοδο του φασισμού στην Ελλάδα εξίσου όσο και η αντίστοιχη προπολεμική στάση των Μόσκα και Παρέτο. Πιο επείγον, όμως, θα ήταν να σκεφτούμε πώς μπορούμε να δουλέψουμε για αυτή την αυτοακύρωση της αντιδραστικής του ρητορείας, να την μπλοκάρουμε και μάλιστα να την αξιοποιήσουμε σε μια μετασχηματιστική-χειραφετητική κατεύθυνση.

 

Στο συγκεκριμένο σημείο της δήλωσης του Μητσοτάκη, θέμα είναι τα κοινωνικά επιδόματα και η απαίτηση να δοθούν «σε όσους τα έχουν πραγματικά ανάγκη» («το μέρισμα ευημερίας πρέπει να μοιραστεί με όσο το δυνατόν πιο δίκαιο τρόπο … θέλουμε να περάσουμε από μια Ελλάδα των επιδομάτων σε μια Ελλάδα των ευκαιριών. Χρειαζόμαστε μια δίκαιη και αποτελεσματική επιδοματική πολιτική» … κ.ο.κ.).

Σε άλλο σημείο του βιβλίου του, αναφερόμενος στις κριτικές των αντιδραστικών της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής κατά, ακριβώς, των κοινωνικών επιδομάτων, κατά τις οποίες τα επιδόματα αυτά δόθηκαν «άδικα» και κατέληξαν στις τσέπες ανθρώπων που δεν τα δικαιούνταν, (κριτικές που θυμίζουν εντυπωσιακά λόγους περί των «τυφλών της Ζακύνθου» και άλλων ακαμάτηδων και προσοδοθήρων που «απομυζούν τον κοινωνικό πλούτο»), ο Χίρσμαν γράφει τα εξής:

Στην περίπτωση του επιδόματος ανεργίας, το γεγονός ότι επωφελήθηκαν και όσοι δεν ήταν φτωχοί οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε έναν παράπλευρο παράγοντα, την εξαίρεση των επιδομάτων από τον προοδευτικό φόρο εισοδήματος, ο οποίος ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα εξελίξεων που επήλθαν μετά τη θέσπιση του επιδόματος. Στην περίπτωση των προγραμμάτων κατοικίας χαμηλού κόστους, πρέπει πρώτα απ’ όλα να πούμε ότι ακόμα και οι κατοικίες που δεν απευθύνονταν εντέλει στους φτωχούς εκπλήρωσαν έναν υπαρκτό κοινωνικό σκοπό, αφού ανακούφισαν τα πολύ πιεσμένα κατώτερα μεσαία στρώματα των λατινοαμερικανικών πόλεων. Δεύτερον, τα προγράμματα κατασκευής κατοικιών χαμηλού κόστους και η κριτική που ασκήθηκε στα προβληματικά τους σημεία αποτέλεσαν πολύτιμη και διδακτική εμπειρία για τους δημόσιους λειτουργούς και τις υπηρεσίες στέγασης. Τους βοήθησε να συνειδητοποιήσουν τις πραγματικές διαστάσεις της φτώχειας στον αστικό χώρο. (…) επινοήθηκαν άλλοι τρόποι δημόσιας παρέμβασης που είχαν αυξημένες πιθανότητες να φτάσουν στους «φτωχότερους από τους φτωχούς», τους οποίους παρέβλεπαν τα προηγούμενα σχήματα.

Σε μας λοιπόν εναπόκειται να επινοήσουμε άλλους τρόπους δημόσιας παρέμβασης και να κάνουμε την αντιδραστική κριτική του Κυριάκου Μητσοτάκη να μην έχει αυτή κανένα αποτέλεσμα, ή –ακόμα καλύτερα- να έχει το αντίστροφο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει.

Τόσο του Μητσοτάκη όσο και άλλων, σε μερικούς από τους οποίους ίσως αναφερθώ σε μελλοντικό σημείωμα.

images

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Ως ιστορική διαπίστωση, είναι αναμφίβολα αληθές ότι η ανανεωτική αριστερά «διαμορφώθηκε μέσα από τη διπλή αντιπαλότητά της (…) απέναντι στον δογματισμό και στη νοοτροπία του σταλινισμού και απέναντι στον λαϊκισμό, όπως εκδηλωνόταν από τον Ανδρέα Παπανδρέου και τους προσωπολάτρες του», όπως υποστηρίχθηκε πρόσφατα.

Το ερώτημα είναι, σε τι συγκεκριμένα μας βοηθά η διαπίστωση αυτή σήμερα; Μας δίνει κάποια λαβή στη σημερινή συγκυρία, κάποια εργαλεία για να προσανατολιστούμε και να δράσουμε μέσα σε αυτή;

Η απάντηση που δίνω εγώ, είναι: ασφαλώς όχι. Αντιθέτως μάλιστα, χωρίς να το Read More

της Mίσα Μέιφαιρ

 

Χθες, το Express δημοσίευσε μία σέλφι που έβγαλα μαζί με τον Τζέρεμυ Κόρμπυν, κάτω από έναν τίτλο που ρωτούσε: «Ποια είναι η Misha Mayfair;». Για να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση οφείλω να δηλώσω ότι εγώ είμαι η Misha Mayfair· είμαι ηθοποιός ταινιών για ενήλικες· και έχω το ίδιο δικαίωμα να ασχολούμαι με την πολιτική όπως και κάθε άλλος.

Κατά την τυχαία συνάντησή μου με τον Τζέρεμυ Κόρμπυν στο νοσοκομείο Ουίττινγκτον (στην εκλογική του περιφέρεια, το Ίσλινγκτον) τον ευχαρίστησα για μια δήλωση που έκανε το 2016 υπέρ των δικαιωμάτων των εργατών του σεξ, και επίσης του ζήτησα Read More