Αρχείο

μετανάστευση

του Άκη Γαβριηλίδη

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί ανεπτυγμένη μορφή εισήγησης στο συνέδριο με θέμα «Η επικαιρότητα του Σπινόζα» που οργανώθηκε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο αν θυμάμαι καλά την άνοιξη του 2001. Πρώτη δημοσίευση: Αξιολογικά, Ειδικό Τεύχος 2 (2002), σελ. 137-172.

 

Το θέμα της ημερίδας αναφέρεται, ως γνωστόν, στην επικαιρότητα του Σπινόζα.

Η επιλογή του συγκεκριμένου όρου υποθέτω ότι δεν οφείλεται σε κάποιο ιδιαίτερο θεωρητικό λόγο, αλλά μάλλον στην ουδετερότητά του, χάρη στην οποία προσδίδεται ακριβώς η αναγκαία ευρύτητα στο πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούνται να κινηθούν οι εισηγήσεις. (Αν όχι ίσως και σε κάποια έμμεση απολογητική στάση απέναντι στον ασφυκτικά κυρίαρχο εξελικτισμό, με βάση τον οποίο όποιος ασχολείται με έναν φιλόσοφο που έζησε πριν από 350 χρόνια οφείλει να προφυλάσσει εκ των προτέρων την ενασχόλησή του αυτή από την υποψία ότι αφορά κάτι παρωχημένο και να πείθει ότι «μπορεί ακόμα και σήμερα να προσφέρει …»).

Από την πλευρά μου, πάντως, σκέφτηκα να πάρω κατά γράμμα την αναφορά στην επικαιρότητα και να τη θέσω στο επίκεντρο της παρούσας εργασίας.

Ζούμε σε μια εποχή που αποθεώνει την επικαιρότητα, η οποία νοείται κυρίως ως ο «γεωμετρικός τόπος» της δημοσίευσης συγκεκριμένων ειδήσεων –και, δευτερευόντως, γνωμών- σχετικά με πρόσφατα συμβάντα. Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, ο Χέγκελ Read More

του Abdennur Prado

 

Bismil-lâhi ar-Rahmani ar-Rahim

As salamu aleykum

 

Ο όρος «έμφυλη τζιχάντ» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον αγώνα ενάντια στις ανδροκρατικές, ομοφοβικές ή σεξιστικές αναγνώσεις των ιερών κειμένων του Ισλάμ. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα αναπτύχθηκε ένα εκτεταμένο κίνημα υπέρ της υπέρβασης των πατριαρχικών αναγνώσεων, στο οποίο πρωταγωνίστησαν κυρίως γυναίκες που ζητούσαν ίσα δικαιώματα ως πλήρη μέλη της μουσουλμανικής πίστης. Το κίνημα αυτό είναι ενδιαφέρον ότι προέκυψε αυθόρμητα και ταυτόχρονα σε πολλές χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία. Η προέλευσή του τοποθετείται συνήθως στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα στην Αίγυπτο, όταν Αιγύπτιες φεμινίστριες έθεσαν τα Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Στα μέσα της δεκαετίας του 70, ο Γιάννης Μαρκόπουλος είχε βγάλει έναν «κύκλο τραγουδιών» όπως λέγανε τότε, με τίτλο «Μετανάστες» και σε στίχους του Γιώργου Σκούρτη. Ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του δίσκου ξεκινούσε με τους εξής στίχους:

Εδώ στην ξένη χώρα,
αχ, τι στεναχώρια!
Τι θα φάω, τι θα πιω,
τι θα στείλω στο χωριό …
Κι οι γυναίκες είναι χύμα,
καίγομαι σαν τις κοιτώ.
Δεν με θέλουν κι είναι κρίμα.

Ακόμα παλιότερα από τότε που γράφτηκαν (ή πάντως που δισκογραφήθηκαν) οι «Μετανάστες», ο Μίκης Θεοδωράκης είχε γράψει τα «Γράμματα από τη Γερμανία», σε στίχους του Φώντα Λάδη. Εκεί, υπάρχει επίσης ένα τραγούδι όπου ο γκασταρμπάιτερ θεματοποιείται όχι ως οικονομικό, κοινωνικό ή πολιτικό, αλλά ως σεξουαλικό υποκείμενο. Και εδώ πρόκειται για τον άντρα μετανάστη, Read More

της Αμάντα Τάουμπ

 

Υπάρχει κάτι εγγενώς παράλογο με τις λεγόμενες απαγορεύσεις τού μπουρκίνι που ξεφυτρώνουν στις ακτές της Γαλλίας. Η προφανής αντίφαση –θεσπίζουμε κανόνες για το τι μπορούν να φοράνε οι γυναίκες με την αιτιολογία ότι δεν πρέπει να επιβάλλουμε στις γυναίκες τι θα φοράνε- δείχνει ότι κάτι βαθύτερο πρέπει να συμβαίνει.

Όταν ο Βαλς δηλώνει ότι η σπάνια αυτή περιβολή αποτελεί μέρος της «υποδούλωσης των γυναικών», το πραγματικό ζήτημα δεν είναι βέβαια τα μαγιό. Για τους κοινωνικούς επιστήμονες, δεν είναι πρωτίστως ούτε η προστασία των μουσουλμάνων γυναικών από την πατριαρχία. Είναι η προστασία της μη μουσουλμανικής πλειοψηφίας των κατοίκων της Γαλλίας από έναν κόσμο που αλλάζει: μια κατάσταση που απαιτεί απ’ αυτούς να διευρύνουν την αίσθηση της ταυτότητάς τους, τη στιγμή που πολλοί θα προτιμούσαν να την διατηρήσουν όπως ήταν.

«Δηλώσεις αυτού του είδους είναι ένας τρόπος να αστυνομεύσουμε τι είναι γαλλικό και τι όχι», λέει ο Terrence G. Peterson, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, που μελετά τη σχέση της Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Για το γνωστό πλέον σκίτσο τού Charlie Hebdo, οι τοποθετήσεις που έχουν κατατεθεί στον ελληνικό ιδίως κυβερνοχώρο είναι κυρίως δύο:

α) το σκίτσο είναι ρατσιστικό.

β) Το σκίτσο είναι αντιρατσιστικό, διότι ναι μεν παρουσιάζει ρατσιστικές απόψεις αλλά αυτό το κάνει για να τις ανατρέψει και για να καταγγείλει την υποκρισία της Δύσης.

Και οι δύο τοποθετήσεις μοιράζονται το ίδιο αξιακό σύστημα για το ρόλο της τέχνης του λόγου ή/ και της εικόνας και των χειριστών της: η τέχνη οφείλει να αποκαλύπτει και να καταγγέλλει φαινόμενα καταπίεσης και ανελευθερίας. Εξάλλου, αυτό λέγεται ρητά από τους υποστηρικτές της πρώτης άποψης: αν η γελοιογραφία πράγματι «αποκάλυπτε» το ρατσισμό, δεν θα υπήρχε πρόβλημα[1]. Η διαφωνία δεν αφορά τους γενικούς κανόνες, αλλά μόνο την υπαγωγή της ατομικής περίπτωσης σε αυτούς.

Το κοινό αυτό αξιακό σύστημα είναι ο διαφωτισμός. Η πεποίθηση δηλαδή ότι η ιστορία είναι μία Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Όσοι βρισκόμαστε εδώ*, φαντάζομαι ότι έχουμε απαντημένο αν πρέπει ή όχι να συμπαρασταθούμε στους πρόσφυγες και να τους βοηθήσουμε να περάσουν από την Ελλάδα προς τα εκεί που οι ίδιοι θέλουν. Δεν χρειάζεται λοιπόν να σπαταλήσουμε χρόνο συζητώντας το ερώτημα αυτό.

Κάτι που θα ήταν ωστόσο χρήσιμο, είναι να αναρωτηθούμε: γιατί θεωρούμε ότι πρέπει να το κάνουμε αυτό; πώς αιτιολογούμε, στον εαυτό μας ή/ και σε άλλους, αυτό το καθήκον;

Θα μπορούσαμε να φανταστούμε διάφορες εναλλακτικές ή συμπληρωματικές αιτιολογήσεις:

Α) Η ταξική αλληλεγγύη. Συμπαραστεκόμαστε στους πρόσφυγες επειδή είμαστε Read More

 του Μπλέρι Λλέσι

Ο πρώτος πρόσφυγας που γνώρισα ήταν ο ξάδερφός μου. Στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα, αμέσως μετά την πτώση του κομμουνισμού, ο ξάδερφός μου ήταν ένας από τους χιλιάδες Αλβανούς που εγκατέλειψαν τη χώρα προς την Ελλάδα ή την Ιταλία. Όποιος είχε λίγα χρήματα πήγαινε στην Ιταλία. Όσοι δεν είχαν χρήματα, δοκίμαζαν την τύχη τους στην Ελλάδα, με τα πόδια μέσα απ’ τα βουνά. Τέσσερις φορές ξεκίνησε ο ξάδερφός μου. Τρεις φορές τον έπιασαν και τον έστειλαν πίσω. Την τέταρτη φορά τα κατάφερε, και ακόμα σήμερα ζει στην Ελλάδα

Οικονομικός πρόσφυγας

Ο ξάδελφος μου ζούσε ψηλά στα βουνά και γνώρισε πολλή φτώχεια. Ήθελε να βοηθήσει την οικογένειά του και επιθυμούσε μια διαφορετική ζωή για τον ίδιο. Ήταν ένας οικονομικός πρόσφυγας.

Τα καλοκαίρια που έμενα στο θείο μου, πηγαίναμε με τα άλλα αγόρια από το χωριό να παίξουμε ποδόσφαιρο με μια μπάλα που την είχε φτιάξει μια μητέρα από σκισμένα ρούχα. Σε όλο το χωριό δεν υπήρχε κανείς που να μπορεί να αγοράσει μια μπάλα. Ήταν είδος πολυτελείας. Θυμάμαι πως κοιμόμασταν τέσσερα παιδιά μαζί σε ένα στρώμα, κι αυτό παραγεμισμένο με παλιά ρούχα.

Ο ξάδερφός μου ήταν δουλευταράς. Αλλά όσο σκληρά και να δούλευε, η οικογένειά του έμενε στη φτώχεια. Γι’ αυτό, στα δεκατέσσερά του αποφάσισε να φύγει. Σαν παιδί, αυτό δεν μπορούσα να το καταλάβω. Ήταν ο μόνος γιος του θείου μου και ο μόνος ξάδερφος που είχα από την πλευρά του πατέρα μου. Είχα μεγαλώσει μαζί του. Πώς ήταν δυνατό να μας αφήσει; Κάθε φορά που επέστρεφε, διηγόταν ιστορίες για το πώς του φέρονταν ορισμένοι Έλληνες. «Χειρότερα κι από ζώα», έλεγε πάντα. «Μην πας πίσω», του έλεγα εγώ. «Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Σκοτωνόμαστε στη δουλειά και δε Read More