Archive

μετανάστευση

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Στα μέσα της δεκαετίας του 70, ο Γιάννης Μαρκόπουλος είχε βγάλει έναν «κύκλο τραγουδιών» όπως λέγανε τότε, με τίτλο «Μετανάστες» και σε στίχους του Γιώργου Σκούρτη. Ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του δίσκου ξεκινούσε με τους εξής στίχους:

Εδώ στην ξένη χώρα,
αχ, τι στεναχώρια!
Τι θα φάω, τι θα πιω,
τι θα στείλω στο χωριό …
Κι οι γυναίκες είναι χύμα,
καίγομαι σαν τις κοιτώ.
Δεν με θέλουν κι είναι κρίμα.

Ακόμα παλιότερα από τότε που γράφτηκαν (ή πάντως που δισκογραφήθηκαν) οι «Μετανάστες», ο Μίκης Θεοδωράκης είχε γράψει τα «Γράμματα από τη Γερμανία», σε στίχους του Φώντα Λάδη. Εκεί, υπάρχει επίσης ένα τραγούδι όπου ο γκασταρμπάιτερ θεματοποιείται όχι ως οικονομικό, κοινωνικό ή πολιτικό, αλλά ως σεξουαλικό υποκείμενο. Και εδώ πρόκειται για τον άντρα μετανάστη, Read More

της Αμάντα Τάουμπ

 

Υπάρχει κάτι εγγενώς παράλογο με τις λεγόμενες απαγορεύσεις τού μπουρκίνι που ξεφυτρώνουν στις ακτές της Γαλλίας. Η προφανής αντίφαση –θεσπίζουμε κανόνες για το τι μπορούν να φοράνε οι γυναίκες με την αιτιολογία ότι δεν πρέπει να επιβάλλουμε στις γυναίκες τι θα φοράνε- δείχνει ότι κάτι βαθύτερο πρέπει να συμβαίνει.

Όταν ο Βαλς δηλώνει ότι η σπάνια αυτή περιβολή αποτελεί μέρος της «υποδούλωσης των γυναικών», το πραγματικό ζήτημα δεν είναι βέβαια τα μαγιό. Για τους κοινωνικούς επιστήμονες, δεν είναι πρωτίστως ούτε η προστασία των μουσουλμάνων γυναικών από την πατριαρχία. Είναι η προστασία της μη μουσουλμανικής πλειοψηφίας των κατοίκων της Γαλλίας από έναν κόσμο που αλλάζει: μια κατάσταση που απαιτεί απ’ αυτούς να διευρύνουν την αίσθηση της ταυτότητάς τους, τη στιγμή που πολλοί θα προτιμούσαν να την διατηρήσουν όπως ήταν.

«Δηλώσεις αυτού του είδους είναι ένας τρόπος να αστυνομεύσουμε τι είναι γαλλικό και τι όχι», λέει ο Terrence G. Peterson, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, που μελετά τη σχέση της Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Για το γνωστό πλέον σκίτσο τού Charlie Hebdo, οι τοποθετήσεις που έχουν κατατεθεί στον ελληνικό ιδίως κυβερνοχώρο είναι κυρίως δύο:

α) το σκίτσο είναι ρατσιστικό.

β) Το σκίτσο είναι αντιρατσιστικό, διότι ναι μεν παρουσιάζει ρατσιστικές απόψεις αλλά αυτό το κάνει για να τις ανατρέψει και για να καταγγείλει την υποκρισία της Δύσης.

Και οι δύο τοποθετήσεις μοιράζονται το ίδιο αξιακό σύστημα για το ρόλο της τέχνης του λόγου ή/ και της εικόνας και των χειριστών της: η τέχνη οφείλει να αποκαλύπτει και να καταγγέλλει φαινόμενα καταπίεσης και ανελευθερίας. Εξάλλου, αυτό λέγεται ρητά από τους υποστηρικτές της πρώτης άποψης: αν η γελοιογραφία πράγματι «αποκάλυπτε» το ρατσισμό, δεν θα υπήρχε πρόβλημα[1]. Η διαφωνία δεν αφορά τους γενικούς κανόνες, αλλά μόνο την υπαγωγή της ατομικής περίπτωσης σε αυτούς.

Το κοινό αυτό αξιακό σύστημα είναι ο διαφωτισμός. Η πεποίθηση δηλαδή ότι η ιστορία είναι μία Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Όσοι βρισκόμαστε εδώ*, φαντάζομαι ότι έχουμε απαντημένο αν πρέπει ή όχι να συμπαρασταθούμε στους πρόσφυγες και να τους βοηθήσουμε να περάσουν από την Ελλάδα προς τα εκεί που οι ίδιοι θέλουν. Δεν χρειάζεται λοιπόν να σπαταλήσουμε χρόνο συζητώντας το ερώτημα αυτό.

Κάτι που θα ήταν ωστόσο χρήσιμο, είναι να αναρωτηθούμε: γιατί θεωρούμε ότι πρέπει να το κάνουμε αυτό; πώς αιτιολογούμε, στον εαυτό μας ή/ και σε άλλους, αυτό το καθήκον;

Θα μπορούσαμε να φανταστούμε διάφορες εναλλακτικές ή συμπληρωματικές αιτιολογήσεις:

Α) Η ταξική αλληλεγγύη. Συμπαραστεκόμαστε στους πρόσφυγες επειδή είμαστε Read More

 του Μπλέρι Λλέσι

Ο πρώτος πρόσφυγας που γνώρισα ήταν ο ξάδερφός μου. Στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα, αμέσως μετά την πτώση του κομμουνισμού, ο ξάδερφός μου ήταν ένας από τους χιλιάδες Αλβανούς που εγκατέλειψαν τη χώρα προς την Ελλάδα ή την Ιταλία. Όποιος είχε λίγα χρήματα πήγαινε στην Ιταλία. Όσοι δεν είχαν χρήματα, δοκίμαζαν την τύχη τους στην Ελλάδα, με τα πόδια μέσα απ’ τα βουνά. Τέσσερις φορές ξεκίνησε ο ξάδερφός μου. Τρεις φορές τον έπιασαν και τον έστειλαν πίσω. Την τέταρτη φορά τα κατάφερε, και ακόμα σήμερα ζει στην Ελλάδα

Οικονομικός πρόσφυγας

Ο ξάδελφος μου ζούσε ψηλά στα βουνά και γνώρισε πολλή φτώχεια. Ήθελε να βοηθήσει την οικογένειά του και επιθυμούσε μια διαφορετική ζωή για τον ίδιο. Ήταν ένας οικονομικός πρόσφυγας.

Τα καλοκαίρια που έμενα στο θείο μου, πηγαίναμε με τα άλλα αγόρια από το χωριό να παίξουμε ποδόσφαιρο με μια μπάλα που την είχε φτιάξει μια μητέρα από σκισμένα ρούχα. Σε όλο το χωριό δεν υπήρχε κανείς που να μπορεί να αγοράσει μια μπάλα. Ήταν είδος πολυτελείας. Θυμάμαι πως κοιμόμασταν τέσσερα παιδιά μαζί σε ένα στρώμα, κι αυτό παραγεμισμένο με παλιά ρούχα.

Ο ξάδερφός μου ήταν δουλευταράς. Αλλά όσο σκληρά και να δούλευε, η οικογένειά του έμενε στη φτώχεια. Γι’ αυτό, στα δεκατέσσερά του αποφάσισε να φύγει. Σαν παιδί, αυτό δεν μπορούσα να το καταλάβω. Ήταν ο μόνος γιος του θείου μου και ο μόνος ξάδερφος που είχα από την πλευρά του πατέρα μου. Είχα μεγαλώσει μαζί του. Πώς ήταν δυνατό να μας αφήσει; Κάθε φορά που επέστρεφε, διηγόταν ιστορίες για το πώς του φέρονταν ορισμένοι Έλληνες. «Χειρότερα κι από ζώα», έλεγε πάντα. «Μην πας πίσω», του έλεγα εγώ. «Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Σκοτωνόμαστε στη δουλειά και δε Read More

των Μπρίτζετ Άντερσον – Ρούτβιτσα Aντριάσεβιτς

 Η εστίαση στα δεινά του τράφικινγκ είναι ένας τρόπος απο-πολιτικοποίησης της συζήτησης για τη μετανάστευση

 

Το τράφικινγκ είναι στις ειδήσεις. Είναι στην πολιτική ατζέντα, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Χιλιάδες άτομα, εκατοντάδες ομάδες, δεκάδες εφημερίδες είναι αποφασισμένες να το εξαλείψουν. Αυτή η επικέντρωση στο τράφικινγκ σταθερά αντικατοπτρίζει και ενισχύει τη βαθιά ανησυχία του κοινού σχετικά με την πορνεία /τη σεξουαλική εργασία, αλλά και με τη μετανάστευση, και την κακομεταχείριση και εκμετάλλευση που αυτή τόσο συχνά συνεπάγεται. Έτσι, το να αμφισβητήσει κανείς την έκφραση, ή κάποια από τα μέτρα που λαμβάνονται ως αντίδραση σε αυτή την ανησυχία, είναι σαν να λέει ότι υποστηρίζει τη δουλεία ή ότι είναι εναντίον της μητρότητας και της μηλόπιτας.

Το τράφικινγκ είναι ένα ζήτημα που υποτίθεται ότι όλους μάς ενώνει. Εμείς όμως πιστεύουμε ότι είναι απαραίτητο να πατήσουμε τη γραμμή και να αμφισβητήσουμε τη μητρότητα και τη μηλόπιτα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποστηρίζουμε τη δουλεία. Και αυτό διότι ο ηθικός πανικός γύρω από το τράφικινγκ εκτρέπει την προσοχή από τα δομικά αίτια της κακομεταχείρισης των μεταναστών εργαζομένων. Οι ανησυχίες επικεντρώνονται στους κακούς εγκληματίες και όχι σε πιο συστηματικούς παράγοντες. Έτσι, αγνοούμε την παρέμβαση του κράτους στη μετανάστευση και την απασχόληση, η οποία Read More

 του Άκη Γαβριηλίδη

στα πλοία όποιος πιάνεται

κι οι φίλοι τον χτυπάνε,

λέει το δίστιχο του Πυθαγόρα στο γνωστό τραγούδι «Η Σμύρνη» από το δίσκο Μικρά Ασία, μεταφέροντας τη γνωστή μαρτυρία των προσφύγων τού 1922 που προσπαθούσαν να γλιτώσουν από το φονικό καταφεύγοντας στα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά πλοία, κατά την οποία οι ναύτες των πλοίων αυτών δεν τους το επέτρεπαν και τους ξαναπετούσαν με τη βία στη θάλασσα. (Πρόκειται για το ίδιο τραγούδι στο οποίο ο Γιώργος Νταλάρας αναφωνεί με παράπονο στο ρεφραίν: Ρωμιοσύνη, ρωμιοσύνη/ δεν θα ησυχάσεις πια). Η τραυματική αυτή μαρτυρία έχει αποτυπωθεί έκτοτε στη συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας και συχνά αναφέρεται –δικαίως- ως δείγμα απαράδεκτης αναλγησίας. Και σχεδόν εξίσου συχνά ως ακόμη μία απόδειξη ότι ο ελληνισμός πάντοτε προδίδεται από τους ισχυρούς συμμάχους του της Δυτικής Ευρώπης που θα έπρεπε να τον στηρίζουν απέναντι στους βάρβαρους Ασιάτες.

Την εβδομάδα που πέρασε, η σκηνή αυτή επαναλήφθηκε αυτούσια ακόμα μια φορά στα νερά του Αιγαίου. Όπως κατήγγειλαν και πάλι οι επιζώντες, ναύτες πολεμικού σκάφους εμπόδισαν Read More