Archive

Επιτελεστικότητα

του Άκη Γαβριηλίδη

Η πρόσφατη άσκηση δίωξης εναντίον της πεζογράφου και αρθρογράφου Σώτης Τριανταφύλλου με βάση τον αντιρατσιστικό νόμο, προκάλεσε αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις από πολλές πλευρές.

Πέρα από διαφορές ύφους και έντασης, το κύριο αντεπιχείρημα ήταν ότι δεν πρέπει να διώκονται οι λόγοι, αλλά μόνο οι πράξεις, διότι κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε καταχρήσεις, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν, και ότι οι τυχόν διαφορές απόψεων πρέπει να επιλύονται με δημόσιο διάλογο και επιχειρήματα, όχι στα δικαστήρια.

Η επιχειρηματολογία αυτή είναι αναμφίβολα σοβαρή και βάσιμη. Ωστόσο, στο παρόν σημείωμα θα ήθελα να εξετάσω μήπως οι φόβοι που γεννιούνται από ιστορικά προηγούμενα καμιά φορά μας τυφλώνουν μπροστά σε τωρινές απειλές. Στο κάτω κάτω, ζούμε σε μια Read More

 

του Άκη Γαβριηλίδη

Προ ημερών που ήμουν στην Κύπρο, έτυχε να ακούσω έναν φίλο και σύντροφο να αφηγείται ότι μόλις είχε γυρίσει από την Αθήνα όπου μεταξύ άλλων παρακολούθησε «κάποιες εκδηλώσεις της Documenta». Όταν ρωτήθηκε ποιες συγκεκριμένα, απαρίθμησε έξι-εφτά, μεταξύ των οποίων και μία που γινόταν «σε ένα κτίριο κοντά στην Ομόνοια». Μετά από μία-δυο διευκρινιστικές ερωτήσεις, προέκυψε ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για την εκδήλωση «Ανάσταση με τα Δοκούμενα», την οποία ο νεαρός επισκέπτης έκανε το λάθος να θεωρήσει τμήμα της διεθνούς καλλιτεχνικής έκθεσης.

Είναι όμως τόσο σίγουρο ότι έκανε λάθος; Και ποιο ακριβώς ήταν αυτό το λάθος;

Τι είναι αυτό που ξεχωρίζει μία δραστηριότητα που εντάσσεται στο πλαίσιο της Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Η δημόσια δήλωση συγνώμης του Αδώνιδος Γεωργιάδη προς την εβραϊκή κοινότητα για την αντισημιτική ρητορεία που χρησιμοποίησε στο παρελθόν, είναι το ισχυρότερο πλήγμα που έχει δεχθεί ο διάχυτος ρατσισμός της νεοελληνικής κοινωνίας μετά την ανάδυση του «πατριωτισμού της αλληλεγγύης» (υιοθετώ εδώ τον όρο του Ευθύμιου Παπαταξιάρχη) σε σχέση με την υποδοχή των Σύρων προσφύγων. Και εξίσου όσο και εκείνη, προσφέρεται για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τον νεολληνικό ρατσισμό, αλλά και αντιρατσισμό.

Για το πρώτο: η δήλωση αυτή αποτελεί πλήγμα διότι, πρώτα απ’ όλα, είναι μία αρκετά σπάνια ενέργεια στο πολιτικό τοπίο της Ελλάδας. Δεν μπορώ να θυμηθώ πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας Έλληνας πολιτικός –ή και μη πολιτικός, εδώ που τα λέμε- βγήκε δημόσια και αναθεώρησε μία στάση που είχε ακολουθήσει με ιδιαίτερη επιμονή επί πολλά χρόνια και η οποία ουσιαστικά είχε διαμορφώσει τη φυσιογνωμία του. Ακόμα και το αρκετά μακρινό πλέον mea culpa του Ανδρέα Παπανδρέου, αφορούσε μία στιγμιαία ήσσονος σημασίας απόφαση. Ένας Ανδρέας χωρίς Νταβός, είναι πάντα ο Ανδρέας. Ένας Άδωνις μη αντισημίτης όμως είναι ένας άλλος Άδωνις.

Αυτή η μεταστροφή αποκτά επιπλέον μεγαλύτερη αξία σε μια χώρα όπου η δήλωση μετανοίας, σε όλο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, υπήρξε συνώνυμο του εξευτελισμού και της παραίτησης· ένα «τρόπαιο» που αποτέλεσε επί δεκαετίες επίδικο αντικείμενο της πιο λυσσώδους πολιτικής (αλλά και στρατιωτικής) αντιπαράθεσης και έδωσε αφορμή για τη δημιουργία τερατωδών και μαζικότατων μηχανισμών διοικητικής καταστολής. Η δε πραγματοποίηση τέτοιας δήλωσης βιώθηκε συχνά ως κάτι τρομερά επαίσχυντο και ταπεινωτικό, ένας οιονεί πολιτικός θάνατος.

Σε ένα τέτοιο φόντο, η αυτόβουλη και χωρίς καμία πίεση δημόσια δήλωση αναθεώρησης της προηγούμενης κοσμοθεωρίας αποκτά μεγαλύτερη αξία, το δε ρήγμα και η σύγχυση που προκαλεί στο μέχρι τώρα συμπαγές αντισημιτικό στρατόπεδο είναι αξιοσημείωτη.

Image result for mea culpa

Αυτό τώρα το οποίο προσφέρεται για συμπεράσματα, είναι η τρομερή δυσπιστία και απόρριψη η οποία εκφράστηκε από πολλούς στα κοινωνικά μέσα για τη δήλωση αυτή, και ειδικότερα για την «ειλικρίνειά» της.

Η δυσπιστία αυτή αποτελεί φυσικά έκφραση μίας γενικότερης κρίσης εμπιστοσύνης που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης. Οι άνθρωποι –ασφαλώς για υπαρκτούς και κατανοητούς λόγους- έχουν πλέον πολύ λίγα αποθέματα υπομονής και κατανόησης, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια ο ένας στον άλλο, αλλά με την πρώτη ευκαιρία εκρήγνυνται, ή απλώς παραμένουν κουμπωμένοι και αρνούνται να αφεθούν και να πιστέψουν σε κάτι.

Αυτή είναι η συγκυριακή και «διαθετική» περιγραφή της δυσκολίας. Η πιο μόνιμη και μεθοδολογική της διατύπωση όμως είναι η επίμονα εδραιωμένη, και πριν την κρίση, ουσιοκρατία, και ο ιδεαλισμός με τον οποίο αντιμετωπίζουν όλοι τις πολιτικές αποφάνσεις, παραγνωρίζοντας σκανδαλωδώς τον επιτελεστικό χαρακτήρα τους και εμμένοντας σε έναν δυισμό λόγων και έργων.

Ο ιδεαλισμός αυτός εκδηλώνεται ως μανιώδης διερώτηση περί του «αληθούς περιεχομένου» κάθε δήλωσης, και εν προκειμένω ως διερώτηση περί του αν ο δηλών «έχει πραγματικά μεταμεληθεί» ή το κάνει μόνο «για να κερδίσει ψήφους». Εάν συμβαίνει το δεύτερο, η αυτονόητη συνεπαγωγή είναι ότι πρέπει να κλείσουμε τα αυτιά μας στη δήλωση αυτή, ως άλλοι Οδυσσείς απέναντι στο τραγούδι των Σειρήνων, και να συνεχίσουμε την μοναχική μας πορεία απαράλλαχτη όπως και πριν.

Η προσέγγιση αυτή είναι μία πολιτικά αυτοκτονική ένδειξη αναλφαβητισμού. Τα λόγια –ιδίως οι πολιτικές δηλώσεις- δεν είναι ποτέ χωρίς συνέπειες, όπως έχω γράψει και στο παρελθόν με άλλη αφορμή. Η αποτελεσματικότητα των πολιτικών –και των μη πολιτικών εξάλλου- λεκτικών πράξεων δεν εξαρτάται από την ειλικρίνειά τους. Αυτήν άλλωστε είναι αδύνατο να τη γνωρίσουμε με βεβαιότητα, παρεκτός εάν είμαστε ο ψυχαναλυτής ή ο εξομολογητής του ενδιαφερομένου (μερικές φορές ούτε και τότε). Ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται, ακριβώς, για μία συγνώμη, η οποία είναι ένα από τα πιο τυπικά παραδείγματα επιτελεστικότητας.

Δεν αποκλείεται, πράγματι, τα εσώτερα κίνητρα αυτής της συγκεκριμένης συγνώμης του Γεωργιάδη να είναι η επιθυμία του να κερδίσει ψήφους. Και λοιπόν; Εάν είναι έτσι, τόσο το καλύτερο: νικήσαμε! Αυτό δείχνει ότι ο αντισημιτισμός έχει υποχωρήσει στην κοινωνία· φέρνει πλέον λιγότερες ψήφους απ’ όσες φέρνει η απάρνησή του.
Το αντίθετο θα σήμαινε αριστερή μελαγχολία και συντηρητισμό: όποιος υπήρξε μέχρι τώρα ρατσιστής, θα παραμείνει –και πρέπει να παραμείνει- για πάντα ρατσιστής· δεν θέλουμε να μετασχηματιστεί, γιατί τότε δεν θα μπορούμε να τον καταγγέλλουμε και να αναδεικνυόμαστε εμείς ως οι μόνοι συνεπείς αντιρατσιστές.

Βέβαια, ο χαρακτηρισμός της μελαγχολίας αυτής ως «αριστερής» είναι συζητήσιμος. Διότι υπάρχουν διάφορα άτομα και χώροι τής (εξωκοινοβουλευτικής ιδίως) αριστεράς, οι οποίοι βαρύνονται με αρκετές –για να το πούμε κομψά- ατυχείς διατυπώσεις σχετικές με τους Εβραίους, και οι οποίοι μέχρι στιγμής δεν έκαναν κάποια χειρονομία ανάλογη με του Γεωργιάδη, έστω και ανειλικρινή.

Από την άποψη της αντιρατσιστικής πολιτικής, λοιπόν, η συγνώμη αυτή είναι μία σημαντική επιτυχία, και ένα εξαιρετικό εργαλείο για τη συνέχιση της προσπάθειας. Ακόμη και αν ευσταθεί το σενάριο ότι ο συγκεκριμένος «από μέσα του» παραμένει αντισημίτης, είναι θαυμάσιο νέο ότι παραμένει, ακριβώς, από μέσα του και ντρέπεται να το δηλώσει και απ’ έξω. Δεν κερδίζουμε τίποτα με το να απορρίπτουμε και να λογοκρίνουμε τη δήλωσή του στη βάση της «ασυνέπειάς» της με προηγούμενες δηλώσεις. Αντιθέτως, έχουμε κάθε λόγο να αξιοποιήσουμε αυτή την ένταση και την ασυνέπεια ως εργαλείο για να ξηλώσουμε το πλεκτό· για να κάνουμε και τους υπόλοιπους ρατσιστές να ντρέπονται για το ρατσισμό τους.

 

του Άκη Γαβριηλίδη

 Στη (νότια) Λευκωσία τελέστηκε προχθές το οκταετές μνημόσυνο του πρώην προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου. Το μνημόσυνο αυτό περιλάμβανε «επιμνημόσυνο λόγο» με ομιλητή τον αναπληρωτή καθηγητή διεθνών σπουδών Άγγελο Συρίγο. Στο λόγο αυτό, όπως δημοσιεύθηκε ηλεκτρονικά, περιλαμβανόταν και η εξής αποστροφή.

Ας υποθέσουμε, όμως, ότι η Τουρκία αποφασίζει να προβεί σε ενσωμάτωση [της βόρειας Κύπρου]. Θα είναι αναμφισβήτητα μία θλιβερή εξέλιξη που απλώς θα επιβεβαιώνει και τυπικά την πραγματικότητα που βιώνουμε στο νησί από το 1974. Βαυκαλιζόμαστε μήπως ότι συνομιλούμε τους Τουρκοκυπρίους; Μήπως οι Τουρκοκύπριοι κατέχουν την Κύπρο; Η Τουρκία την κατέχει και αυτός είναι ο πραγματικός συνομιλητής της ελληνοκυπριακής πλευράς.

Σύμφωνα με το βιογραφικό του, ο κ. Συρίγος διδάσκει σε πανεπιστήμιο της Αθήνας, όπου και σπούδασε, και κατά τεκμήριο είναι ελληνικής υπηκοότητας και καταγωγής (κάτι τέτοιο δεν λέγεται ρητά, αλλά η μη αναφορά δείχνει ακριβώς ότι μάλλον δεν είναι Κύπριος). Εξάλλου, στο παρελθόν –μέχρι το 2015- έχει υπηρετήσει το ελληνικό κράτος από διάφορες δημόσιες θέσεις.

Με βάση τα παραπάνω, η αποστροφή αυτή του λόγου του είναι ένα πραγματικά απίθανο γλωσσικό μνημείο επιτελεστικής αντίφασης, την οποία ο ομιλητής δεν συνειδητοποιεί καν –ή ίσως δεν Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, στο εκπαιδευτικό του σύστημα διδάσκεται συστηματικά ένα μάθημα που αποκαλείται «αρχαία ελληνική γλώσσα». Η διδασκαλία αυτή εμφανίζεται υπό το μανδύα της απόλυτης γνησιότητας, και μάλιστα αναδεικνύεται η ίδια ως μέτρο και ως η βασιλική οδός πρόσβασης προς τη γνησιότητα ως τέτοια: απόλυτη προϋπόθεση της λειτουργίας της είναι η πεποίθηση ότι αναπαριστά το πράγμα το ίδιο, (έστω και αν αυτό το «πράγμα» είναι μία γλώσσα), χωρίς μεσολαβήσεις, ότι ξαναφέρνει μπροστά στα μάτια και τα αυτιά των μαθητών, και κάθε άλλου αποδέκτη, τη γλώσσα των αρχαίων ως είχε τότε.

Έτσι διατυπωμένος, ο στόχος της πρακτικής αυτής δείχνει ήδη τη θεατρική και ταυτόχρονα τη θρησκευτική/ φαντασματική διάστασή του: πρόκειται για μία (ανα)παράσταση, μία επιτέλεση, και Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Το να συνθέτεις ένα ποίημα την ημέρα του θανάτου κάποιου προσώπου και να το απαγγέλλεις στη νεκρώσιμη ακολουθία του ως επικήδειο, είναι μία χειρονομία αρκετά μεγαλόστομη, και γι’ αυτό σπάνια. Η πιο γνωστή τέτοια περίπτωση στον ελληνικό 20ό αιώνα υπήρξε φυσικά το ποίημα που απήγγειλε ο Σικελιανός στην κηδεία του Παλαμά. Μια περίπτωση όπου όλες οι συνθήκες, τόσο αντικειμενικές ­–γερμανική κατοχή- όσο και υποκειμενικές, ευνοούσαν μία προσέγγιση επική και μεγαλειώδη.

Ο Σικελιανός, όμως, ακριβώς, ήταν γνωστός ως ποιητής (επίσης και ως μύστης-αναβιωτής της αρχαίας τραγωδίας και άλλων τελετουργιών). Το ίδιο και ο Παλαμάς.

Ο Μανόλης Γλέζος όχι. Ούτε ο Στέφανος Στεφάνου.

Κι ωστόσο, ο πρώτος διάλεξε αυτό το ίδιο λογοτεχνικό είδος, δηλαδή ένα ποίημα –με τίτλο «ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ»- για να τιμήσει τον δεύτερο κατά την Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Στο βιβλίο του για την «Τέχνη του να μην κυβερνάσαι», απ’ το οποίο δημοσιεύσαμε παλιότερα μεταφρασμένο απόσπασμα και το οποίο θυμηθήκαμε ξανά στο τελευταίο σημείωμα, ο Τζέιμς Σκοτ αναφέρεται στο ζήτημα των φυλών (με την έννοια του tribe, όχι του race). Λέει λοιπόν ότι δεν πρέπει να παρασυρόμαστε από μια εξελικτιστική αφήγηση κατά την οποία οι άνθρωποι στην αρχή σχημάτιζαν οικογένειες, μετά οικισμούς/ χωριά, μετά φυλές, μετά πόλεις, και στο τέλος ήρθε η αστική κοινωνία και το κράτος που είναι το επιστέγασμα και η τελειότερη μορφή συνύπαρξης. Στην ουσία, οι φυλές δεν είναι πρόπλασμα του κράτους, αλλά δημιούργημά του∙ έρχονται μετά το κράτος. Όλα τα κράτη, προνεωτερικά, αποικιακά και μετα-αποικιακά, ενδιαφέρονταν προ πάντων να έχουν απέναντί τους έναν ταξινομημένο και διαφανή λαό, χωρίς σκοτεινά σημεία. Χαμένα μπρος στην φαινομενικά άναρχη και ανυπέρβλητη πολυμορφία των κοινωνιών της ΝΑ Ασίας, οι αποικιοκράτες, και οι ανθρωπολόγοι τους, αποφάσισαν να την κατατμήσουν λίγο-πολύ με το έτσι θέλω: πήραν αυθαίρετα διάφορα πληθυσμιακά και οικιστικά σύνολα, των οποίων τα μέλη δεν είχαν ποτέ απόλυτη ομοιογένεια μεταξύ τους ή απόλυτη ετερογένεια προς τους κατοίκους των διπλανών χωριών, και τα «διόρισαν» φυλή τάδε, φυλή δείνα κ.ο.κ. Κυρίως όμως, όρισαν έναν «φύλαρχο», έναν ηγέτη για κάθε φυλή, ο οποίος να είναι υπόλογος γι’ αυτήν και να λειτουργεί ως ενδιάμεσος μεταξύ της κεντρικής/ αποικιακής εξουσίας και των ανθρώπων.

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Διότι, μια που όλοι λένε ότι «γίναμε αποικία», σκέφτηκα να πάρω το χαρακτηρισμό αυτό στα σοβαρά και να διερευνήσω μέχρι πού μπορεί να πάει, πόσο μπορεί να μας βοηθήσει να προσανατολιστούμε αναλυτικά και πολιτικά.

Το συμπέρασμα είναι: μέχρι αρκετά μακριά, πιστέψτε με.

Καταρχάς, όσον αφορά το πρώτο. Σε όλους έκανε εντύπωση η αδιαλλαξία και η απολυτότητα με την οποία ο Σόιμπλε (χρησιμοποιώ το όνομα αυτό συμβατικά, ως μία προσωποποιημένη συμπύκνωση Read More