Archive

ανθρωπολογία

του Ντέιβιντ Γκρέιμπερ*

 

Το γεγονός ότι η βία επιτρέπει να παίρνουμε αυθαίρετες αποφάσεις, και έτσι να αποφεύγουμε τις συζητήσεις, αποσαφηνίσεις και αναδιαπραγματεύσεις που χαρακτηρίζουν πιο εξισωτικές κοινωνικές σχέσεις, είναι προφανώς αυτό που κάνει τα θύματά της να βλέπουν όσες διαδικασίες δημιουργήθηκαν στη βάση της βίας ως ανόητες ή άλογες. Οι περισσότεροι είμαστε ικανοί να σχηματίσουμε μια έστω επιφανειακή ιδέα για το τι σκέφτονται ή αισθάνονται άλλοι, παρατηρώντας απλώς τον τόνο της φωνής ή τη γλώσσα του σώματός τους –συνήθως δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε τις άμεσες προθέσεις και τα κίνητρα των ανθρώπων, αλλά για να πάμε πέρα από αυτό το επιφανειακό επίπεδο συχνά θέλει πολλή δουλειά. Πολλές από τις καθημερινές δραστηριότητες της κοινωνικής ζωής, μάλιστα, συνίστανται στο να αποκρυπτογραφούμε τα κίνητρα και τις αντιλήψεις των άλλων. Αυτό ας το αποκαλέσουμε «ερμηνευτική εργασία». Θα μπορούσε να πει κανείς ότι όσοι βασίζονται στο φόβο της ισχύος δεν χρειάζεται να μπουν και πολύ στον κόπο να εργασθούν ερμηνευτικά, οπότε γενικώς δεν μπαίνουν.

Ως ανθρωπολόγος, ξέρω ότι τώρα μπαίνω σε επικίνδυνο έδαφος. Όταν –σπανίως- στρέφουν το ενδιαφέρον τους στη βία, οι ανθρωπολόγοι τείνουν να υπογραμμίζουν ακριβώς την αντίθετη πτυχή: το πώς οι πράξεις βίας περιέχουν νόημα και επικοινωνία –ακόμα και το πώς μπορεί να μοιάζουν με Read More

 

του Κλωντ Λεβί-Στρως[1]

 

Εδώ και κάποιες δεκαετίες, οι σχέσεις ανάμεσα στους εθνολόγους και τους λαούς τους οποίους μελετούν έχουν βαθιά μεταβληθεί. Χώρες που ήταν άλλοτε αποικίες, σήμερα ανεξάρτητες, προσάπτουν στους εθνολόγους ότι παρεμποδίζουν την οικονομική τους ανάπτυξη ενθαρρύνοντας την επιβίωση παλαιών εθίμων και παρωχημένων πεποιθήσεων. Σε λαούς που διψάνε για εκσυγχρονισμό, η εθνολογία εμφανίζεται ως η τελευταία ενσάρκωση της αποικιοκρατίας· της εκφράζουν δυσπιστία, αν όχι και εχθρότητα.

Αλλού, οι ιθαγενείς μειονότητες που υφίστανται στο πλαίσιο μεγάλων σύγχρονων εθνών –Καναδά, Ηνωμένων Πολιτειών, Αυστραλίας, Βραζιλίας- απέκτησαν οξυμένη συνείδηση της εθνοτικής τους προσωπικότητας, των ηθικών και νομικών τους δικαιωμάτων. Οι μικρές αυτές κοινότητες δεν δέχονται πλέον να τις μεταχειρίζονται ως αντικείμενα μελέτης οι εθνολόγοι, τους οποίους βλέπουν ως παράσιτα, και μάλιστα ως εκμεταλλευτές στο διανοητικό επίπεδο. Με την επέκταση του βιομηχανικού Read More

του Κλωντ Λεβί-Στρως[1]

Μέχρι το 1932, τα όρη στο εσωτερικό της Νέας Γουινέας παρέμεναν η τελευταία τελείως άγνωστη περιοχή του πλανήτη. Περιβάλλονταν από απροσπέλαστα φυσικά εμπόδια. Πρώτοι διείσδυσαν σε αυτά χρυσοθήρες και από κοντά ακολούθησαν ιεραπόστολοι, αλλά ο παγκόσμιος πόλεμος διέκοψε αυτές τις απόπειρες. Μόλις από το 1950 άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι αυτή η τεράστια έκταση κατοικούνταν από περίπου ένα εκατομμύριο ανθρώπους που μιλούσαν γλώσσες διαφορετικές και της ίδιας οικογένειας. Οι λαοί αυτοί αγνοούσαν την ύπαρξη των λευκών, τους οποίους πέρασαν για θεότητες ή φαντάσματα. Τα έθιμά τους, οι πεποιθήσεις τους, η κοινωνική τους οργάνωση επρόκειτο να ανοίξουν ένα απρόσμενο πεδίο μελετών στους εθνολόγους.

Όχι μόνο στους εθνολόγους. Το 1956 ένας Αμερικανός βιολόγος, ο δρ Κάρλτον Γκάιντουσεκ, ανακάλυψε εκεί μία άγνωστη ασθένεια. Σε έναν πληθυσμό τριανταπέντε χιλιάδων μοιρασμένο σε εκατόν εξήντα χωριά μέσα σε μια έκταση διακοσίων πενήντα τετραγωνικών μιλίων, ένα άτομο στα εκατό πέθαινε κάθε χρόνο από έναν εκφυλισμό του κεντρικού νευρικού συστήματος που εκδηλωνόταν Read More

του Κουέιμ Άνθονυ Αππάια

 

Όπως πολλοί Άγγλοι που υπέφεραν από φυματίωση το 19ο αιώνα, ο σερ Έντουαρντ Μπερνέττ Τάιλορ έφυγε στο εξωτερικό κατόπιν ιατρικής συμβουλής, αναζητώντας τον ξηρό αέρα θερμότερων περιοχών. Ο Τάιλορ προερχόταν από ευκατάστατη οικογένεια Κουάκερων επιχειρηματιών, οπότε είχε τα μέσα για ένα μεγάλο ταξίδι. Το 1855, λίγο μετά τα είκοσί του χρόνια, έφυγε για το Νέο Κόσμο, και, αφού έπιασε φιλία με έναν Κουάκερο αρχαιολόγο που συνάντησε στις περιπλανήσεις του, κατέληξε να διασχίζει έφιππος τις εξοχές του Μεξικού, περνώντας μέσα από αζτεκικά ερείπια και σκονισμένα pueblos [χωριά]. Ο Τάιλορ εντυπωσιάστηκε από τις «αποδείξεις για έναν τεράστιο αρχαίο πληθυσμό» που βρήκε εκεί. Αυτό του δημιούργησε έναν ενθουσιασμό για τη μελέτη μακρινών κοινωνιών, αρχαίων και νεότερων, που κράτησε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Το 1871 εξέδωσε το αριστούργημά του, το Primitive Culture [Πρωτόγονη κουλτούρα], το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως το πρώτο έργο της σύγχρονης ανθρωπολογίας.

Το Primitive Culture, από κάποιες απόψεις, ήταν μια διαμάχη με ένα άλλο βιβλίο που είχε τη λέξη «κουλτούρα» στον τίτλο του: το Culture and Anarchy του Μάθιου Άρνολντ, που είχε βγει δύο χρόνια νωρίτερα. Για τον Άρνολντ, κουλτούρα ήταν «η επιδίωξη της ολικής μας τελειότητας μέσω της μάθησης των αρίστων πραγμάτων που έχουν ειπωθεί στον κόσμο για όλα τα ζητήματα που κατεξοχήν μας αφορούν». Ο Άρνολντ δεν ενδιαφερόταν για πράγματα στενά ταξικά καθορισμένα: είχε στο μυαλό του ένα ηθικό και αισθητικό ιδεώδες, που έβρισκε έκφραση στην τέχνη, τη Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Στο βιβλίο του για την «Τέχνη του να μην κυβερνάσαι», απ’ το οποίο δημοσιεύσαμε παλιότερα μεταφρασμένο απόσπασμα και το οποίο θυμηθήκαμε ξανά στο τελευταίο σημείωμα, ο Τζέιμς Σκοτ αναφέρεται στο ζήτημα των φυλών (με την έννοια του tribe, όχι του race). Λέει λοιπόν ότι δεν πρέπει να παρασυρόμαστε από μια εξελικτιστική αφήγηση κατά την οποία οι άνθρωποι στην αρχή σχημάτιζαν οικογένειες, μετά οικισμούς/ χωριά, μετά φυλές, μετά πόλεις, και στο τέλος ήρθε η αστική κοινωνία και το κράτος που είναι το επιστέγασμα και η τελειότερη μορφή συνύπαρξης. Στην ουσία, οι φυλές δεν είναι πρόπλασμα του κράτους, αλλά δημιούργημά του∙ έρχονται μετά το κράτος. Όλα τα κράτη, προνεωτερικά, αποικιακά και μετα-αποικιακά, ενδιαφέρονταν προ πάντων να έχουν απέναντί τους έναν ταξινομημένο και διαφανή λαό, χωρίς σκοτεινά σημεία. Χαμένα μπρος στην φαινομενικά άναρχη και ανυπέρβλητη πολυμορφία των κοινωνιών της ΝΑ Ασίας, οι αποικιοκράτες, και οι ανθρωπολόγοι τους, αποφάσισαν να την κατατμήσουν λίγο-πολύ με το έτσι θέλω: πήραν αυθαίρετα διάφορα πληθυσμιακά και οικιστικά σύνολα, των οποίων τα μέλη δεν είχαν ποτέ απόλυτη ομοιογένεια μεταξύ τους ή απόλυτη ετερογένεια προς τους κατοίκους των διπλανών χωριών, και τα «διόρισαν» φυλή τάδε, φυλή δείνα κ.ο.κ. Κυρίως όμως, όρισαν έναν «φύλαρχο», έναν ηγέτη για κάθε φυλή, ο οποίος να είναι υπόλογος γι’ αυτήν και να λειτουργεί ως ενδιάμεσος μεταξύ της κεντρικής/ αποικιακής εξουσίας και των ανθρώπων.

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Διότι, μια που όλοι λένε ότι «γίναμε αποικία», σκέφτηκα να πάρω το χαρακτηρισμό αυτό στα σοβαρά και να διερευνήσω μέχρι πού μπορεί να πάει, πόσο μπορεί να μας βοηθήσει να προσανατολιστούμε αναλυτικά και πολιτικά.

Το συμπέρασμα είναι: μέχρι αρκετά μακριά, πιστέψτε με.

Καταρχάς, όσον αφορά το πρώτο. Σε όλους έκανε εντύπωση η αδιαλλαξία και η απολυτότητα με την οποία ο Σόιμπλε (χρησιμοποιώ το όνομα αυτό συμβατικά, ως μία προσωποποιημένη συμπύκνωση Read More

του James C. Scott

Μόνο το νεωτερικό κράτος, τόσο στην αποικιακή όσο και στην ανεξάρτητη εκδοχή του, είχε τις δυνατότητες να πραγματοποιήσει ένα σχέδιο κυριαρχίας που ήταν μακρινό όνειρο για τον προ- αποικιακό πρόγονό του: να καθυποτάξει τους μη κρατικούς χώρους και λαούς. Το σχέδιο αυτό, στην ευρύτερή του έννοια, συνιστά την τελευταία μεγάλη κίνηση περίφραξης στη νοτιοανατολική Ασία. Επιδιώχθηκε σταθερά –έστω αδέξια και με πισωγυρίσματα- σε όλο τον προηγούμενο αιώνα τουλάχιστον. Οι κυβερνήσεις, αποικιακές ή ανεξάρτητες, κομμουνιστικές ή νεοφιλελεύθερες, λαϊκιστικές ή αυταρχικές, το ασπάστηκαν πλήρως. Η ξεροκέφαλη επιδίωξη του σκοπού αυτού από καθεστώτα κατά τα λοιπά τόσο διαφορετικά δείχνει ότι τέτοια σχέδια διοικητικής, οικονομικής και πολιτισμικής τυποποίησης είναι ενσωματωμένα στην ίδια την αρχιτεκτονική τού νεωτερικού κράτους.

Από την οπτική του κρατικού κέντρου, αυτή η κίνηση περίφραξης είναι, εν μέρει, μια προσπάθεια να εντάξει και να νομισματοποιήσει τους λαούς, τις γαίες και τους πόρους της περιφέρειας ούτως ώστε να τους κάνει, για να χρησιμοποιήσουμε τον γαλλικό όρο, rentable[1] –μετρήσιμους συντελεστές στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν και στο εξωτερικό ισοζύγιο. Στην πραγματικότητα, οι λαοί της περιφέρειας ήταν ανέκαθεν οικονομικά συνδεδεμένοι με τα πεδινά και με το παγκόσμιο εμπόριο. Παρόλα αυτά, η προσπάθεια πλήρους ενσωμάτωσής τους παρουσιάστηκε υπό τον πολιτιστικό μανδύα της ανάπτυξης, της οικονομικής προόδου, του αλφαβητισμού και της κοινωνικής ένταξης. Στην πράξη, σήμανε κάτι άλλο. Ο Read More

 

Ένα δεύτερο απόσπασμα από το βιβλίο τού Jean-Luc Nancy La communauté désoeuvrée, Christian Bourgois, Παρίσι 2004 [1986], σ. 109-120, μετά το Ζαν-Λυκ Νανσύ: Η κοινότητα δεν υπήρξε ποτέ. Επιλογή αποσπασμάτων και ελληνικού τίτλου, μετάφραση : Α.Γ.

 

Γνωρίζουμε τη σκηνή: κάποιοι άνδρες είναι συναθροισμένοι, και κάποιος τους αφηγείται κάτι. Αυτοί οι συναθροισμένοι άνδρες δεν ξέρουμε ακόμη αν αποτελούν μια συνέλευση, αν είναι μία ορδή ή μία φυλή [tribu]. Aλλά τους λέμε «αδελφούς», επειδή είναι συναθροισμένοι, και επειδή ακούν την ίδια αφήγηση.

Εκείνος που διηγείται, δεν ξέρουμε ακόμη αν είναι δικός τους, ή αν είναι ξένος. Τον λέμε δικό τους, αλλά διαφορετικό απ’ αυτούς, επειδή έχει το χάρισμα, ή απλώς το δικαίωμα –εκτός κι αν είναι το καθήκον- να αφηγείται.

Δεν ήταν συναθροισμένοι πριν από την αφήγηση, η εξιστόρηση είναι αυτό που τους συναθροίζει. Πριν, ήταν διασκορπισμένοι (τουλάχιστον αυτό λέει, ενίοτε, η ίδια η αφήγηση), έσμιγαν, συνεργάζονταν ή αντιπαρατίθενταν χωρίς να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο. Αλλά ένας απ’ αυτούς στάθηκε ακίνητος μια μέρα, ή ίσως εμφανίστηκε, σαν να γύριζε από μια παρατεταμένη απουσία, από μια μυστήρια εξορία. Στάθηκε σε έναν μοναδικό τόπο, παράμερα από τους άλλους αλλά σε κοινή θέα, σε έναν λοφίσκο ή σε ένα δέντρο κεραυνοβολημένο, και ξεκίνησε την εξιστόρηση που συνάθροισε τους άλλους.

Τους λέει την ιστορία τους, ή τη δική του, μια ιστορία που όλοι ξέρουν, αλλά που μόνο αυτός έχει το χάρισμα, το Read More