Αρχείο

ανθρωπολογία

του Ε. Ζάχου

 

Η ποντιακή είναι γλώσσα ιδιαίτερη κι όχι διάλεκτος της Νεοελληνικής.

Για να το καταλάβουμε αυτό πρέπει και πάλι να ανατρέξουμε στην Κοινωνική Ανθρωπολογία, που δεν ανέχεται τις «πολιτικές κερδοσκοπίες».

Αρχικά ο γλωσσικός χάρτης της βορειοανατολικής Μικρασίας περιλάμβανε τεσσάρων ειδών γλωσσικά όργανα αντίστοιχα με τις υπάρχουσες μορφές της παραγωγής.

 

α) Φυλετικές γλώσσες κινητών, νομαδικών ανθρώπινων ομάδων που από άποψη φωνητικής και λεξιλογίου έμοιαζαν σίγουρα με τις γλώσσες των καυκασιανών φυλών στ’ ανατολικά και με τις γλώσσες των άλλων μικρασιατικών φυλών στα δυτικά.

 

β) Γλώσσες Λαβυρίνθων, στα μέρη όπου κάποιες φυλές σταθεροποιούνταν, κυρίως γύρω από μεταλλεία. Οι γλώσσες αυτές, εξειδικευμένες σε τεχνικές διαδικασίες πιο περίπλοκες, πρέπει να ‘ταν σε όλο και μικρότερη επικοινωνία με τις φυλετικές γλώσσες και σε όλο και μεγαλύτερη επικοινωνία με τα γλωσσικά όργανα άλλων Λαβυρίνθων της Μικρασίας και ίσως και με πιο μακρινούς Λαβυρίνθους της Ασίας, της Αφρικής και της Ευρώπης. Έτσι Read More

του Πέτερ Σέντυ

 

Το σύντομο άρθρο περί φετιχισμού που δημοσιεύει το 1927 ο Φρόιντ διαπερνάται από προβληματισμούς σχετικά με την όραση και την ορατότητα[1]. Έτσι, η πρώτη «περίπτωση» που αναφέρεται είναι εκείνη «ενός νέου άντρα ο οποίος είχε αναδείξει σε προϋπόθεση του φετίχ μια ορισμένη λάμψη πάνω στη μύτη, δηλαδή στα γερμανικά: Glanz auf der Nase. Πράγμα που η ανάλυση κατάφερε να αναμεταφράσει στην ξεχασμένη μητρική γλώσσα του ασθενούς, ήτοι τα αγγλικά, ως ένα «βλέμμα (glance) πάνω στη μύτη». Παρακάτω, μπορούμε να διαβάσουμε έναν μεταξύ των γραμμών διάλογο με τον Γάλλο ψυχίατρο Ρενέ Λαφόργκ για το θέμα του «σκοτισμού», ο οποίος δηλώνει τη δημιουργία ενός τυφλού σημείου στην όραση[2]. Αν λοιπόν το ορατό και το αόρατο είναι μοτίβα που επανέρχονται στο κείμενο, αυτό που εντούτοις πρέπει να συγκρατήσει την προσοχή μας είναι η σχεδόν κινηματογραφική περιγραφή που δίνει ο Φρόιντ για τη γένεση του φετίχ.

Αφού παρατηρήσει ο ίδιος ότι υπάρχει κίνδυνος να «απογοητεύσει» ορίζοντας το φετίχ Read More

του Ντέιβιντ Γκρέιμπερ*

 

Το γεγονός ότι η βία επιτρέπει να παίρνουμε αυθαίρετες αποφάσεις, και έτσι να αποφεύγουμε τις συζητήσεις, αποσαφηνίσεις και αναδιαπραγματεύσεις που χαρακτηρίζουν πιο εξισωτικές κοινωνικές σχέσεις, είναι προφανώς αυτό που κάνει τα θύματά της να βλέπουν όσες διαδικασίες δημιουργήθηκαν στη βάση της βίας ως ανόητες ή άλογες. Οι περισσότεροι είμαστε ικανοί να σχηματίσουμε μια έστω επιφανειακή ιδέα για το τι σκέφτονται ή αισθάνονται άλλοι, παρατηρώντας απλώς τον τόνο της φωνής ή τη γλώσσα του σώματός τους –συνήθως δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε τις άμεσες προθέσεις και τα κίνητρα των ανθρώπων, αλλά για να πάμε πέρα από αυτό το επιφανειακό επίπεδο συχνά θέλει πολλή δουλειά. Πολλές από τις καθημερινές δραστηριότητες της κοινωνικής ζωής, μάλιστα, συνίστανται στο να αποκρυπτογραφούμε τα κίνητρα και τις αντιλήψεις των άλλων. Αυτό ας το αποκαλέσουμε «ερμηνευτική εργασία». Θα μπορούσε να πει κανείς ότι όσοι βασίζονται στο φόβο της ισχύος δεν χρειάζεται να μπουν και πολύ στον κόπο να εργασθούν ερμηνευτικά, οπότε γενικώς δεν μπαίνουν.

Ως ανθρωπολόγος, ξέρω ότι τώρα μπαίνω σε επικίνδυνο έδαφος. Όταν –σπανίως- στρέφουν το ενδιαφέρον τους στη βία, οι ανθρωπολόγοι τείνουν να υπογραμμίζουν ακριβώς την αντίθετη πτυχή: το πώς οι πράξεις βίας περιέχουν νόημα και επικοινωνία –ακόμα και το πώς μπορεί να μοιάζουν με Read More

 

του Κλωντ Λεβί-Στρως[1]

 

Εδώ και κάποιες δεκαετίες, οι σχέσεις ανάμεσα στους εθνολόγους και τους λαούς τους οποίους μελετούν έχουν βαθιά μεταβληθεί. Χώρες που ήταν άλλοτε αποικίες, σήμερα ανεξάρτητες, προσάπτουν στους εθνολόγους ότι παρεμποδίζουν την οικονομική τους ανάπτυξη ενθαρρύνοντας την επιβίωση παλαιών εθίμων και παρωχημένων πεποιθήσεων. Σε λαούς που διψάνε για εκσυγχρονισμό, η εθνολογία εμφανίζεται ως η τελευταία ενσάρκωση της αποικιοκρατίας· της εκφράζουν δυσπιστία, αν όχι και εχθρότητα.

Αλλού, οι ιθαγενείς μειονότητες που υφίστανται στο πλαίσιο μεγάλων σύγχρονων εθνών –Καναδά, Ηνωμένων Πολιτειών, Αυστραλίας, Βραζιλίας- απέκτησαν οξυμένη συνείδηση της εθνοτικής τους προσωπικότητας, των ηθικών και νομικών τους δικαιωμάτων. Οι μικρές αυτές κοινότητες δεν δέχονται πλέον να τις μεταχειρίζονται ως αντικείμενα μελέτης οι εθνολόγοι, τους οποίους βλέπουν ως παράσιτα, και μάλιστα ως εκμεταλλευτές στο διανοητικό επίπεδο. Με την επέκταση του βιομηχανικού Read More

του Κλωντ Λεβί-Στρως[1]

Μέχρι το 1932, τα όρη στο εσωτερικό της Νέας Γουινέας παρέμεναν η τελευταία τελείως άγνωστη περιοχή του πλανήτη. Περιβάλλονταν από απροσπέλαστα φυσικά εμπόδια. Πρώτοι διείσδυσαν σε αυτά χρυσοθήρες και από κοντά ακολούθησαν ιεραπόστολοι, αλλά ο παγκόσμιος πόλεμος διέκοψε αυτές τις απόπειρες. Μόλις από το 1950 άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι αυτή η τεράστια έκταση κατοικούνταν από περίπου ένα εκατομμύριο ανθρώπους που μιλούσαν γλώσσες διαφορετικές και της ίδιας οικογένειας. Οι λαοί αυτοί αγνοούσαν την ύπαρξη των λευκών, τους οποίους πέρασαν για θεότητες ή φαντάσματα. Τα έθιμά τους, οι πεποιθήσεις τους, η κοινωνική τους οργάνωση επρόκειτο να ανοίξουν ένα απρόσμενο πεδίο μελετών στους εθνολόγους.

Όχι μόνο στους εθνολόγους. Το 1956 ένας Αμερικανός βιολόγος, ο δρ Κάρλτον Γκάιντουσεκ, ανακάλυψε εκεί μία άγνωστη ασθένεια. Σε έναν πληθυσμό τριανταπέντε χιλιάδων μοιρασμένο σε εκατόν εξήντα χωριά μέσα σε μια έκταση διακοσίων πενήντα τετραγωνικών μιλίων, ένα άτομο στα εκατό πέθαινε κάθε χρόνο από έναν εκφυλισμό του κεντρικού νευρικού συστήματος που εκδηλωνόταν Read More

του Κουέιμ Άνθονυ Αππάια

 

Όπως πολλοί Άγγλοι που υπέφεραν από φυματίωση το 19ο αιώνα, ο σερ Έντουαρντ Μπερνέττ Τάιλορ έφυγε στο εξωτερικό κατόπιν ιατρικής συμβουλής, αναζητώντας τον ξηρό αέρα θερμότερων περιοχών. Ο Τάιλορ προερχόταν από ευκατάστατη οικογένεια Κουάκερων επιχειρηματιών, οπότε είχε τα μέσα για ένα μεγάλο ταξίδι. Το 1855, λίγο μετά τα είκοσί του χρόνια, έφυγε για το Νέο Κόσμο, και, αφού έπιασε φιλία με έναν Κουάκερο αρχαιολόγο που συνάντησε στις περιπλανήσεις του, κατέληξε να διασχίζει έφιππος τις εξοχές του Μεξικού, περνώντας μέσα από αζτεκικά ερείπια και σκονισμένα pueblos [χωριά]. Ο Τάιλορ εντυπωσιάστηκε από τις «αποδείξεις για έναν τεράστιο αρχαίο πληθυσμό» που βρήκε εκεί. Αυτό του δημιούργησε έναν ενθουσιασμό για τη μελέτη μακρινών κοινωνιών, αρχαίων και νεότερων, που κράτησε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Το 1871 εξέδωσε το αριστούργημά του, το Primitive Culture [Πρωτόγονη κουλτούρα], το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως το πρώτο έργο της σύγχρονης ανθρωπολογίας.

Το Primitive Culture, από κάποιες απόψεις, ήταν μια διαμάχη με ένα άλλο βιβλίο που είχε τη λέξη «κουλτούρα» στον τίτλο του: το Culture and Anarchy του Μάθιου Άρνολντ, που είχε βγει δύο χρόνια νωρίτερα. Για τον Άρνολντ, κουλτούρα ήταν «η επιδίωξη της ολικής μας τελειότητας μέσω της μάθησης των αρίστων πραγμάτων που έχουν ειπωθεί στον κόσμο για όλα τα ζητήματα που κατεξοχήν μας αφορούν». Ο Άρνολντ δεν ενδιαφερόταν για πράγματα στενά ταξικά καθορισμένα: είχε στο μυαλό του ένα ηθικό και αισθητικό ιδεώδες, που έβρισκε έκφραση στην τέχνη, τη Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Στο βιβλίο του για την «Τέχνη του να μην κυβερνάσαι», απ’ το οποίο δημοσιεύσαμε παλιότερα μεταφρασμένο απόσπασμα και το οποίο θυμηθήκαμε ξανά στο τελευταίο σημείωμα, ο Τζέιμς Σκοτ αναφέρεται στο ζήτημα των φυλών (με την έννοια του tribe, όχι του race). Λέει λοιπόν ότι δεν πρέπει να παρασυρόμαστε από μια εξελικτιστική αφήγηση κατά την οποία οι άνθρωποι στην αρχή σχημάτιζαν οικογένειες, μετά οικισμούς/ χωριά, μετά φυλές, μετά πόλεις, και στο τέλος ήρθε η αστική κοινωνία και το κράτος που είναι το επιστέγασμα και η τελειότερη μορφή συνύπαρξης. Στην ουσία, οι φυλές δεν είναι πρόπλασμα του κράτους, αλλά δημιούργημά του∙ έρχονται μετά το κράτος. Όλα τα κράτη, προνεωτερικά, αποικιακά και μετα-αποικιακά, ενδιαφέρονταν προ πάντων να έχουν απέναντί τους έναν ταξινομημένο και διαφανή λαό, χωρίς σκοτεινά σημεία. Χαμένα μπρος στην φαινομενικά άναρχη και ανυπέρβλητη πολυμορφία των κοινωνιών της ΝΑ Ασίας, οι αποικιοκράτες, και οι ανθρωπολόγοι τους, αποφάσισαν να την κατατμήσουν λίγο-πολύ με το έτσι θέλω: πήραν αυθαίρετα διάφορα πληθυσμιακά και οικιστικά σύνολα, των οποίων τα μέλη δεν είχαν ποτέ απόλυτη ομοιογένεια μεταξύ τους ή απόλυτη ετερογένεια προς τους κατοίκους των διπλανών χωριών, και τα «διόρισαν» φυλή τάδε, φυλή δείνα κ.ο.κ. Κυρίως όμως, όρισαν έναν «φύλαρχο», έναν ηγέτη για κάθε φυλή, ο οποίος να είναι υπόλογος γι’ αυτήν και να λειτουργεί ως ενδιάμεσος μεταξύ της κεντρικής/ αποικιακής εξουσίας και των ανθρώπων.

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Διότι, μια που όλοι λένε ότι «γίναμε αποικία», σκέφτηκα να πάρω το χαρακτηρισμό αυτό στα σοβαρά και να διερευνήσω μέχρι πού μπορεί να πάει, πόσο μπορεί να μας βοηθήσει να προσανατολιστούμε αναλυτικά και πολιτικά.

Το συμπέρασμα είναι: μέχρι αρκετά μακριά, πιστέψτε με.

Καταρχάς, όσον αφορά το πρώτο. Σε όλους έκανε εντύπωση η αδιαλλαξία και η απολυτότητα με την οποία ο Σόιμπλε (χρησιμοποιώ το όνομα αυτό συμβατικά, ως μία προσωποποιημένη συμπύκνωση Read More