Ανάλυση λόγου,Δίκαιο

Η αγραμματοσύνη των ελλήνων φαρμακοποιών (νομίμως εκπροσωπουμένων από τον Σύλλογό τους)

του Άκη Γαβριηλίδη

Είναι γνωστό ότι το ελληνικό νομικό (και δικαστικό) σύστημα είναι από τα πιο εχθρικά προς την ελευθερία του λόγου, και ιδίως της κριτικής, και ότι αυτή η εχθρότητα ανοίγει την όρεξη σε διάφορους που πάσχουν από δικομανία –ή άλλες συναφείς μανίες- να αρχίζουν για ψύλλου πήδημα τις δικαστικές ενέργειες κάθε φορά που φαντάζονται ότι κάποιος τους δυσφημεί ή τους συκοφαντεί. Είναι επίσης γνωστό, και ως ένα βαθμό κατανοητό εν όψει της ανεργίας που μαστίζει τον κλάδο, ότι διάφοροι επιφανείς ή λιγότερο επιφανείς δικηγόροι προσπαθούν να κεφαλαιοποιήσουν αυτό το υλικό και να εξυπηρετήσουν πρόθυμα, αν όχι να ενθαρρύνουν, τέτοιες ενέργειες. Παρόλα αυτά, όμως, ή ακριβώς γι’ αυτό, τόσο οι μεν όσο και οι δε καλό θα είναι –πρωτίστως για τους ίδιους- να φροντίζουν κάπως τη γλώσσα που χρησιμοποιούν σε αυτές τους τις προσπάθειες, δεδομένου ότι η γλώσσα είναι τόσο το αντικείμενο όσο και το μέσο τους.

Μια τέτοια φροντίδα ας πούμε είναι παντελώς απούσα από το τελευταίο κρούσμα επίδοξης ιδιωτικής λογοκρισίας: την ΕΝΩΠΙΟΝ ΠΑΝΤΟΣ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΑΡΧΗΣ ΕΞΩΔΙΚΟΝ ΔΗΛΩΣΙΝ – ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ – ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΝ του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος Ν.Π.Δ.Δ.», Συνέχεια

Κλασσικό
Ανάλυση λόγου,Μουσική,Φύλο

Τα fake news της Αλεξάνδρας

του Άκη Γαβριηλίδη

Το τραγούδι Τα νέα της Αλεξάνδρας, του Κώστα Γιαννίδη/ Γιάννη Κωνσταντινίδη, προσωπικά το είχα ακούσει για πρώτη (και μόνη) φορά από μία επανεκτέλεση με την «Αθηναϊκή Κομπανία», τη δεκαετία του 1980. Δεν μου είχε κάνει καμία ιδιαίτερη αισθητική ή άλλη εντύπωση. Μου είχε φανεί ψιλομέτριο, και τεχνικά κάπως αδέξιο όπως αναμένεται να είναι ένα ζεϊμπέκικο γραμμένο από κάποιον ο οποίος μέχρι τότε δεν είχε γράψει ποτέ στη ζωή του ζεϊμπέκικο αλλά ασχολιόταν με την κλασική και την ελαφρά μουσική.

Με σχετική έκπληξη είδα, εδώ και ένα-δυο χρόνια, το τραγούδι αυτό να επανέρχεται στην επικαιρότητα και να επενδύεται με ιδιαίτερη φόρτιση, τόση όση σίγουρα δεν είχε προκαλέσει την εποχή που πρωτοκυκλοφόρησε, ούτε οποιαδήποτε άλλη στιγμή ενδιαμέσως. Η αναζωπύρωση αυτή του ενδιαφέροντος οδήγησε και στη δημιουργία ακόμη μίας επανεκτέλεσης-δια(ανα)σκευής, την οποία οι δημιουργοί της ανέβασαν στο Youtube προσδιορίζοντάς την ακριβέστερα με τον αγγλικό όρο reclaim. Δεν πρόκειται Συνέχεια

Κλασσικό
ποίηση,Ανάλυση λόγου,Ηθική

Θεόφιλε-Θεόφιλε: τα ρεπό του Αναγνωστάκη και ο Kατήφορος του «ηθικού πλεονεκτήματος»

του Άκη Γαβριηλίδη

Στο δίσκο του Θέμη Ανδρεάδη Σαν ξαφνικό ταξίδι, ο οποίος βγήκε σε αυτοέκδοση και είναι κατά βάση «σοβαρός», υπάρχει ένα σατιρικό τραγούδι με τον τίτλο «Θεόφιλε! Θεόφιλε!», στο οποίο οι στίχοι είναι του Μίνωος Αμαριώτη. Επειδή δεν υπήρχε τότε –ούτε και μετά υπήρξε- κανένα άλλο τραγούδι, ή έστω ποίημα, άρθρο ή οποιουδήποτε άλλου τύπου δραστηριότητα με αυτή την υπογραφή, υπήρχε κάθε λόγος να υποθέσουμε ότι επρόκειτο για ψευδώνυμο. Και πράγματι, αργότερα διέρρευσε ότι το εμφατικά κρητικό αυτό όνομα ήταν ακόμα ένα –επιπλέον του «Μανούσου Φάσση»- alter ego του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη.

Εξ όσων γνωρίζω, η γνωστοποίηση της πληροφορίας αυτής δεν φαίνεται να κινητοποίησε κανέναν φιλόλογο ή οποιασδήποτε άλλης ειδικότητας αναλυτή ώστε να ασχοληθεί με τους στίχους αυτούς. Κάτι που δεν προκαλεί έκπληξη, διότι, όπως επισήμαινα σε πρόσφατο σημείωμα, «οι έλληνες φιλόλογοι (…) σνομπάρουν αγρίως τη συγγραφή στίχων για τραγούδια, όπως και γενικά την Συνέχεια

Κλασσικό
σεξουαλικότητα,Ανάλυση λόγου,Εθνικισμός,Μουσική

«Τα Λαδάδικα» είναι το χειρότερο τραγούδι του Μητροπάνου [1]

του Άκη Γαβριηλίδη

Πρόσφατα, έτυχε να βρεθώ σε έναν χώρο όπου έπαιζε μια τηλεόραση συντονισμένη σε ένα ελληνικό κανάλι –δεν θυμάμαι ποιο- και μετέδιδε μια εκπομπή που ήταν νιοστό αντίγραφο/ υλοποίηση της ιδέας «καλούμε διάφορους γνωστούς ή μετρίως γνωστούς και μερικούς τραγουδιστές, τους βάζουμε να πούνε τραγούδια και μιλάμε γι’ αυτά». Για μένα βέβαια ήταν όλοι άγνωστοι, εκτός από τον συνήθη μαϊντανό Γιάννη Μπέζο ο οποίος, στο λίγο διάστημα που παρακολούθησα, πρόλαβε να πετάξει όλα τα επιβεβλημένα κλισέ, τύπου «η κυπριακή διάλεκτος είναι πιο κοντά στα αρχαία ελληνικά» και «οι Κύπριοι είναι Έλληνες, το ‘Κύπριος’ είναι μία απλώς νομικού τύπου ταυτότητα». Το ενδιαφέρον περί Κύπρου συνδεόταν με το ότι θέμα της εκπομπής ήταν ο Μάριος Τόκας. Μετά από αυτή την εθνική διαπαιδαγώγηση, ένας νεαρός τραγουδιστής ανέβηκε και τραγούδησε το τραγούδι «Τα Λαδάδικα».

Προσωπικά μου φάνηκε αρκετά αξιοπερίεργο γιατί ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να είναι γιος, αν όχι και εγγονός, του Συνέχεια

Κλασσικό
σεξουαλικότητα,Ανάλυση λόγου,Βία

Η τέχνη (της αυτομαστίγωσης) δεν εξημερώνει τα ήθη (των βιαστών)

του Άκη Γαβριηλίδη

Μετά από κάθε νέο επεισόδιο έμφυλης βίας από τα πολλά που αποκαλύπτονται τον τελευταίο καιρό, ακολουθεί τουλάχιστον ένα σημείωμα/ τοποθέτηση στα ΜΚΔ από κάποιον άντρα που κάνει την αυτοκριτική του και ελεεινολογεί το γένος των ανδρών συνολικά, ενοχοποιώντας το για αυτά τα φαινόμενα, και που κερδίζει τα χειροκροτήματα και την επιδοκιμασία του κοινού.

Θεωρώ ότι παρόμοιες πρακτικές δημόσιας εξομολόγησης, πέρα από το να καταγράφουν στον δημόσιο χώρο μία παραδοχή της ύπαρξης του προβλήματος, δεν προσφέρουν κάτι ιδιαίτερο σε κανέναν, ενώ αντιθέτως με το περιεχόμενό τους συχνά δημιουργούν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα λύνουν.

Θα προσπαθήσω παρακάτω να εξηγήσω τι είδους προβλήματα παίρνοντας ως παράδειγμα μια ανάρτηση που δημοσίευσε πρόσφατα ο (άγνωστός μου) Μανόλης Μαυραντωνάκης με αφορμή την υπόθεση πολλαπλών βιασμών και μαστροπείας εις βάρος μιας 12χρονης (πιθανότατα και όταν ήταν ακόμα νεότερη) από εκατοντάδες δράστες. Η ανάρτηση, που αρέστηκε και κοινοποιήθηκε από Συνέχεια

Κλασσικό
ποίηση,Ανάλυση λόγου,Εθνικισμός,Ψυχανάλυση

Ελευθερία, δηλαδή θάνατος: η απάτη του Ευαγόρα Παλληκαρίδη

του Άκη Γαβριηλίδη

Στρατιώτη μου, τη μάχη θα κερδίσει,

όποιος πολύ το λαχταρά να ζήσει.

Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει,

στρατιώτη μου, για πόλεμο δεν κάνει.

Ιάκωβος Καμπανέλλης

Στην πρόσφατη ανάρτηση σχετικά με την αφήγηση της ζωής και του θανάτου τού Ευαγόρα Παλληκαρίδη, ανέφερα εν συντομία ένα σημείωμα που άφησε στους «παλιούς συμμαθητάς» του μία μέρα πριν από την πρώτη του δίκη. Η επιγραμματικότητα της αναφοράς οφειλόταν στο ότι το σημείωμα αυτό αξίζει ιδιαίτερη εξέταση, διότι είναι εξαιρετικά αξιοπερίεργο και αταίριαστο με την όλη αφήγηση. (Όχι τόσο αταίριαστο βέβαια αν το δούμε από την οπτική της δικής μου ερμηνείας). Δεν ξέρω αν κανείς από όσους το μνημονεύουν ευλαβικά επί τόσες δεκαετίες κάθισε ποτέ να αναρωτηθεί για τη σημασία του ή/ και να γνωστοποιήσει δημόσια τι συμπέρασμα έβγαλε. Υποθέτω πως όχι, διότι ακριβώς η ευλάβεια αποκλείει μια τέτοια διερώτηση: οι βίοι αγίων δεν επιδέχονται κριτική, μόνο θαυμασμό και βουβή αναπαραγωγή. Ωστόσο, τα λόγια είναι εκεί, αρκετά σαφή μέσα στην αμφισημία τους, και απευθύνονται σε μας. Δεν έχουμε παρά να ανοίξουμε τα μάτια μας και να τα διαβάσουμε.

Καταρχάς, αυτό που κάνει εντύπωση στο σημείωμα είναι ότι, σε αυτό, με σπινοζικούς όρους, δεν Συνέχεια

Κλασσικό
Ανάλυση λόγου,Δίκαιο,Πολιτική

Ας τα κάνουμε και δίφραγκα για τον Παντελή Μπασάκο

του Άκη Γαβριηλίδη

Με πληροφόρησαν ότι το σημείωμά μου σχετικά με την απολογία του ολοκληρωτισμού εκ μέρους της Βάσως Κιντή προκάλεσε κάποιες δυσκολίες στον συνάδελφό της Παντελή Μπασάκο. Ειδικότερα, σε δική του ανάρτηση ο Μπασάκος παραπονείται ότι όσα έγραψα πάσχουν από διάφορες ελλείψεις, και ιδίως τις εξής δύο: δεν περιέχουν α) καμία «διαλογικότητα», β) κανένα επιχείρημα.

Καθώς είναι ακόμα Αύγουστος, σκέφτηκα να αφιερώσω λίγα λεπτά ώστε να βοηθήσω τον Μπασάκο στην αναζήτησή του αυτή.

Καταρχάς: ως προς το πρώτο, έχει απόλυτο δίκιο. Όντως το σημείωμά μου δεν έχει καμία «διαλογικότητα». Ούτε σκόπευε, ούτε ήταν δυνατό να έχει.

Εκτός και αν κανείς πιστεύει ότι μπορεί να «διαλεχθεί» με ένα κείμενο το οποίο, πριν καν αναφέρει Συνέχεια

Κλασσικό
Ανάλυση λόγου,Δίκαιο,Πολιτική

Η Βάσω Κιντή επιτελεί τον τέλειο ορισμό του ολοκληρωτισμού (και της ανοησίας)

του Άκη Γαβριηλίδη

Είναι γνωστό φαινόμενο ότι όσοι αλλάζουν στρατόπεδο[1] και εντάσσονται σε ένα άλλο, και μάλιστα αντίπαλο προς το προηγούμενό τους, γίνονται φανατικότεροι από όσους ήταν ήδη σε αυτό από καιρό· είτε για να πείσουν τους νέους ομοϊδεάτες τους, είτε για να κόψουν τις γέφυρες και να αυτοδεσμευτούν ότι δεν πρόκειται να διαπράξουν νέα αποσκίρτηση προς τα πίσω, ή προς κάπου αλλού.

Σε αυτό το πλαίσιο, έχει γίνει εδώ και καιρό σαφές ότι κάποιοι πρώην αριστεροί θα είναι μάλλον οι τελευταίοι που θα εγκαταλείψουν τον Μητσοτάκη.

Έστω και έτσι, όση κατανόηση και αν επιδείξουμε, δεν μπορούμε να συγκρατήσουμε ένα αίσθημα πάνω απ’ όλα ντροπής για τον τρόπο με τον οποίο εκθέτουν τον εαυτό τους και τη νοημοσύνη τους Συνέχεια

Κλασσικό
σεξουαλικότητα,Ανάλυση λόγου,Πολιτική

Κωλόγεροι της Θεσσαλονίκης, 1964-1970

του Άκη Γαβριηλίδη

Η κυριαρχία της κουλτούρας των ΜΚΔ επέφερε μεταξύ άλλων, ως ένα μάλλον απρόβλεπτο αποτέλεσμα, τη διάχυση και την αναβάθμιση της σημασίας των επετείων. Κάθε μέρα, ο αλγόριθμος επαναφέρει στη μνήμη των χρηστών ότι η μέρα αυτή συνιστά την 117η επέτειο από τη γέννηση του τάδε μουσικού, την 28η από τον θάνατο του δείνα συγγραφέα, την 50ή από την ίδρυση του Χ θεσμού, την παγκόσμια μέρα του Ψ κ.ο.κ. Πράγμα που δίνει την ευκαιρία στους χρήστες να αναφερθούν στους αντίστοιχους τιμώμενους και να αποτιμήσουν –συνήθως επαινετικά- τη συμβολή τους, παραθέτοντας και στίχους ή φράσεις που αποδίδονται σε αυτούς ή συνδέονται με αυτούς μέσα σε πλαισιάκια με λουλούδια και ηλιοβασιλέματα.

Τις τελευταίες μέρες, ήταν η σειρά του ποιητή και δοκιμιογράφου Ντίνου  Χριστιανόπουλου. Μεταξύ Συνέχεια

Κλασσικό
Ανάλυση λόγου,Πολιτική

Ο Λιγνάδης, ο Χωμενίδης και οι «σκατοπουτάνες»

του Άκη Γαβριηλίδη

Στην πρόσφατη δίκη που κατέληξε στην καταδίκη του Δημήτρη Λιγνάδη για δύο βιασμούς, οι μάρτυρες υπεράσπισης διατύπωσαν διάφορους αξιοπερίεργους ισχυρισμούς. Μεταξύ άλλων, ένας μάρτυρας κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν γοητευτική προσωπικότητα και γι’ αυτό δεν χρειαζόταν να μετέλθει βίας προκειμένου να επιτύχει σεξουαλική συνεύρεση με κανέναν, αφού «μπορούσε να έχει δικό του όποιον ήθελε»[1]. Άλλη μάρτυρας δε άφησε να νοηθεί ότι οι καταγγέλλοντες ήταν (ήταν, όχι απλώς έκαναν) «βίζιτες», άρα αναξιόπιστοι όπως όλοι οι σεξουαλικά εργαζόμενοι, και δεν πρέπει να θεωρούμε σοβαρά τα λόγια τους και την ίδια την ύπαρξή τους.

Κανείς από τις δύο ισχυρισμούς φυσικά δεν καταρρίπτει την κατηγορία, γι’ αυτό και, ορθώς, δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο. Ειδικότερα, με τον πρώτο ο μάρτυρας δεν καταθέτει κάποια άμεση προσωπική του αντίληψη για τις αποδιδόμενες πράξεις, αλλά απλώς διατυπώνει έναν υποθετικό συλλογισμό. Και μάλιστα, σε αυτόν εκκινεί από την αυθαίρετη παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος ενεργεί ορθολογικά, ως homo oeconomicus, και έτσι διαχειρίζεται τη σεξουαλικότητά του επιλέγοντας κάθε φορά τα πιο πρόσφορα για τον σκοπό του μέσα –ή μάλλον, ακόμα χειρότερα, θεωρεί ως σύμφωνη με τον ορθό λόγο εκείνη τη συμπεριφορά που απλώς συνάδει με τη φαντασία του ίδιου του ομιλούντος. Αγνοεί, έτσι, γνησίως ή υποκριτικώς, ότι κανείς ποτέ δεν «έχει ό,τι θέλει» –και πάντως όχι όταν (φανταζόμαστε ότι) έχει αυτό που θα θέλαμε εμείς να έχουμε.

Πράγμα που δείχνει ότι ακριβώς η οικονομική λογική, η λογική του κτητικού ατομικισμού, είναι ο μεγαλύτερος ανορθολογισμός και η πιο σίγουρη μέθοδος για να γίνει κανείς έρμαιο των φαντασιώσεών του. Στο βαθμό που μιλάμε με όρους κτήσης, όσα κι αν «έχει» κανείς, πάντα θέλει και άλλα, και ιδίως εκείνα που εκείνος (φαντάζεται ότι) δεν μπορεί να «έχει». Ο βιασμός δεν είναι τόσο ζήτημα σεξουαλικότητας, όσο ζήτημα εξουσίας· η σεξουαλικότητα είναι το πεδίο στο οποίο εκδηλώνεται η πράξη, όχι όμως η ρίζα της. Και όπως έλεγε και ο Χομπς, προκειμένου για την εξουσία, (ή για την ιδιοκτησία, που εν προκειμένω είναι το ίδιο), κανείς δεν μπορεί να «έχει» κάτι παρά μόνο αποκτώντας ακόμα περισσότερα. Οι βιαστές δεν βιάζουν επειδή δεν έχουν άλλο τρόπο να καλύψουν τις σεξουαλικές τους ανάγκες/ επιθυμίες· βιάζουν επειδή αισθάνονται (ή/ και για να αισθανθούν) ανώτεροι από τους άλλους/ τις άλλες τις οποίες καθυποτάσσουν. Άριστοι, σα να λέμε.

Τις ίδιες δύο απολογητικές τακτικές υιοθετεί ο πεζογράφος Χρήστος Χωμενίδης σε άρθρο που δημοσίευσε στο capital.gr (ομολογουμένως πολύ εύστοχη επιλογή ιστότοπου), με το οποίο προσέρχεται αυθορμήτως ως μάρτυρας υπεράσπισης του Κυριάκου Μητσοτάκη που συνελήφθη επ’ αυτοφώρω να παραβιάζει το απόρρητο των επικοινωνιών –και αρκετές άλλες νομικές διατάξεις και πολιτικές αρχές. Το άρθρο έχει τον σκοπίμως ακατανόητο εξυπναδίστικο τίτλο «Εκ τριών λαϊκαστριών». Φυσικά κανείς ομιλητής της νέας ελληνικής δεν γνωρίζει τη λέξη του τίτλου. Όπως εξηγεί ο Χωμενίδης στο κείμενο, «λαϊκάστρια» είναι –έτσι πιστεύει ο ίδιος τουλάχιστον- ένας όρος που απαντά στον Αριστοφάνη, και ειδικότερα στους Αχαρνής, όπου ο Δικαιόπολις, προκειμένου να καταδείξει πόσο μάταιος και επιβλαβής ήταν ο πελοποννησιακός πόλεμος, ισχυρίζεται ότι αυτός έγινε «για τρεις πουτάνες». Έτσι αποδίδει τον όρο ο Διονύσης Σαββόπουλος στον «Αριστοφάνη που γύρισε από τα θυμαράκια». Ο Χωμενίδης, πάλι, δεν αρκέστηκε σε αυτό και σκέφτηκε να πλειοδοτήσει, υιοθετώντας την απόδοση «Για τρεις σκατοπουτάνες!» η οποία απαντά στη μετάφραση των «Αχαρνών» από τον Στέφανο Κουμανούδη[2]. Ίσως φοβήθηκε μήπως ο αναγνώστης θεωρήσει μία «απλή» πουτάνα ως ακόμα αποδεκτό και σοβαρό λόγο για έναν πόλεμο, οπότε έκρινε σκόπιμο να προσθέσει και ένα πρώτο συνθετικό το οποίο δεν φαίνεται να δικαιολογείται από το πρωτότυπο.

Όπως παρατήρησε ο Νίκος Σαραντάκος, στον Αριστοφάνη η λέξη δεν έχει διαλυτικά· αυτά τα προσθέτει ο συντάκτης στο άρθρο του, είτε εκ παραδρομής, είτε σκοπίμως για να κάνει υπαινιγμό στον τρισκατάρατο λαϊκισμό (αν ήταν έτσι, όμως, θα έπρεπε να το διευκρινίσει και όχι να δηλώνει ότι παραθέτει αυτολεξεί το χωρίο τη στιγμή που το αλλοιώνει).

Η αλλοίωση αυτή, βέβαια, αφορά τη γραφή, αλλά όσον αφορά την ομιλία, μάλλον παρά την θέληση του συντάκτη/ λογοπαίκτη, φέρνει τη λέξη πιο κοντά στον τρόπο με τον οποίο την πρόφεραν οι αρχαίοι Αθηναίοι. Από την άποψη που μας ενδιαφέρει εδώ, πάντως, σημασία έχει ότι, με διαλυτικά ή χωρίς, η λέξη δηλώνει τις εργάτριες του σεξ, τις βίζιτες σα να λέμε, οι οποίες ακόμα μια φορά ενοχοποιούνται για την «άδικη» κατηγορία. Και μάλιστα χωρίς καθόλου να εξειδικεύεται ποιες ακριβώς «σκατοπουτάνες» φταίνε, τι ακριβώς έκαναν και γιατί είναι τρεις και όχι π.χ. δύο ή τέσσερις.

Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει ότι ο Χωμενίδης ακολουθεί το ίδιο σόφισμα και την ίδια αυθαίρετη υπόθεση ότι οι εξουσιομανείς και πεπεισμένοι για την αριστεία και την ανωτερότητά τους (παρα)βιαστές σκέπτονται ορθολογικά. Την οποία διατυπώνει με έναν καταιγισμό «ρητορικών» ερωτήσεων:

Τι χρειαζόταν η διάρρηξη στα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος, στο κτήριο γραφείων Γουότεργκεϊτ, πέντε μήνες πριν, στις 17 Ιουνίου 1972; Ποιον λόγο είχε ο Νίξον να τη διατάξει ή να τη χρηματοδοτήσει από μυστικά κονδύλια ή έστω να την ανεχθεί;

(…)

Να παρακολουθείς τον Νίκο Ανδρουλάκη ή οποιονδήποτε άλλον; Δεν το θέλει κι ο Θεός [sic]. Να ζαλίζεις τα αυτιά σου υποκλέπτοντας τις εκατοντάδες καθημερινά συνδιαλέξεις του με παράγοντες του Πασόκ στην τοπική αυτοδιοίκηση και στον συνδικαλισμό;

Φοβερή λογική: παρακολουθήσεις δεν μπορεί να γίνονται, αφού … είναι θέλημα Θεού. Όχι μόνο η ανθρώπινη, αλλά και η θεία οικονομία, το αόρατο χέρι της πολιτικής αγοράς, τις αποκλείει· είναι όχι μόνο άσκοπες, αλλά και βαρετές!

Τι κρίμα που ο Ιωάννης Μεταξάς, ο στρατάρχης Παπάγος, ο εθνάρχης Καραμανλής, οι δικτάτορες του 67-74, δεν είχαν έναν σύμβουλο όπως ο Χωμενίδης για να τους εξηγήσει ότι «δεν ήθελε ο θεός» να οικοδομήσουν έναν Λεβιάθαν, να προσλάβουν και να εκπαιδεύσουν δεκάδες χιλιάδες υπαλλήλους και να σχηματίσουν ολόκληρα τριχοειδή δίκτυα άμισθων ή ημι-αμειβόμενων χαφιέδων που λειτουργούσαν επί δεκαετίες και κατέγραφαν με κάθε λεπτομέρεια κάθε κουβέντα και κάθε σκέψη άλλων δεκάδων, εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, συντάσσοντας λεπτομερείς φακέλους στους οποίους κατέγραφαν τι

στάσεις και προτιμήσεις έχουν οι άνθρωποι αυτοί στο πολιτικό, ιδεολογικό, αναγνωστικό, μουσικό, ερωτικό και όποιο άλλο πεδίο τους περνούσε απ’ το μυαλό, πότε πήγαν στο εξωτερικό και σε ποια χώρα, ποιον συνάντησαν, με ποιον μίλησαν και τι του είπαν; Πω πω! Δεν βαριόντουσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι να υποκλέπτουν συνδιαλέξεις για τον συνδικαλισμό και άλλα πληκτικά θέματα;

Σίγουρα θα βαριόντουσαν. Οπότε λοιπόν γιατί το έκαναν;

Διότι δεν αμφισβητείται ότι το έκαναν, όσο κι αν ο Χωμενίδης το βρίσκει παράλογο και αντιοικονομικό. Εκτός κι αν αμφιβάλλει και γι’ αυτό.

Αφού λοιπόν το έκαναν, κάποιο λόγο σοβαρό θα είχαν.

Εφόσον ο Χωμενίδης δεν μπορεί να τον φανταστεί, θα τολμούσα να του υποβάλω δοκιμαστικά την εξής εξήγηση: μάλλον είχαν την εξουσία και φοβόντουσαν μην την χάσουν.

Για να μην μπορεί ο Χωμενίδης να προσθέσει δύο και δύο και να βγάλει τέσσερα, και από πάνω να βγαίνει δημόσια και να επιτελεί αυτή του την αδυναμία παριστάνοντας τον ανήξερο, ελπίζω να εισέπραξε κάποιο εύλογο αντάλλαγμα· να μην την έπαθε σαν την Πόντια λαι(ϊ)κάστρια του ανεκδότου.

220px-7th_Earl_of_Elgin_by_Anton_Graff_around_1788

[1] Παραθέτω από μνήμης με βάση τα δημοσιεύματα εκείνων των ημερών. Το σάιτ Lignadis Trial Watch έχει αναγγείλει ότι πρόκειται να δημοσιεύσει τα πλήρη πρακτικά της δίκης. Όταν συμβεί αυτό επιφυλάσσομαι να παραθέσω το ακριβές κείμενο.

[2] Ευχαριστώ τον φιλόλογο και κριτικό Αριστοτέλη Σαΐνη για αυτή την επισήμανση.

Κλασσικό