ποίηση,Ανάλυση λόγου,Εθνικισμός,Ψυχανάλυση

Ελευθερία, δηλαδή θάνατος: η απάτη του Ευαγόρα Παλληκαρίδη

του Άκη Γαβριηλίδη

Στρατιώτη μου, τη μάχη θα κερδίσει,

όποιος πολύ το λαχταρά να ζήσει.

Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει,

στρατιώτη μου, για πόλεμο δεν κάνει.

Ιάκωβος Καμπανέλλης

Στην πρόσφατη ανάρτηση σχετικά με την αφήγηση της ζωής και του θανάτου τού Ευαγόρα Παλληκαρίδη, ανέφερα εν συντομία ένα σημείωμα που άφησε στους «παλιούς συμμαθητάς» του μία μέρα πριν από την πρώτη του δίκη. Η επιγραμματικότητα της αναφοράς οφειλόταν στο ότι το σημείωμα αυτό αξίζει ιδιαίτερη εξέταση, διότι είναι εξαιρετικά αξιοπερίεργο και αταίριαστο με την όλη αφήγηση. (Όχι τόσο αταίριαστο βέβαια αν το δούμε από την οπτική της δικής μου ερμηνείας). Δεν ξέρω αν κανείς από όσους το μνημονεύουν ευλαβικά επί τόσες δεκαετίες κάθισε ποτέ να αναρωτηθεί για τη σημασία του ή/ και να γνωστοποιήσει δημόσια τι συμπέρασμα έβγαλε. Υποθέτω πως όχι, διότι ακριβώς η ευλάβεια αποκλείει μια τέτοια διερώτηση: οι βίοι αγίων δεν επιδέχονται κριτική, μόνο θαυμασμό και βουβή αναπαραγωγή. Ωστόσο, τα λόγια είναι εκεί, αρκετά σαφή μέσα στην αμφισημία τους, και απευθύνονται σε μας. Δεν έχουμε παρά να ανοίξουμε τα μάτια μας και να τα διαβάσουμε.

Καταρχάς, αυτό που κάνει εντύπωση στο σημείωμα είναι ότι, σε αυτό, με σπινοζικούς όρους, δεν Συνέχεια

Κλασσικό
Ανάλυση λόγου,Δίκαιο,Πολιτική

Ας τα κάνουμε και δίφραγκα για τον Παντελή Μπασάκο

του Άκη Γαβριηλίδη

Με πληροφόρησαν ότι το σημείωμά μου σχετικά με την απολογία του ολοκληρωτισμού εκ μέρους της Βάσως Κιντή προκάλεσε κάποιες δυσκολίες στον συνάδελφό της Παντελή Μπασάκο. Ειδικότερα, σε δική του ανάρτηση ο Μπασάκος παραπονείται ότι όσα έγραψα πάσχουν από διάφορες ελλείψεις, και ιδίως τις εξής δύο: δεν περιέχουν α) καμία «διαλογικότητα», β) κανένα επιχείρημα.

Καθώς είναι ακόμα Αύγουστος, σκέφτηκα να αφιερώσω λίγα λεπτά ώστε να βοηθήσω τον Μπασάκο στην αναζήτησή του αυτή.

Καταρχάς: ως προς το πρώτο, έχει απόλυτο δίκιο. Όντως το σημείωμά μου δεν έχει καμία «διαλογικότητα». Ούτε σκόπευε, ούτε ήταν δυνατό να έχει.

Εκτός και αν κανείς πιστεύει ότι μπορεί να «διαλεχθεί» με ένα κείμενο το οποίο, πριν καν αναφέρει Συνέχεια

Κλασσικό
Ανάλυση λόγου,Δίκαιο,Πολιτική

Η Βάσω Κιντή επιτελεί τον τέλειο ορισμό του ολοκληρωτισμού (και της ανοησίας)

του Άκη Γαβριηλίδη

Είναι γνωστό φαινόμενο ότι όσοι αλλάζουν στρατόπεδο[1] και εντάσσονται σε ένα άλλο, και μάλιστα αντίπαλο προς το προηγούμενό τους, γίνονται φανατικότεροι από όσους ήταν ήδη σε αυτό από καιρό· είτε για να πείσουν τους νέους ομοϊδεάτες τους, είτε για να κόψουν τις γέφυρες και να αυτοδεσμευτούν ότι δεν πρόκειται να διαπράξουν νέα αποσκίρτηση προς τα πίσω, ή προς κάπου αλλού.

Σε αυτό το πλαίσιο, έχει γίνει εδώ και καιρό σαφές ότι κάποιοι πρώην αριστεροί θα είναι μάλλον οι τελευταίοι που θα εγκαταλείψουν τον Μητσοτάκη.

Έστω και έτσι, όση κατανόηση και αν επιδείξουμε, δεν μπορούμε να συγκρατήσουμε ένα αίσθημα πάνω απ’ όλα ντροπής για τον τρόπο με τον οποίο εκθέτουν τον εαυτό τους και τη νοημοσύνη τους Συνέχεια

Κλασσικό
σεξουαλικότητα,Ανάλυση λόγου,Πολιτική

Κωλόγεροι της Θεσσαλονίκης, 1964-1970

του Άκη Γαβριηλίδη

Η κυριαρχία της κουλτούρας των ΜΚΔ επέφερε μεταξύ άλλων, ως ένα μάλλον απρόβλεπτο αποτέλεσμα, τη διάχυση και την αναβάθμιση της σημασίας των επετείων. Κάθε μέρα, ο αλγόριθμος επαναφέρει στη μνήμη των χρηστών ότι η μέρα αυτή συνιστά την 117η επέτειο από τη γέννηση του τάδε μουσικού, την 28η από τον θάνατο του δείνα συγγραφέα, την 50ή από την ίδρυση του Χ θεσμού, την παγκόσμια μέρα του Ψ κ.ο.κ. Πράγμα που δίνει την ευκαιρία στους χρήστες να αναφερθούν στους αντίστοιχους τιμώμενους και να αποτιμήσουν –συνήθως επαινετικά- τη συμβολή τους, παραθέτοντας και στίχους ή φράσεις που αποδίδονται σε αυτούς ή συνδέονται με αυτούς μέσα σε πλαισιάκια με λουλούδια και ηλιοβασιλέματα.

Τις τελευταίες μέρες, ήταν η σειρά του ποιητή και δοκιμιογράφου Ντίνου  Χριστιανόπουλου. Μεταξύ Συνέχεια

Κλασσικό
Ανάλυση λόγου,Πολιτική

Ο Λιγνάδης, ο Χωμενίδης και οι «σκατοπουτάνες»

του Άκη Γαβριηλίδη

Στην πρόσφατη δίκη που κατέληξε στην καταδίκη του Δημήτρη Λιγνάδη για δύο βιασμούς, οι μάρτυρες υπεράσπισης διατύπωσαν διάφορους αξιοπερίεργους ισχυρισμούς. Μεταξύ άλλων, ένας μάρτυρας κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν γοητευτική προσωπικότητα και γι’ αυτό δεν χρειαζόταν να μετέλθει βίας προκειμένου να επιτύχει σεξουαλική συνεύρεση με κανέναν, αφού «μπορούσε να έχει δικό του όποιον ήθελε»[1]. Άλλη μάρτυρας δε άφησε να νοηθεί ότι οι καταγγέλλοντες ήταν (ήταν, όχι απλώς έκαναν) «βίζιτες», άρα αναξιόπιστοι όπως όλοι οι σεξουαλικά εργαζόμενοι, και δεν πρέπει να θεωρούμε σοβαρά τα λόγια τους και την ίδια την ύπαρξή τους.

Κανείς από τις δύο ισχυρισμούς φυσικά δεν καταρρίπτει την κατηγορία, γι’ αυτό και, ορθώς, δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο. Ειδικότερα, με τον πρώτο ο μάρτυρας δεν καταθέτει κάποια άμεση προσωπική του αντίληψη για τις αποδιδόμενες πράξεις, αλλά απλώς διατυπώνει έναν υποθετικό συλλογισμό. Και μάλιστα, σε αυτόν εκκινεί από την αυθαίρετη παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος ενεργεί ορθολογικά, ως homo oeconomicus, και έτσι διαχειρίζεται τη σεξουαλικότητά του επιλέγοντας κάθε φορά τα πιο πρόσφορα για τον σκοπό του μέσα –ή μάλλον, ακόμα χειρότερα, θεωρεί ως σύμφωνη με τον ορθό λόγο εκείνη τη συμπεριφορά που απλώς συνάδει με τη φαντασία του ίδιου του ομιλούντος. Αγνοεί, έτσι, γνησίως ή υποκριτικώς, ότι κανείς ποτέ δεν «έχει ό,τι θέλει» –και πάντως όχι όταν (φανταζόμαστε ότι) έχει αυτό που θα θέλαμε εμείς να έχουμε.

Πράγμα που δείχνει ότι ακριβώς η οικονομική λογική, η λογική του κτητικού ατομικισμού, είναι ο μεγαλύτερος ανορθολογισμός και η πιο σίγουρη μέθοδος για να γίνει κανείς έρμαιο των φαντασιώσεών του. Στο βαθμό που μιλάμε με όρους κτήσης, όσα κι αν «έχει» κανείς, πάντα θέλει και άλλα, και ιδίως εκείνα που εκείνος (φαντάζεται ότι) δεν μπορεί να «έχει». Ο βιασμός δεν είναι τόσο ζήτημα σεξουαλικότητας, όσο ζήτημα εξουσίας· η σεξουαλικότητα είναι το πεδίο στο οποίο εκδηλώνεται η πράξη, όχι όμως η ρίζα της. Και όπως έλεγε και ο Χομπς, προκειμένου για την εξουσία, (ή για την ιδιοκτησία, που εν προκειμένω είναι το ίδιο), κανείς δεν μπορεί να «έχει» κάτι παρά μόνο αποκτώντας ακόμα περισσότερα. Οι βιαστές δεν βιάζουν επειδή δεν έχουν άλλο τρόπο να καλύψουν τις σεξουαλικές τους ανάγκες/ επιθυμίες· βιάζουν επειδή αισθάνονται (ή/ και για να αισθανθούν) ανώτεροι από τους άλλους/ τις άλλες τις οποίες καθυποτάσσουν. Άριστοι, σα να λέμε.

Τις ίδιες δύο απολογητικές τακτικές υιοθετεί ο πεζογράφος Χρήστος Χωμενίδης σε άρθρο που δημοσίευσε στο capital.gr (ομολογουμένως πολύ εύστοχη επιλογή ιστότοπου), με το οποίο προσέρχεται αυθορμήτως ως μάρτυρας υπεράσπισης του Κυριάκου Μητσοτάκη που συνελήφθη επ’ αυτοφώρω να παραβιάζει το απόρρητο των επικοινωνιών –και αρκετές άλλες νομικές διατάξεις και πολιτικές αρχές. Το άρθρο έχει τον σκοπίμως ακατανόητο εξυπναδίστικο τίτλο «Εκ τριών λαϊκαστριών». Φυσικά κανείς ομιλητής της νέας ελληνικής δεν γνωρίζει τη λέξη του τίτλου. Όπως εξηγεί ο Χωμενίδης στο κείμενο, «λαϊκάστρια» είναι –έτσι πιστεύει ο ίδιος τουλάχιστον- ένας όρος που απαντά στον Αριστοφάνη, και ειδικότερα στους Αχαρνής, όπου ο Δικαιόπολις, προκειμένου να καταδείξει πόσο μάταιος και επιβλαβής ήταν ο πελοποννησιακός πόλεμος, ισχυρίζεται ότι αυτός έγινε «για τρεις πουτάνες». Έτσι αποδίδει τον όρο ο Διονύσης Σαββόπουλος στον «Αριστοφάνη που γύρισε από τα θυμαράκια». Ο Χωμενίδης, πάλι, δεν αρκέστηκε σε αυτό και σκέφτηκε να πλειοδοτήσει, υιοθετώντας την απόδοση «Για τρεις σκατοπουτάνες!» η οποία απαντά στη μετάφραση των «Αχαρνών» από τον Στέφανο Κουμανούδη[2]. Ίσως φοβήθηκε μήπως ο αναγνώστης θεωρήσει μία «απλή» πουτάνα ως ακόμα αποδεκτό και σοβαρό λόγο για έναν πόλεμο, οπότε έκρινε σκόπιμο να προσθέσει και ένα πρώτο συνθετικό το οποίο δεν φαίνεται να δικαιολογείται από το πρωτότυπο.

Όπως παρατήρησε ο Νίκος Σαραντάκος, στον Αριστοφάνη η λέξη δεν έχει διαλυτικά· αυτά τα προσθέτει ο συντάκτης στο άρθρο του, είτε εκ παραδρομής, είτε σκοπίμως για να κάνει υπαινιγμό στον τρισκατάρατο λαϊκισμό (αν ήταν έτσι, όμως, θα έπρεπε να το διευκρινίσει και όχι να δηλώνει ότι παραθέτει αυτολεξεί το χωρίο τη στιγμή που το αλλοιώνει).

Η αλλοίωση αυτή, βέβαια, αφορά τη γραφή, αλλά όσον αφορά την ομιλία, μάλλον παρά την θέληση του συντάκτη/ λογοπαίκτη, φέρνει τη λέξη πιο κοντά στον τρόπο με τον οποίο την πρόφεραν οι αρχαίοι Αθηναίοι. Από την άποψη που μας ενδιαφέρει εδώ, πάντως, σημασία έχει ότι, με διαλυτικά ή χωρίς, η λέξη δηλώνει τις εργάτριες του σεξ, τις βίζιτες σα να λέμε, οι οποίες ακόμα μια φορά ενοχοποιούνται για την «άδικη» κατηγορία. Και μάλιστα χωρίς καθόλου να εξειδικεύεται ποιες ακριβώς «σκατοπουτάνες» φταίνε, τι ακριβώς έκαναν και γιατί είναι τρεις και όχι π.χ. δύο ή τέσσερις.

Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει ότι ο Χωμενίδης ακολουθεί το ίδιο σόφισμα και την ίδια αυθαίρετη υπόθεση ότι οι εξουσιομανείς και πεπεισμένοι για την αριστεία και την ανωτερότητά τους (παρα)βιαστές σκέπτονται ορθολογικά. Την οποία διατυπώνει με έναν καταιγισμό «ρητορικών» ερωτήσεων:

Τι χρειαζόταν η διάρρηξη στα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος, στο κτήριο γραφείων Γουότεργκεϊτ, πέντε μήνες πριν, στις 17 Ιουνίου 1972; Ποιον λόγο είχε ο Νίξον να τη διατάξει ή να τη χρηματοδοτήσει από μυστικά κονδύλια ή έστω να την ανεχθεί;

(…)

Να παρακολουθείς τον Νίκο Ανδρουλάκη ή οποιονδήποτε άλλον; Δεν το θέλει κι ο Θεός [sic]. Να ζαλίζεις τα αυτιά σου υποκλέπτοντας τις εκατοντάδες καθημερινά συνδιαλέξεις του με παράγοντες του Πασόκ στην τοπική αυτοδιοίκηση και στον συνδικαλισμό;

Φοβερή λογική: παρακολουθήσεις δεν μπορεί να γίνονται, αφού … είναι θέλημα Θεού. Όχι μόνο η ανθρώπινη, αλλά και η θεία οικονομία, το αόρατο χέρι της πολιτικής αγοράς, τις αποκλείει· είναι όχι μόνο άσκοπες, αλλά και βαρετές!

Τι κρίμα που ο Ιωάννης Μεταξάς, ο στρατάρχης Παπάγος, ο εθνάρχης Καραμανλής, οι δικτάτορες του 67-74, δεν είχαν έναν σύμβουλο όπως ο Χωμενίδης για να τους εξηγήσει ότι «δεν ήθελε ο θεός» να οικοδομήσουν έναν Λεβιάθαν, να προσλάβουν και να εκπαιδεύσουν δεκάδες χιλιάδες υπαλλήλους και να σχηματίσουν ολόκληρα τριχοειδή δίκτυα άμισθων ή ημι-αμειβόμενων χαφιέδων που λειτουργούσαν επί δεκαετίες και κατέγραφαν με κάθε λεπτομέρεια κάθε κουβέντα και κάθε σκέψη άλλων δεκάδων, εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, συντάσσοντας λεπτομερείς φακέλους στους οποίους κατέγραφαν τι

στάσεις και προτιμήσεις έχουν οι άνθρωποι αυτοί στο πολιτικό, ιδεολογικό, αναγνωστικό, μουσικό, ερωτικό και όποιο άλλο πεδίο τους περνούσε απ’ το μυαλό, πότε πήγαν στο εξωτερικό και σε ποια χώρα, ποιον συνάντησαν, με ποιον μίλησαν και τι του είπαν; Πω πω! Δεν βαριόντουσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι να υποκλέπτουν συνδιαλέξεις για τον συνδικαλισμό και άλλα πληκτικά θέματα;

Σίγουρα θα βαριόντουσαν. Οπότε λοιπόν γιατί το έκαναν;

Διότι δεν αμφισβητείται ότι το έκαναν, όσο κι αν ο Χωμενίδης το βρίσκει παράλογο και αντιοικονομικό. Εκτός κι αν αμφιβάλλει και γι’ αυτό.

Αφού λοιπόν το έκαναν, κάποιο λόγο σοβαρό θα είχαν.

Εφόσον ο Χωμενίδης δεν μπορεί να τον φανταστεί, θα τολμούσα να του υποβάλω δοκιμαστικά την εξής εξήγηση: μάλλον είχαν την εξουσία και φοβόντουσαν μην την χάσουν.

Για να μην μπορεί ο Χωμενίδης να προσθέσει δύο και δύο και να βγάλει τέσσερα, και από πάνω να βγαίνει δημόσια και να επιτελεί αυτή του την αδυναμία παριστάνοντας τον ανήξερο, ελπίζω να εισέπραξε κάποιο εύλογο αντάλλαγμα· να μην την έπαθε σαν την Πόντια λαι(ϊ)κάστρια του ανεκδότου.

220px-7th_Earl_of_Elgin_by_Anton_Graff_around_1788

[1] Παραθέτω από μνήμης με βάση τα δημοσιεύματα εκείνων των ημερών. Το σάιτ Lignadis Trial Watch έχει αναγγείλει ότι πρόκειται να δημοσιεύσει τα πλήρη πρακτικά της δίκης. Όταν συμβεί αυτό επιφυλάσσομαι να παραθέσω το ακριβές κείμενο.

[2] Ευχαριστώ τον φιλόλογο και κριτικό Αριστοτέλη Σαΐνη για αυτή την επισήμανση.

Κλασσικό
Ανάλυση λόγου,Δίκαιο,Πολιτική

Ποινική –και πολιτική- λαϊκίστρια είναι η Σακελλαροπούλου

του Άκη Γαβριηλίδη

Στη συνταγματική μοναρχία, ο μονάρχης δεν είχε δικαίωμα ψήφου. Ούτε υποχρέωση ψήφου. Γενικώς, δεν ψήφιζε.

Ο μονάρχης συμβόλιζε την ενότητα του έθνους-κράτους. Το έθνος ως Όλον. Τα κόμματα, απ’ την άλλη, όπως λέει και η λέξη, είναι μέρος. Εάν ο μονάρχης επέλεγε ένα κόμμα μεταξύ πολλών, τότε το Όλον θα ήταν μέρος του εαυτού του, όπερ άτοπον.

Στην προεδρευόμενη δημοκρατία, η σύμβαση περί του (της) αρχηγού κράτους ως συμβ-Όλου δεν τηρείται με τόσο απαρέγκλιτη αυστηρότητα. Έτσι, ο πρόεδρος θεωρείται αποδεκτό να ψηφίζει. Επίσης, θεωρείται αποδεκτό να απευθύνει προς την κοινωνία νουθεσίες και συστάσεις, αρκεί αυτές να περιορίζονται σε κοινά αποδεκτές αλήθειες, να μην εξάπτουν πάθη και να μη γεννούν αντιθέσεις.

Το πρόβλημα είναι ότι, επειδή στην πολιτική δεν υπάρχει μεταγλώσσα, η κρίση περί του ποιες τοποθετήσεις γεννούν αντιθέσεις ενδέχεται να γεννά η ίδια αντιθέσεις. Διότι και αυτή η κρίση ανήκει στο πεδίο των πολιτικών αποφάνσεων, για τις οποίες ενδέχεται άλλως έχειν.

Αυτό ακριβώς συνέβη με την αποστροφή του λόγου της Σακελλαροπούλου περί –ή μάλλον κατά- του «λαϊκισμού» και του «κοινού περί δικαίου αισθήματος». Αυτό καταρχάς προκύπτει σαφώς εκ του Συνέχεια

Κλασσικό
Ανάλυση λόγου,Γλώσσα

H συγνώμη του Λιγνάδη

του Άκη Γαβριηλίδη

Αμέσως μετά την έξοδό του από τις φυλακές Κορυδαλλού λόγω της αναγνώρισης ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεσή του κατά της εις βάρος του καταδικαστικής απόφασης, ο φιλόλογος, ηθοποιός, σκηνοθέτης και βιαστής Δημήτρης Λιγνάδης έκανε δηλώσεις στα κανάλια. Σε αυτές μεταξύ άλλων είπε και τα εξής:

Έχω περίπου ενάμιση χρόνο να μιλήσω. Δεν είναι η στιγμή να πω πολλά πράγματα· θα ΄ρθούνε κι αυτές οι στιγμές. (…) Ενάμιση χρόνο, συγνώμη για το λαϊκό της έκφρασης, έπαιζαν μόνοι τους μπάλα. Νομίζω ότι τώρα δικαιούμαι να μιλήσω κι εγώ.

Ο άνθρωπος που, μόλις προηγουμένως, είχε κριθεί από την ελληνική δικαιοσύνη ένοχος για δύο βιασμούς, ξεστόμισε τη λέξη «συγνώμη» στις δηλώσεις του, αλλά η συγνώμη αυτή δεν αφορούσε τους Συνέχεια

Κλασσικό
ρατσισμός,Ανάλυση λόγου,Εθνικισμός,Πολιτική

Ο Παναγιώτης Σωτήρης ξεπλένει τη χούντα  

του Άκη Γαβριηλίδη

Το πρόσφατο σημείωμα για τις ρατσιστικές δηλώσεις του Νίκου Ξυλούρη μού στοίχισε μεταξύ άλλων μία βίαιη ad hominem επίθεση, στα όρια της κακοήθειας –ή ίσως πέρα απ’ αυτά-, από τον Παναγιώτη Σωτήρη.  Ο τελευταίος εκνευρίστηκε επειδή, όπως θεωρεί, προσπαθώ να αποδείξω ότι «μια σειρά από φιγούρες από το πολιτιστικό ‘Πάνθεον’ της αριστεράς κατά βάθος είναι εθνικιστές και ρατσιστές».

Για ζητήματα καλής συμπεριφοράς δεν έχω καμία πρόθεση, ούτε αρμοδιότητα να φερθώ ως παιδονόμος κανενός, και ακόμα λιγότερο ανθρώπων που έχουν την ίδια ηλικία με μένα. Αν ήταν να ασχολείται κανείς με κάθε μικροπρέπεια και κουτσομπολιό που δημοσιεύεται κάθε μέρα στα ΜΚΔ, δεν θα του έφτανε όλο το 24ωρο. Θα είχε όμως μία χρησιμότητα να δούμε λίγο το ουσιαστικό μέρος του ισχυρισμού, ή όποιο ίχνος τέλος πάντων τέτοιου ισχυρισμού υπάρχει σε αυτή την επίθεση, διότι ανήκει Συνέχεια

Κλασσικό
ρατσισμός,Ανάλυση λόγου,Εθνικισμός,Μουσική

Ο ρατσιστής Νίκος Ξυλούρης

του Άκη Γαβριηλίδη

Ο Νίκος Ξυλούρης είναι γνωστό ότι τη δεκαετία του 70 τραγούδησε σε πάρα πολλές εκδηλώσεις κατά της δικτατορίας, τόσο πριν όσο και μετά την πτώση της –μέχρι και στο κατειλημμένο από τους φοιτητές Πολυτεχνείο της Αθήνας το 1973.

Αυτό που ήταν λιγότερο γνωστό, τουλάχιστον σε μένα, είναι ότι οι πολιτικές του απόψεις ήταν τυπικό δείγμα εθνικισμού, ρατσισμού, πουριτανισμού, κινδυνολογίας, προγονοπληξίας, ηθικού πανικού και λατρείας της λογοκρισίας. Αυτές τις απόψεις πάντως εξέφρασε ανερυθρίαστα και αυθόρμητα, χωρίς καμία πίεση από κανέναν, μιλώντας μάλιστα με ιδιαίτερη φόρτιση, μέσα απ’ την ψυχή του, συμμετέχοντας σε αφιέρωμα του περιοδικού Ήχος και hi fi (τ. 61, Απρίλιος 1978[1]. Εκεί δήλωσε τα εξής απίστευτα:

Είναι ρεζίλεμα και ντροπή τους το ραδιόφωνο … Διαφθείρουν και παραπλανούν τους νέους ανθρώπους με τα διάφορα ξενόφερτα τραγούδια, τα νέγρικα, τα χου-χου! … Τη βρωμιά της Αμερικής μάς τη φέρανε στον τόπο μας, με αποτέλεσμα να παρασύρουν τους νέους στις ντισκοτέκ και να τους αποβλακώνουν. Κοντεύουμε να χάσουμε τα ήθη και τα έθιμά μας με όλα τούτα που μας φέρανε. Κρούω τον κώδωνα του κινδύνου. Πρέπει όλοι να προσέξουμε να μην αγοράζουνε τα παιδιά μας –με την πλύση εγκεφάλου που υφίστανται από το ραδιόφωνο- αμερικάνικους δίσκους. Είναι φοβερό αυτό που γίνεται. Ανοίγεις το Πρώτο Πρόγραμμα, ακούς ξένη μουσική. Το Δεύτερο το ίδιο, απ’ το πρωί μέχρι το βράδι. Πας στην ΥΕΝΕΔ, το άλλο ξεφτίλισμα, κι ακούς χειρότερα. (…) Ένας Πετρίδης έχει ξεφτιλίσει το Έθνος μας. Αυτόν δεν θα ’πρεπε να τον αφήνουν να περνάει καθόλου από ραδιόφωνο και τηλεόραση. Ντροπή τους, πρέπει να πούμε κάποτε ότι είμαστε Έλληνες.

Εφόσον είναι έτσι, γεννάται το ερώτημα: για ποιο λόγο ο άνθρωπος αυτός ήταν κατά της χούντας; Τι δεν του άρεσε σε αυτήν; Μήπως ότι δεν ήταν τόσο ξεκάθαρη στην καταγγελία των νέγρων;

Πέρα από τον σαρκασμό, νομίζω ότι το περιστατικό αναδεικνύει ένα υπαρκτό φαινόμενο. Πολλούς  Έλληνες καλλιτέχνες, (ή και μη καλλιτέχνες), η κινητοποίηση του Πολυτεχνείου –ή κάποια άλλη ανάλογη- τους συγκίνησε και τους επηρέασε όχι καθόσον έθετε έναν νέο προβληματισμό και νέα αιτήματα στο πολιτικό επίπεδο, αλλά καθόσον ήταν απλώς μία εξέγερση νέων άφοβων ανθρώπων ενάντια σε μία κάστα ηλικιωμένων, ανόητων και πληκτικών ανδρών, οι οποίοι τους κατέστειλαν ωμά[2].

Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα ήταν η Σοφία Βέμπο, η οποία λίγο νωρίτερα είχε τιμηθεί με μετάλλιο από τη Χούντα, αλλά τις μέρες του Πολυτεχνείου συμπαραστάθηκε, και εκείνη και ο Μίμης Τραϊφόρος, με ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια στους φοιτητές και τις φοιτήτριες, κρύβοντας και περιθάλποντας πολλούς απ’ αυτούς. Επίσης, ένα πιο κοντινό παράδειγμα είναι ο Νίκος Γκάτσος, κατά καιρούς συνεργάτης (και) του Ξυλούρη, ο οποίος στους στίχους του αποτυπώνει διάφορες παραλλαγές ενός χριστικού μοτίβου, συχνά με ρητή αναφορά στον ίδιο τον Ιησού: ένας νέος άνδρας εξεγείρεται απέναντι σε μια διεφθαρμένη κοινωνική κατάσταση και συντρίβεται από τους ισχυρούς, αλλά κερδίζει το θαυμασμό και τη συμπάθειά μας. Αν όμως αναζητήσουμε στους στίχους του κάποια έστω απόμακρη αναφορά στο ιδιαίτερο περιεχόμενο και τις αιτίες αυτής της εξέγερσης, δεν θα βρούμε ποτέ κάτι πιο συγκεκριμένο από τη «λευτεριά» για την οποία «πάλευαν τα νιάτα» –η οποία όμως νοείται αποκλειστικά, ή κυρίως, ως εθνική. Πάντως δεν θα βρούμε καμία αναφορά που να μπορεί να εκληφθεί έστω απόμακρα ως υπέρ της δημοκρατίας. Αντιθέτως μάλιστα, όπως έχω δείξει στο παρελθόν, από τους στίχους του δεν λείπουν και απολύτως ρητές, και αποκρουστικές, αντι-δημοκρατικές αναφορές.

Αυτό δείχνει ότι, συχνά, οι άνθρωποι προσελκύονται –ή θεωρούν, οι ίδιοι ή/ και οι άλλοι, ότι προσελκύονται- σε κάποιο πολιτικό ρεύμα, για λόγους ενδεχομενικούς και μερικούς, χωρίς απαραίτητα να υιοθετούν τις ουσιαστικές πολιτικές ιδέες που συνήθως συνδέουμε με αυτό το ρεύμα.

Δεν εννοώ με αυτό ότι κακώς προσελκύονται. Αυτό είναι αναπόφευκτο, δεν αποτελεί κάποιου είδους σκάνδαλο ή παρέκκλιση που πρέπει ή μπορεί να εξαλειφθεί. Απλώς μερικές φορές απολήγει σε κραυγαλέες και σχεδόν κωμικές αναντιστοιχίες.

maxresdefault

[1] Τη δήλωση αυτή επανέφερε στη μνήμη μας πρόσφατα ο Γιώργος Αλλαμανής στο βιβλίο του Στον καιρό της Λιλιπούπολης. Ευχαριστώ τον Θανάση Ζελιαναίο που έθεσε στη διάθεσή μου το σύνολο του αφιερώματος του περιοδικού, στο οποίο υπάρχουν δηλώσεις και άλλων καλλιτεχνών (π.χ. της Αλεξίου, του Νότη Μαυρουδή, του Λίνου Κόκοτου, ακόμα και του … Φώτη Αλέπορου), σε σχέση με τις οποίες εκείνη του Ξυλούρη ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες στο γάλα με την ωμότητα και την αφέλειά της.

[2] Άλλους πάλι, και μάλιστα ενταγμένους στην αριστερά, δεν τους εντυπωσίασαν καθόλου παρόμοιες κινητοποιήσεις –όπως π.χ. τον Μανόλη Αναγνωστάκη.

Κλασσικό
φεμινισμός,φιλελευθερισμός,Ανάλυση λόγου,Πολιτική,Στρατηγική,Φιλοσοφία

Δεν έχω μήτρα. Μπορώ να είμαι υπέρ του κοινωνικού δικαιώματος στην έκτρωση;

του Άκη Γαβριηλίδη

Στην τρέχουσα συγκυρία, η οποία σημαδεύεται από την πρωτοφανή οπισθοδρόμηση που επέφερε η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ κατά την οποία δεν υφίσταται πλέον ομοσπονδιακά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην έκτρωση, στα ΜΚΔ και πιθανόν σε κάποιους τοίχους των ελληνικών πόλεων, εμφανίστηκε μία αφίσα η οποία προορίζεται να υπερασπιστεί το δικαίωμα αυτό. Η παρακάτω: Συνέχεια

Κλασσικό