Αρχείο

έξοδος

του Ιλκέρ Γιαμάν

Η Ιστανμπούλ υπήρξε λίκνο πολυάριθμων πολιτισμών επί αιώνες, φιλοξενώντας τρεις από τις κυριότερες θρησκείες του κόσμου που διαμόρφωσαν το αστεακό τοπίο αυτής της συναρπαστικής πόλης στην οποία μπορείς να βρεις ένα τζαμί, ένα κτίσμα υπό μορφή εκκλησίας και μια συναγωγή όλα στον ίδιο τόπο. Λίγα βήματα παραπέρα, μπορεί κανείς να πετύχει την κατοικία μιας ομάδας αγίων των δερβίσηδων.

Κάποτε, ένας φίλος με ρώτησε: «αν τα κτίσματα στην Ιστανμπούλ μπορούσαν να εκφραστούν, ποιο θα μιλούσε περισσότερο;». Προς έκπληξή του, του απάντησα: το τέμενος Καλεντέρχανέ. Πρόκειται για το πιο ταιριαστό παράδειγμα για την πλούσια ανταλλαγή μεταξύ πίστεων στην Ιστανμπούλ.

Η ιστορία του ξεκινά με μια ανατολική ορθόδοξη εκκλησία αφιερωμένη στην Θεοτόκο Κυριώτισσα. Την εκκλησία αυτή τη χρησιμοποίησαν οι Σταυροφόροι ως ρωμαιοκαθολικό Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Τι κοινό έχουν ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Κ.Π. Καβάφης,  ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Νικόλας Άσιμος και ο Μιχάλης Μαραγκάκης;

Η απάντηση είναι: δεν υπηρέτησαν ποτέ θητεία στον ελληνικό στρατό. (Ούτε και σε κανέναν άλλον).

Αντιθέτως ο Ιωάννης Μεταξάς, ο Παύλος Γύπαρης, ο Γεώργιος Γρίβας, ο Στυλιανός Παττακός, ο Δημήτριος Ιωαννίδης, ο Νίκος Μιχαλολιάκος και ο βιαστής Κυριάκος Παπαχρόνης όλοι υπηρέτησαν σε αυτόν. Ορισμένοι μάλιστα τον διοίκησαν.

Νομίζω ότι αν συγκρίνουμε πόσα προσέφεραν στην ελληνική κοινωνία οι δύο αυτές ομάδες, θα επικρατούσε σαφώς η πρώτη με μεγάλη διαφορά.

Πράγμα που δείχνει πόσο άκυρες και υποκριτικές είναι οι ηθικολογίες περί «χρέους προς Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Από χθες, ο χώρος της ελληνόφωνης δημοσιότητας κατακλύζεται από λόγους σχετικά με το απαίσιο τροχαίο συμβάν που, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, έθεσε τέρμα στη ζωή τεσσάρων ανθρώπων.

Κατά κάπως απρόσμενο τρόπο, μεγάλο μέρος των ανταλλαγών περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα αν το συμβάν αυτό είναι «ταξικά καθορισμένο». Ίσως επειδή ένα τέτοιο γεγονός διαρρηγνύει τόσο συντριπτικά το νόημα, ώστε οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να προσφύγουν σε έννοιες και διαδικασίες που υπόσχονται να τους δώσουν έναν μπούσουλα και ένα σημαίνον ώστε να μπορέσουν να μιλήσουν κάπως γι’ αυτό, να πουν κάτι παρά τίποτα.

Έτσι ή αλλιώς, πάντως, οι λόγοι αυτοί αναπτύσσονται, και έχουν αυτό και όχι το άλλο περιεχόμενο. Φέρνουν δηλαδή στο φως μία συγκεκριμένη λογική και έναν τρόπο αντίληψης ο οποίος είναι εκεί, στα μυαλά των ανθρώπων, ακόμη και όταν δεν επιστρατεύεται για να θεραπεύσει την αφωνία μπροστά σε ένα τραυματικό συμβάν. Και μάλιστα την εκδηλώνουν πιο καθαρά απ’ ό,τι όταν οι ομιλούντες έχουν συνείδηση ότι πραγματεύονται ένα εμφανώς και αναντίρρητα «ταξικό» ζήτημα.

Στο παρόν σημείωμα, λοιπόν, θα ήθελα να «ξύσω» λίγο αυτή την αντίληψη: τι (εν)νοούμε όταν λέμε ότι ένα ζήτημα, όποιο κι αν είναι αυτό, είναι «ταξικό»; Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Ο Γιώργος Θεοτοκάς, στο Ελεύθερο Πνεύμα του, που θεωρήθηκε και ως μανιφέστο της γενιάς του 30, είχε διακηρύξει ότι «ένας οποιοσδήποτε Γιαγκούλας των ελληνικών βουνών» τον ενδιαφέρει πολύ περισσότερο από τον Καβάφη.

Ο Νίκος Γκάτσος, ένας εκπρόσωπος της ίδιας γενιάς που έγραψε κυρίως τραγούδια (τα περισσότερα σε συνεργασία με τον Μάνο Χατζιδάκι), υλοποίησε αυτή τη δήλωση προτίμησης φτιάχνοντας μεταξύ άλλων το κομμάτι «Ένας ευαίσθητος ληστής», το οποίο τραγούδησε σε πρώτη εκτέλεση ο Γιώργος Ρωμανός τη δεκαετία του 70, σε επόμενες δε πολλοί άλλοι. Τελευταία εξ αυτών η τραγουδίστρια που σταδιοδρομεί με το μικρό της μόνο όνομα, «Πάολα», σε γνωστή ψυχαγωγική τηλεοπτική εκπομπή. Η εκτέλεση αυτή προκάλεσε αρκετά δυσμενή σχόλια, μέχρι και την πρόβλεψη ότι «Θα τρίζουν τα κόκκαλα του Χατζιδάκι» –αλλά και απαντήσεις στα σχόλια αυτά που επισήμαιναν με διαφωτιστική και φιλελεύθερη ευρύτητα ότι «ο καθένας έχει δικαίωμα να τραγουδάει ό,τι θέλει αρκεί να το τραγουδάει καλά».

Η αμοιβαιότητα αυτή των αμφισβητήσεων-υπερασπίσεων είναι απολύτως κατοπτρική, και κάθε Read More

των Ευτυχισμένων Ανέργων[1]

 

Τη στιγμή αυτή υπάρχουν διάφορες κινήσεις και πρωτοβουλίες κατά των μέτρων λιτότητας, κατά της ανεργίας, κατά του νεοφιλελευθερισμού … Αλλά το ερώτημα είναι επίσης: υπέρ ποίου πράγματος πρέπει να δηλώσουμε; Πάντως, όχι υπέρ του κράτους προνοίας και της πάλαι ποτέ πλήρους απασχόλησης, τα οποία ούτως ή άλλως έχουν τόσες πιθανότητες να επανέλθουν όσο και η ατμομηχανή στα τραίνα. Αλλά αυτό που μας περιμένει θα μπορούσε να ήταν ακόμα χειρότερο. Δεν είναι απίθανο να δοθεί στους ανέργους η δυνατότητα να καλλιεργούν τα λαχανικά τους και να αυτοσχεδιάζουν τις κοινωνικές τους σχέσεις στα ασαφή πεδία και τις χωματερές της μετανεωτερικότητας, ενώ θα τους παρακολουθεί από απόσταση η ηλεκτρονική αστυνομία και θα τους έχει αναλάβει κάποια μαφία, ώστε η ευκατάστατη μειοψηφία να μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς μπελάδες. Οι Ευτυχισμένοι Άνεργοι ψάχνουν ένα πέρασμα για να βγουν από αυτό το δίλημμα Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Ληστέψανε την τράπεζα.
Και τι με νοιάζει εμένα;
Δεν είμαι με κανένα.
Π. Σιδηρόπουλος

 

Η τελευταία χρηματοπιστωτική κρίση[1] έχει ήδη γεννήσει έναν μεγάλο όγκο κειμένων.

Κάθε τέτοιο κείμενο που σέβεται τον εαυτό του, είθισται να εξηγεί τρία στοιχεία: α) πώς φτάσαμε στην κρίση, β) τι πρέπει να γίνει από δω και πέρα, γ) γιατί κάνουν λάθος όσοι λένε διαφορετικά πράγματα για τα α) και β).

Κι εγώ στο παρόν άρθρο δεν σκοπεύω να κάνω κάτι διαφορετικό. Αυτά λοιπόν που έχω να πω είναι τα εξής:

 

α) η κρίση είναι αποτέλεσμα της εξόδου του πλήθους από τη μισθωτή σχέση.

Ο δανεισμός και η «υπερχρέωση των λαϊκών νοικοκυριών», για την οποία φρίττουν συντηρητικοί και προοδευτικοί σχολιαστές, μαρτυρεί μια –γνήσια και όχι «κατασκευασμένη»- επιθυμία των ανθρώπων να εξασφαλίζουν τα προς το ζην ανεξάρτητα από τη συμμετοχή τους στην παραγωγική διαδικασία· διότι μας δείχνει ότι ο κόσμος, εάν έχει την επιλογή, προτιμά να δανείζεται παρά να εργάζεται. Και η προτίμηση αυτή είναι απολύτως φυσιολογική και θεμιτή· δυνάμει μάλιστα είναι αντικαπιταλιστική. Δεν χρειάζεται να ντρεπόμαστε και να ανησυχούμε γι’ αυτή Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Τη χρονιά που πέρασε –την εκατοστή επέτειο από τα γεγονότα- κυκλοφόρησε το βιβλίο τού Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου 1915. Ο εθνικός διχασμός (Πατάκη, Αθήνα 2015). Πρόκειται για ένα βιβλίο που εξαρχής αυτοπαρουσιάζεται με αρκετά «υψηλό προφίλ» και με κάποια συγκινησιακή φόρτιση: ο συγγραφέας πιστώνει στον εαυτό του μία ερμηνεία (και όχι μια απλή εξιστόρηση) για το φαινόμενο του διχασμού, και μάλιστα κατ’ αυτόν τη μόνη άξια λόγου ερμηνεία, εφόσον από την πρώτη ήδη σελίδα απορρίπτει όλες τις άλλες που διάβασε τα τελευταία χρόνια ως «απογοητευτικές». Εκφράζει μάλιστα και σχετικό παράπονο για το ότι η ερμηνεία αυτή «δεν προκάλεσε συζήτηση».

Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Καλά κάνει. Το σημείωμα αυτό δεν το γράφω για να πω ότι πρέπει να είμαστε σεμνοί. Αντιθέτως, το γράφω ακριβώς ώστε από τη μεριά μου να «σηκώσω το γάντι» αυτής της πρόκλησης, να κάνω συζήτηση γύρω από αυτή την ερμηνεία και να αντιπροτείνω μία άλλη, δική μου.

Αυτή η άλλη ερμηνεία είναι η εξής: ότι τον εθνικό διχασμό (του 1915 και, ίσως, κάθε άλλον) δεν πρέπει να τον δούμε ως μία σύγκρουση ανάμεσα σε δύο εναλλακτικά «προτάγματα» για το τι είδους κράτος επιθυμούμε. Πρέπει να τον δούμε, ριζικότερα, ως τον διχασμό ανάμεσα στην επιθυμία του κράτους και την μη επιθυμία του κράτους (ή την επιθυμία του μη κράτους). Το διχασμό δεν τον προκαλεί μία διαφωνία γύρω από το πώς να οργανώσουμε το κράτος, αλλά τον Read More