Archive

έξοδος

του Άκη Γαβριηλίδη

Ο Γιώργος Θεοτοκάς, στο Ελεύθερο Πνεύμα του, που θεωρήθηκε και ως μανιφέστο της γενιάς του 30, είχε διακηρύξει ότι «ένας οποιοσδήποτε Γιαγκούλας των ελληνικών βουνών» τον ενδιαφέρει πολύ περισσότερο από τον Καβάφη.

Ο Νίκος Γκάτσος, ένας εκπρόσωπος της ίδιας γενιάς που έγραψε κυρίως τραγούδια (τα περισσότερα σε συνεργασία με τον Μάνο Χατζιδάκι), υλοποίησε αυτή τη δήλωση προτίμησης φτιάχνοντας μεταξύ άλλων το κομμάτι «Ένας ευαίσθητος ληστής», το οποίο τραγούδησε σε πρώτη εκτέλεση ο Γιώργος Ρωμανός τη δεκαετία του 70, σε επόμενες δε πολλοί άλλοι. Τελευταία εξ αυτών η τραγουδίστρια που σταδιοδρομεί με το μικρό της μόνο όνομα, «Πάολα», σε γνωστή ψυχαγωγική τηλεοπτική εκπομπή. Η εκτέλεση αυτή προκάλεσε αρκετά δυσμενή σχόλια, μέχρι και την πρόβλεψη ότι «Θα τρίζουν τα κόκκαλα του Χατζιδάκι» –αλλά και απαντήσεις στα σχόλια αυτά που επισήμαιναν με διαφωτιστική και φιλελεύθερη ευρύτητα ότι «ο καθένας έχει δικαίωμα να τραγουδάει ό,τι θέλει αρκεί να το τραγουδάει καλά».

Η αμοιβαιότητα αυτή των αμφισβητήσεων-υπερασπίσεων είναι απολύτως κατοπτρική, και κάθε Read More

των Ευτυχισμένων Ανέργων[1]

 

Τη στιγμή αυτή υπάρχουν διάφορες κινήσεις και πρωτοβουλίες κατά των μέτρων λιτότητας, κατά της ανεργίας, κατά του νεοφιλελευθερισμού … Αλλά το ερώτημα είναι επίσης: υπέρ ποίου πράγματος πρέπει να δηλώσουμε; Πάντως, όχι υπέρ του κράτους προνοίας και της πάλαι ποτέ πλήρους απασχόλησης, τα οποία ούτως ή άλλως έχουν τόσες πιθανότητες να επανέλθουν όσο και η ατμομηχανή στα τραίνα. Αλλά αυτό που μας περιμένει θα μπορούσε να ήταν ακόμα χειρότερο. Δεν είναι απίθανο να δοθεί στους ανέργους η δυνατότητα να καλλιεργούν τα λαχανικά τους και να αυτοσχεδιάζουν τις κοινωνικές τους σχέσεις στα ασαφή πεδία και τις χωματερές της μετανεωτερικότητας, ενώ θα τους παρακολουθεί από απόσταση η ηλεκτρονική αστυνομία και θα τους έχει αναλάβει κάποια μαφία, ώστε η ευκατάστατη μειοψηφία να μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς μπελάδες. Οι Ευτυχισμένοι Άνεργοι ψάχνουν ένα πέρασμα για να βγουν από αυτό το δίλημμα Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Ληστέψανε την τράπεζα.
Και τι με νοιάζει εμένα;
Δεν είμαι με κανένα.
Π. Σιδηρόπουλος

 

Η τελευταία χρηματοπιστωτική κρίση[1] έχει ήδη γεννήσει έναν μεγάλο όγκο κειμένων.

Κάθε τέτοιο κείμενο που σέβεται τον εαυτό του, είθισται να εξηγεί τρία στοιχεία: α) πώς φτάσαμε στην κρίση, β) τι πρέπει να γίνει από δω και πέρα, γ) γιατί κάνουν λάθος όσοι λένε διαφορετικά πράγματα για τα α) και β).

Κι εγώ στο παρόν άρθρο δεν σκοπεύω να κάνω κάτι διαφορετικό. Αυτά λοιπόν που έχω να πω είναι τα εξής:

 

α) η κρίση είναι αποτέλεσμα της εξόδου του πλήθους από τη μισθωτή σχέση.

Ο δανεισμός και η «υπερχρέωση των λαϊκών νοικοκυριών», για την οποία φρίττουν συντηρητικοί και προοδευτικοί σχολιαστές, μαρτυρεί μια –γνήσια και όχι «κατασκευασμένη»- επιθυμία των ανθρώπων να εξασφαλίζουν τα προς το ζην ανεξάρτητα από τη συμμετοχή τους στην παραγωγική διαδικασία· διότι μας δείχνει ότι ο κόσμος, εάν έχει την επιλογή, προτιμά να δανείζεται παρά να εργάζεται. Και η προτίμηση αυτή είναι απολύτως φυσιολογική και θεμιτή· δυνάμει μάλιστα είναι αντικαπιταλιστική. Δεν χρειάζεται να ντρεπόμαστε και να ανησυχούμε γι’ αυτή Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Τη χρονιά που πέρασε –την εκατοστή επέτειο από τα γεγονότα- κυκλοφόρησε το βιβλίο τού Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου 1915. Ο εθνικός διχασμός (Πατάκη, Αθήνα 2015). Πρόκειται για ένα βιβλίο που εξαρχής αυτοπαρουσιάζεται με αρκετά «υψηλό προφίλ» και με κάποια συγκινησιακή φόρτιση: ο συγγραφέας πιστώνει στον εαυτό του μία ερμηνεία (και όχι μια απλή εξιστόρηση) για το φαινόμενο του διχασμού, και μάλιστα κατ’ αυτόν τη μόνη άξια λόγου ερμηνεία, εφόσον από την πρώτη ήδη σελίδα απορρίπτει όλες τις άλλες που διάβασε τα τελευταία χρόνια ως «απογοητευτικές». Εκφράζει μάλιστα και σχετικό παράπονο για το ότι η ερμηνεία αυτή «δεν προκάλεσε συζήτηση».

Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Καλά κάνει. Το σημείωμα αυτό δεν το γράφω για να πω ότι πρέπει να είμαστε σεμνοί. Αντιθέτως, το γράφω ακριβώς ώστε από τη μεριά μου να «σηκώσω το γάντι» αυτής της πρόκλησης, να κάνω συζήτηση γύρω από αυτή την ερμηνεία και να αντιπροτείνω μία άλλη, δική μου.

Αυτή η άλλη ερμηνεία είναι η εξής: ότι τον εθνικό διχασμό (του 1915 και, ίσως, κάθε άλλον) δεν πρέπει να τον δούμε ως μία σύγκρουση ανάμεσα σε δύο εναλλακτικά «προτάγματα» για το τι είδους κράτος επιθυμούμε. Πρέπει να τον δούμε, ριζικότερα, ως τον διχασμό ανάμεσα στην επιθυμία του κράτους και την μη επιθυμία του κράτους (ή την επιθυμία του μη κράτους). Το διχασμό δεν τον προκαλεί μία διαφωνία γύρω από το πώς να οργανώσουμε το κράτος, αλλά τον Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Καθ’ όλο τον εικοστό αιώνα, διεξήχθησαν παθιασμένες συζητήσεις για το λεγόμενο «εθνικό ζήτημα», για το τι είναι «το έθνος» (συνήθως με οριστικό άρθρο στον ενικό), ποια η ουσία του, ποια πρέπει να είναι η στάση της αριστεράς απέναντι σε αυτό, και άλλα μεταφυσικά ερωτήματα.

Στο παρόν σημείωμα, δεν σκοπεύω να ξανανοίξω τα ζητήματα αυτά. Χρησιμοποιώ στον τίτλο τον όρο «έθνος» για να υπονοήσω κάτι διαφορετικό: όχι τη στάση της αριστεράς απέναντι στη φαντασιακή κοινότητα του έθνους, αλλά τη φαντασιακή ιδέα ότι η ίδια η αριστερά αποτελεί μια διακριτή κοινότητα, ένα οιονεί χωριστό έθνος-κράτος (εν κράτει) μέσα στην υπόλοιπη κοινωνία, για το οποίο ισχύουν άλλα μέτρα και σταθμά.

Την ιδέα αυτή δεν την προβάλλει και δεν την διακηρύσσει ρητά κανείς ως δική του, εμπράκτως όμως την ακολουθούν πολλοί, με ποικίλες πολιτικές προτιμήσεις και διαθέσεις, άλλοτε φιλικές και άλλοτε εχθρικές προς την αριστερά ή κάποια εκδοχή της. Ας πούμε, την ακολουθεί από την πρώτη της φράση μια έκκληση συλλογής υπογραφών που δημοσιεύθηκε στις 5 Ιουνίου 2015 στο διαδίκτυο με τίτλο Οι κόκκινες γραμμές υπάρχουν όταν τηρούνται: Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Την τελευταία εβδομάδα, ένα κάπως απρόσμενο όπλο ήρθε να προστεθεί στο τρομοκρατικό οπλοστάσιο των εκπροσώπων της ελληνικής «κάστας»: το φάντασμα των εκλογών τού 1920. Με διαφορά λίγων ημερών, τουλάχιστον τρεις απολογητές του μνημονίου ανέλαβαν να υπενθυμίσουν στο άφρον εκλογικό σώμα τι παθαίνει όποιος «επιλέγει ελεύθερα, αλλά ασυνείδητα, να συγκρουστεί με ένα ευρωπαϊκό σύστημα» που «μόνο πλεονεκτήματα του είχε εξασφαλίσει» –σύμφωνα με την απερίφραστα απειλητική διατύπωση που χρησιμοποίησε ο τελευταίος εξ αυτών, ο Ι.Κ. Πρετεντέρης[1].

Ποιο είναι λοιπόν αυτό το φάντασμα που απειλεί τα «πλεονεκτήματα»;

Στο καθαυτό περιεχόμενο των αντίστοιχων άρθρων, γίνεται –άλλοτε υπαινικτικά και άλλοτε σαφέστερα όπως παραπάνω- η εξής αναλογία: στις εκλογές τού 20 οι Έλληνες ψηφοφόροι καταψήφισαν τον Βενιζέλο και Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Στις αναλύσεις που ακολούθησαν τις πρόσφατες εκλογές, (αλλά και παλαιότερες), ένα από τα βασικά ερμηνευτικά κλειδιά που χρησιμοποιούνται ιδίως από αναλυτές που αναφέρονται στο χώρο της αριστεράς είναι ο «ταξικός» χαρακτήρας της ψήφου –ή η έλλειψή του. Με τη βοήθεια ποσοστών, χαρτών, πινάκων και άλλων υποτίθεται «αντικειμενικών» εργαλείων αναζητάται εναγωνίως ποιες τάξεις ή/ και «στρώματα» προτιμούν το Α κόμμα και ποιες το Β. Συνήθως διαπιστώνεται με ικανοποίηση ότι π.χ. ο ΣΥΡΙΖΑ γενικά συγκέντρωσε τη στήριξη των «λαϊκών στρωμάτων», ή πάντως αυτό συνέβη σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι στο παρελθόν (βλ. π.χ. άρθρο του Γιώργου Ανανδρανιστάκη στην Αυγή της 31.05.2014 με τον απλό και εύγλωττο τίτλο «Ψήφος ταξική»). Άλλοτε πάλι διαπιστώνεται ότι αντιθέτως το κόμμα αυτό «παρουσιάζει μικρή αλλά σημαντική κάμψη στις λαϊκές γειτονιές, τους άνεργους και τους νέους, γεγονός που πιθανόν σχετίζεται με χαλάρωση της απεύθυνσης στα στρώματα αυτά που είναι τα κυρίως θιγόμενα και στρατηγικά δεμένα με την αριστερά» (Αλέξη Μπένου, «Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα» –μια αιτιολόγηση η οποία την ίδια στιγμή συνιστά και έμμεση υπόδειξη για μια νέα πολιτική, λιγότερο «χαλαρή»).

Η διερεύνηση αυτή υποτίθεται ότι ανταποκρίνεται στον εσώτερο πυρήνα, στην πεμπτουσία του μαρξισμού και της επαναστατικής θεωρίας, που είναι η ανάγνωση της ιστορίας με βάση την πάλη των τάξεων. Ωστόσο, ισχυρίζομαι ότι η μεθοδολογία τέτοιων αναλύσεων από πρακτική άποψη έχει μεγαλύτερη σχέση με την περιγραφική αστική κοινωνιολογία, για να μην πούμε δημο(σιο)γραφία, παρά με τον Μαρξ ή με οτιδήποτε Read More