Ανάλυση λόγου,Δίκαιο,Πολιτική

Ποινική –και πολιτική- λαϊκίστρια είναι η Σακελλαροπούλου

του Άκη Γαβριηλίδη

Στη συνταγματική μοναρχία, ο μονάρχης δεν είχε δικαίωμα ψήφου. Ούτε υποχρέωση ψήφου. Γενικώς, δεν ψήφιζε.

Ο μονάρχης συμβόλιζε την ενότητα του έθνους-κράτους. Το έθνος ως Όλον. Τα κόμματα, απ’ την άλλη, όπως λέει και η λέξη, είναι μέρος. Εάν ο μονάρχης επέλεγε ένα κόμμα μεταξύ πολλών, τότε το Όλον θα ήταν μέρος του εαυτού του, όπερ άτοπον.

Στην προεδρευόμενη δημοκρατία, η σύμβαση περί του (της) αρχηγού κράτους ως συμβ-Όλου δεν τηρείται με τόσο απαρέγκλιτη αυστηρότητα. Έτσι, ο πρόεδρος θεωρείται αποδεκτό να ψηφίζει. Επίσης, θεωρείται αποδεκτό να απευθύνει προς την κοινωνία νουθεσίες και συστάσεις, αρκεί αυτές να περιορίζονται σε κοινά αποδεκτές αλήθειες, να μην εξάπτουν πάθη και να μη γεννούν αντιθέσεις.

Το πρόβλημα είναι ότι, επειδή στην πολιτική δεν υπάρχει μεταγλώσσα, η κρίση περί του ποιες τοποθετήσεις γεννούν αντιθέσεις ενδέχεται να γεννά η ίδια αντιθέσεις. Διότι και αυτή η κρίση ανήκει στο πεδίο των πολιτικών αποφάνσεων, για τις οποίες ενδέχεται άλλως έχειν.

Αυτό ακριβώς συνέβη με την αποστροφή του λόγου της Σακελλαροπούλου περί –ή μάλλον κατά- του «λαϊκισμού» και του «κοινού περί δικαίου αισθήματος». Αυτό καταρχάς προκύπτει σαφώς εκ του αποτελέσματος: η δήλωση πυροδότησε ήδη έντονες αντιπαραθέσεις και επικρίσεις. Ήταν ένας λόγος κατά της διχόνοιας που προκάλεσε διχόνοια.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι η δήλωση εμπεριέχει ήδη μέσα της το διχασμό, τον διφυή χαρακτήρα.

Προκειμένου να μην «καρφώνεται» τελείως, η Σακελλαροπούλου αποφεύγει να αναφέρει συγκεκριμένα ονόματα και πράγματα, μιλώντας –όπως νομίζει- σε ένα γενικό επίπεδο αρχών. Η επιλογή της αυτή, όμως, έχει ως αποτέλεσμα τα λόγια της, αντίθετα ίσως προς τις προθέσεις της, να μπορούν να διαβαστούν και προς τις δύο –ή/ και περισσότερες- κατευθύνσεις. Η παραίνεση προς τον λαό της είναι ότι δεν πρέπει να υπάρχουν εξωδικαστικές παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη, να σεβόμαστε τις αποφάσεις της και να μην παραβιάζουμε το τεκμήριο αθωότητας. Πλην όμως, στην υπόθεση του Λιγνάδη, οι υποδείξεις αυτές μπορεί να εξειδικευθούν εξίσου, αν όχι περισσότερο, ως υποδείξεις προς την πλευρά που επιχείρησε –ανεπιτυχώς μέχρι στιγμής- να τον βγάλει λάδι για τους βιασμούς. Διότι όσοι αναρτούν πανώ τα οποία λένε απλώς «Είναι βιαστής», τι άλλο κάνουν από το να σέβονται και να προσυπογράφουν τις αποφάσεις της δικαιοσύνης; Δεν μπορώ να θυμηθώ άλλη τόσο καθαρή περίπτωση κατά την οποία ένα δημόσιο σύνθημα να συνίσταται απλώς και μόνο στο περιεχόμενο μιας απόφασης ποινικού δικαστηρίου. Όσοι ζητούν σεβασμό της δικαιοσύνης θα έπρεπε να είναι ενθουσιασμένες από αυτή την εξέλιξη. Εκείνες που δεν σέβονται αυτές τις αποφάσεις είναι όσες αποχωρούν σαν τις στρουθοκαμήλους από δημόσιους χώρους όπου είναι αναρτημένο ένα τέτοιο πανώ, μη αντέχοντας να δούνε γραμμένη μπροστά στα μάτια τους την κρίση ενός μικτού ορκωτού κακουργιοδικείου της Ελληνικής Δημοκρατίας, την οποία υποτίθεται ότι υπηρετούν και εορτάζουν.

Επίσης, το τεκμήριο αθωότητας το παραβιάζει ο γνωστός κλόουν που δυστυχώς εξακολουθεί να αποτελεί μέλος του ΔΣΑ και να γελοιοποιεί ανεπανόρθωτα τον σύλλογο αυτό αφοδεύοντας καθημερινά πάνω στο νομικό πολιτισμό του διαφωτισμού και παραβιάζοντας κάθε έννοια σεβασμού στην ιδιωτική ζωή μαρτύρων της δίκης (για τους οποίους, κατ’ ακριβολογία, η έννοια του τεκμηρίου αθωότητας δεν εφαρμόζεται καν, διότι αυτοί δεν έχουν καταδικαστεί, ούτε κατηγορούνται καν για κανένα αδίκημα· οπότε η αθωότητά τους δεν τεκμαίρεται απλώς, είναι δεδομένη. Σχετικά με την έννοια του τεκμηρίου αθωότητας ίσως επανέλθω σύντομα με αυτοτελές σημείωμα). Η Σακελλαροπούλου ξιφουλκεί κατά της «στοχοποίησης», περιορίζοντας την απόρριψή της μόνο στους δικαστικούς. Στην περιοριστική αυτή αναφορά θα μπορούσαμε να αντιδράσουμε κατά δύο τρόπους: είτε να την καταγγείλουμε για υποκρισία, είτε να την χρησιμοποιήσουμε ως βάση ώστε να επεκτείνουμε την προστασία αυτή και στους μάρτυρες, που άλλωστε και αυτοί αποτελούν παράγοντες της δίκης.

Ο λόγος της ΠτΔ, λοιπόν, αποτελείται από κενά σημαίνοντα, τα οποία η ομιλούσα αναμένει ότι θα πληρωθούν από τη γνώση ή/ και τη φαντασία των ακροατριών, αλλά η συμπλήρωση αυτή μπορεί να είναι πολωτική και να καταλαμβάνει και τις δύο πλευρές της διχόνοιας. Έτσι, δεν κλείνει το θέμα αλλά το μεταθέτει, αναπαράγοντας διευρυμένα αυτή τη διχόνοια.

Πράγμα που παγίως συμβαίνει με έναν συγκεκριμένο τύπο πολιτικού λόγου, τον οποίο οι πολιτικοί αναλυτές, ιδίως όσοι είναι εξοικειωμένοι με την παράδοση του Λακλάου και του Σταυρακάκη, δεν θα είχαν καμία δυσκολία να αναγνωρίσουν: πρόκειται για τον πολιτικό λόγο του λαϊκισμού.

Untitled

Κλασσικό

2 σκέψεις σχετικά με το “Ποινική –και πολιτική- λαϊκίστρια είναι η Σακελλαροπούλου

Γράψτε απάντηση στο Α.Γ. Ακύρωση απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.