σεξουαλικότητα,Βία,Γλώσσα

Γιατί είναι καλύτερο να είσαι «επιζώσα» παρά «θύμα» βιασμού;

της Κέιτ Χάρντινγκ

 

Δεν θυμάμαι ποιος μου είπε πρώτος ότι δεν ήμουν θύμα· πάντως, συνέβη λίγο μετά απ’ τη στιγμή που κάποιος μου είπε ότι με βίασαν.

Ήμουν 17 χρονών και χαμένη. Ήμουν ένα σπασικλάκι που είχε μεθύσει ίσως τρεις φορές στη ζωή του, περιτριγυρισμένη από την ασφάλεια φιλενάδων που γελούσαν και ενός σπιτιού χωρίς γονείς που είχαν φύγει για διακοπές. Δεν είχα πάει ποτέ σε ένα πραγματικό πάρτι όπου όλοι πίνουν, ένα αγόρι φαινόταν να με συμπαθεί, και δεν είχα καμία απαγόρευση κυκλοφορίας ή υπεύθυνους ενήλικες στους οποίους να λογοδοτήσω. Ήμουν μια παρθένα που δεν ήθελε να παραμείνει για πολύ ακόμη.

Πολλά νήματα του αδύνατου έγιναν δυνατά μεμιάς. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά η παρούσα στιγμή, καθώς απομακρυνόμουν από ένα πάρτι που άρχιζε να έχει πολλή φασαρία και πολύ κόσμο, κρατώντας το χέρι ενός άντρα.

Ήξερα σίγουρα το εξής: ένας άντρας για τον οποίο είχα ένα φλου σεξουαλικό ενδιαφέρον, κυρίως επειδή εκείνος έδειξε ενδιαφέρον για μένα, μου έφερνε ποτά όλη τη νύχτα και μετά έφυγα από το πάρτι μαζί του. Ήξερα σίγουρα το εξής: τον φίλησα έξω από εκείνο το πάρτι, με τη θέλησή μου, όρθια ανάμεσα σε δύο λευκούς κοιτώνες αποικιακού στιλ με πράσινα παραθυρόφυλλα, με το έντονο καρδιοχτύπι των De La Soul ή των Deee-Lite να ξεχύνονται από ανοιχτά παράθυρα.

Και ήξερα σίγουρα το εξής: ό,τι κι αν περίμενα όταν έφευγα από ένα πάρτι με έναν τύπο του οποίου το όνομα δεν είχα συγκρατήσει, δεν περίμενα να καταλήξω σε ένα γρασίδι βρεμένο και γεμάτο μπαλώματα προσπαθώντας να τον πείσω να σταματήσει να με γ@μάει. Δεν περίμενα να παραπαίω ανάμεσα σε τρεις πανομοιότυπους λευκούς κοιτώνες, κλαίγοντας και ελπίζοντας ότι θα έβρισκα ποιος ήταν ο δικός μου. Δεν περίμενα ότι η συγκάτοικός μου θα με κοιτούσε σοκαρισμένη και θα επέμενε να το πω στον υπεύθυνο της εστίας μας το πρωί. Δεν περίμενα να καταλήξω στο νοσοκομείο, όπου ένας πολύ ευγενικός άντρας εξέτασε τα γεννητικά μου όργανα, μου συνταγογράφησε το χάπι της επόμενης μέρας, με επέπληξε ευγενικά για το κάπνισμα, με ρώτησε αν ήθελα η αστυνομία να ανοίξει φάκελο για βιασμό –αρνήθηκα· δεν ήθελα οι γονείς μου να μάθουν τίποτε γι’ αυτό- και μου είπαν να έρθω για νέα εξέταση σε έξι μήνες. Δεν περίμενα να δω τον βιαστή μου στην τραπεζαρία μια-δύο μέρες αργότερα και να καταλάβω ξαφνικά πόσο μικρή είναι μια πανεπιστημιούπολη 500 φοιτητών. Δεν περίμενα ο γιατρός του campus, που έκανε τη δεύτερη εξέταση, ακόμα ένας παράξενος άνδρας που διείσδυε μέσα μου, θα με κοιτούσε με απροκάλυπτη περιφρόνηση επειδή έκανα σεξ χωρίς προστασία, σε μια εποχή που δεν υπήρχε πλέον καμία δικαιολογία για να αγνοείς τον HIV, αλλά τα καλά φάρμακα δεν είχαν φτάσει ακόμα. Δεν περίμενα να γίνω φεμινίστρια. Δεν περίμενα να γράψω ένα βιβλίο για την κουλτούρα του βιασμού. Δεν περίμενα να γράφω αυτό το δοκίμιο πάνω από 25 χρόνια αργότερα.

Μετά τον βιασμό, δεν κατηγόρησα τον εαυτό μου. Ήταν 1992 και ο φεμινισμός με είχε πιάσει αρκετά, οπότε, όταν είπα κάτι σαν «Μόλις έκανα σεξ στο γρασίδι με έναν άντρα που δεν ξέρω, δεν έλεγε να σταματήσει» και άκουσα ως απάντηση «αυτό λέγεται βιασμός», σκέφτηκα, Ναι, μάλλον έτσι λέγεται.

Αυτό έκανε να ηχεί περίεργο όταν καλοπροαίρετοι άνθρωποι –ο υπεύθυνος της εστίας, ένας γιατρός στα επείγοντα, ένας δικηγόρος- μου υπενθύμιζαν, ξανά και ξανά, ότι δεν έφταιγα εγώ. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν όμορφοι, συμπονετικοί άγγελοι που ήθελαν μόνο να βοηθήσουν –εάν βοήθεια σημαίνει να βγάζεις τις ίδιες ομιλίες-κονσέρβα σε κάθε θύμα που εμφανίζεται μπροστά σου. Το «δεν φταις εσύ» είναι ένα Πράγμα που Αναμένεται να Πεις, μια θεωρητικά θεραπευτική ευλογία, αλλά εγώ ποτέ δεν είχα νιώσει εκείνη τη ντροπή που αυτή η διαβεβαίωση προορίζεται να ανακουφίσει.

Οι άγγελοι μου είπαν με την ίδια σοβαρότητα ότι η προτιμητέα εναλλακτική λύση αντί για θύμα θα ήταν επιζώσα. Θεωρητικά, την πιάνω αυτή την ιστορία με το «επιζώσα». Ο βιασμός είναι κατά βάση έγκλημα εξουσίας, και είτε ο μηχανισμός είναι η απειλή όπλου είτε η μέθη, η ουσία του είναι να υπενθυμίζει [στο θύμα] [στην επιζώσα] [στο άτομο που βιάζεται] [επιλέξτε ό,τι ισχύει] ότι δεν έχει τον έλεγχο σε όσα συμβαίνουν στο σώμα του. Ο θάνατος είναι η έσχατη απώλεια του σωματικού ελέγχου, οπότε κάθε ηπιότερη περίσταση είναι κατά μία έννοια προάγγελός του. Έτσι ο βιασμός γίνεται πολεμικό όπλο και η απειλή του στοιχείο της συστημικής καταπίεσης των γυναικών. Όλα αυτά είναι βγαλμένα από διδακτικά εγχειρίδια Γυναικείων Σπουδών, χάρη στο έργο της Σούζαν Μπράουνμίλλερ ήδη από τη δεκαετία του 1970.

Το 1992, η θεωρία αυτή είχε φτάσει μέχρι και την κατάρτιση του υπευθύνου της εστίας μου στο μικρό μου κολέγιο ανθρωπιστικών σπουδών στη Νέα Αγγλία. Επιζώσα, μου είπε, ήταν η λέξη και η ταυτότητα που έπρεπε να διεκδικήσω. Ωστόσο, στην πράξη, δεν ένιωθα ότι είχα επιζήσει από κάτι ιδιαίτερο. Ένιωθα ότι ένας παράξενος τύπος είχε κάνει πράγματα που δεν ήθελα να κάνει στο σώμα μου και καταλάβαινα ότι η απλούστερη λέξη για αυτό ήταν βιασμός. Αλλά δεν είχα ποτέ αμφιβολία ότι το πράγμα θα σταματούσε κάπου. Είχα ανθέξει κάτι· αλλά το να πω ότι επέζησα δεν είχε περισσότερο νόημα απ’ ό,τι αν έλεγα ότι είχα επιβιώσει οποιαδήποτε άλλη στιγμή της ζωής μου μέχρι τότε. Το να αποκαλώ τον εαυτό μου «επιζώσα» μου φαινόταν σαν να καβαλάω καλάμι και, ταυτόχρονα, να οικειοποιούμαι έναν πόνο στα σωθικά ο οποίος δεν ήταν δικός μου.

Σε αυτό το σημείο, οι φύλακες άγγελοι θα έλεγαν: «Δες αυτήν εδώ τη βιβλιογραφία και μην ξεχνάς ότι δεν φταις εσύ». Θα έλεγαν ότι η παραβίαση είναι παραβίαση, ότι οι επιζώσες συχνά υποτιμούν τις ίδιες τους τις εμπειρίες και αρνούνται τη σοβαρότητα του βιασμού ως μέσο αυτοπροστασίας.

Ακούστε κάτι. Εγώ ως άνθρωπος ελαχιστοποιώ τη βαρύτητα των πάντων ως μέσο αυτοπροστασίας. Το πρωί της κηδείας της μητέρας μου, έπεσα πάνω στις αδερφές μου να κλαίνε και να αγκαλιάζονται και, μη μπορώντας να ανεχτώ το βάθος και τη σοβαρότητα της απόγνωσής τους, το έκοψα με ένα αναιδές: «Σιγά. Ποιος πέθανε;» Για να μην αδικώ λοιπόν τους αγγέλους: δεν έπεσαν και πολύ έξω.

Δεν ελαχιστοποιώ όμως την παραβίαση του βιασμού μου. Κάνω σαφή διάκριση ανάμεσα σε όσα μου έκανε ένας άντρας στο γρασίδι έξω από ένα πάρτι στο σπίτι και σε μια παρ’ ολίγον θανατηφόρα εμπειρία. Θα είμαι ξεκάθαρη: έγινα μια γλωσσού φεμινίστρια στον δημόσιο χώρο κυρίως επειδή αυτός ο άντρας έκανε στο σώμα μου πράγματα που δεν ήθελα να κάνει. Εξακολουθώ να λέω την ιστορία δύο δεκαετίες σε έναν διαφορετικό αιώνα, μια διαφορετική χιλιετία. Ο σημαδεμένος και σκληρωμένος μυς της καρδιάς μου θα ήθελε πολύ να τελειώσει αυτή η αφήγηση, πιστέψτε με. Αλλά, καθώς έχουμε περάσει την ασημένια μας επέτειο, η ιστορία κι εγώ έχουμε συνυφανθεί τόσο πολύ, που πιθανότατα θα πεθάνουμε στο ίδιο κρεβάτι.

Αλλά η ερώτηση που μου κόλλησε για πρώτη φορά στα 17 μου και συνεχίζει να με στοιχειώνει στα 43 μου είναι η εξής:

Τι κακό έχει να είσαι θύμα;

Προφανώς, το να γίνεις θύμα είναι ανεπιθύμητο. Δεν επιθυμούμε να προκύψουν άσχημα πράγματα πέρα ​​από τον έλεγχό μας και να μπλεχτούν στα σχέδιά μας. Αλλά από τη στιγμή που έχει συμβεί το κακό, γιατί είμαστε τόσο αλλεργικοί στο να χρησιμοποιούμε την απλούστερη, πιο ακριβή λέξη για να περιγράψουμε την κατάσταση εκείνου που βρίσκεται μετά το κακό; Είχα παραβιαστεί χωρίς να φοβάμαι για τη ζωή μου, οπότε θα ήταν πολύ πιο σωστό να αποκληθώ «θύμα» παρά «επιζώσα». Αυτό το κομμάτι ήταν αρκετά απλό. Το περίπλοκο μέρος ήταν ότι πολλοί άλλοι άνθρωποι που είχαν βιαστεί προτιμούσαν το επιζώσα και έβρισκαν τη χρήση του όρου θύμα προσβλητική ενέργεια.

Δεν ήταν σαφές για μένα γιατί η απλή αλήθεια να είναι προσβλητική, αν σκεφτούμε ότι θύμα είναι «ένα άτομο στο οποίο έχει συμβεί κάτι κακό χωρίς δικό του λάθος». Η αρχική έννοια της λέξης victim, στα λατινικά, αναφερόταν ειδικά στις θρησκευτικές θυσίες. Κάτι ζούσε, και μετά, στα χέρια των πιστών σε έναν ή περισσότερους νοσηρά άπληστους θεούς, πέθαινε. Ένα μικρό ζώο, ένα παιδί, μια παρθένα, ο Ιησούς Χριστός.

Τον 17ο αιώνα αρχίζουμε να το βλέπουμε να χρησιμοποιείται μεταφορικά, με την έννοια «εκείνος που υποφέρει κάποιο τραυματισμό, κακουχία ή απώλεια, του φέρονται άσχημα ή τον εκμεταλλεύονται κ.λπ.» (Λεξικό της Οξφόρδης). Αν πληκτρολογήσουμε σήμερα τη λέξη «θύμα» σε ένα ψαχτήρι, αρχίζουν να βγαίνουν συνώνυμα όπως: ταλαίπωρος, ανόητος, κορόιδο, μαλάκας, ψώνιο. Αυτές οι λέξεις αρχίζουν να ξαναγράφουν την ιστορία σας μόλις προφέρετε τη λέξη θύμα.

Το 2015, η ίδια η Σούζαν Μπράουνμίλερ αυτοπροσώπως έδωσε μια συνέντευξη στο περιοδικό της Νέας Υόρκης στην οποία χαρακτήρισε το κίνημα κατά των βιασμών στα κάμπους «ένα πολύ περιορισμένο κίνημα που δεν αποδέχεται την πραγματικότητα», προσθέτοντας: «Η κουλτούρα μπορεί να σου πει: ‘Μπορείς να πιεις όσο οι άντρες’. Όμως, δεν μπορείς. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι μπορούν να έχουν μονά ζυγά δικά τους. Επίσης, με ενόχλησαν οι πορείες που διοργάνωναν οι «τσούλες» [slut marches] που έλεγαν ότι μπορείς να φοράς ό,τι θέλεις. Ε, εντάξει, μπορείς. Αλλά αν φορέσεις κάποια συγκεκριμένα ρούχα, θα μοιάζεις με πόρνη. Λένε, ‘αυτό δεν έχει σημασία’, αλλά για τον άντρα που θέλει να βιάσει έχει σημασία. Είναι μη ρεαλιστικό. Τη δεκαετία του 1970 οι άνθρωποι το καταλάβαιναν αυτό. Δεν ξέρω τι απέγινε εκείνη η κατανόηση».

Δεν παίζει ρόλο το ότι είναι εξίσου παράνομο και ανήθικο να βιάζεις εργάτριες του σεξ όσο και νεαρές βοηθούς σύνταξης ή πωλήτριες ή σερβιτόρες που θέλουν να εκφράσουν τη σεξουαλικότητά τους χωρίς να τους επιτίθενται. Για πάρα πολλούς ανθρώπους, μεταξύ των οποίων όπως φαίνεται και η μητέρα του κινήματος κατά του βιασμού, τα θύματα είναι άνθρωποι που δεν ήταν αρκετά έξυπνοι για να αποφύγουν να γίνουν θύματα.

Μια άλλη διάσταση του αντι-θυματικού αισθήματος φαίνεται να βασίζεται στην υπόθεση ότι υπάρχει κάτι εγγενώς ελκυστικό στο να γίνεις θύμα. Όπως οι άνθρωποι που ακούν θύμα και σκέφτονται κορόιδο, αφελής, ψώνιο, όσοι παραπονιούνται για την «θυματική κουλτούρα» δεν παραδέχονται το «χωρίς δικό τους λάθος».

Ας σκεφτούμε την αντιφεμινιστική χρήση φράσεων όπως «παριστάνει το θύμα» και «επαγγελματίας θύμα». Ας σκεφτούμε ότι η φράση «Refuse to Be a Victim» είναι το όνομα ενός προγράμματος εκπαίδευσης της Εθνικής Ένωσης Οπλοφορίας για γυναίκες. Σκεφτείτε ότι αν κάποιος πληκτρολογήσει τη λέξη «θύμα» στη γραμμή αναζήτησης ενός μεγάλου διαδικτυακού βιβλιοπωλείου που έκανε θύματα μιας ολόκληρης βιομηχανίας, τα κορυφαία αποτελέσματα είναι τίτλοι όπως: H άνοδος της θυματικής κουλτούρας: Mικροεπιθέσεις, ασφαλείς χώροι και οι νέοι πολιτισμικοί πόλεμοι· Το παραχαϊδεμένο αμερικανικό μυαλό: πώς καλές προθέσεις και κακές ιδέες προετοιμάζουν μια αποτυχημένη γενιά· Η μεγάλη απόδραση από το Blame Game: Πώς να απελευθερωθείς από τη θυματική ιδιότητα και να διεκδικήσεις την ανεξαρτησία σου με προσωπική ευθύνη.

Υπάρχουν όμως και χειρότερα.

Σε ένα άρθρο με τίτλο «Η επιδημία βιασμών είναι ένας μύθος», ο δεξιός παντογνώστης Kέβιν Ουίλλιαμσον υποστηρίζει ότι ο πραγματικός στόχος των ακτιβιστριών κατά του βιασμού δεν είναι να αποτρέψουν τη σεξουαλική βία, αλλά «να μετατρέψουν την αντίθεση στις φεμινιστικές πολιτικές προτεραιότητες σε οιονεί ποινικό αδίκημα και να χρησιμοποιήσουν το φρικτό έγκλημα του βιασμού ως πολιτιστικό και πολιτικό πολιορκητικό κριό».

Δεν θέλω να επιμείνω πολύ στη βίαιη μεταφορά, μήπως κατηγορηθώ κι εγώ για αιμοσταγή ρητορεία. Αλλά η εικόνα που πλάθει –η θυματικότητα ως όπλο- δείχνει πώς μερικοί άνθρωποι θεωρούν τη θέση του θύματος ως ένα είδος δύναμης, παρά το αντίθετο. Αυτό είναι που τους φαίνεται ελκυστικό: η φερόμενη ικανότητά της να προσελκύει συναισθηματική στήριξη από όσους δεν είναι θύματα, όταν συζητάμε επίμαχα πολιτιστικά ζητήματα.

Είμαι ένα στοιχειωδώς ευγενές άτομο που δεν του αρέσει να πληγώνει τους ανθρώπους, οπότε χαίρομαι να χρησιμοποιώ τη λέξη επιζώσα για όσους την προτιμούν. Αλλά όταν ανήκεις σε μια ομάδα που προτιμά μια λέξη ενώ εσύ προτιμάς μια άλλη, η ευγένεια προς τους άλλους έρχεται σε σύγκρουση με την ίδια σας την ταυτότητά σου —ή τουλάχιστο με το πώς την αρθρώνεις. Και υπάρχουν στιγμές –στις αρχές της διαδικασίας μετονομασίας ή αμέσως μετά την καθιέρωση ενός νεολογισμού- που τα μέλη μιας ομάδας βρίσκονται αντιμέτωπα όσον αφορά την αποδοχή μιας λέξης.

Το αν πρέπει να αποκαλώ τον εαυτό μου «θύμα» ή «επιζώσα» είναι ένα σχετικά απλό ερώτημα: είμαι ενήλικη γυναίκα και μπορώ να αυτοαποκαλούμαι όπως θέλω. Αλλά αυτό ανοίγει το δρόμο σε μια πολύ πιο δύσκολη ερώτηση: πώς ακριβώς να πω την αλήθεια για την ίδια μου τη ζωή, αν η απαίτηση αυξημένης ακρίβειας μας φέρνει πιο κοντά σε καταστροφικά στερεότυπα κατά των γυναικών και κακόπιστα επιχειρήματα που φτάνουν μέχρι την Εύα στον κήπο; Σε ποιο σημείο η ανάγκη μου να αναλύω τα πάντα μέχρι τον πιο κυριολεκτικό, ξεκάθαρο ορισμό τους με κάνει ευάλωτη στην κριτική η οποία βαρύνει σιωπηρά κάθε άλλο άτομο που έχει βιαστεί;

Με άλλα λόγια, η ιστορία μου ανήκει άραγε σε μένα ώστε να την διηγηθώ όπως νομίζω, ή όχι; Είναι κάτι που συνέβη σε μένα ή κάτι που συμβαίνει σε μία στις έξι Αμερικανίδες; Ακόμα κι αν προτιμώ να μην με αποκαλούν «επιζώσα», τι χρωστάω σε αυτούς τους ήδη τραυματισμένους ανθρώπους που ίσως βλάπτονται από την υπόνοια ότι και αυτοί είναι «θύματα»;

Το να σκεφτούμε σοβαρά την μειωτική γλώσσα ως εργαλείο καταπίεσης, ως έναν μηχανισμό με τον οποίο ενισχύουμε την πολιτιστική υποτίμηση για ολόκληρες ομάδες ανθρώπων, γεννά συχνές εσωτερικές συγκρούσεις αυτού του είδους. Έχω άραγε, ως γυναίκα, το δικαίωμα να αποκαλώ άλλες γυναίκες «κουφάλες» εάν φέρω ένα πειστικό επιχείρημα ότι έτσι εκφράζω τρυφερότητα; Ως κάποιος που πάσχει από κατάθλιψη, επιτρέπεται να γουρλώνω τα μάτια μου όταν βλέπω ακτιβιστές υπέρ των ΑΜΕΑ να αποθαρρύνουν την καθημερινή χρήση όρων όπως τρελός και ψυχοπαθής; Μια διαταραχή της διάθεσης είναι άραγε τεχνικά ίδια με μια ψυχική ασθένεια; Εκείνη τη χρονιά που πέρασα ξαπλωμένη μπροστά στην τηλεόραση, τι ήταν; Διαταραχή; Αναπηρία; Ατυχής επιλογή; Και τι να πω για το διάστημα που έγραφα το βιβλίο μου για την κουλτούρα του βιασμού, όταν ο σύζυγός μου με έβαλε κάτω και μου είπε: «Θα γράψω αμέσως τώρα ένα τσεκ για να για να επιστρέψω την προκαταβολή, αν σταματήσεις να κάνεις αυτό το πράγμα στον εαυτό σου»;

Τι πρόβλημα υπάρχει στο να είσαι θύμα;

Υπάρχει το πρόβλημα ότι η χρήση αυτής της λέξης σε κάνει ένα παλίμψηστο πάνω στο οποίο οι άνθρωποι θα γράψουν ό,τι νομίζουν ότι σημαίνει. Τελικά, υποψιάζομαι ότι αυτό έχουν κατά νου οι άνθρωποι που προσδιορίζονται ως επιζώσες (ή ως κάτι άλλο, οτιδήποτε) όταν αρνούνται την ετικέτα «θύμα». Δεν είναι απλώς ότι δεν επιθυμούν να τους βλέπουν οι μεσήλικες φεμινίστριες και λοιποί αυτάρεσκοι διαμορφωτές της «κοινής λογικής» ως χαζές, ψώνια ή κορόιδα. Ή ότι δεν θέλουν να κατηγορηθούν ότι εκμεταλλεύονται τον γνήσιο πόνο κάποιου (υποθετικά πάντα) αθώου θύματος με σκοπό να συγκεντρώσουν συμπάθεια για κάτι που θα έπρεπε να τις κάνει να ντρέπονται. Ή ότι δεν θέλουν να βλάψουν άλλα ____ [βάλτε εδώ τη λέξη της επιλογής σας]. Δεν είναι καν ότι δεν θέλουν να θεωρούνται αδύναμες, καταρρακωμένες ή μόνιμα τραυματισμένες. Είναι ότι θέλουν να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Θέλουν οι ιστορίες τους να είναι δικές τους.

Μιλώντας μόνο για τον εαυτό μου, όσο αυτό είναι δυνατό, προσπαθώ απλώς να σας πω τι είναι αλήθεια.

Είναι αλήθεια ότι δεν μπορεί κανείς να επιθυμεί ή να επιζητά μια πράξη που ορίζεται από την έλλειψη συναίνεσης.

Είναι αλήθεια ότι δανείστηκα ένα στενό, μαύρο φόρεμα· ότι μου άρεσε το πώς το αλκοόλ με βοήθησε να απαλλαγώ από τις αναστολές μου σαν φιδοπουκάμισο· ότι ήθελα το ακατέργαστο καινούργιο μου εγώ που υπήρχε από κάτω να αγγίξει και να το αγγίξουν, μέχρι ένα ορισμένο σημείο.

Είναι αλήθεια ότι η ευθύνη για το βιασμό ανήκει μόνο στους βιαστές· ότι οι επιλογές ρούχων, το ποτό και το φιλί δεν συνεπάγονται συναίνεση στο σεξ· ότι ο βιασμός και το σεξ είναι μακρινά ξαδέρφια, όχι δίδυμα· ότι οι άρπαγες συχνά χρησιμοποιούν το αλκοόλ για να ελέγξουν τα θύματά τους.

Είναι αλήθεια ότι στα δεκαεπτά σου είσαι τόσο διαολεμένα νέα.

Είναι αλήθεια ότι έγινα μια ευτυχισμένη και κατασταλαγμένη ενήλικας. Ως επί το πλείστον.

Είναι αλήθεια ότι στριφογυρίζω γύρω από την ίδια ιστορία εδώ και 25 χρόνια.

Και είναι αλήθεια ότι κάθε προσπάθεια ταξινόμησης των ανθρώπινων όντων σε κατηγορίες αναγκαστικά ψαλιδίζει ένα μέρος της ανθρωπινότητας μας, αντικαθιστώντας κάθε μοναδικό άτομο με έναν τύπο. Θα προτιμούσατε να είστε ο τύπος του θύματος, που φλερτάρει και ψήνεται μέσα στις αντιξοότητες, ή ο τύπος της επιζώσας που τις υπερνικά; Είσαι χαζή, κορόιδο, θήραμα ή μια δυνατή, ικανή γυναίκα που έσωσε με θάρρος τη ζωή της; Σε αυτό το δίλημμα δεν υπάρχει χώρος για την επιλογή «Θα προτιμούσα να μην αντιμετωπίσω αντιξοότητες, σε επίπεδο αρχής, αλλά δεν εξαρτάται πάντα από εμένα».

Στην πραγματικότητα, είμαι και τα δύο και δεν είμαι κανένα απ’ τα δύο. Είμαι ένας άνθρωπος με μια συγκεκριμένη ιστορία βίας, που μου διαμόρφωσε τη ζωή. Όσες φορές κι αν την διηγηθώ, μόνο εγώ θα την μάθω απ’ έξω και κανείς άλλος. Φώναξέ με όπως θέλεις.

images

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Τάιμ και αποτελείται από αποσπάσματα του βιβλίου Pretty Bitches, που εκδόθηκε το 2020 σε επιμέλεια της Lizzie Skurnick.

Κλασσικό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.