Γλώσσα,Εθνικισμός

Στρατοκαυλίαση, η γλωσσολογική διαστροφή του Χ. Χαραλαμπάκη

του Άκη Γαβριηλίδη

Το paspartou.gr είναι ένα σάιτ που αυτοπεριγράφεται ως εξής:

Επειδή μας αρέσει αυτό που λένε πως “δεν πουλάει” αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε το paspartou.gr για να γράφουμε σχετικά για όλα όσα αγαπάμε, χωρίς φόβο και με πολύ πάθος. Γι’ αυτό στο paspartou.gr θα βρείτε συνεντεύξεις προσωπικοτήτων από την Ελλάδα και όχι μόνο (…)

Η πρώτη –και μόνη μέχρι στιγμής- προσωπικότητα της οποίας διάβασα τη συνέντευξη ήταν ο ομότιμος καθηγητής γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Χριστόφορος Χαραλαμπάκης.

Δυστυχώς, φαίνεται ότι δεν του δείξανε αυτό το σύντομο κείμενο παρουσίασης ώστε να τους επισήμαινε το λαθάκι που υπάρχει αμέσως μετά, στη φράση «Αν θέλετε να γίνεται κι εσείς μέρος της παρέας μας …».

Το να γράφεις όμως δίπλα δίπλα δύο ρήματα του ίδιου χρόνου, της ίδιας έγκλισης και του ίδιου προσώπου το ένα με ε και το άλλο με αι, δεν είναι η μεγαλύτερη ανακολουθία του δημοσιεύματος.

Η ανάρτηση αρχίζει με ένα μόττο: είναι –τι πρωτότυπο- το παντός καιρού απόσπασμα από τον ποιητή κάποιου πελάγους για τις μοναδικές του έγνοιες και τις αμμουδιές. Αμέσως μετά, έρχεται η πρώτη ερώτηση, με την οποία κόβονται μαχαίρι όλες αυτές οι καλλιέπειες:

Η γλώσσα είναι δύναμη κ. Χαραλαμπάκη;

Ακόμη λιγότερο λυρική είναι η απάντηση:

Βεβαίως και είναι δύναμη που ισοδυναμεί με βόμβα μεγατόνων (!).

Οι βόμβες, ως γνωστόν, είναι επιθετικά πολεμικά όπλα. Ο παραλληλισμός της γλώσσας με οπλικά συστήματα είναι αρκετά πρωτότυπος, αγγίζει δε τα όρια της αναισθησίας όταν γίνεται τις ίδιες μέρες κατά τις οποίες όχι πολύ μακριά μας ρίπτονται πραγματικές βόμβες. Ακόμη και αν ήθελε κανείς να δώσει μεταφορικά την εικόνα της δύναμης, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα σωρό άλλες εικόνες αντί για τη συγκεκριμένη.

Όχι όμως ο κ. ομότιμος, ο οποίος και με όσα λέει στη συνέχεια καθιστά σαφές ότι, στο μυαλό του, η γλώσσα είναι καθυπόταξη. Όταν τον καλούν να μιλήσει για τη δύναμη της γλώσσας, αυτός ως δύναμη νοεί την εξουσία, την ικανότητα να συντρίβεις ή να χειραγωγείς άλλους ανθρώπους, να τους μετατρέπεις σε θύματα· ποτέ π.χ. τη δύναμη να συναντιέσαι μαζί τους και να παράγετε ή να μετασχηματίζετε από κοινού πράγματα. Η τελευταία αυτή διάσταση δεν υπάρχει πουθενά στο λόγο του.

Η γλώσσα δεν είναι μόνο «σύστημα επικοινωνίας», όπως γράφουν τα περισσότερα λεξικά, και όπως διδάσκονται οι μαθητές στο σχολείο, αλλά και όργανο επιβολής και επικυριαρχίας. Η φωτεινή πλευρά της γλώσσας, η μαγεία του λογοτεχνικού και δοκιμιακού ύφους, έχει μελετηθεί εκτενώς, σε αντίθεση με τη σκοτεινή πλευρά της, η οποία παραμένει ανεξερεύνητη. Πολλές διαφημίσεις, με επίκεντρο την εικόνα και τη μουσική, δεν είναι καθόλου αθώες. Αρκετοί καταναλωτές πέφτουν θύματα των παραπλανητικών διαφημίσεων, ενώ δεν υποψιάζονται τη δύναμη της γκρίζας διαφήμισης η οποία στοχεύει κατ’ ευθείαν στο υποσυνείδητο.

Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμα και η αντιδιαστολή που διενεργείται σε αυτές τις φράσεις δεν εξέρχεται από την ιεραρχική-ανισωτική εμμονή. Διότι ναι μεν θεματοποιεί την κατίσχυση και την εξουσίαση ως τη μία μόνο «πλευρά», τη λιγότερο μελετημένη, της γλώσσας· αλλά ως μόνη άλλη «πλευρά» αναφέρει την «μαγεία του λογοτεχνικού και δοκιμιακού ύφους»! Δηλαδή και πάλι ένα στοιχείο αριστοκρατικό, ανισωτικό, και μάλιστα εξίσου απατηλό –ή πάντως ικανό να νεκρώνει την κρίση των μη λογοτεχνών και μη δοκιμιογράφων και να τους μετατρέπει σε παθητικούς χειροκροτητές για τα επιτεύγματα άλλων καλύτερων απ’ αυτούς, διασήμων ανδρών. Αναρωτιέται τελικά κανείς κατά πόσον είναι πράγματι δύο αυτές οι πλευρές, και αν υπάρχει κάπου κάποια τομή μεταξύ τους ή απλώς ποσοτικές διαβαθμίσεις. Διότι, έτσι παρουσιασμένη, η γλώσσα είναι πάντοτε επιβολή· είτε με βόμβες, είτε με διαφημίσεις, είτε με μαγικό ύφος (αλλά πού τελειώνει η «παραπλάνηση του υποσυνείδητου» και πού αρχίζει η «μαγεία του ύφους»; Άλλωστε, είναι γνωστό ότι πολλοί λογοτέχνες και δοκιμιογράφοι επαγγελματικά εργάστηκαν και εργάζονται στη διαφήμιση).

Η ανδροκρατική-μιλιταριστική πλαισίωση της γλώσσας με όρους καχυποψίας, επιφυλακτικότητας, συνεχίζεται απρόσκοπτα στη συνέχεια με αναφορές σε Όργουελ και Θουκυδίδη, και με έναν συνεχή βομβαρδισμό –pun intended- από όρους όπως: ανελέητη δύναμη, εχθροπραξίες, πολεμικές συρράξεις, αντιμαχόμενα μέρη, ολέθριες συνέπειες

Από αυτό το πεδίο μάχης απουσιάζει παντελώς οποιαδήποτε αναφορά σε κάποια διάσταση ισοτιμίας, μετασχηματισμού και συλλογικής παραγωγής. Η εμμονή στο ιεραρχικό-ανισωτικό στοιχείο εξακολουθεί να διέπει και την εκτύλιξη της υπόλοιπης συνέντευξης, με αποτέλεσμα μία αρκετά αξιοπερίεργη αντίφαση και ανακολουθία.

Αμέσως μετά την εκτενή αναφορά στο στοιχείο της «επιβολής και επικυριαρχίας» σε σχέση με τη γλώσσα, τίθεται από το «πασπαρτού» άλλη, νέα ερώτηση. Η εξής:

Έχετε αναφέρει ότι η ελληνική γλώσσα αποτελεί μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Γιατί;

Δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο παράδειγμα για την εξουσιαστική χρήση της γλώσσας από έναν τέτοιο ισχυρισμό περί περιούσιων λαών και περί ανώτερων γλωσσών. Εκτός βέβαια κι αν εννοούμε αυτή τη διατύπωση ως μία παρατήρηση που ισχύει για οποιαδήποτε γλώσσα στον κόσμο· διότι πράγματι, κάθε γλώσσα αποτελεί μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Όμως, όχι: εδώ δεν πρόκειται περί αυτού. Αυτό που τόσο η ερωτώσα, όσο και ο απαντών έχουν στο μυαλό τους είναι ότι μπορεί όλες οι γλώσσες να είναι εξίσου μοναδικές, αλλά –μια που λέγαμε για Όργουελ αμέσως πριν- μερικές γλώσσες, ή μάλλον: μία ειδικά γλώσσα, η δική μας, είναι πιο μοναδικά μοναδική.

Αυτό που είναι εδώ κάπως ασυνήθιστο είναι ότι ο Χαραλαμπάκης παρέχει την απολογία αυτού του πολιτισμικού ρατσισμού την ίδια στιγμή που παριστάνει ότι τον αρνείται. Λέει συγκεκριμένα:

Υπάρχουν λόγιοι και επιστήμονες οι οποίοι με υπέρμετρο ζήλο εκθειάζουν «το μεγαλείο της ελληνικής γλώσσας» με γενικότητες και υποκειμενικές κρίσεις που δεν συνάδουν με την επιστημονική τεκμηρίωση. Ο παλαιάς κοπής ρητορισμός, σε υπερθετικό πάντα βαθμό, ότι η ελληνική γλώσσα είναι η «ωραιότερη», η «πιο εύηχη» και η «πλουσιότερη», γλώσσα του κόσμου, σαγηνεύει πολλούς οι οποίοι νιώθουν δικαιολογημένη υπερηφάνεια, αλλά για λάθος λόγους.

Η νεοελληνική γλώσσα είναι και για μένα, όταν μιλώ με την ιδιότητα του απλού Έλληνα πολίτη, η πιο εύηχη, η πιο μελωδική και η πιο ωραία γλώσσα του κόσμου, κρίνοντας με βάση το συναίσθημα, καθώς ψυχολογικά ο άνθρωπος νιώθει την έμφυτη ανάγκη να επαινεί το σπίτι του. Ως γλωσσολόγος όμως, δεν βλέπω το λόγο γιατί η Ελληνική υπερτερεί σε μουσικότητα έναντι της Γαλλικής, λ.χ., ή της Ιταλικής. Υπάρχουν, επίσης, σύγχρονες γλώσσες, όπως η Αγγλική, που διαθέτουν πλουσιότερο λεξιλόγιο από τη δική μας.

Άλλοι είναι οι αντικειμενικώς εξακριβώσιμοι λόγοι που πρέπει να μας κάνουν υπερήφανους για της ελληνική γλώσσα. Τους απαριθμώ εν τάχει:

Ακολουθεί πράγματι μία λίστα με 5 υποτιθέμενους «αντικειμενικώς εξακριβώσιμους» λόγους.

Όμως, το πρόβλημα δεν είναι οι λόγοι. Είναι το ίδιο το εγχείρημα.

Ο Χαραλαμπάκης αρχίζει αποκηρύσσοντας φραστικά την τάση εκθειασμού του μεγαλείου της ελληνικής γλώσσας, αλλά, όπως ο ίδιος δηλώνει, το μόνο που θέλει να κάνει είναι να «εκσυγχρονίσει» τον παλαιάς κοπής ρητορισμό και να τον αντικαταστήσει με έναν νέας κοπής, όπου οι «λάθος λόγοι» θα έχουν αντικατασταθεί από τους ορθούς. Αλλά αυτό που είναι αντιεπιστημονικό δεν είναι η αιτιολόγηση· είναι το συμπέρασμα. Η επιδίωξη να τεκμηριώσουμε γιατί κάποιος πρέπει να είναι υπερήφανος για τη γλώσσα την οποία έτυχε να του δώσουνε, ή γενικώς για οτιδήποτε, οφθαλμοφανώς κείται εκτός των καθηκόντων, των ενδιαφερόντων και των δυνατοτήτων οποιασδήποτε επιστήμης.

Εδώ λοιπόν ο ομιλητής επιχειρεί να καλύψει δύο αντικρουόμενες σειρές απαιτήσεων και τελικά δεν ικανοποιεί καμία. Αφενός γνωρίζει ότι όσοι τον ακούνε περιμένουν τονωτικά της υπερηφάνειας αλλά και της κινδυνολογίας για την ελληνική γλώσσα. Αφετέρου, γνωρίζει επίσης ότι τα τονωτικά αυτά είναι αντίθετα με τη γλωσσολογική επιστήμη. Γι’ αυτό, προσπαθεί να βρει διατυπώσεις που να ισορροπούν μεταξύ των δύο· να κρατάει και την πίτα της επιστημοσύνης ολάκερη, και τον σκύλο του εθνικισμού χορτάτο. Χωρίς όμως να τα καταφέρνει, διότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο.

Έτσι, ο λόγος του προσλαμβάνει την τυπική μορφή της διαστροφής, με την έννοια που έχει ο όρος στην ψυχανάλυση: «ξέρω ότι δεν είναι έτσι, αλλά εγώ επιμένω να ενεργώ σαν να είναι έτσι».

Με αυτόν τον τρόπο, χωρίς να το συνειδητοποιεί, δίνει ο ίδιος το καλύτερο παράδειγμα για την παραπλανητική/ εξουσιαστική χρήση της γλώσσας, την οποία (νόμιζε ότι) αποκάλυπτε στο πρώτο μέρος της συνέντευξης.

276591506-356500166220818-4914021224203600397-n_252863_309522_type13262

Κλασσικό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.