Ανάλυση λόγου,Θεολογία,Ψυχανάλυση

Η ραββίνος και ο ψυχαναλυτής

 της Ντελφίν Ορβιγιέρ

Θα ήθελα να αρχίσω αυτό το κείμενο με ένα ανέκδοτο: είναι η ιστορία ενός ραββίνου και ενός ψυχαναλυτή που συναντιούνται στην Αγία Άννα. Τι λένε; Φυσικά, οι κακές γλώσσες λένε ότι είναι υποχρεωμένοι να μιλήσουν για τη μητέρα τους. Και δεν έχουν άδικο. Απόδειξη, ότι συνέρχονται σε ένα μέρος που λέγεται «Αγία Άννα»[1], έναν τόπο που φέρει το όνομα μίας αγίας του χριστιανισμού, της Άννας, η οποία ήταν η μητέρα της Μαρίας, δηλαδή η μητέρα της μητέρας, η μητέρα «στο τετράγωνο».

Στην εβραϊκή παράδοση, επίσης, στην Τορά, η Άννα παίζει αξιοσημείωτο ρόλο και ενσαρκώνει την μητρική ισχύ. Στα εβραϊκά ονομάζεται Χάννα και, για να λέμε την αλήθεια, είναι μια γυναίκα που θα ήταν η τέλεια υποψήφια για να περάσει ένα χεράκι ψυχανάλυση. Στη Βίβλο, είναι μια γυναίκα που για πολύ καιρό μένει στείρα. Μια μέρα, πηγαίνει στο Ναό στην Ιερουσαλήμ για να πραγματοποιήσει μια θυσία. Μουρμουρίζει κάτι λόγια στον Αιώνιο, και λέει στο Θεό: «Θεέ μου, εάν μου δώσεις έναν γιο, σου υπόσχομαι ότι θα αφιερωθεί στην υπηρεσία σου». Και, να φανταστείτε, πετυχαίνει. Μένει ως εκ θαύματος έγκυος και γεννά ένα παιδί που λέγεται Σαμουήλ και που θα γίνει ένας πολύ μεγάλος προφήτης του Ισραήλ.

Η αφήγηση αυτή αποτελεί ένα θαυμάσιο παράδειγμα για το θαύμα του λόγου με θεραπευτικά αποτελέσματα και την ενσάρκωση της γονικής κατάχρησης. Ο μικρός Σαμουήλ, εκ προοιμίου, δεν ζήτησε τίποτε από κανέναν, αλλά βρίσκεται φορτωμένος με τις υποσχέσεις και τις φαντασιώσεις της μητέρας του η οποία επέλεξε γι’ αυτόν, πολύ πριν τη γέννησή του, τι του ανατίθεται να πραγματοποιήσει. Και πρόβλεψε γι’ αυτόν ένα μεγαλειώδες πεπρωμένο.

Στη Βίβλο, είτε εβραϊκή είτε χριστιανική, το πρόσωπο της Άννας είναι λοιπόν η πεμπτουσία της Εβραίας μητέρας, εκείνη που προμηθεύει στους ψυχαναλυτές και στους ραββίνους το μεγαλύτερο μέρος της πελατείας τους. Μπορούμε λοιπόν να προσευχηθούμε λέγοντας «Αγία Άννα, προστάτρια των ντιβανιών …». Εμένα αυτό μου είναι ακόμη ευκολότερο να το κάνω καθόσον ο γιος μου ονομάζεται Σαμυέλ και, για να ζήσει, οφείλει και αυτός να αναμετρηθεί με τις παραληρηματικές προβολές μου.

Ας αφήσουμε όμως τις πλάκες και ας επιστρέψουμε σε σοβαρά πράγματα. Δέχθηκα με μεγάλη χαρά την πρόσκληση να σας μιλήσω, καταρχάς διότι έτσι μου δίνεται η ευκαιρία να ξεκαθαρίσω τους λογαριασμούς μου και να θέσω τέρμα σε μία αιτία περιφρόνησης προς το πρόσωπό μου: δεν έχω κάνει ποτέ ανάλυση και δεν έχω ποτέ μελετήσει την ψυχαναλυτική θεωρία, τουλάχιστον όχι κατά σοβαρό τρόπο. Ωστόσο, δεν μπορώ να μετρήσω τις φορές κατά τις οποίες αναγνώστες ή πρόσωπα που παρακολουθούν τις ομιλίες μου μου είπαν ότι έβλεπαν καθαρά την εγγύτητά μου με τον κόσμο της ψυχανάλυσης και την οικειότητά μου με το φροϋδικό και το λακανικό σύμπαν. Aυτό πάντοτε με συγκινεί, διότι δεν είμαι κατά των ψυχαναλυτών· μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου είναι Ψ. Αλλά ομολογώ ότι αυτό καμιά φορά με κάνει και χαμογελάω.

Θα ήθελα εξάλλου να μοιραστώ μαζί σας ένα περιστατικό αξέχαστο.  Μια μέρα, ένας αναλυτής –δεν θα αποκαλύψω το όνομά του- με σταμάτησε στο δρόμο για να μου μιλήσει για μια διάλεξή μου. Μου είπε: «είναι φανερό ότι έχετε κάνει γερή ανάλυση». Εκείνη τη μέρα, αισθάνθηκα ότι έκανα σημαντικές οικονομίες, και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό! Καταχάρηκα, σχεδόν αισθάνθηκα την επιθυμία να του δώσω ένα κατιτίς.

Όλα αυτά με οδήγησαν να αναρωτηθώ: στη ραββινική μου πρακτική, στο πώς διαβάζω και ερμηνεύω τα κείμενα, τι είναι αυτό που συγγενεύει τόσο πολύ με τον κόσμο της ψυχανάλυσης; Τι είναι αυτό που κάνει το δικό μου σύμπαν γνώσης να αγγίζει εκείνο της ψυχανάλυσης, σε σημείο που να μπερδεύονται καμιά φορά στο αυτί εκείνου που μας διαβάζει ή μας ακούει;

Όπως πάντα, ένα τμήμα της απάντησης βρίσκεται ήδη στην ερώτηση: στη λέξη «ερμηνεία», που μόλις χρησιμοποίησα, στην οποία θα επανέλθω και η οποία βρίσκεται στην καρδιά της ενασχόλησης και των μεν και των δε. Θα ήθελα λίγο να προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω τη σημασία της στη δική μου παράδοση και σ’ εκείνη της ψυχανάλυσης, διότι ίσως δεν είναι ακριβώς ταυτόσημες. Η λέξη «ανάγνωση» επίσης συνοψίζει ακόμα καλύτερα το ζητούμενο στον κόσμο της ψυχανάλυσης και στον δικό μου.

Σε ένα εξαιρετικό βιβλίο που λέγεται Εβραίος μέσα από τις λέξεις[2], γραμμένο από τον μεγάλο Ισραηλινό συγγραφέα Άμος Οζ, που χάθηκε πρόσφατα, και την κόρη του, πατέρας και κόρη συζητούν και αναρωτιούνται για το ερώτημα της ταυτότητας των Εβραίων. Τι σημαίνει να είσαι Εβραίος; Γιατί η ταυτότητα αυτή παραμένει αδύνατο να οριστεί; Γιατί έχει τόσο μεγάλη σχέση με τον διαγενεακό διάλογο; Στο τελευταίο-τελευταίο κεφάλαιο, ο Οζ γράφει το εξής: «Στο βιβλίο αυτό, παντού όπου είναι γραμμένη η λέξη ‘Εβραίος’, μπορείτε να την αντικαταστήσετε με τη λέξη ‘αναγνώστης’ και θα δείτε ότι στέκει και έτσι». Και πράγματι, στέκει μια χαρά. Ισχύει όχι μόνο για το βιβλίο, αλλά και για τον ιουδαϊσμό, για πολλούς από μας. Ο ιουδαϊσμός του Άμος Οζ, στον οποίο παραδόξως αναγνωρίζομαι, είναι ένας ιουδαϊσμός αναγνωστών, σχέσης με τα κείμενα, ο οποίος βασίζεται σε μια ιδιαίτερη τέχνη της εξηγήσεως [exégèse]· μια συνείδηση ότι υπάρχει μία βιβλιοθήκη την οποία μοιραζόμαστε με μια συλλογικότητα· μια συλλογικότητα που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «λαό», ενώ άλλοι την αποκαλούν με την πολύ προβληματική λέξη «κοινότητα»· μία βιβλιοθήκη στην οποία είμαστε «κειμενοποιημένοι» κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο και που μας δένει, αλλά που δεν δεσμεύει κανέναν Εβραίο να κάνει την ίδια ανάγνωση κάθε βιβλίου με έναν άλλο Εβραίο.

Ο Άμος Οζ έλεγε επίσης μία φράση την οποία παραθέτω πολύ συχνά: «Εμείς οι Εβραίοι είμαστε ανίκανοι να συμφωνήσουμε με μια φράση που αρχίζει με το ‘Εμείς οι Εβραίοι’».

Αυτό για το οποίο μιλά ο Άμος Οζ, όταν ισχυρίζεται ότι οι λέξεις «Εβραίος» και «αναγνώστης» είναι αμοιβαία υποκαταστατές, είναι μία ιδιαίτερη σχέση προς τα κείμενα· μια τέχνη χτισμένη πάνω στην απίστευτη δύναμη που έχει ένας αναγνώστης απ’ τη στιγμή που συνειδητοποιήσει ότι διαθέτει μια εξουσία πολύ ανώτερη από εκείνη του συγγραφέα.

Το ίδιο το νόημα της εβραϊκής εξηγήσεως είναι αυτό: η συνείδηση ότι το κείμενο δεν σταμάτησε ποτέ να μιλά, ότι του μένει πάντοτε κάτι να πει, και ότι ο επόμενος αναγνώστης ίσως σας πει τι θέλει ή τι μπορεί ακόμα να πει το κείμενο. Σε όλο αυτό, η πρόθεση του συγγραφέα γίνεται δευτερεύουσα: δεν έχει τόση σημασία τι θα ήθελε ή θέλει να πει το κείμενο, διότι, όπως το διατύπωσε πολύ ωραία ο ραββίνος Μαρκ-Αλαίν Ουακνέν, το τι «θέλει να πει» είναι πάντοτε μικρότερο από το τι «μπορεί να πει». Το τι «μπορεί να πει» είναι άπειρο. Όχι επειδή είναι δυνατό να κάνουμε τα κείμενα να πουν τα πάντα και ό,τι να ’ναι –αυτό θα ήταν υπερβολικά εύκολο-, αλλά επειδή –και αυτό είναι η κομβική αρχή της εβραϊκής ερμηνείας-, ο αναγνώστης πάντα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχει αναγκαστικά να κάνει με όλα τα νοήματα που έχουν συναγάγει από τα κείμενα άλλοι πριν απ’ αυτόν. Πρέπει να κατασκευάσει το «ανήκουστο», με την κυριολεξία του όρου, αυτό που δεν έχει ποτέ ακουστεί, με βάση την ακρόαση όλων των αναγνωστών που έχουν προηγηθεί. Υπάρχει καταρχάς αυτό που το κείμενο θέλει να πει, η πρόθεση του συγγραφέα ίσως· στη συνέχεια αυτό που το κείμενο μπορεί να πει, το οποίο ανάγεται στην ερμηνευτική ελευθερία του αναγνώστη. (Αυτό εξάλλου μπορεί να κάνει τον αναγνώστη να πέσει σε ένα είδος ερμηνευτικού «εγωτισμού», μια μορφή ολοκληρωτισμού του νοήματος που επιτρέπει μόνο μια ανάγνωση αποκλειστικά ατομική, που να μη συνδέεται με τίποτε, παρεκτός με μια μοναχική μικροχαρά του αναγνώστη. Πρόκειται για έναν υπαρκτό κίνδυνο κατά την ερμηνεία). Και τέλος, πιο παραδοσιακά εβραϊκή ανάγνωση του κειμένου, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, είναι εκείνη όπου ο αναγνώστης μπορεί να βγάλει από το κείμενο κάτι πρωτοφανές και ανήκουστο επειδή έλαβε υπόψη του ό,τι έβγαλαν απ’ αυτό γενεές αναγνωστών πριν απ’ αυτόν, και αυτός έχει τη δύναμη, σε ένα νέο συγκείμενο, να το οδηγήσει αλλού. Χωρίς να αγνοεί ότι εκεί όπου το οδηγεί δεν είναι ποτέ ένας προορισμός, διότι μετά απ’ αυτόν θα αναδυθεί ένας άλλος αναγνώστης που θα μπορέσει να οδηγήσει αυτό το κείμενο αλλού.

Η πιο κοντινή προς την τέχνη της ερμηνείας δραστηριότητα είναι ένα εργόχειρο. Ακριβέστερα, είναι αυτό που οι ράφτες ονομάζουν «τέχνη της μεταποίησης». Όταν μεταποιούμε υφάσματα, κρατάμε την υφή όπως είναι και προσθέτουμε καινούρια σημεία, κοψίματα και ραψίματα που θα δώσουν στο ρούχο μια νέα ζωή, διατηρώντας όμως τον αρχικό ιστό. Η σχέση των Εβραίων προς τα κείμενα είναι ακριβώς της ίδιας τάξεως. Στο κάτω κάτω, σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους, σχεδόν πάντοτε είχανε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με το ύφασμα, με αυτό που στα γίντις λέγεται «schmat», δηλαδή την τέχνη του ρέμπους, την τέχνη του υπολοίπου που μένει απ’ αυτό που ξαναπαίρνουμε διαρκώς για να ξαναβάλουμε μέσα στο έργο. Οι Εβραίοι είναι οι μάστορες στην ύφανση του κειμένου και του ρούχου. Ως αναγνώστες, περνούν τον καιρό τους ξαναπιάνοντας το νήμα της ιστορίας, το νήμα μιας πλοκής που δεν είναι ποτέ οριστική. Συνεχίζουν να προσθέτουν κάθε τόσο σε αυτό το patchwork μια καινούρια βελονιά, κάθε είδους –εκτός από σταυροβελονιές: με τους σταυρούς δεν τα πηγαίναμε ποτέ καλά …

Η ιδιαιτερότητα αυτής της εξηγητικής ανάγνωσης που δεν ενδιαφέρεται ούτε για το παγιωμένο νόημα του κειμένου, ούτε για κάποιο καθαρά επινοημένο νόημα για το κείμενο που θα του το φορούσαμε απ’ έξω, απαιτεί διαρκώς μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη μετάδοση και τη διακοπή της μετάδοσης. Είναι μία σχέση ταυτόχρονα πιστή και άπιστη προς τις προηγούμενες αναγνώσεις, πιστή και άπιστη προς τις γενεές που υπήρξαν πριν από σένα. Είναι η περίφημη πίστη-απιστία ως «κλείδα μετάδοσης», η αδύνατη αυτούσια αναπαραγωγή ενός μοντέλου που μας γέννησε και που υποχρεώνει κάθε κληρονόμο να μεριμνά για την επιβίωση του συστήματος μέσα απ’ την μερική μόνο πιστότητά τους σε αυτό το σύστημα.

Ανοίγω μια παρένθεση με την ιστορία της ψυχανάλυσης που έχει απόλυτη σχέση με όλα αυτά. Πολλοί επιχείρησαν να απαντήσουν αυτό το πολύ κλασικό ερώτημα: θα μπορούσε η ψυχανάλυση να είχε γεννηθεί κάπου αλλού εκτός από το μυαλό ενός Βιεννέζου Εβραίου, του Ζίγκμουντ Φρόιντ; Είναι μήπως η ψυχανάλυση παιδί του εβραϊσμού, της εβραϊκής σκέψης; Τα ερωτήματα αυτά απαιτούν μία απάντηση αμφίσημη. Ο Φρόιντ ήταν Εβραίος και, με βάση τα λεγόμενά του, δεν έπαψε ποτέ να είναι. Αλλά ήταν επίσης, στα δικά του μάτια, «κακός Εβραίος». Ήταν ένας Εβραίος που αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως απομακρυσμένο από την παράδοση των πατέρων του, ως έναν από τους «κακούς γιους» τους και όχι ως έναν από τους πιστούς κληρονόμους τους. Η ψυχανάλυση, εάν οφείλει κάτι στον εβραϊσμό, είναι ότι αποτελεί τέκνο μίας εβραϊκής απιστίας. Είναι τέκνο μίας άπιστης κληρονομιάς η οποία έχει άμεση σχέση με την πιστότητα προς μία απιστία της ανάγνωσης. Η πιστότητα σε μία απιστία θεμελιώνει τη δυνατότητα μιας ερμηνείας, ίσως ακόμα και της ερμηνείας.

Αφού μιλάμε για τη στιγμή της θεμελίωσης, θα ήθελα να σας αφηγηθώ σύντομα ποια υπήρξε αυτή η στιγμή για μένα. Είναι η ερμηνευτική στιγμή όπου, κατά έναν τρόπο, πολλά πράγματα αποφασίστηκαν για μένα και όπου μπόρεσα, για πρώτη φορά, να διατυπώσω την επιθυμία μου να γίνω ραββίνος. Η σκηνή διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη το Νοέμβριο του 2002. Την εποχή εκείνη, είχα φύγει για να μελετήσω το Ταλμούδ στις ΗΠΑ, χωρίς ακόμα να μπορώ να βάλω σε λόγια τη δυνατότητα να γίνω ραββίνος. Πήγα στη Νέα Υόρκη επειδή δεν είχα βρει στη Γαλλία ένα μέρος που να μπορεί να με δεχθεί ως γυναίκα, αλλά τότε δεν σκεφτόμουν ακόμα να γίνω ραββίνος. Ο τίτλος αυτός συνιστούσε στα μάτια μου παραβίαση μιας καθιερωμένης τάξης ή μιας οικογενειακής παράδοσης. Κάποια μέρα, παρακολουθώ ένα μάθημα βιβλικής εξηγήσεως στο Μανχάτταν. Ο διδάσκων μάς καλεί να μελετήσουμε ένα από τα διασημότερα κείμενα της Βίβλου, ένα κείμενο που έχω διαβάσει χιλιάδες φορές και το οποίο αποτελεί τη βάση για την ιστορία ενός από τους μεγαλύτερους ήρωες της Βίβλου, του πρώτου των Εβραίων που φέρει το όνομα Αβραάμ. Ο Αβραάμ είναι ένας άνδρας που γεννιέται στην Ουρ της Χαλδαίας. Είναι τόσο ισχυρός που κατάφερε το όνομά του να εμφανίζεται σε όλα τα σταυρόλεξα του κόσμου. Και μια μέρα, ακούει μία κλήση από το Θεό που του λέει να εγκαταλείψει τον κόσμο των ριζών του, το σπίτι του πατέρα του, και να κινήσει προς τη γη της επαγγελίας. Η κλήση αυτή, στα εβραϊκά, φέρει ένα όνομα: το «Λεχ Λεχά», που συνήθως αποδίδεται ως «πήγαινε» ή «πήγαινε προς εσένα». Αλλά αντί να σας το περιγράφω, καλύτερα να σας το διαβάσω. Είμαστε στο κεφάλαιο 12 της Γενέσεως: «Ο Αιώνιος λέει στον Αβραάμ: ‘Λεχ Λεχά’, πήγαινε προς εσένα. Απομακρύνσου από τη χώρα σου, από τον τόπο που γεννήθηκες, από το σπίτι του πατέρα σου, και πήγαινε στη χώρα που θα σου υποδείξω. Θα σε κάνω μεγάλο έθνος και θα σε ευλογήσω. Θα κάνω το όνομά σου ένδοξο και θα είσαι ευλογία. Θα ευλογήσω όσους σε ευλογήσουν. Θα καταραστώ όσους σε καταραστούν. Μέσα από σένα θα είναι ευτυχείς όλες οι οικογένειες της γης» [3].

Η περίσταση αυτή είναι μια στιγμή ρήξης μέσα στη ζωή του ήρωα, ρήξης με τον κόσμο της καταγωγής του, με τον ειδωλολατρικό κόσμο της Χαλδαίας, με την κουλτούρα του πατέρα του. Ο Αβραάμ γίνεται από τη στιγμή αυτή «Εβραίος», κατά λέξη «κάποιος που περνάει», «κάποιος που διασχίζει». Από τη στιγμή αυτή και μετά, δεν ορίζεται ποτέ πλέον ως Χαλδαίος. Δεν ορίζεται ποτέ με βάση τις ρίζες του, αλλά με βάση το γεγονός ότι ξέκοψε με αυτές. Με μια λέξη, είναι εκείνος που είναι επειδή δεν είναι πλέον εκείνος που ήταν. Η ταυτότητά του ορίζεται από μία «μη ταυτότητα» προς τις ρίζες του, μία ρήξη με αυτές. Αυτά λέει η αφήγηση για τον Αβραάμ, τον πατέρα των τριών μονοθεϊσμών: είναι ο άνδρας που έφυγε από τον τόπο του σπιτιού του. Αντιλαμβάνεστε ασφαλώς το παράδοξο. Επιλέξαμε για πατέρα, εμείς τα τέκνα του Αβραάμ, έναν άντρα που παράτησε τον δικό του. Είναι εκ προοιμίου πολύπλοκο να είμαστε τα παιδιά αυτού του άντρα. Τι σημαίνει να είσαι «τέκνο του Αβραάμ»; Σημαίνει άραγε να τον υπακούς πειθήνια, να υπακούς στους κανόνες, τους νόμους και τις αρχές του; Τι σημαίνει να «επαναλάβεις τη χειρονομία του», να κάνεις στον Αβραάμ ό,τι έκανε εκείνος στον πατέρα του;

Ας συνεχίσουμε λίγο ακόμα την έρευνα. Ο Θεός λέει στον Αβραάμ: «πήγαινε στη χώρα που θα σου υποδείξω». Γιατί όμως δεν του αποκαλύπτει ποιος είναι αυτός ο τόπος όπου τον στέλνει; «Τη χώρα που θα σου υποδείξω» … Θα μπορούσε να του πει ξεκάθαρα ποια είναι αυτή! Γιατί ο Θεός δεν λέει στον Αβραάμ να πάει προς τη Χαναάν, τη γη της επαγγελίας; Θα μπορούσε να του στείλει ένα μέιλ, ένα δρομολόγιο GPS για να βρίσκει το δρόμο του! Πάντως το γεγονός είναι ότι ο Αβραάμ ξεκινά και φεύγει, και κανείς δεν ξέρει γιατί παίρνει αυτόν τον δρόμο και όχι τον άλλο. Στην πραγματικότητα, κανείς δεν μπορεί να ξέρει αυτόν το δρόμο και αυτόν τον προορισμό, παρά μόνο αν έχει διαβάσει κάποιο άλλο κείμενο.

Λίγους στίχους πριν από τη διήγηση που μόλις σας διάβασα, υπάρχει μία άλλη. Είναι όμως κάπως σαν κρυμμένη, συσκοτισμένη στη μέση μιας άλλης διήγησης. Είναι σαν απωθημένη, σαν κάπου να περιμένει να αναδυθεί. Στο προηγούμενο κεφάλαιο της Γενέσεως, το 11ο, εκείνο που προηγείται της αναχώρησης του Αβραάμ, η Βίβλος μάς αφηγείται τα παιδικά χρόνια του ήρωα. Και, παραδόξως, δεν παραθέτουμε ποτέ αυτό το επεισόδιο όταν μιλάμε για τον Αβραάμ. Επιτρέψτε μου να σας διαβάσω κάποιους στίχους. Θα γνωρίσετε τον πατέρα του Αβραάμ, έναν άντρα που στα εβραϊκά ονομάζεται «Τεράχ», αλλά που, σε σχεδόν όλες τις γαλλικές μεταφράσεις της Βίβλου, φέρει το όχι τόσο κολακευτικό όνομα «Tharé». Ο Αβραάμ είναι γιος ενός Tharé, και αυτό εξηγεί αρκετά πράγματα για τους απογόνους του μέχρι και σήμερα[4].

Γένεσις, Κεφάλαιο 11, γενεαί τού Τεράχ: «Ο Τεράχ γέννησε τον Αβραάμ, τον Ναχώρ και τον Αράν. Ο Αράν γέννησε τον Λωτ. Ο Αράν πέθανε ενόσω ζούσε ο Τεράχ, ο πατέρας του, στον τόπο γέννησής του, την Ουρ της Χαλδαίας. Ο Αβραάμ και ο Ναχώρ παντρεύτηκαν· η γυναίκα τού Αβραάμ ονομαζόταν Σάραϊ· η γυναίκα τού Ναχώρ Μελχά. Η Σάρα ήταν στείρα: δεν είχε παιδιά. Ο Τεράχ πήρε τον Αβραάμ, τον γιο του, και τον Λωτ, τον εγγονό του, και τη νύφη του, τη Σάραϊ. Έφυγαν από την Ουρ της Χαλδαίας για να πάνε στη γη Χαναάν. Έφτασαν μέχρι τη Χαράν και εγκαταστάθηκαν εκεί. Οι ημέρες τού Τεράχ έφτασαν τα 205 χρόνια, και πέθανε στη Χαράν»[5]. Μόνο μετά απ’ αυτούς τους στίχους αρχίζει η αφήγηση του Λεχ Λεχά, της κλήσης του Αβραάμ, στο επόμενο κεφάλαιο.

Σας ανέφερα αυτό το χωρίο για να αντιληφθείτε ορθά την προβληματική του κειμένου: ο Τεράχ ζει στην Ουρ της Χαλδαίας με τους τρεις γιους του. Ένας από αυτούς τους γιους πεθαίνει, μία από τις νύφες του είναι στείρα. Μπορούμε κάλλιστα να φανταστούμε ότι ο Τεράχ διαπιστώνει πως υπάρχει ένα πρόβλημα. Κάτι πρέπει να γίνει. Ίσως η Ουρ της Χαλδαίας να τους φέρνει γουρσουζιά, ή κάτι τέτοιο. Ίσως σκέφτεται ότι το γρασίδι είναι πιο πράσινο αλλού. Το γεγονός πάντως είναι ότι ο Τεράχ παίρνει το δρόμο μαζί με τα παιδιά του, μεταξύ των οποίων και ο Αβραάμ. Προς τα πού πηγαίνει; Προς τη Χαναάν, που είναι ο προορισμός του. Αλλά στο δρόμο, κάνει μια ανάπαυλα. Σταματά στη Χαράν, ίσως μάλιστα και να ιδρύει εκείνος αυτή την πόλη εφόσον αυτή, όλως τυχαίως, φέρει σχεδόν το όνομα του νεκρού γιου του. Σταματά λοιπόν εκεί, και εκεί πεθαίνει.

Αντίθετα προς όλα όσα μόλις σας διηγήθηκα νωρίτερα, η ιστορία της οικογένειας του Αβραάμ είναι πολύ πιο περίπλοκη απ’ ό,τι συνήθως λέγεται. Ποιος εγκαταλείπει την Ουρ της Χαλδαίας; Όχι ο Αβραάμ, αλλά ο πατέρας του. Ποιος άρχισε πρώτος να πορεύεται; Ποιος ήταν ο πρώτος στην οικογένεια; Όχι ο Αβραάμ, αλλά ο πατέρας του. Όταν ο Θεός λέει στον Αβραάμ: «πήγαινε στη χώρα που θα σου υποδείξω», χωρίς να του δίνει κάποια γεωγραφική διευκρίνιση για τον προορισμό του, προς τα πού πορεύεται ο Αβραάμ; Προς τη Χαναάν, η οποία είναι ο τόπος στον οποίο σκόπευε να πάει ο πατέρας του, χωρίς ποτέ να φτάσει. Επομένως, το ερώτημα που στοιχειώνει τις δύο αυτές αφηγήσεις, που βρίσκονται η μια δίπλα στην άλλη μέσα στη Βίβλο αλλά σπανίως διαβάζονται μαζί, είναι το εξής: πώς θέλετε να αφηγηθείτε την ιστορία του Αβραάμ, που ίσως είναι και λίγο η δική μας;

Η ιστορία του Αβραάμ είναι η ιστορία ενός ξεριζωμού, μιας ρήξης. Κανείς δεν είχε ακούσει πριν απ’ αυτόν μια τέτοια θεία κλήση. Κανείς δεν είχε απαντήσει έτσι όπως ετοιμάζεται αυτός να απαντήσει. Από αυτή την άποψη, ο Αβραάμ είναι ξεκάθαρα ένας επαναστάτης, ένας εικονοκλάστης, ένας πρωτοπόρος, κάποιος που αρχίζει να πορεύεται κατά τρόπο μοναδικό, ανήκουστο, πρωτοφανή, ιδιαίτερο. Αλλά η ιστορία του Αβραάμ είναι επίσης η ιστορία μιας συνέχειας. Ο Αβραάμ καταφέρνει να διακόψει και να συνεχίσει το δρόμο του πατέρα του. Είναι στο χέρι σας να αφηγηθείτε  την ιστορία του ακολουθώντας ένα αφήγημα ή ένα άλλο, διότι και τα δύο λένε την αλήθεια. Ο Αβραάμ είναι εκείνος που έρχεται σε ρήξη με τον πατέρα του και εκείνος που συνεχίζει το δρόμο εκείνου. Ο καθένας σας γνωρίζει πόσο αυτή η διττή απόφανση είναι αληθής, αν και εκ πρώτης όψεως παράδοξη, στις δικές μας ζωές. Ενίοτε, όταν πιστεύουμε ότι είμαστε οι μεγαλύτεροι επαναστάτες, οι πιο ανυπότακτοι γιοι, τότε είναι που περιέργως συνεχίζουμε το δρόμο του πατέρα μας. Και ενίοτε, όταν φανταζόμαστε ότι ακολουθούμε κατά πόδας τα ίχνη μιας περασμένης γενεάς, τότε την προδίδουμε με τον πιο τρομερό τρόπο.

Αυτή η επίγνωση του αβρααμικού ταξιδιού, ως μιας ρήξης και ταυτόχρονα μιας συνέχισης, είχε ένα εξαιρετικά απελευθερωτικό αποτέλεσμα στην πορεία μου. Θυμάμαι επακριβώς πώς η αφήγηση αυτή λειτούργησε, για μένα, όπως το άνοιγμα μιας πόρτας, ή το άνοιγμα μιας έκτασης που μου επέτρεπε να διανοηθώ την πορεία μου προς την ιδιότητα του ραββίνου, ως ταυτόχρονα μια ρήξη και μια συνέχεια· ή ως μια απιστία που συνιστούσε τη μεγαλύτερη πιστότητα στην ιστορία της οικογένειάς μου και στην παράδοσή μου. Η πιστότητα σε μια αναχώρηση, η πιστότητα σε μια θεμελιωτική απιστία που λέει στον καθένα από μας: «Αν θέλεις να μείνεις, σπάσε!», με την κυριολεξία του όρου, δηλαδή: «Ζήσε με το κάταγμα, με τη θραύση που σε πηγαίνει αλλού, έξω από το σπίτι σου, που φτιάχνει και διαλύει το νόημα της ταυτότητάς σου για να παραμείνεις εν ζωή και εν πορεία, και κατά τούτο να παραμένεις Εβραίος».

Η εβραϊκή ταυτότητα «παίζει» διαρκώς πάνω σε αυτό το σπάσιμο. Όπως θα έχετε σίγουρα διαπιστώσει, η θραύση ή η τομή είναι πανταχού παρούσα. Είναι πάντως πληθωρικά παρούσα στο τελετουργικό, στο ημερολόγιο, σχεδόν σε όλες τις τελετές. Παντρευόμαστε; Σπάζουμε ένα ποτήρι. Γεννιέται ένα μωρό; Φροντίζουμε ώστε να λείπει «ένα πραγματάκι». Ο Μωυσής κατέρχεται του όρους Σινά; Σπάζει τις πλάκες του Νόμου και μας ζητά να βαδίσουμε επί σαράντα χρόνια περιφερόμενοι στην έρημο με τις σπασμένες στάμνες. Χτίζουμε ένα σπίτι και, σύμφωνα με τον εβραϊκό νόμο,  φροντίζουμε να λείπει μια πινελιά από τη βαφή, ένα τούβλο, ή να έχει μια ρωγμή στον τοίχο. Για να κατοικήσεις σε ένα σπίτι, πρέπει πάντοτε να αφήνεις ένα κομμάτι του τοίχου ανολοκλήρωτο, ή να λείπει μία πέτρα από το οικοδόμημα. Είναι εντολή, κέλευσμα, σαν να μην ήταν δυνατό να κατοικήσει κανείς ένα τελειωμένο κτίσμα. Η έλλειψη, η τομή, η θραύση είναι πανταχού παρούσες στον ιουδαϊσμό. Δεν εμπιστευόμαστε κάθε τι που είναι «ένα», ό,τι εμφανίζεται ακέραιο, ό,τι ορίζεται ως «πεπερασμένο» και που εμποδίζει το άπειρο να ενοικήσει στον κόσμο και σ’ εμάς. Είναι σαν να έπρεπε πάντοτε να αφήσουμε μια μη πληρότητα επί το έργον.

Δεν αρνούμαι ότι αυτό είναι εξαντλητικό. Δημιουργεί μία μόνιμη ανησυχία η οποία συνδέεται άμεσα με την εξηγητικότητα, αλλά που ίσως είναι η εβραϊκή συνταγή για την επιβίωση, για το γεγονός ότι οι Εβραίοι «ψόφο δεν έχουν» το οποίο τρελαίνει τους αντισημίτες. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι θεωρούν ότι οι λέξεις δεν σταμάτησαν να λένε αυτό που μπορούν να πουν, και οι οποίοι πιστεύουν στην απειρία του νοήματος και στην αναγκαιότητα να μη σταματήσουμε να λέμε;

(…)

Όλα αυτά δείχνουν το βάθος της ερμηνείας, μιας ανάγνωσης του κόσμου που εκ πρώτης όψεως μπορεί να κριθεί παράλογη. Υπάρχουν πάντοτε πολλοί τρόποι να διηγηθείς την ιστορία, πολλοί τρόποι να διηγηθείς την αλήθεια. Δεν είναι ο ένας πιο ορθός από τον άλλον, διότι όλα εξαρτώνται από εκείνον που ακούει και που προσφέρεται να κάνει τις λέξεις να ανθίσουν στο αυτί του. Η ερμηνεία λέει ότι δεν είναι ποτέ η αποκλειστική διατύπωση του νοήματος ή της αλήθειας. Δέχεται ότι αυτό που «μπορεί να πει» μια φράση είναι μεγαλύτερο από αυτό που «θέλει να πει». Αυτό είναι κάθε άλλο παρά παράλογος σχετικισμός. Αντιθέτως, είναι η συνείδηση ότι ο λόγος πρέπει να έχει ως προτεραιότητα το αυτί και όχι το στόμα.

Πάνω σε αυτό βασίζεται μία γιγαντιαία παρανόηση της ερμηνείας, μια «παρα-νόηση» κατά κυριολεξία[6], ένα «πρόβλημα ακοής», η οποία συχνά ανακύπτει κατά την ψυχαναλυτική ερμηνεία, ή ακόμα περισσότερο κατά τη θρησκευτική. Πολλοί που έρχονται να δουν έναν ψυχαναλυτή ή έναν ραββίνο έχουν αρχικά την ιδέα ότι εκείνος θα ερμηνεύσει γι’ αυτούς τις λέξεις και θα καταστήσει ρητό το άρρητο της γλώσσας, του σημείου ή των εικόνων που τον στοιχειώνουν. Πρόκειται για την χονδροειδή προσδοκία εκείνου που θέλει πάση θυσία ο ψυχαναλυτής του να του ερμηνεύσει το όνειρό του και να του μεταφράσει το νόημά του χωρίς αμφισημία· εκείνου που θα ήθελε να του πουν: «Αν ονειρεύτηκες έναν ροζ ελέφαντα με γυαλιά ηλίου, αυτό σημαίνει ότι έχεις ένα πρόβλημα με την πεθερά σου». Αυτός περιμένει από την ερμηνεία μια αποσαφήνιση, ένα είδος εξόδου από την αμφισημία του νοήματος. Θέλει να του διαλευκανθεί η αλήθεια από τον άλλο που κατέχει την αληθή ανάγνωση και το αυθεντικό νόημα.

Αγγίζουμε εδώ δύο λέξεις εξαιρετικά κρίσιμες: την «αλήθεια» και την «αυθεντικότητα». Ποιος την κατέχει; Ποιος την εκφράζει; Ποιος πιστεύει ότι γνωρίζει το αληθές; Δεν μπορώ να μετρήσω πόσες φορές με έχουν ρωτήσει τι λέει ο ιουδαϊσμός για το τάδε ή το δείνα πράγμα, τι σκέφτεται για αυτήν ή εκείνη την προβληματική. Μου έρχεται πάντοτε στο νου μια φράση που μου δίδαξε ένας από τους δασκάλους μου στη Νέα Υόρκη, ο καθηγητής μου του Ταλμούδ και της ραββινικής γραμματείας, ο ορθόδοξος ραββίνος Μάικλ Τσέρνικ: «Όταν κάποιος αρχίζει τη φράση του λέγοντας: ‘Ο ιουδαϊσμός λέει ότι …’ ή ‘Ο ιουδαϊσμός σκέφτεται ότι …’, εσύ να διακόπτεις αμέσως τη συζήτηση. Να ρωτάς τον συνομιλητή σου: ‘Ο ιουδαϊσμός τίνος; Όπως τον ερμηνεύει ποιος; Σε ποιο συγκείμενο; Απέναντι σε ποιον; Ποια εποχή; Για ποιον;’».

Oι παραδόσεις μας ανέκαθεν μιλούσαν με πληθυντικές φωνές. Kαι με μία παράξενη ταχυδακτυλουργία, ή μία αφηγηματική μυθοπλασία, κάποιες φωνές που είναι οι πιο συντηρητικές είναι εκείνες που έχουν τη βεβαιότητα ότι μιλούν εν ονόματι της παράδοσης στο σύνολό της και στην πλήρη της πιστότητα. Νομίζουν ότι ενσαρκώνουν το αληθές, το πιστό, το καθαρό, το αυθεντικό. Δεν μετράω πλέον τις φορές κατά τις οποίες, σε μια αντιπαράθεση ιδεών, νομίζω ότι η διαφορά ανάμεσα στον συνομιλητή μου και σε μένα δεν έγκειται στις αποκλίσεις των απόψεών μας, ή στη σχέση μας με τον εβραϊκό νόμο, αλλά σε μια απόκλιση πολύ πιο θεμελιώδη: ο συνομιλητής μου είναι πεπεισμένος ότι είναι ο αληθής ιουδιαϊσμός, ότι κατέχει την αλήθεια του. Ενώ εγώ είμαι πεπεισμένη ότι δεν την κατέχω περισσότερο απ’ ό,τι εκείνος. Έχω επίγνωση ότι η παράδοση μπορεί να μιλά μέσα απ’ τη δική του φωνή και μέσα απ’ τη δική μου. Mπορεί κανείς κάλλιστα να κάνει τα κείμενα να πουν ό,τι συνάγει εκείνος απ’ αυτά, όπως και να πουν κάτι άλλο.

Αυτή η προσέγγιση αποσταθεροποιεί τους ανθρώπους διότι τους φαίνεται να απολήγει σε έναν παράλογο και καταστροφικό ηθικό σχετικισμό. Αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο. Για να το αποδείξω αυτό πολύ συγκεκριμένα, θα πάρω το παράδειγμα των θρησκευτικών μας κειμένων και της φύσης τους. Αν μου ζητήσετε να σας αποδείξω ότι η Βίβλος είναι ένα κείμενο μισογυνικό, θα το κάνω πολύ άνετα, να είστε σίγουροι. Αν αρχίσει κανείς να παραθέτει στίχους, είναι πολύ εύκολο. Αν μου ζητήσετε να σας αποδείξω ότι είναι ένα κείμενο φεμινιστικό –έστω και αν ο όρος αυτός είναι τελείως αναχρονιστικός, οπότε ας πούμε «ένα κείμενο πρωτοποριακό στο σεβασμό των γυναικών»-, θα το κάνω εξίσου εύκολα, πάλι μέσω παραθεμάτων.

Εξίσου απλό είναι να σας αποδείξω ότι ένα κείμενο στεγάζει ξενοφοβικά μίση, ή ότι βρίθει ηθικής και έγνοιας για τον άλλο, ότι πυροδοτεί τη βία ή ότι κατατείνει στην κοινωνική εξειρήνευση. Μπορώ να σας αποδείξω γιατί η Βίβλος καλεί τον εβραϊκό λαό να κατακτήσει την γη της επαγγελίας. Μπορώ επίσης να σας αποδείξω γιατί του απευθύνει μια προειδοποίηση ακριβώς ενάντια σε κάθε εγκατάσταση. Στη Βίβλο ηχεί εξίσου η φωνή ενός Ιησού του Ναυή, η φωνή της εδαφικής κατάκτησης, όσο και η φωνή ενός Μωυσή και ενός ιουδαϊσμού της μελέτης, ή η φωνή της Εσθήρ, ένας ιουδαϊσμός της εξορίας, όπως και ο νομαδισμός του Αβραάμ.

Το ζήτημα δεν είναι να αποφασίσουμε ποια απ’ αυτές τις φωνές είναι ο αληθής ιουδαϊσμός ή η τελειωτική λέξη για την ταυτότητά μας. Το πραγματικό ζήτημα είναι να αποφασίσουμε, αναγνωρίζοντας πλήρως ότι οι φωνές αυτές συγκατοικούν μέσα στην παράδοση, ποια θα επιλέξουμε εμείς να κάνουμε να ακουστεί στα παιδιά μας κατά τη διάρκεια ενός χρόνου t· ποια θα τους δώσουμε να ακούσουν και να ερμηνεύσουν ώστε να εγγράψουν την ταυτότητά τους σε αυτό που ο ιουδαϊσμός αποκαλεί «L’Chaim», μια δοξολόγηση της ζωής σε όλες τις μορφές που μπορεί να πάρει. Το να δοξολογείς τη ζωή σημαίνει να αναγνωρίσεις ότι κάθε ανάγνωση κάνει το κείμενο να μιλά και, ταυτόχρονα, το κάνει να σωπαίνει. Κάνει ορισμένες φωνές να ακούγονται και επιλέγει να βάλει άλλες σε σίγαση, στο πλαίσιο μιας πιστής απιστίας σε όσα έχουν διαβιβαστεί από τους προηγουμένους.

Όλα αυτά τα αφηγείται καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο η αρχή-αρχή της Γενέσεως. Και με αυτό θα ήθελα να κλείσω. Όταν, στο κεφάλαιο 1, δημιουργείται η ανθρωπότητα, με τα χαρακτηριστικά ενός όντος που ονομάζεται Αδάμ, η Βίβλος γράφει το εξής πράγμα: «Και ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο κατά την εικόνα του· τον δημιούργησε κατά την εικόνα του Θεού: τον δημιούργησε αρσενικό [‘ζαχάρ’] και θηλυκό [‘νεκέβα’]». Όλες οι Βίβλοι συνήθως έτσι αποδίδουν αυτόν το στίχο. Τα εβραϊκά όμως έχουν την ιδιαιτερότητα να είναι μια γλώσσα πολύσημη και κάθε λέξη, κάθε ρίζα, σημαίνει κάτι αλλά μπορεί να μεταφραστεί και αλλιώς. Η λέξη ζαχάρ, λοιπόν, αυτή που αποδίδουμε συνήθως ως «αρσενικό», προέρχεται από μία ρίζα που δηλώνει την «ανάμνηση» ή τη «μνήμη». Ενώ το νεκέβα, που αποδίδουμε συνήθως ως «θηλυκό», κατά κυριολεξία βγαίνει από τη ρίζα νακάβ που σημαίνει «κάνω μία τρύπα». Για να το πούμε αλλιώς, νεκέβα είναι το «κενό μνήμης».

Έτσι, όταν η ανθρωπότητα είναι κατά την θεία εικόνα, όταν είναι πιστή σε ένα συγκεκριμένο ιδεώδες υπερβατικότητας, η Γένεσις μας λέει ότι η ανθρωπότητα καλείται ζαχάρ ή νεκέβα. Γνωρίζει ότι είναι «μνήμη» και «κενό μνήμης», «ανάμνηση» και «διαγραφή», «συνείδηση» και «διάκλειση». Με άλλα λόγια, διατηρεί αυτό που υπήρχε και δημιουργεί χώρο για αυτό που μπορεί ακόμα να υπάρξει. Αυτή η θέση που κρατάμε για ό,τι μπορεί να αναδυθεί στο μέλλον αποκαλείται το θηλυκό της θρησκευτικής σκέψης. Το θηλυκό αυτό, που τόσο πολύ δυσκολευόμαστε να του βρούμε μια θέση, είναι ακριβώς η θέση, η τρύπα ή το κενό που αφήνει μια θέση στο «ενδέχεται», σε ό,τι απομένει να υπάρξει. Δεν λέω ότι αυτό μπορούν να το κάνουν οι γυναίκες. Αλλά το θηλυκό, στο εσωτερικό του Αδάμ, του ανθρώπινου, είναι η φωνή που το επιτρέπει. Πράγμα που με κάνει να πιστεύω ότι κάθε αναγνώστης, είτε είναι άντρας είτε γυναίκα, πρέπει πάντοτε να προσπαθεί να είναι αναγνώστρια. Κάθε αναλυτής πρέπει ίσως να προσπαθεί να είναι ψυχαναλύτρια. Εν πάση περιπτώσει, καθένας πρέπει να προσπαθεί να ακούσει τη μνήμη και την ακύρωσή της που διαλέγονται εντός του, ασχέτως εάν η ανάγνωση αυτή διεξάγεται σε έναν οίκο μελετών, στη βιβλιοθήκη ή πάνω σε ένα ντιβάνι.

[1] Το κείμενο αυτό προέκυψε από μία διάλεξη που δόθηκε στο ψυχαναλυτικό νοσοκομειακό ίδρυμα του νοσοκομείου Sainte-Anne του Παρισιού το Μάιο του 2019.

[2] Στα ελληνικά το βιβλίο αυτό έχει μεταφραστεί με τον τίτλο Οι Εβραίοι και οι λέξεις (Καστανιώτης 2014).

[3] Αποδίδω με βάση το γαλλικό κείμενο. Στη μετάφραση των Εβδομήκοντα το χωρίο αυτό έχει ως εξής: Καί εἶπε Κύριος τῷ ῞Αβραμ· ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ δεῦρο εἰς τὴν γῆν, ἣν ἄν σοι δείξω· καὶ ποιήσω σε εἰς ἔθνος μέγα καὶ εὐλογήσω σε καὶ μεγαλυνῶ τὸ ὄνομά σου, καὶ ἔσῃ εὐλογημένος· καὶ εὐλογήσω τοὺς εὐλογοῦντάς σε καὶ τοὺς καταρωμένους σε καταράσομαι· καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς.

[4] Στα γαλλικά, η λέξη taré –γράφεται ελαφρά διαφορετικά αλλά προφέρεται ακριβώς το ίδιο- σημαίνει «βλαμμένος», «αυτός που φέρει ένα ελάττωμα εκ γενετής».

[5] Θάρα ἐγέννησε τὸν Ἅβραμ καὶ τὸν Ναχὼρ καὶ τὸν Ἀρράν, καὶ Ἀρρὰν ἐγέννησε τὸν Λώτ. καὶ ἀπέθανεν Ἀρρὰν ἐνώπιον Θάρα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐν τῇ γῇ, ᾗ ἐγεννήθη, ἐν τῇ χώρᾳ τῶν Χαλδαίων. καὶ ἔλαβον Ἅβραμ καὶ Ναχὼρ ἑαυτοῖς γυναῖκας· ὄνομα τῇ γυναικὶ Ἅβραμ Σάρα, καὶ ὄνομα τῇ γυναικὶ Ναχὼρ Μελχά, θυγάτηρ Ἀρρὰν καὶ πατὴρ Μελχὰ καὶ πατὴρ Ἰεσχά. καὶ ἦν Σάρα στεῖρα καὶ οὐκ ἐτεκνοποίει. καὶ ἔλαβε Θάρα τὸν Ἅβραμ υἱὸν αὐτοῦ καὶ τὸν Λὼτ υἱὸν Ἀρράν, υἱὸν τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, καὶ τὴν Σάραν τὴν νύμφην αὐτοῦ, γυναῖκα Ἅβραμ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, καὶ ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐκ τῆς χώρας τῶν Χαλδαίων πορευθῆναι εἰς γῆν Χαναὰν καὶ ἦλθον ἕως Χαρρὰν καὶ κατῴκησεν ἐκεῖ. καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι Θάρα ἐν γῇ Χαρρὰν διακόσια πέντε ἔτη, καὶ ἀπέθανε Θάρα ἐν Χαρράν.

[6] Στα γαλλικά, η λέξη entendre σημαίνει «νοώ» αλλά επίσης και «ακούω».

Delphine_Horvilleur_par_Claude_Truong-Ngoc_mars_2019

Η Delphine Horvilleur, γεννημένη το 1974 στο Νανσύ, είναι η τρίτη γυναίκα ραββίνος της Γαλλίας, μέλος της οργάνωσης Judaïsme en mouvement, συγγραφέας και διευθύντρια του περιοδικού Tenoua. Η ομιλία της αυτή εκδόθηκε στα γαλλικά σε ένα βιβλιαράκι με τίτλο Le rabbin et le psychanalyste ; l’exigence d’interprétation, Hermann, Παρίσι 2020. Το παραπάνω κείμενο αποτελεί απόδοση του κειμένου του βιβλίου, με λίγες περικοπές.

Κλασσικό

21 σκέψεις σχετικά με το “Η ραββίνος και ο ψυχαναλυτής

  1. Ο/Η Γιάννης λέει:

    Ακατάσχετη φλυαρία και μια προσπάθεια να εμφανιστεί θεόπνευστη η Βίβλος, συνεπώς «θεόπνευστη» και η καταγωγή των Εβραίων. Και φυσικά αν ο θεός λέει ο Αβραάμ να μεταναστεύσει σε άλλη πόλη, η οποία ναι μεν δεν του ανήκει, αλλά θα του την παραδώσει μαζί με όλα τα πλούτη της, τότε χωρίς αμφιβολία ανάλογη μοίρα θα έχουν και οι Εβραίοι.
    Αν αυτό θέλουν οι Εβραίοι, δεν μου πέφτει λόγος, απλώς, θα αρκεστώ να πω πως δεν εντυπωσιάζομαι.
    Η Βίβλος δεν αξίζει να ασχοληθεί κάποιος στα σοβαρά μαζί της. Επιγραμματικά να αναφέρω πως η στείρα σύζυγος του Πατριάρχη των Εβραίων Αβραάμ είναι στην πραγματικότητα η αδελφή του.
    Λέει ο Αβραάμ στο Γεν. Κ’ , 12. «Και όμως αδελφή μου είναι, θυγάτηρ του πατρός μου (Θάρρα), αλλά ουχί θυγάτηρ της μητρός μου και έγινε γυνή μου».

    Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει πως η Βίβλος λέγει: «και έζησεν Θάρρα ( είναι ο πατέρας του Αβραάμ, ο οποίος δεν έκτισε καμία Χαρράν) έτη εβδομήκοντα και εγέννησεν Αβραάμ» Γεν. ΙΑ’ , 26). Κατόπιν ο Χρυσόστομος επαναλαμβάνει τους βιβλικούς ισχυρισμούς: «και εγένετο πάσαι αι ημέραι Θάρρα εν Χαρράν έτη διακόσαπέντε και απέθανε. Και αποθανόντος αυτού εν Χαρράν προστάζεται υπό του θεού ο Αβραάμ μετοικήσει εις Χαναάν. Αβραάμ ήτο ετών εβδομήκοντα πέντε ότε εξήλθε εκ Χαρράν»
    Αν ο Θάρρα έζησε 205 έτη εις την Χαρράν και γέννησε τον Αβραάμ στα εβδομήκοντα έτη και αυτός (ο Αβραάμ) παρέμεινε μαζί του μέχρι τον θάνατό του, τότε ο Αβραάμ όταν μετοίκησε στην Χαναάν ήταν 205 – 70 = 135 έτών! και όχι 75 που μας λέει η.. θεόπνευστη Βίβλος.
    Τέλος πάντων, δεν θα χάσω τον χρόνο μου να πάρω στα σοβαρά μεταφυσικούς ισχυρισμούς για δήθεν ειδικής μεταχείρισης του εβραϊκού ή οποιαδήποτε άλλου λαού από τον θεό. Αυτή η έστω προσεκτική σύνδεση της μοίρας ενός λαού, όπου στην αρχή της και κατά βάση υπάρχει το προστατευτικό χέρι του θεού, για μένα είναι μια απαράδεκτη αλαζονεία.
    Θα αρκεστώ να πω πως η Βίβλος που έχει σαν τόπο γέννησης την έρημο της Μ. Ανατολής, είναι ο γεννήτορας των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών που το βασικό στοιχείο τους είναι το μίσος εναντίον όποιου δεν συμφωνεί μαζί τους, μέχρις σημείου εξαφανίσεως του.
    Επίσης, είναι η μήτρα που γεννήθηκε η σύγχρονη.. επιστήμη της ψυχολογίας, μια καθαρά αντιεπιστημονική θεωρεία που δέχεται την ύπαρξη μιας άυλης ψυχής, μια παραδοχή ολότελα λανθασμένη που προκαλεί σύγχυση, με συνέπεια το αποτέλεσμα να εκλαμβάνεται ώς αίτιο και το αντίστροφο.
    Πρόκειται για μια ευθεία επίθεση στην ικανότητα του ανθρώπου να μελετά και να εξετάζει τον κόσμο γύρω του, έξυπνα και προσεκτικά.

    ΥΓ
    δεν αντέχω στον πειρασμό να πω πως ο ισχυρισμός ότι δήθεν η ιστορία του Αβραάμ είναι μια ιστορία ρήξης, είναι ψ έ μ α. Βέβαια, βολεύει, αφού παραπέμπει στην ψυχολογία του Φρόιντ, με τις μπούρδες του περί ρήξης του γιού με τον πατέρα κλπ.
    Το πράγμα είναι πολύ πεζό: ο πατέρας του μετά τον θρίαμβό του στη Χαρράν, άρχισε να προκαλεί ένα τοξικό κλίμα ανάμεσα στους κατοίκους και την οικογένειά του.
    Κοινώς, δεν «σηκώνει το κλίμα» πια τον Αβραάμ και την κοπανάει.
    Πάει στη Χαναάν και όχι μόνον. Από όπου θα περάσει θα κερδίζει συνεχώς πλούτο και ταυτόχρονα οι γηγενείς δυστυχία.

    Από την μύγα ξύγκι!

    • Η ίδια η ύπαρξη -και η έκταση- του σχολίου σας έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με τον ισχυρισμό ότι «Η Βίβλος δεν αξίζει να ασχοληθεί κάποιος στα σοβαρά μαζί της». Διότι εσείς φαίνεται να ασχοληθήκατε πολύ σοβαρά.

      • Ο/Η Γιάννης λέει:

        Είναι αλήθεια πως δεν εκφράστηκα με σαφήνεια, για αντικειμενικούς λόγους που αφορούν την φυσική κατάσταση που βρισκόμουν την στιγμή που έγραφα το σχόλιο.
        Με αυτή την φράση εννοώ πως δεν πρέπει να την εκλαμβάνουμε σαν θεόπνευστο έργο, ούτε μπορεί να ανιχνευθεί μέσα στη Βίβλο στα σοβαρά, πως οι ήρωες της κινούνται σύμφωνα με τις εντολές του θεού και όχι με τα στενά προσωπικά συμφέροντά τους.
        Εξυπακούεται πως πρέπει να μελετηθεί υπό το πρίσμα της κριτικής και ενδελεχούς έρευνας, για όποιον αποφασίσει να ασχοληθεί μαζί της.
        Ένας τέτοιος αναγνώστης της, θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως μόνο για θεϊκό βιβλίο δεν πρόκειται. Και αυτό, σημαίνει πολλά.

    • Ο/Η Δ.Κ. λέει:

      Πώς βγάλατε το συμπέρασμα ότι η ψυχολογία δέχεται την ύπαρξη της άυλης ψυχής. Η επιστήμη της ψυχολογίας δέχεται την ύπαρξή της ή υπάρχουν θρησκευόμενοι ψυχολόγοι;

      • Ο/Η Γιάννης λέει:

        Από την εποχή του Πλάτωνα έως τους Πατέρες της εκκλησίας και τους θεολόγους του Χριστιανισμού, η ψυχή εκλαμβάνεται σαν κάτι αυθύπαρκτο.
        Με αυτή την έννοια γίνεται αντιληπτή από τους ανθρώπους. Κάθε αναφορά στην ψυχή, εννοείται σαν μια αιώνια και αδιαίρετη μονάδα, που δεν έχει μάζα, είναι άχρονη και μη εντοπίσημη.
        Αν η σύγχρονη επιστήμη (νευροεπιστήμες) έχουν καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα και δεν αποδέχονται πια αυτό το συμπέρασμα και η όλη επιστήμη της ψυχολογίας έγκειται στην μελέτη της σκέψης και συμπεριφοράς, αν «Δεν έχει μείνει τίποτα για να κάνει η ψυχή». τότε τίθεται θέμα με τον όρο «ψυχο-λογία», επειδή παράγει μόνο σύγχυση στους ανθρώπους.
        Ακόμα όμως και διάφορα σταθερά μοτίβα όπως «οιδιπόδειο σύμπλεγμα» κλπ, αποτελούν πρόβλημα, πέραν του ότι είναι – κατά την γνώμη μου – αναπόδεικτες υποθέσεις που δεν έχουν καμία σχέση με την αλήθεια, καθόσον παραπέμπουν σε σε «φυτεμένες» συμπεριφορές και αφήνουν ανοικτή πόρτα στην ύπαρξη της ψυχής και τα πάθη της.
        Σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη της λέξης «ψυχή» έλκει κυρίως την καταγωγή της σε θρησκευτικές αντιλήωεις.

    • Ο/Η Δ.Κ. λέει:

      Οι έννοιες νοηματοδοτούνται πάντοτε στο ιστορικό τους πλαίσιο. Δεν υπάρχει εντός τους ένα κατασταλαγμένο νόημα έξω από τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες κυκλοφορεί. Δε βρισκόμαστε στην αρχαιότητα ή στον μεσαίωνα. Αν υποστηρίζετε ότι η ψυχολογία θεωρεί την ύπαρξη της ψυχής βέβαιη με τη θεολογική έννοια, θα πρέπει να το υποστηρίξετε μέσα από τις θέσεις της επιστήμης της ψυχολογίας κι όχι διαμέσου της ετυμολογίας. Το αντικείμενο και η πρακτική της ψυχολογίας δεν έχει σχέση με αυτό που λέτε. Η ψυχανάλυση, στην οποία αναφέρεστε, δεν είναι το ίδιο με την ψυχολογία. Αλλά ακόμα και η ψυχανάλυση δεν ισχυρίζεται ότι υπάρχει κάποια άυλη ψυχή. Εσείς προσπαθείτε να θεμελιώσετε το επιχείρημα στη χρήση του πρώτου συνθετικού ψυχο- χωρίς να το θεμελιώνετε στην ίδια την πρακτική αυτών των επιστημών. Αυτό όμως παραβλέπει τη διαφορετική χρήση των όρων.
      Μάλιστα, το κείμενο αυτό ασχολείται ακριβώς με αυτό το θέμα.

      • Ο/Η Γιάννης λέει:

        Από όσο γνωρίζω η ψυχανάλυση είναι τομέας της ψυχολογίας. Ο Φρόυντ θεωρείται ο πατέρας της ψυχανάλυσης. Ως γνωστόν ήταν θαυμαστής της Παλαιάς Διαθήκης. Επινόησε τον όρο «οιδιπόδειο σύμπλεγμα», την ροπή προς τον θάνατο, το σεξ και άλλες τέτοιες θεωρίες, με τις οποίες εγώ έχω πρόβλημα. Δεν μπορείς να τις αποδείξεις στην πράξη, ως ψυχικά φαινόμενα. Πρέπει να εμπιστευθείς ή οχι τον ψυχολόγο ή τον ψυχαναλυτή, και ζητήματα που δεν αποδεικνύονται πειραματικά, έχω πρόβλημα. Κατά την άποψη μου αυτό κινείται στον χώρο της μεταφυσικής. Ο διάβολος, από ένα έξωθεν πλάσμα, μεταφέρεται μέσα στον άνθρωπο και τον τυραννάει. Ο άνθρωπος, συχνά ένα αβοήθητο πλάσμα και θύμα των παθών του, που χρήζει βοήθειας. Και ποιος θα τον συντρέξει; Δεδομένου πως οι άνθρωποι πια έχουν κουραστεί από τους ιερείς, τότε χρειάζονται ένα ψυχολόγο, ένα ψυχαναλυτή. Και τον χρειάζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να τους είναι αναγκαίος εφόρου ζωής. Τα αποτελέσματα; Μη μετρήσιμα. Ή τα αποδέχεσαι ή τα απορρίπτεις.
        Το ίδιο συμβαίνει και συνολικά με την σύγχρονη επιστήμη της ψυχολογίας. Κανένα αποδεικτικό στοιχείο, που να είναι μετρήσιμο, που να αποδεικνύεται ή να απορρίπτεται στο πειραματικό εργαστήριο. Και αυτό ανεξάρτητα πώς εκλαμβάνει τον όρο «ψυχή».
        Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα στην επιστήμη της καρδιολογίας, της ογκολογίας κλπ ‘Ολα μετρούνται από το αποτέλεσμα.
        Π. χ. τι θα πει «αποκλίνουσα συμπεριφορά»; Ποιος αποφασίζει ποια είναι αυτή; Ποιος εγγυάται την αυθεντία του ψυχαναλυτή, του ψυχολόγου, του ψυχιάτρου; Πώς θα επιστρέψει στην .. ομαλή συμπεριφορά; Ποιος ο ρόλος των φαρμάκων;
        Αυτό το θολό τοπίο, σε μένα παραπέμπει στην αυθεντία του θεού και του λόγου του. Δηλαδή, σε ένα θρησκευτικό τοπίο, που έχει κατέβει από το υπερπέραν εδώ στη γη, όμως που ποτέ δεν έπαψε να έχει στοιχεία μεταφυσικής και «θεϊκής» προέλευσης, και επιμένω πως εκπορεύεται από την Παλαιά Διαθήκη και τα όμοια, έστω και με την μορφή των μύθων και όχι σαν ιστορική πραγματικότητα. Λίγη σημασία έχει.
        Αυτά εννούσα με την φράση μου «Επίσης, είναι η μήτρα που γεννήθηκε η σύγχρονη.. επιστήμη της ψυχολογίας, μια καθαρά αντιεπιστημονική θεωρεία που δέχεται την ύπαρξη μιας άυλης ψυχής, μια παραδοχή ολότελα λανθασμένη που προκαλεί σύγχυση, με συνέπεια το αποτέλεσμα να εκλαμβάνεται ώς αίτιο και το αντίστροφο.»
        Τέλος πάντων, η αναφορά μου στην ψυχολογία ήταν μια παρένθεση μέσα στο κριτικό σχόλιο μου για το άρθρο
        ΥΓ
        ο θεός να μας φυλάει από την ψυχολογία και την ψυχιατρική, αν τις εκλάβουμε σαν θέσφατα.

      • Ο/Η Γιάννης λέει:

        Να συμπληρώσω πως στο ζήτημα της άυλης ψυχής, αναφέρθηκα στο πρώτο σχόλιο μου, δεν έχω να πω κάτι παρά πάνω.
        Ο όρος προκαλεί σύγχυση και η αδυναμία της ψυχολογίας να χρησιμοποιήσει κάποιον άλλον όρο που θα είναι πιο κοντά στο πεδίο της, δείχνει και την αδυναμία της να οριοθετήσει αυτό το πεδίο.

    • Ο/Η Δ.Κ. λέει:

      Η ψυχανάλυση δεν είναι τομέας της ψυχολογίας. Είναι συγγενικός τομέας, αλλά σχετικά ανεξάρτητος. Δεν μπορείς να γίνεις ψυχαναλυτής έχοντας πτυχίο από τμήμα ψυχολογίας.
      Δεν ξέρω τι εννοείτε με το « ήταν θαυμαστής της Παλαιάς Διαθήκης». Ο Φρόυντ ήταν άθεος όπως είναι γνωστό. Αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν επηρεασμένος από την Π.Δ.; Όλες/οι είναι επηρεασμένες από την Π.Δ., κι από πολλά άλλα, από τη στιγμή που ζούμε σε έναν κόσμο που όλα αυτά είχαν ηγεμονικό χαρακτήρα και διαμόρφωσαν τη ζωή μας. Είναι εμφανές ότι δεν έχετε διαβάσει κάποιο έργο του Φρόυντ, γι’ αυτό και κάνετε τόσο γενικούς και αυθαίρετους ισχυρισμούς. Η αποτελεσματικότητα των όρων που επινόησε εφαρμόζονται στην πράξη της ανάλυσης. Μπορεί κανείς να έχει ενστάσεις σε πολλούς από αυτούς τους όρους ή στο κατά πόσο έχουν γενική ισχύ. Όμως αυτοί οι όροι προέρχονται από το ευρύτερο κοινωνικό-πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο ζούμε κι από την ανταποκρισιμότητά τους στην αναλυτική διαδικασία.
      Η ψυχανάλυση είναι η μελέτη του ασυνειδήτου. Δεν είναι μια αμιγώς θεραπευτική διαδικασία. Ο όρος θεραπεία, δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκεία;

      Όσον αφορά στα περί του θεού και του λόγου του, θα σας έλεγα ότι γενικά στην επιστήμη μπορούμε να βρούμε στοιχεία που ανάγονται στη θρησκεία, γιατί η επιστήμη, όπως όλοι οι τομείς της ζωής μας, οικοδομείται ιστορικά. Χρησιμοποιεί όρους, αντιλήψεις και έννοιες που προέρχονται από το παρελθόν. Όμως, δεν σημαίνει αυτό ότι είναι το ίδιο με τη θεολογία κι ας έχει αυτά τα στοιχεία. Δύσκολά θα βρείτε έναν τομέα που να μην έχει αυτή τη σχέση με το παρελθόν και με τη θρησκεία ούτε θα βρείτε επιστημονική γνώση ανεξάρτητη από την ιστορική της πλαισίωση. Το ίδιο που λέτε για τον ψυχολόγο και τον ψυχαναλυτή, θα μπορούσα να το αποδώσω γενικά στην επιστήμη ως μια εκκοσμικευμένη μορφή επίτευξης της θέωσης, με έναν ενδιάμεσο-ήρωα, τον επιστήμονα, που μπορεί να προβλέπει και να προεξοφλεί το μέλλον και να αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου. Αν θέλουμε δηλαδή να το προχωρήσουμε αυτό, μπορούμε να το κάνουμε απεριόριστα. Η επιστήμη, εδώ και έναν αιώνα, έχει υποστεί μια δομική αλλαγή. Δεν αντιμετωπίζει στατικά φαινόμενα στα οποία μπορεί να δώσει μια άμεση λύση και έτσι να λειτουργήσει αποκλειστικά με όρους απόλυτης αποτελεσματικότητας. Έχει διαπιστώσει ότι τα περισσότερα φαινόμενα που μελετά είναι τα ίδια ασταθή και ρευστά, κι έτσι μπορεί να δώσει κατά προσέγγιση απαντήσεις και σχετικής αποτελεσματικότητας λύσεις. Δεν είναι όλα τα φαινόμενα στον ίδιο βαθμό ασταθή και ρευστά στον χρόνο. Κάποιος τομέας ασχολείται με ένα αντικείμενο μικρότερης αστάθειας στον χρόνο, ενώ οι τομείς που ασχολούνται με τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες κοινωνίες παρουσίαζουν μεγαλύτερη αστάθεια. Το βλέπετε αυτό και στην αδυναμία συνεννόησης ή στα νοηματικά κενά στα οποία πέφτουμε ακόμα και σε αυτή τη συνδιαλλαγή. Κάτι αντίστοιχο όμως συναντάμε και στα μαθηματικά ή στη φυσική.
      Τέλος, να σας πω ότι δεν υπάρχει καμία σύγχυση στους όρους. Υπάρχουν εδώ και 1-2 αιώνες και κανένας δεν μπερδεύεται, μόνο εσείς κάνετε ότι μπερδεύεστε. Όταν ισχυρίζεστε ότι οι ψυχο-επιστήμες αποδέχονται την ύπαρξη της ψυχής, θα πρέπει να το τεκμηριώσετε από πηγές αυτών των επιστημών που να το αποδεικνύουν. Δε θα βρείτε κάτι τέτοιο.

      • Ο/Η Γιάννης λέει:

        Πρώτα πρώτα εγώ, αλλά και άλλοι, δεν είμαστε καθόλου επηρεασμένοι από την Π.Δ. Ήμουν αρκετά τυχερός να μην υπάρξω ούτε ένα δευτερόλεπτο στη ζωή μου Χριστιανός.
        Δεν γνωρίζω τι είναι εμφανές, αλλά έχω διαβάσει έργα του Φρόυντ. Πριν πολλά χρόνια, αλλά διάβασα κάποια. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, συνειδητοποίησα πως έχω να κάνω με έναν παπατζή που το μόνο που επιδίωκε ήταν να τον πάρουν στα σοβαρά, να γίνει διάσημος, δάσκαλος. Καί έτσι έγινε.
        Ο Φρόυντ καταγόταν από πλούσια οικογένεια ραββίνων.
        Κάποιο βράδυ στην νεαρή ηλικία του μπαίνει απροειδοποίητα στο δωμάτιο των γονέων του και τους «έπιασε» να έχουν ερωτική συνεύρεση, όπου ο πατέρας του έξαλλος τον έδιωξε έξω από το δωμάτιο. Αυτό το όχι και τόσο σπάνιο φαινόμενο σε οικογένειες, έκανε φοβερή εντύπωση στον Μικρό Φρόυντ, ο οποίος συν τοις άλλοις δεχόταν βαριές προσβολές από τον πατέρα του για την νυχτερινή ενούρησή του.
        Ανάλογες εμπειρίες ήταν οι βάσεις για να αναπτύξει αργότερα την αυθαίρετη θεωρεία του για την ψυχοθεραπεία.
        Σημαντικότατη στιγμή της ζωής του για τις μελλοντικές θεωρίες του, ο θάνατος του μικρότερου αδελφού του. Κατα τον βιογράφο του Ε. Τζόουνς «από μικρό παιδί ζημώθηκε με τα μεγάλα προβλήματα της γέννησης, του έρωτα και του θανάτου».
        Ο Φρόυντ μετάτρεψε τις (συνηθισμένες και σε άλλους) εμπειρίες του σε καθολικές αρχές των ανθρώπων..
        Σε ηλικία 7 ετών δέχεται σαν δώρο από τον πατέρα του την Βίβλο, ο οποίος τον συμβούλεψε να την μελετήσει.
        Αυτό και θα κάνει, και αργότερα θα γράψει στην μελλοντική γυναίκα του:» Κάτι από την καρδιά, από το άρωμα του γεμάτου νοήματος και την χαρά του Ιουδαϊσμού δεν αφήσει ποτέ το σπίτι μας. Συχνά, νιώθω σαν σκέψη ότι έχω κληρονομήσει όλη την πρόκληση κι όλο το πάθος, με το οποίο οι πρόγονοί μας υπερασπίστηκαν τον ναό τους». Σε μια άλλη επιστολή, γράφει πως οι ιστορίες της Βίβλου άσκησαν διαρκή επίδραση στην κατεύθυνση των ενδιαφερόντων του. Μάλιστα, είχε φθάσει να εκδίδει φυλλάδια για τον Μωυσή. Το τελευταίο έργο του ήταν «Ο Μωυσής και ο μονοθεϊσμός» (ένα φανταστικό πρόσωπο..).
        Κρίνοντας εξ ιδίων έφθασε στη θεωρία του.
        Το περίφημο οιδιπόδειο σύμπλεγμα το επινοεί από τις ελληνικές τραγωδίες , ενώ είναι σαφέστατο σε αυτές πως ο Οιδίπους σκοτώνει εν αγνοία του τον πατέρα του και νυμφεύεται εν αγνοία του την μητέρα του. Αντίθετα ο Φρόυντ σαν εμβριθής μελετητής της Βίβλου θα μπορούσε να επικαλεσθεί το «Λώτειο σύμπλεγμα» καθώς αυτός, ο Λωτ, συνευρίσκεται συνειδητά ερωτικά με τις κόρες του και αποκτά τέκνα από αυτές. Το ίδιο θα κάνει και με το σύμπλεγμα «Ηλέκρα» (προς τον πατέρα) όταν στο ομώνυμο έργο του Ευριπίδη δεν γίνεται η παραμικρή νύξη για ερωτική αγάπη προς τον πατέρα της Αγαμέμνονα.
        Ο Φρόυντ δεν εξετάζει την ερωτική φυσιολογία των ενηλίκων, αλλά αυτή της παιδικής ηλικίας.. κατά την οποία πιστεύει πως υπάρχει ερωτική ζωή..
        Γράφει στο «Εισαγωγή στην ψυχανάλυση» πως από την ηλικία των 8 το άτομο στρέφεται ερωτικά το μεν άρρεν προς την μητέρα του(!) το δε θήλύ προς τον πατέρα του (!), έτσι προέρχεται η αντιπαθεια προς πατέρα και μητέρα αντίστοιχα (ας θυμηθούμε την ρήξη του Αβραάμ με τον.. νεκρό πατέρα του στην ηλικία των 75 ετών, του άρθρου).
        Λέει κι άλλα, λέει για τον φόβο του αγοριού για τον ευνουχισμό, το αίσθημα ντροπής των κοριτσιών για την έλλειψη πέους και άλλες τέτοιες ανόητες αυθαιρεσίες ( διαιρεί την ψυχή (!) σε»εγώ, υπερεγώ κι αυτό»)
        Έτσι, κατά αυτόν, η μεγαλύτερη ενοχή των ανθρώπων είναι αυτό το οιδιποδιο σύμπλεγμα,και ακολουθεί η σεξουαλική ροπή, η ορμή προς τον θάνατο κλπ.
        Πού βρίσκονται όλα αυτά, αν όχι στην ψυχή, την οποία ταλαιπωρούν και χρειάζεται ένα αναλυτής ή ένας ψυχολόγος για να επέλθει η θεραπεία; Ο Φρόυντ ξέρει τα πάντα για την ψυχή, το ίδιο και η ψυχολογία. Για αυτό ποτέ δεν θα τολμήσει να τον καταγγείλει για επικίνδυνες αυθαιρεσίες. Λοιπόν, δικαιούμαι ή όχι να κατηγορώ την ψυχολογία πως έλκει την καταγωγή της από την Βίβλο;
        Δεν θα μάθουμε ποτέ την ψυχή, έστω κι αν η ψυχολογία δεν την εκλαμβάνει πια με την θρησκευτική έννοια, σαν άυλη οντότητα.
        Και αν δεν την κατανοήσει ποτέ, πώς την μελετά, πώς την θεραπεύει; Θα την γνωρίσει κάποτε μέσω της επιστήμης, μας διαβεβαιώνει. Αν όμως αποδειχθεί ένα ψέμα και τίποτε περισσότερο; Δεν είναι αυτή η πίστη, μια μεταφυσική πίστη που είναι και πίστη θρησκευτική;
        “Τα πέρατα της ψυχής δε θα βρεις προχωρώντας, όσο μακριά και αν σε φέρει ο δρόμος σου· τόσο βαθύ λόγο περιέχει” – Ηράκλειτος
        Δεν πέρασαν και τόσα πολλά χρόνια που η ομοφυλοφιλία θεωρούταν ψυχικό νόσος, από την ψυχολογία και την ψυχιατρική . Κάτι που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει, μετά από τις αντιδράσεις που υπήρξαν.
        Κάθε κάποιο χρονικό διάστημα συναντούνται κάποιες αυθεντίες της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής και μας παραδίδουν μια βίβλο όπου παρουσιάζονται τα ψυχιατρικά νοσήματα. Ακριβώς όπως οι ιερές Σύνοδοι του Χριστιανισμού κατά καιρούς αποφάσιζαν τι είναι αμαρτία, τι ενοχή, τι αίρεση κλπ
        Ο άνθρωπος είναι σαν ένα στάδιο από πολλούς εαυτούς, στο χέρι του είναι να καταφέρει να τους ισορροπήσει και να προωθήσει τον κυρίαρχο στόχο που έχει μέσα του. Να δημιουργήσει τον εαυτό του.
        Η πίστη στη θεραπεία της ψυχής με όποιο νόημα και να την εκλαμβάνει η ψυχολογία, είναι μια Χίμαιρα και εχει τις ρίζες της στη θρησκευτική πίστη και δοξασίες. Αυτή είναι η αλήθεια. Με τον μανδύα της επιστήμης.
        Ελπίζω πως οι άνθρωποι ποτέ δεν θα εκλάβουν την ψυχολογία σαν μια αυθεντία που μπορεί να τους θεραπεύει, γιατί αν το κάνουν, αλίμονο..

    • Ο/Η Δ.Κ. λέει:

      Υποστηρίζεται αυτοαναφορικά ότι εσείς δεν είστε επηρεασμένος από την Π.Δ. Δηλαδή σε έναν κόσμο που η θρησκεία κατέχει ακόμη σημαντική θέση, εσείς ισχυρίζεστε ότι με κανέναν τρόπο δεν είστε επηρεασμένος. Έχουμε περισσότερα τεκμήρια για εσάς σε σχέση με τον Φρόυντ; Όχι! Θα πρέπει να δεχθώ ότι εσείς δεν είστε επηρεασμένος με κανέναν τρόπο επειδή το λέτε εσείς ο ίδιος; Δε νομίζω!
      Νομίζετε ότι η επιρροή της θρησκείας αφορά αποκλειστικά το προσωπικό σας βίωμα; Η θρησκεία και η θεολογική αναζήτηση επηρεάζουν τους ανθρώπους ανεξάρτητα από το τι μπορεί να πιστεύουν οι ίδιοι. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι όλοι πιστοί. Άλλωστε, ο ίδιος ο Φρόυντ ήταν άθεος και ο πατέρας τους ήταν κοσμικός εβραίος.

      Ο Φρόυντ αντλεί τα θεωρητικά του σχήματα από τον μύθο και την κλασική γραμματεία, λόγω της κλασικής του παιδείας. Αυτό δεν έχει κάτι προσωπικό΄. Αντιθέτως, δείχνει τη γενική τάση της παιδείας στα μεσαία στρώματα του 19ου αι. Η ψυχανάλυση δείχνει πώς τα προσωπικά μας βιώματα, δεν είναι προσωπικά μας βιώματα. Δεν υπάρχει προσωπικό ασυνείδητο. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα δείχνει τη ροπή του παιδιού προς τον γονέα. Όπως γράφετε ο Λωτ είχε ροπή προς τις κόρες του, πράγμα που δεν είναι το ίδιο. Όμως, για τον Φρόυντ οι μύθοι είναι ένα σύμπτωμα της συλλογικής ιστορίας των ανθρώπων κι αποκαλύπτουν μόνο συγκαλυμμένα τα βαθύτερα συμπλέγματα.

      Αυτό όμως που παρατηρώ είναι ότι σκανδαλίζεστε από την ερωτική ζωή των παιδιών. Πρέπει να σας πω ότι ήταν ήδη γνωστή η παιδική σεξουαλικότητα, δεν την ανακάλυψε ο Φρόυντ. Ο Φρόυντ συστηματοποίησε την ερωτική ζωή των παιδιών σε στάδια και θεωρεί ότι η συμπεριφορά των ενηλίκων κυριαρχείται από τις πρώιμες εμπειρίες. Εσείς λέτε ότι δεν κυριαρχείται; Καλώς! Μήπως θεωρείτε ότι τα παιδιά είναι αθώα, ανέραστα αγγελούδια; Τι να σας πώ… Αυτό πάντως ούτε οι εξομολόγοι το θεωρούν και δεν το θεωρούσαν ήδη πριν τον Φρόυντ επαναλαμβάνω.

      «Έτσι, κατά αυτόν, η μεγαλύτερη ενοχή των ανθρώπων είναι αυτό το οιδιποδιο σύμπλεγμα,και ακολουθεί η σεξουαλική ροπή, η ορμή προς τον θάνατο κλπ.» Συγγνώμη, αλλά τι λέτε; Η σεξουαλική ορμή δεν ακολουθεί τίποτα. Η λίμπιντο είναι ένα δίπολο: αρχή ευχαρίστησης-αρχή θανάτου. Η λίμπιντο επενδύει τον κόσμο και το οιδιπόδειο είναι μια λιμπιντική επένδυση.

      Όσον αφορά για την τριπλή ταξινόμηση της ψυχική δομής που γράφετε ότι είναι αυθαίρετη. Ναι, είναι αυθαίρετη. Η επιστήμη πάντοτε έχει ένα επίπεδο αυθαιρεσίας. Δε θα βρείτε ποτέ κάποια επιστήμη που δεν έχει κάτι τέτοιο. Αυτό δεν είναι από μόνο του μη επιστημονικό.

      «Δεν θα μάθουμε ποτέ την ψυχή, έστω κι αν η ψυχολογία δεν την εκλαμβάνει πια με την θρησκευτική έννοια, σαν άυλη οντότητα.» Μα έτσι κι αλλιώς ποτέ δε θα αποκτήσουμε μια τελική γνώση σε οτιδήποτε. Αυτό δεν είναι λόγος να αναζητούμε απαντήσεις.

      Τώρα για τα τελευταία που γράφετε, τι να σας πω. Εσείς ας ελπίζετε ό,τι θέλετε. Πάντως οι άνθρωποι δείχνουν ενδιαφέρον για την ψυχική τους ζωή και ενδιαφέρονται να ερμηνεύσουν τα συναισθήματα, τις δυσλειτουργίες και τα προβλήματα που έχουν και δεν κατανοούν. Οι άνθρωποι πάντοτε απευθύνονται σε άλλους για να ζητήσουν βοήθεια και είναι καλύτερο να απευθυνθούν σε εκπαιδευμένο αναλυτή παρά στις χαρτορίχτρες και στους παπάδες. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν υπάρχουν και κίνδυνοι.

    • Ο/Η Δ.Κ. λέει:

      Ένα συμπληρωματικό σχόλιο και δε θα καταχραστώ άλλο τον σχολιασμό, γιατί δεν μου φαίνεται ότι αυτή η συζήτηση είναι ιδιαίτερα παραγωγική και σίγουρα δεν αγγίζει το κεντρικό θέμα του άρθρου. Αποφασίσατε απλώς να γράψετε γενικόλογα σχόλια έχοντας επιδερμική γνώση της ψυχανάλυσης, που όχι δεν είναι κλάδος της ψυχολογίας. Αυτό είναι στοιχειώδες.
      Γράφετε για το βιβλίο «Ο ΑΝΔΡΑΣ ΜΩΥΣΗΣ ΚΑΙ Η ΜΟΝΟΘΕΪΣΤΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ» και σε παρένθεση επισημαίνεται ότι ο Μωυσής ήταν φανταστικό πρόσωπο. Ο Φρόυντ δεν έγραψε αυτό το βιβλίο για να αποδείξει την ύπαρξη του Μωυσή. Το αντίθετο ισχύει. Αν το γράψατε αυτό με την πεποίθηση ότι πιάσατε στα πράσα των Φρόυντ κάνετε απλώς λάθος.

  2. Ο/Η Α.Γ. λέει:

    Η λέξη «θεόπνευστο» δεν χρησιμοποιείται στο ανωτέρω κείμενο ούτε μια φορά.
    Η λέξη «θεός» βέβαια χρησιμοποιείται, αλλά σχεδόν όλες με τρόπο σχεδόν ειρωνικό, και πάντως κριτικό. Θα έλεγα ίσως πιο κριτικό απ’ ό,τι στα δικά σας σχόλια.
    Δεν ξέρω σε ποια κατάσταση βρισκόσασταν όταν γράψατε το πρώτο, ούτε με αφορά. Αλλά θα παρακαλούσα στο μέλλον να αποφεύγονται σχόλια που εκφράζουν αναίτια επιθετικότητα και απαξίωση.

    • Αν είναι ικανοποιητικό ως αιτιολογία το «αυτό το εχγείρημα εμένα δεν μου άρεσε, το διάβασα και έκανα την κριτική μου», εξίσου ικανοποιητικό πρέπει να είναι το «διάβασα το σχόλιο και δεν μου άρεσε, το βρήκα εριστικό και απαξιωτικό να αρχίζεις ένα σχόλιο με τη λέξη ‘μπούρδες'».
      Επίσης: διάβασα αυτό το νέο σχόλιο και το βρήκα αντισημιτικό.
      Διότι, τι σημαίνει «μια προσπάθεια «νομιμοποίησης» του πλάνητα Εβραίου»;
      Νομιμοποίησης;
      Γιατί; Τώρα είναι παράνομος ο Εβραίος;
      Ποιος, πότε, για ποιον κήρυξε αυτή την παρανομία;

    • Ο/Η Γιάννης λέει:

      Α.Γ.
      ίσως να μη κατάλαβα το σχόλιο, αλλά μου καταλογίζεις ότι αρχίζω το σχόλιο μου με την λέξη «μπούρδες»; Δεν το βρήκα σε κανένα σχόλιο μου, αλλά τέλος πάντων.
      Επειδή προσπαθώ να μην αδικώ συνειδητά – όσο είναι δυνατόν – διάβασα δύο φορές ακόμη μέρος από το κείμενο της κυρίας. Και τις δύο φορές έφθασα στο ίδιο συμπέρασμα: φλυαρεί. Θα έλεγα πως περισσότερο σκέφτεται τον εαυτό της, παρά το θέμα που διαπραγματεύεται, κάτι που συμβαίνει συχνά στους ανθρώπους. Αυτή η λέξη δεν είναι ούτε απαξιωτική ούτε προσβλητική. Είναι κριτική. Ανάλογη με την φράση » Ο Μπέος προσπαθεί να μιλήσει για την αρχαία κληρονομιά και προκύπτει εξάμβλωμα» ή «Πώς κατέληξε να λέει τέτοιες παπαριές ο Αγκάμπεν».
      Όσο για την τον αντισημιτισμό της λέξης «νομιμοποίηση» δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα.
      Θα επαναλάβω ότι είπα και στο πρώτο σχόλιο, ο περιπλανώμενος Εβραίος που έχει την προσταγή από τον Βιβλικό θεό να γίνει περιπλανώμενος. Η ψυχολογική προσέγγιση αυτού του φαινομένου γίνεται μέσα από την θρησκευτικο- ιστορική προσέγγιση και αποζητά «νομιμοποίηση».
      Οπότε τίθεται ένα θέμα. Όχι επιλεκτική προσέγγιση της Βίβλου, αλλά συνολικής αποδοχής της. Και στη Βίβλο μόνο για λόγους ρήξης με τον πατέρα του δεν αποχωρεί ο Αβραάμ.. (Τα υπόλοιπα στην Βίβλο). Είμαι υποχρεωμένος να επαναλάβω τις εκτιμήσεις μου στο πρώτο σχόλιο μου.
      Από το ίδιο προβλημα πάσχουν και οι Έλληνες, οι οποίοι περιορίζονται να επικαλούνται το διεθνές κλέος των αρχαίων Ελλήνων παραγνωρίζοντας τον ασυνείδητα χριστιανό Πλάτωνα, τα εγκλήματα της αθηναϊκής δημοκρατίας, τα εγκλήματα του Αλεξάνδρου, το σκοταδιστικό Βυζάντιο, το φρικτό ρόλο του ιερατείου στην οθωμανική περίοδο κλπ.
      Αυτά θα αρκούσαν να ακυρώσουν τα περί αντισημιτισμού, αλλά να πω και το εξής:
      ο αντισημιτισμός στους ναζί και σε όσους άλλους, κατά την γνώμη μου, έχει την έναρξη του στο συναίσθημα κατωτερότητας απέναντι στους Εβραίους που τους κατατρύχει. Και ένα ανομολόγητο θαυμασμό απέναντι σε κάποιον που δεν ανήκει σε αυτούς (άρεια φυλή). Και σε τέτοιες περιπτώσεις θέλουμε να καταστρέφουμε αυτό που θαυμάζουμε για να σταματήσει ο πόνος που προκαλείται από την σύγκριση.
      Αξιοι οι Εβραίοι, αλλά δεν έχω μήτε αίσθημα κατωτερότητας, μήτε κάποιον θαυμασμό για αυτούς, είτε για κάποιον άλλον.
      Τέλος, να θυμίσω πως ήταν απλώς ενα σχόλιο, που σημαίνει πως δεν απαιτεί καμία προετοιμασία, καμία ιδιαίτερη προσοχή.

      • Εφόσον ΅δεν το βρήκες σε κανένα σχόλιό σου», να σε βοηθήσω λίγο να θυμηθείς:

        «δεν αντέχω στον πειρασμό να πω πως ο ισχυρισμός ότι δήθεν η ιστορία του Αβραάμ είναι μια ιστορία ρήξης, είναι ψ έ μ α. Βέβαια, βολεύει, αφού παραπέμπει στην ψυχολογία του Φρόιντ, με τις μπούρδες του περί ρήξης του γιού με τον πατέρα κλπ.».

        Η αλήθεια βέβαια είναι ότι η λέξη αυτή δεν είναι στην αρχή του σχολίου. Ωστόσο, μια λέξη δεν είναι λιγότερο απαξιωτική ανάλογα με το σημείο ενός κειμένου όπου βρίσκεται.

        Τώρα, όσο για τον αντισημιτισμό σου τον οποίον αποκήρυξες φραστικά χωρίς κανένα επιχείρημα, αναμένω να μας εξηγήσεις τι ακριβώς σημαίνει «νομιμοποίηση του Εβραίου» ή να ανακαλέσεις. Διαφορετικά, οι αντισημιτικές και ανορθολογικές φλυαρίες σου είναι ανεπιθύμητες εδώ.

  3. Κείμενο γενεσιουργό πολλών σκέψεων. Εξάλλου, στη δική μου αντίληψη, ένα βασικό στοιχείο της μεταφρασμένης ομιλίας, είναι ακριβώς η ίδια η φύση της γλώσσας (και κατ’ επέκταση της σκέψης) να διατηρεί το νόημα που έχει κληρονομήσει (αρσενικό) αλλά και να γεννά καινούριο νόημα (θηλυκό). Όλα εμφανίζονται ως επανα-διατυπώσεις που εμπεριέχουν επανάληψη/ διατήρηση αλλά και καινοτομία/ ανατροπή!

  4. Ο/Η ΜΠ λέει:

    Ενδιαφέρον το άρθρο και η συζήτηση στα σχόλια.
    Ενδιαφέρουσα βρήκα και τη μετάφραση, από τα γαλλικά υποθετω
    πχ. «μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου είναι Ψ»

    Εντάξει, οι γάλλοι έχουν αυτή τη συνήθεια (μανία;) να κόβουν τις πολυσύλλαβες λέξεις, και πολλές από αυτές είναι ελληνικές «Philo», «Mathes», «Ortho» αλλά βέβαια και «resto», «hosto», «fac» κλπ.

    Πόσοι άραγε από τους αναγνώστες σας που δεν είναι εξικοιωμένη με τα γαλλικά καταλαβαίνουν αυτό το Ψ – «psy»;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.