Τέχνη,έξοδος

«Τι είναι το ρεμπέτικο;»

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Το βιβλίο του Κώστα Βλησίδη Όψεις του Ρεµπέτικου (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2004) αποτελεί συγκεντρωτική έκδοση τριών ανεξάρτητων κειμένων. Εξ αυτών, τo τρίτο (με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ρεμπέτες και ρεμπέτικο: από τη ρητορική των Άλλων στον αυτοπροσδιορισμό») έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με την αυτοπαρουσίαση του ίδιου του βιβλίου, την «ανασύσταση της αφηγηματικής αυτοπαρουσίασης των συντελεστών του ρεμπέτικου σε αντίστιξη με τον λόγο που άρθρωσε ο κυρίαρχος πολιτισμός για αυτούς και για το είδος που εκπροσωπούσαν».

Όσο με αφορά, αυτή η περιγραφή ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο ενδιαφέρθηκα να διαβάσω το βιβλίο. Επιτέλους, σκέφτηκα, καιρός να διαβάσουμε αδιαμεσολάβητα τι λέγανε οι ίδιοι οι ρεμπέτες για τον εαυτό τους αντί να ακούμε τι λέγανε οι άλλοι –ή οι Άλλοι- γι’ αυτούς· να δώσουμε φωνή σε όσους δεν είχαν ως τώρα φωνή.

Διαβάζοντας τα αποσπάσματα που ανθολογούνται στο άρθρο, αυτή η προσδοκία γνησιότητας και αυθορμησίας δεν επιβεβαιώνεται. Είναι εντυπωσιακό ότι ο λόγος των «ίδιων» δεν διαφέρει συγκλονιστικά από εκείνον των «άλλων». Ως επί το πλείστον αντλεί από την ίδια δεξαμενή λέξεων και εννοιών όπως και εκείνος του «κυρίαρχου πολιτισμού» –συχνά άλλωστε διαλέγεται, ρητά ή έμμεσα, με εκείνον.

Επιπλέον, από αυτούς τους «συντελεστές του ρεμπέτικου» των οποίων οι λόγοι παρατίθενται, δεν αποδέχονται όλοι ανεπιφύλακτα το χαρακτηρισμό «ρεμπέτης» για τον εαυτό τους, αντιθέτως οι περισσότεροι δείχνουν να διατηρούν μία απόσταση απ’ αυτόν. Η αποστασιοποίηση αυτή δείχνει να γίνεται για δύο διαφορετικούς –έως αντίθετους- λόγους: άλλοτε σε ένδειξη μετριοφροσύνης («εγώ δεν είμαι άξιος να λέγομαι ρεμπέτης, άλλοι ήταν οι πραγματικοί ρεμπέτες») και άλλοτε, ή και ταυτόχρονα, σε ένδειξη νομιμοφροσύνης («οι πραγματικοί ρεμπέτες είχαν πάρε-δώσε με τον υπόκοσμο, εγώ όχι»).

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει καθόλου ότι το βιβλίο είναι άχρηστο. Αντιθέτως, αυτή ακριβώς η ώσμωση των λόγων είναι που μπορεί να μας οδηγήσει σε κάποιες σκέψεις.

Και τα τρία του μέρη μαζί συγκροτούν ένα πανόραμα απόψεων και ισχυρισμών γύρω από το ρεμπέτικο που έχουν διατυπωθεί σε ένα διάστημα σχεδόν μισού αιώνα από εχθρούς, φίλους, πρωταγωνιστές, σχολιαστές, διώκτες και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Ωστόσο, εάν κανείς πάρει αυτό το βιβλίο με σκοπό να μάθει τι είναι το ρεμπέτικο, κλείνοντάς το παραμένει πελαγωμένος, στο ίδιο σκοτάδι. Σε όλους αυτούς τους λόγους, λέγονται τα πάντα και τα αντίθετά τους. Η αντίθεση όμως δεν αφορά –πράγμα που θα ήταν λογικό- όσα λένε οι (κατά δήλωσή τους) φίλοι σε σχέση με όσα λένε οι (κατά δήλωσή τους) εχθροί. Σχεδόν ισόποσα, τόσο οι μεν, όσο και οι δε (συχνά και ο ίδιος άνθρωπος) διακινούν σε διάφορες παραλλαγές τις εξής απόψεις:

– Το ρεμπέτικο είναι τραγούδι μαχαιροβγαλτών, ναρκομανών και μαυραγοριτών.

– Το ρεμπέτικο ήταν έτσι στην αρχή, αλλά τα χασικλίδικα τραγούδια ήταν μια μειοψηφία, μετά εξευγενίστηκε και εξέφρασε τους πόθους του λαού και το γενικότερο αίσθημα.

– Το ρεμπέτικο είναι ηττοπαθές, μοιρολατρικό και ανατολίτικο, θυμίζει την υποδούλωσή μας στους Τούρκους.

– Το ρεμπέτικο βασίζεται σε βυζαντινούς και αρχαιοελληνικούς δρόμους και είναι δείκτης της συνέχειας του ελληνισμού.

– Ρεμπέτης είναι ο άνθρωπος του υποκόσμου, ο κακοποιός, ο σωματέμπορος. Ο μάγκας όμως είναι αυτός που κρατά το λόγο του, είναι έντιμος και δεν πειράζει κανέναν.

– Ρεμπέτης και μάγκας είναι το ίδιο, και σημαίνει κύριος, άνθρωπος που είναι σωστός στη συμπεριφορά του και σέβεται τις γυναίκες.

– Τα ρεμπέτικα χαρακτηρίζονται από αντικοινωνικότητα, εσωστρέφεια και αναχωρητισμό.

– Τα ρεμπέτικα είναι μία μορφή κοινωνικοπολιτικής διαμαρτυρίας. 

 

Όλα αυτά δείχνουν ότι το ρεμπέτικο, ή τουλάχιστον η γοητεία και το ενδιαφέρον του, έχει σχέση μάλλον με τη διακοπή, όχι με τη συνέχεια. Είναι ένα σύμπτωμα και μία γραμμή φυγής, όχι ένας ακόμη κρίκος σε μία ευθεία αλυσίδα. Είναι κάτι που δεν κολλάει, κάτι που μας έπεσε στο κεφάλι όταν δεν το είχαμε προγραμματίσει, που ξεπήδησε απρόσκλητο και απρόβλεπτο από τους λόγους μας και την κοινωνική μας συνύπαρξη όπως την είχαμε οργανώσει, και προσπαθούμε εκ των υστέρων να το συμβολοποιήσουμε, να το εντάξουμε κάπως μέσα σ’ αυτήν, χωρίς να το έχουμε καταφέρει απόλυτα ούτε και σήμερα ακόμα. Είναι κάτι που έχει σχέση με την απόλαυση, αλλά και με μία απόλαυση που ενίοτε βιώνεται ως αισχρή, επιλήψιμη, χαμηλή (αλλά και ταυτόχρονα υψηλή, sublime)· είναι κάτι που αγαπάμε, αλλά και κάτι  που αγαπάμε να μισούμε.

 

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι αναλυτές (και οι ίδιοι οι ρεμπέτες ως αναλυτές του εαυτού τους και της πρακτικής τους), πελαγώνουν διότι προσπαθούν –ή διότι τους ζητούν- να πουν «τι πραγματικά είναι» το ρεμπέτικο, και για να το βρουν βασίζονται αποκλειστικά σε μία λογική εκφραστικής αιτιότητας. Η κοινωνία είναι μοιρασμένη σε φέτες, όπως ο μπακλαβάς, και κάθε φέτα έχει τη μουσική της. Όποιας λογής είναι και οι άνθρωποι που το φτιάχνουν, τέτοιας λογής θα είναι και το τραγούδι τους, και, αν το πάρουν και άλλοι, αυτό θα είναι ανωμαλία, θα «μολυνθούν». Δηλαδή μία αστυνομική λογική με την έννοια του Ρανσιέρ.

Όμως, το ρεμπέτικο –όπως και κάθε ενδιαφέρουσα μουσική- ήταν ακριβώς αυτή η «μόλυνση». Ήταν μία πανδημία η οποία δεν είχε μία αποκλειστική προέλευση, αλλά πολλές παραλλαγές ιών. Το ρεμπέτικο δεν υπήρξε το τραγούδι των Μικρασιατών, ούτε των εργατών, ούτε των λούμπεν προλετάριων· υπήρξε μετάδοση παρασίτων, μεταπήδηση στοιχείων από το (τα) τραγούδι(α) των μεν σε εκείνο(-α) των δε. 

Το «ρεμπέτικο» λοιπόν δεν είναι μια ουσία, αλλά είναι ένα όνομα που δίνουμε σε μια σειρά σχέσεων –ή απουσίας σχέσεων.

Επ’ αυτού, από τον επαναληπτικό, σε βαθμό πλήξης, λόγο που συγκροτούν όλοι αυτοί οι συμπυκνωμένοι λόγοι που παρελαύνουν στο βιβλίο, θα ξεχώριζα δύο. Ο Τάκης Μπίνης και ο Γιώργος Μητσάκης, προσπαθώντας να εξηγήσουν τι στο διάολο είναι αυτό που (δεν) έκαναν, επικαλούνται την τουρκική προέλευση της λέξης, ότι «ρεμπέτ» σημαίνει αλήτης, τεμπέλης, ανεπρόκοπος (μέχρι εδώ βέβαια τίποτε πρωτότυπο, αυτό το κάνουν όλοι), αλλά ειδικά αυτοί οι δύο αμέσως μετά φέρνουν στην κουβέντα την έκφραση «ρεμπέτ ασκέρ», που σημαίνει «αλητοπαρέα» (για τον πρώτο) ή «στρατός σκορπισμένος» για τον δεύτερο.

Σημειωτέον ότι αυτό δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται: στα σύγχρονα τουλάχιστον τουρκικά, κοιτώντας πρόχειρα σε λεξικά και στο ίντερνετ, δεν βρήκα να υπάρχει καμία λέξη rembet ή  rebet, που να σημαίνει οτιδήποτε. Επίσης, asker δεν σημαίνει κατ’ ακρίβεια στρατός, αλλά στρατιώτης.

Ασχέτως τούτου, βέβαια, βρίσκω σημαντικό ότι αυτό πίστευαν οι άνθρωποι στην Ελλάδα, ακόμα κι αν δεν ισχύει.

Ο συνειρμός ειδικά με τον «διαλυμένο στρατό» είναι ενδιαφέρων για τον εξής λόγο: 

η δεκαετία του 1920, που συνδέεται με τη γένεση του ρεμπέτικου, και η περίοδος αμέσως πριν, χαρακτηρίζεται από ευρύτατη τάση φυγοστρατίας και λιποταξίας στην Ελλάδα, και από την τελική, πράγματι, διάλυση του ελληνικού στρατού, το σκόρπισμά του, το 1922.

Με όλες τις μεθοδολογικές επιφυλάξεις που απαιτούνται για έναν τέτοιο ισχυρισμό, λοιπόν, αναρωτιέμαι μήπως η «ελληνική κοινωνία» (χρησιμοποιώ τον όρο σε εισαγωγικά ελλείψει καλύτερου) παρήγαγε το «ρεμπέτικο» ως ένα σύμπτωμα συμπύκνωσης, ή μάλλον, υλο-ποίησης ενός σημαίνοντος: ο στρατός μας επιχείρησε να λυτρώσει τους αλύτρωτους, αλλά το μόνο που κατάφερε είναι να διαλύσει τις ζωές τους και μετά να διαλυθεί και αυτός. 

To «ρεμπέτικο» έτσι ίσως είναι ένα όνομα για το τραύμα από την απουσία/ αποτυχία του κράτους, του στρατού, της εργασίας –αλλά και, την ίδια στιγμή, για την επιθυμία απαλλαγής από το κράτος, το στρατό, την εργασία· την επιθυμία τού μη κράτους.  

Ένα όνομα που, πιθανότατα, δόθηκε εκ των έξω: από  την επιθυμία του κράτους, στην προσπάθειά της να ταξινομήσει την επιθυμία αυτή για να την καταπολεμήσει. 

Γι’ αυτό και τα δύο μεγάλα προτάγματα, οι δύο μεγάλες αφηγήσεις, του ελληνικού μοντερνισμού, ο αστισμός και ο κομμουνισμός, στην αρχή το εχθρεύθηκαν εξίσου και το κατέστειλαν, για να το προσεταιριστούν μετά και να το επανεδαφικοποιήσουν. 

 

Από αυτή την άποψη, από τις εκδοχές που κατατίθενται στο βιβλίο, κατά τη γνώμη μου η πιο ενδιαφέρουσα είναι μία πραγματικά φοβερή κουβέντα του ιδιόρρυθμου και ολιγογράφου Μυτιληνιού ρεμπέτη Γιώργου Μουφλουζέλη –την οποία όμως ο Βλησίδης δεν διαβάζει καν και προκαταβολικά παρερμηνεύει, τόσο έξω είναι από τα σχήματά του. Είναι η εξής:

 

Ρεμπέτης για μένα είναι ο άνθρωπος ο άτακτος στον εαυτό του και στην κοινωνία. Μπορεί ν’ αγοράσει τσιγάρα με φίλτρο και ξάφνου να κόψει το φίλτρο, για να τα καπνίσει. Οι άλλοι να φοράνε γραβάτα κι αυτός να την βγάλει και να την πετάξει. Να θέλει να πάει κόντρα σ’ αυτά που βάζουν η μόδα και η κοινωνία. Το τραγούδι το ρεμπέτικο είναι το τραγούδι γι’ αυτόν, είναι το τραγούδι που λέει την αλήθεια για την κοινωνία και που γράφτηκε από την καθημερινή ζωή μας.

 

Ο ρεμπέτης δεν είναι, όπως ανακριβώς διερμηνεύει αυτή τη δήλωση ο Βλησίδης, «ένα αυτοκατευθυνόμενο κοινωνικό υποκείμενο απέναντι σε μια ετεροκατευθυνόμενη κοινωνία». Είναι άτακτος και στον ίδιο του τον εαυτό. Η υποθετική πράξη την οποία σκηνοθετεί ο Μουφλουζέλης στο παραπάνω απόσπασμα ως χαρακτηριστική του ρεμπέτη, εντυπωσιακά όμοια με τις φάρσες των σουρεαλιστών την ίδια περίπου περίοδο του μεσοπολέμου, δεν είναι καν σίγουρο αν αποτελεί κατά κυριολεξία «πράξη» ή μήπως θα ήταν καταλληλότερο να αποκληθεί απραξία, ή ίσως παραπραξία. Το ρεμπέτικο είναι η ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής. O φορέας του δεν εξεγείρεται για να ανατρέψει την κοινωνία και να φέρει μία καλύτερη. Κάνει  μια πράξη που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα, αλλά και από τα αντι-καθιερωμένα: δεν έχει καμία χρησιμότητα, δεν εντάσσεται σε καμία ορθολογική αλληλουχία μέσων-σκοπών. Είναι κάτι που κανείς δεν ξέρει γιατί το κάνει, ούτε ο ίδιος.

Με αυτή λοιπόν την έννοια ισχυρίζομαι ότι το «ρεμπέτικο» υπήρξε το όνομα για ένα σύμπτωμα και μία γραμμή φυγής.

 

Untitled

Κλασσικό

2 σκέψεις σχετικά με το “«Τι είναι το ρεμπέτικο;»

  1. Ο/Η Κώστας Βλησίδης λέει:

    Χαίρομαι, κύριε Γαβριηλίδη, που το βιβλίο μου έγινε αφορμή για κάποιες ενδιαφέρουσες απόψεις εκ μέρους σας. Ας μου επιτραπούν, στο πλαίσιο αυτό, κάποιες παρατηρήσεις:

    Τιτλοφορώντας το βιβλίο μου ως “Όψεις του ρεμπέτικου” ήθελα ακριβώς να προϊδεάσω όσους αναγνώστες τυχόν θα το έπαιρναν “με σκοπό να μάθουν τι είναι το ρεμπέτικο” ότι δεν πρόκειται περί αυτού. Οπότε νομίζω ότι δεν ενέχομαι σε ενδεχόμενο σκότιο πελάγωμά τους από κάτι που δέν υπόσχεται, ήδη από τον τίτλο του, το βιβλίο.

    Ως προς το επικριτικό σας σχόλιο (περί παραναγνώσεώς μου, περί ανακριβούς και προκαταβολικής παρερμηνείας αλλά και περί σχηματικού αδιαχωρήτου μου) όσον αφορά το επίμαχο παράθεμα του Μουφλουζέλη, θα ήθελα να γνωρίζουν οι αναγνώστες σας τι ακριβώς έγραψα σχετικά στο βιβλίο μου (σελ. 179):

    “Για τον Γιώργο Μουφλουζέλη η ορισματική κατηγόρηση του ρεμπέτη εκζητά το ιδιόμορφο ηθοκανονιστικό της πλαίσιο, πέραν των έτοιμων και στερεότυπων προδιαγραφών σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο. Ο ρεμπέτικος τύπος συνιστά, εν τινι μέτρω, ένα αυτοκατευθυνόμενο κοινωνικό υποκείμενο απέναντι σε μια ετεροκατευθυνόμενη κοινωνία”.

    Ευχαριστώ για τη φιλοξενία
    Κώστας Βλησίδης

  2. Ο/Η Α.Γ. λέει:

    Εμείς ευχαριστούμε για το σχόλιο. Με την ευκαιρία αυτή, και με τη σκέψη ότι οι αναγνώστες δεν βρίσκονται στο μυαλό μας για να ξέρουν τι σκεφτόμαστε κάθε φορά, κρίνω σκόπιμο να προσθέσω το εξής. Το παραπάνω σημείωμα δεν γράφτηκε με σκοπό να κάνει μια αποτίμηση του βιβλίου, αλλά απλώς να εκθέσει κάποιες σκέψεις με αφορμή κάποια συγκεκριμένα πράγματα από όσα λέγονται εκεί. Για να μην συγκρατήσει ο αναγνώστης μόνο την μία αρνητική παρατήρηση που διατυπώνεται και την γενικεύσει, καλό είναι να σημειωθεί ότι αυτό το «πελάγωμα» και η απροσδιοριστία δεν αποδίδεται σε κάποιο ελάττωμα του βιβλίου, ούτε εννοώ ότι ο συγγραφέας δεν εξηγεί τι είναι το ρεμπέτικο αλλά κάποιος άλλος, κάπου αλλού «ξέρει» και έχει την σωστή ερμηνεία. Το αντίθετο μάλιστα: o Βλησίδης εδώ και χρόνια δουλεύει πάνω στη μελέτη του ρεμπέτικου με όρους πολύ σοβαρούς, με φιλολογική αρτιότητα και με αρχειακή έρευνα, πράγμα αξιοπρόσεκτο σε έναν χώρο που, ιδίως στο ξεκίνημά του, χαρακτηριζόταν από ερασιτεχνισμό (καλώς αλλά και ενίοτε κακώς νοούμενο), προχειρότητα και αυθαίρετες γενικεύσεις. Ιδίως η συλλογή που εξέδωσε με τον τίτλο “​Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (1929-1959)» αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για όποιον θέλει να ασχοληθεί με το θέμα, (και πάντως αποτέλεσε για μένα, εφόσον άντλησα πολύ χρήσιμο υλικό από εκεί στο πρόσφατο βιβλίο μου για τον «Ασιάτη Σεφέρη»), πέραν του ότι συνιστά ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα καθαυτό.

Γράψτε απάντηση στο Α.Γ. Ακύρωση απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.